Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα african. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα african. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

ANDRE RYDER ο μεγάλος ελληνικής καταγωγής συνθέτης του αιγυπτιακού κινηματογράφου – έγραψε σάουντρακ για δεκάδες αιγυπτιακές (και κάποιες ελληνικές) ταινίες και τιμήθηκε από τον πρόεδρο Νάσερ

Το όνομα και πολύ περισσότερο το έργο του ελληνο-αιγύπτιου συνθέτη Andre Ryder (1908;-1971) είναι άγνωστο στη χώρα. Κάποιοι, ενδεχομένως, να θυμούνται το ονοματεπώνυμό του από το γεγονός πως είχε υπογράψει τα σάουντρακ σε τέσσερις τουλάχιστον ελληνικές ταινίες, που είχαν γυριστεί στα στούντιο του Καΐρου Nassibian και Νahas, στο πρώτο μισό του ’50 –παραγωγές όλες της αιγυπτιακής Μήλλας Φιλμ–, με τις τρεις απ’ αυτές να είναι, εν τω μεταξύ, πασίγνωστες και πολυαγαπημένες.
Λέμε για τις ταινίες «Ένα Βότσαλο στη Λίμνη...» (1952) σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου, «Δεσποινίς Ετών “39”» (1954) επίσης του Α. Σακελλάριου, «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (1954) του Μιχάλη Κακογιάννη και «Ο Άνεμος του Μίσους» (1954) του Νίκου Τσιφόρου – με τις μουσικές του Ryder να ακούγονται σε άπασες καταιγιστικές σχεδόν, και σε ορισμένες περιπτώσεις με ιδιοφυώς επεξεργασμένα ελληνικά παραδοσιακά μοτίβα.
Σ’ αυτές τις ταινίες
o ελληνοαιγύπτιος συνθέτης υπογράφει τις μουσικές βασικά ως Andre Ryder, ενώ στην ταινία του Κακογιάννη θα υπέγραφε με το κανονικό όνομά του, ως Ανδρέας Αναγνώστης. [Το “Ryder” ήταν μια δική του μετατροπή του αγγλικού “reader” (αναγνώστης), ώστε να έχει ένα καλλιτεχνικό όνομα, γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες, που να θυμίζει το ελληνικό επώνυμό του].
Ποιος ήταν, όμως, αυτός ο άνθρωπος, τι είχε πράξει για τον αιγυπτιακό κινηματογράφο και πότε ακριβώς θα γινόταν κάπως περισσότερο γνωστός στη χώρα μας; Δυστυχώς οι πληροφορίες φθάνουν με το σταγονόμετρο, για όποιον δεν μπορεί να προσπελάσει τα αιγυπτιακά σάιτ. Στην Wikipedia, ας πούμε, διαβάζεις κάποια λίγα και μάλλον τυπικά.
Πως ο Andre Ryder είχε γεννηθεί στην Ελλάδα το 1908, πως κάποια στιγμή, θα βρισκόταν στην Αίγυπτο, δουλεύοντας για το αιγυπτιακό σινεμά, αποκτώντας μάλιστα την αιγυπτιακή υπηκοότητα, σε μεγάλη ηλικία, και λίγο πριν φύγει από τη ζωή, το 1970. Διαβάζουμε επίσης πως είχε συνθέσει σάουντρακ για εξήντα μία αιγυπτιακές ταινίες και για έξι ελληνικές.
Μαθαίνουμε ακόμη πως ο Andre Ryder είχε τιμηθεί με το «παράσημο της δημοκρατίας» από τον τότε πρόεδρο της Αιγύπτου Gamal Abdel Nasser (1918-1970) και πως το τέλος του θα ήταν απρόσμενο, αφού θα τον δολοφονούσαν στο Μπουένος Άιρες, σε κάποια καλλιτεχνική περιοδεία του, στις 5 Μαρτίου 1971 – με την wiki να συμπληρώνει, πως ο Ryder είχε «μαύρη ζώνη» στο τζούντο(!) και πως είχε δεχθεί επίθεση από ληστές, οι οποίοι θα κακοποιούσαν πρώτα τις κυρίες που τον συνόδευαν και πως πάνω στην πάλη (καθότι ο Ryder θα παρενέβαινε) θα τον μαχαίρωναν θανάσιμα.
Περιττό να πούμε πως όλα αυτά τα έχουν γράψει κάποιοι στην wiki, χωρίς να προσκομίσουν τα ανάλογα αποδεικτικά στοιχεία – οπότε δεν είναι υποχρεωτικό να τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς.
Για παράδειγμα, υπάρχουν ποικίλες απόψεις για το πότε ακριβώς γεννήθηκε ο Andre Ryder και πού. Κάποιοι (Αιγύπτιοι φυσικά) λένε πως είχε γεννηθεί στην Αλεξάνδρεια το 1914 (φαίνεται πιθανότερο) από έλληνες γονείς βεβαίως, και όχι στην Ελλάδα το 1908 (όπως γράφει η wiki).
Σαν μουσικός, πάντως, ο Andre Ryder φαίνεται πως ξεκινά από το αιγυπτιακό ραδιόφωνο, στα μέσα της δεκαετίας του ’30, συνεχίζοντας αμέσως μετά να προσφέρει τις υπηρεσίες του στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης και στα ξενοδοχεία του Καΐρου, της Αλεξάνδρειας και του Πορτ Σάιντ.
Όλοι συμφωνούν πως ο Andre Ryder είχε αρχίσει την καλλιτεχνική πορεία του παίζοντας διάφορα όργανα, κυρίως τρομπέτα, ακορντεόν και πιάνο σε κλαμπ και θέατρα και πως από ’κει θα τον ανακάλυπτε, μετά τον πόλεμο, ο κινηματογράφος. Όμως και κατά τη διάρκεια του πολέμου, όταν η αγορά της αναψυχής στην βόρεια Αίγυπτο θα εκτοξευόταν, ο Andre Ryder θα εξακολουθούσε να δουλεύει στα καλύτερα κέντρα της εποχής, φθάνοντας μέχρι το περιώνυμο Helmeya Palace (του Καΐρου). Κάποια στιγμή, δε, θα άνοιγε τα φτερά του και προς το εξωτερικό, καθώς θα εμφανιζόταν σε ελβετικά (Γενεύη) και τουρκικά καμπαρέ, αλλά το 1951 θα επέστρεφε, μόνιμα πια, στο Κάιρο.
Εν τω μεταξύ η παρουσία του στο σινεμά θα συνδεόταν με την μεγάλη αιγύπτια ηθοποιό και τραγουδίστρια Laila Mourad (1918-1995) και την ταινία της “Anbar” (1948), σε σκηνοθεσία Anwar Wagdi (υπάρχει σόλο τρομπέτα στο σάουντρακ και αυτό ανήκει στον Ryder).
Βασικά, αυτό που πιστώνεται στον Andre Ryder, σε σχέση με τον αιγυπτιακό κινηματογράφο του ’50, είναι πως πρώτος εκείνος θα άρχιζε να διαμορφώνει πρωτότυπα μουσικά μοτίβα για τις εγχώριες ταινίες, αφού πιο πριν κυριαρχούσε η μουσική επιμέλεια (συνήθως με δυτικότροπα μοτίβα). Ο Ryder, δηλαδή, και σε σχέση πάντα με τη μουσική, προσδίδει στο σινεμά τής Αιγύπτου έναν δικό του πρωτότυπο χαρακτήρα.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/andre-ryder-o-ellinikis-katagogis-megalos-synthetis-toy-aigyptiakoy-kinimatografoy

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 416

5/12/2021
Ένα «σαν σήμερα» με νόημα, 40 χρόνια πριν...
«H συνεισφορά του Cornelius Cardew εκτιμάται εκ νέου όχι μόνον από τη γενιά των μουσικών, των καλλιτεχνών και των πολιτικών ακτιβιστών που συμμετείχαν στο κίνημα, για να ανοίξουν νέους δρόμους, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, αλλά και από τη σημερινή γενιά. Σε όλους αυτούς ανήκει η μεγαλύτερη κληρονομιά του Cardew, το να συμβαδίζεις δηλαδή με τις απαιτήσεις της εποχής, έξω από κάθε δογματική αντιμετώπιση της πραγματικότητας ή περιορισμούς στο ανθρώπινο πνεύμα, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας»
.
Sandra L. Smith (2011)
[πρώην ηγέτιδα του Communist Party of Canada (Marxist–Leninist)]

5/12/2021
>>Η Ζάμπια κατέγραψε τα πρώτα κρούσματα της παραλλαγής Όμικρον<<
>>Τα τρία κρούσματα είναι: ένας άνδρας που ζει στα περίχωρα της πρωτεύουσας Λουζάκα, ο οποίος ταξίδεψε πρόσφατα στο εξωτερικό και έχει εκδηλώσει ήπια συμπτώματα, ένας άνδρας στη συνοικία Τσιμπόμπο…<<

Η κατάσταση έχει αποκτήσει γελοίες διαστάσεις. Φοβερές πληροφορίες διαβάζεις πλέον στα ελληνικά μίντια, καθώς μαθαίνουμε πως στη συνοικία Τσιμπόμπο της Λουζάκα κάποιος κόλλησε όμικρον! (γέλιο)
Δεν ξέρω για ποιους λόγους μπορεί ο καθένας να ξέρει την Ζάμπια, εγώ πάντως την ξέρω σίγουρα για την φοβερή Zamrock σκηνή στα σέβεντις, με Witch, Amanaz, Peace, Ngozi Family κ.λπ. Ωραίους δίσκους –καρασπάνιους στις ορίτζιναλ κόπιες– που μας γνώρισε η γερμανική Shadoks, κυρίως, την περασμένη 20ετία.
https://www.youtube.com/watch?v=GjUOYLJ8IYI

4/12/2021
Είμαστε έτοιμοι γι' αύριο; Εδώ με τον αείμνηστο Γιάννη Τότσικα (τον πρωταγωνιστή της Αναπαράστασης του Αγγελόπουλου κ.λπ.)...

3/12/2021
Αυτές τις μέρες θα βρίσκεται στην Aθήνα και θα εμφανιστεί στην Στέγη (Τectonics Athens ’21) η νεοζηλανδo-αμερικάνα πειραματίστρια Annea Lockwood (ή Anna, όπως γραφόταν παλιά).
Δεν είμαι σίγουρος αν έχει ποτέ γραφτεί κάτι στην Ελλάδα για την Lockwood (που πλέον είναι 82 ετών), πέραν εκείνων που είχα σημειώσει κάποτε σ’ ένα πολύ ιδιαίτερο κείμενο του δισκορυχείου. Αυτό το κομμάτι μεταφέρω τώρα εδώ...
[Η χρονιά όμως εκείνη (το 1969) σημαδεύτηκε από την έκδοση του πρώτου του δίσκου “War Between Fats and Thins” –τα είπαμε στην αρχή του κειμένου– στον οποίον συμμετείχε και η Anna Lockwood, ως μέλος της Harvey Matusow’s Jew’s Harp Band.
Η Lockwood είχε ξεκινήσει ενεργά τις δραστηριότητές της δύο χρόνια νωρίτερα και στο διάστημα 1967-69, πάντα στο Λονδίνο, παρουσίαζε την παράστασή της “The Glass Concert”, με τους ήχους να προέρχονται, όπως γράφει και ο Roger Sutherland στο βιβλίο του “New Perspectives in Music” [εκδ. Sun Tavern Fields, London 1994], από όργανα φτιαγμένα από γυαλί.
«Πολλά απ’ αυτά ήταν ‘σκουπίδια’ από επιστημονικά εργαστήρια ή ό,τι τέλος πάντων διασωζόταν από βιομηχανίες πατωμάτων. Το σετ για το Glass Concert 2 αποτελείτο από φύλλα μικρο-γυαλιού, που χρησιμοποιούνται στα slides ηλεκτρονικών μικροσκοπίων, 20 γυάλινες ράβδους, διάφορα κυλινδρικά δοχεία, bottle tree, δένδρα δηλαδή, τα οποία στα κλαδιά τους είχαν περασμένα μπουκάλια, ένα ενυδρείο, τζάμια παραθύρων βουτηγμένα μέσα σε νερό και σωλήνες από micro glass».
Μια ιδέα παίρνεις και από τους τίτλους του LP “Glass World of Anna Lockwood” [Tangent TGS 104] από το 1970 –“Micro glass shaken”, “Glass rod vibrating”, “Wine glass”, “Glass bulb”, “Glissandi”, “Spinning discs”, “Micro glass on goblet”, “Micro glass along pane”, “Bottle tree showered with fragments”–, αλλά κανονικά πρέπει νακούσεις
Παραλλήλως όμως οι Lockwood και Matusow συνεργάζονται και σε άλλες παραστάσεις και όχι μόνον επί βρετανικού εδάφους, όπως φαίνεται και από το σουηδικό LP “6, Stockholm 1970, Text-Sound-Compositions” [Sveriges Radio RELP 1102], στο οποίο συμμετέχουν με το δεκαπεντάλεπτο “End” ηχογραφημένο για το σουηδικό ραδιόφωνο.
Είναι η εποχή κατά την οποίαν το ζεύγος Matusow-Lockwood σχηματίζει ένα ακόμη γκρουπ, τους Naked Software (όπως διαβάζω και στο 3σέλιδο άρθρο τού Charles Alverson “I Led Twelve Lives, Adventures of Comrade Harvey Matusow, Hustler Supreme”, που δημοσιεύτηκε στο Rolling Stone, Issue No.115, 17/8/1972). Μέλη των Naked Software ήταν εκτός των Matusow και Lockwood, οι John Lifton, Hugh Davies (από την Music Improvisation Company) και Howard Rees.]

Τα λέμε αυτά, επειδή περνάνε καλλιτέχνες από τα μέρη μας με τεράστια ιστορία, χωρίς να τους παίρνει κανένας χαμπάρι... Εντάξει... ελάχιστοι...
[στη φωτό είναι η Harvey Matusow’s Jew’s Harp Band – η Annea Lockwood είναι η δεύτερη από αριστερά]
[στα σχόλια υπάρχει και λινκ με όλο το LP “Glass World of Anna Lockwood” στην βρετανική Tangent από το 1970]

3/12/2021
Γελοία άτομα διακόπτουν παράσταση, γιατί δεν τους αρέσει το περιεχόμενό της. Θεωρούν τα πάντα δικά τους, ότι παντού είναι ο χώρος τους και ότι οπουδήποτε μπορούν να επιβάλλουν τη δικιά τους γλοιώδη ατζέντα. Φυσικά η αυταρχικότητα της δεξιάς, του τύπου είμαι ο γ@μάω και ό,τι γουστάρω κάνω, τους δίνει αυτόν τον «αέρα».

2/12/2021
Θρυλικό αντιπολεμικό, ανάμεσα σε άλλα, ποίημα του Adrian Henri, που το ραπάρει ο ίδιος μπροστά από τους υπόλοιπους Liverpool Scene, το 1968...
https://www.youtube.com/watch?v=GpWpwxAhURs

2/12/2021
Σκηνοθεσία Ηλίας Μυλωνάκος. Τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία...

2/12/2021
Δεν έχουν όριο στο ψέμα, στην παραπλάνηση και την παραπληροφόρηση. Τι να πιστέψεις πλέον από τοιούτα χαμερπή άτομα;
>>Τελευταίο επίτευγμα του πρωθυπουργού ήταν το προσυνέδριο της ΝΔ, όπου παρουσίασε σαν παράδειγμα brain gain (η επιστροφή των νέων Ελλήνων που αναζήτησαν επαγγελματικές ευκαιρίες στο εξωτερικό) έναν 25χρονο μηχανικό που σπούδασε στην Ατλάντα αλλά επέστρεψε στη χώρα και βρήκε καλή θέση σε μεγάλο εργοστάσιο στα Γιάννενα. Ωστόσο αυτό που βολικά παρέλειψε να αναφέρει ο πρωθυπουργός είναι ότι ο νεαρός είναι γιος του ιδιοκτήτη της εταιρείας!<<

1/12/2021
Ρίχνει στ' αυτιά στους Jaywalkers (σιγά το συγκρότημα τώρα), αλλά ο δίσκος των Jaywalkers κάνει 200-300 ευρώ, ενώ των Blue Light πενταροδεκάρες... Ευτυχώς.
https://www.youtube.com/watch?v=oozOumBsaM4

1/12/2021
Πέθανε ένας σημαντικός αμερικανός πειραματιστής, ο Alvin Lucier, στα 90 του. Το μοναδικό LP του Lucier που έχω είναι αυτό το ιστορικό του στην Cramps, από το 1976. Εκεί στη δεύτερη πλευρά υπάρχει το “Bird and Person Dyning” ένα εκπληκτικό track, που είναι δύσκολο να το περιγράψω. Δηλαδή δεν είμαι σίγουρος 100% τι ακριβώς έκανε εκεί ο Lucier.
Σίγουρα υπάρχει μαγνητοταινία με field recording από κελαηδήματα πουλιών. Από ’κει και πέρα τι άλλο υπάρχει; Μία καλωδιωμένη περφόρμερ, μικρόφωνα, ενισχυτές και ηχεία.
Ο ήχος των πουλιών συλλαμβάνεται από τα μικρόφωνα και καθώς η περφόρμερ κινείται μεταξύ των ηχείων, με την παραμικρή κίνηση του κεφαλιού της προκαλεί αλλαγές στα timbre των κελαηδημάτων και στην ένταση της ανάδρασης.
Ο βασικός προβληματισμός εδώ του Alvin Lucier συνδέεται με την διαρκή κινητικότητα της περφόρμερ. Όχι μόνο ο χρόνος, αλλά και ο χώρος είναι άμεσα συνδεμένος με το παραγόμενο (ηχητικό) αποτέλεσμα. Τα πάντα είναι εν κινήσει και κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί το έργο ως κάτι σταθερό και δεδομένο.
(ο Alvin Lucier είχε έρθει και στην Αθήνα, στην documenta, το 2017)
https://www.youtube.com/watch?v=nPmgrXqan0w

1/12/2021
Billy Bo και Τζελσομίνα, στις αρχές των 80s...
(έχουμε και ηχητικό από την ίδια εποχή στα σχόλια)

27/11/2021
Julian’s Treatment: “Strange things”…
https://www.youtube.com/watch?v=pO6O9ls1ePU

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2020

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 290

16/9/2020
Είναι να τρελαίνεσαι μ’ αυτά που διαβάζεις και ακούς σε σχέση με τον κορωνοϊό, από δω κι από κει. Και στο φέισμπουκ και έξω από το φέισμπουκ.
Βγαίνουν π.χ. κάποιοι αφελείς και σου λένε... καλά και οι γιατροί και οι νοσοκόμοι που φοράνε τόσα χρόνια μάσκες γιατί δεν έχουν πάθει κάτι και φοβάσαι εσύ, ο χι ψι ωμέγα τέλος πάντων, μήπως αρρωστήσεις;
Και πού ξέρεις ρε φίλε, εσύ που το λες αυτό, από τι πεθαίνουν οι γιατροί; Ή μήπως νομίζεις ότι είναι αθάνατοι; Έχεις καμιά στατιστική που να δείχνει ότι οι θάνατοι γιατρών από αναπνευστικά θέματα είναι ανύπαρκτοι ή έστω το ίδιο με όλων των υπολοίπων; Για στείλε την να την δούμε κι εμείς...
Η κοινή λογική και πρακτική, που λείπει από πολλούς, λέει πως η ανάσα δυσκολεύεται μ’ αυτό το πατσαβούρι μπροστά από τη μύτη και το στόμα. Αναπνέεις κάτι από αέρα, μαζί με τα χνώτα σου, δηλαδή διοξείδιο του άνθρακα, και μαζί με ό,τι αναδίνει το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη η μάσκα. Ε, άμα αυτό τώρα θεωρείται καλό ή ακίνδυνο, τότε να την φοράμε συνέχεια. Και όταν περάσει ο κορωνοϊός.
Αντί να βγουν λοιπόν και να μας πουν, αυτοί οι πολύξεροι, πως η μάσκα είναι «αναγκαίο κακό», τουλάχιστον αυτό, μια φράση που δεν την ακούς από κανέναν τελικά, προσπαθούν να μας την περάσουν ως «δεν τρέχει τίποτα» και ως κανονικότητα.
[κουβέντα δεν θα πιάσω, το λέω, και τα σχόλια να είναι σεμνά και ταπεινά, αλλιώς θα τρώνε σβήσιμο]

16/9/2020
Το ακούγαμε αυτό νέοι από το ραδιόφωνο (αργότερα το πήρα και σε βινύλιο από τις προσφορές). Καλό ψευτορόκ του Ζούγκα. Φοβερή φωνή η Ισιδώρα Σιδέρη, την είχα δει και λάιβ τότε και θυμάμαι πως έλεγα... αυτή τρώει ακόμη και τη Φαραντούρη. Πολύ καλύτερη και από την κόρη της εννοείται...
(το βίντεο είναι ό,τι να 'ναι, αλλά έχει καλή απόδοση)

16/9/2020
Όλο ημίμετρα. Δεν είναι να τους έχεις εμπιστοσύνη. Περίμενα οι λοιμωξιολόγοι να απαγορεύσουν το κολύμπι στη θάλασσα, όπως είχαν κάνει τον Απρίλη και σωθήκαμε – και τώρα τίποτα... (γέλια)

15/9/2020
Πάντα θα μαθαίνουμε. Πέρσι ξαναβγήκε, μετά το 1972, και ήδη η επανέκδοση (αν το θέλει κάποιος σε βινύλιο) κοστίζει 60 ευρώ. O Peter Wale από την Νότια Αφρική...

15/9/2020
Οι μπαντάνες που μοιράσανε στα σχολεία, αντί για μάσκες, είναι μια χαρά. Γεμίστε και τα παγούρια των παιδιών να δείτε μήπως είναι τρύπια και τρέχουν, και γίνουν μούσκεμα τα βιβλία τους.

15/9/2020
Και καλή σχολική χρονιά να έχουμε...

15/9/2020
Πιο πολύ κινδυνεύεις να κολλήσεις τον ιό στο κέντρο της Ανταρκτικής, παρά στο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Οι σύντροφοι έχουν απ’ όλα. Αποστάσεις, καρέκλες, μάσκες μέσα-έξω, αντισηπτικά, καθαριότητα, θερμόμετρα, ιατρείο. Δεν πας σε φεστιβάλ, μπαίνεις σε εντατική. Παπάς και νεκροθάφτης μόνο λείπει.

14/9/2020
Ψάχνω αυτό (Δεκέμβριος 1969). Δίνω αντάλλαγμα (αν κάποιος το έχει και μπορεί να το αποχωριστεί).
Αν κάποιος το έχει και δεν θέλει να το αποχωριστεί στέλνει inbox, για να συνεννοηθούμε για κανα σκανάρισμα...

14/9/2020
Ρε εσείς εκεί στη Θεσσαλονίκη δεν έχετε αντιπολεμικό κίνημα... ή έστω ειρηνιστικό; Τα ξεχάσατε όλα εκείνα που τραγουδούσατε παλιά; Ακούτε τον μπατίρη (ως χώρα) Μητσοτάκη να λέει πως θ’ αγοράσει αεροπλάνα και φρεγάτες, πως θα εμπλουτίσει το οπλοστάσιο όλων των κλάδων και δεν του πετάξατε ούτε μία... ανθοστόλιστη φωλιά; Ντροπή σας.
Τι θα λέει κι ο αγωνιστής της ειρήνης Γιάννης Πετρόπουλος, που έδωσε τη μάχη του στο φεστιβάλ;

13/9/2020
Διάβασα από δω κι από κει πως πριν από λίγες μέρες πέθανε η ηθοποιός και τραγουδίστρια Κία Μπόζου. Ήταν 85 ετών. Επίσης, διάβασα και διάφορα που γράφτηκαν γι’ αυτήν, άλλα τετριμμένα και αδιάφορα (ως συνήθως) και κάποια λίγα ενδιαφέροντα. Ας πούμε κι εμείς ένα-δυο δικά μας... αδιάφορα, που δεν τα έγραψε κανένας άλλος.
Γνώριζα το ονοματεπώνυμο της Κίας Μπόζου από τα σταυρόλεξα που έλυνα, όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο (το περιοδικό «Το Τεστ», που το αγόραζα συχνά). Εκεί συναντούσες συνεχώς τη φράση «το όνομα της ηθοποιού Μπόζου». Εγώ τότε ήξερα μόνο τον ηθοποιό... Μπόζο, δηλαδή τον Μανώλη Δεστούνη, αλλά από τις διασταυρωμένες λέξεις εμφανίστηκε προφανώς και το όνομα «Κία», δηλαδή «ΚΙΑ», που κόλλησε στη μνήμη μου συμπληρώνοντάς το έκτοτε, συνεχώς, όποτε το συναντούσα (στα σταυρόλεξα). Χρόνια μετά έμαθα ποια ήταν η Κία Μπόζου από τις ταινίες του ’60 – τις οποίες είδα μάλλον μεγάλος. Κι ακόμη τις βλέπω...
Είχε έναν λαϊκό τσαμπουκά το παίξιμο της Κίας Μπόζου, στα φτηνοφίλμ εκείνης της εποχής, που μου άρεσε. Έπαιζε τον εαυτό της προφανώς, και τον έπαιζε πολύ καλά. Ένα κορίτσι που δεν μάσαγε, και που θα μπορούσε να υποδυθεί τις «Στέλλες» του καιρού της, γιατί είχε και πλούσιο σεξ-απήλ συν τοις άλλοις, αν την βοηθούσαν τα σενάρια. Δυστυχώς χάθηκε κι αυτή σε δεύτερους / τρίτους ρόλους, πριν την απορροφήσει για τα καλά το σκυλάδικο, μετά το ’70, όταν ο λαϊκός εμπορικός κινηματογράφος έπαιρνε πλέον την κατιούσα.

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

αφρικανικά

Προσανατολισμένο κατά τι προς την ethnic συνιστώσα της σύγχρονης αιθιοπικής σκηνής, το “Dire Dawa” [Me and My Other, 2008] της Minyeshu έχει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον απ’ ό,τι, ίσως, υπονοεί ο... ethnic-ισμός του. Η αποστασιοποιημένη tezeta “Tileshign athidg” (Μη μ’ αφήνεις – δεν είναι ερωτική η παράκληση) και κυρίως το έξοχο funky, τύπου Mali, “Afrika” είναι τα κομμάτια εκείνα που σε κερδίζουν με εύκολο τρόπο. Υπάρχει όμως και τo “Wosenku”, μία βύθιση στα classic των seventies, με την Minyeshu να αναμετράται με την τραγουδιστική παράδοση των Bzunesh Beqele, Aselefech Ashine και Getenesh Kebret, βγαίνοντας αλώβητη.
H παγανιστική μουσική των Kasai Allstars από τη... Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (πρώην Ζαΐρ και πρώην Βελγικό Κονγκό), έτσι όπως ακούγεται στο “In the 7th moon, the chief turned into a swimming fish and ate the head of his enemy by magic” [Crammed Discs, 2008] διατηρεί εντός της τόσο τα ίχνη του ηλεκτρικού soukous των sixties και των seventies, όσο και τα ακόμη παλαιότερα παραδοσιακά στοιχεία από την κεντρο-νότια επαρχία Kasai, τη σχετικά απομονωμένη, όπως διάβασα, ακόμη και από την πρωτεύουσα Kinshasa. Σκεπτόμενος κανείς το χάος το οποίον επικρατεί σ’ αυτήν την τεράστια χώρα της κεντρικής Αφρικής, που σπαράσσεται από τον πολυετή εμφύλιο, μάλλον μένει άναυδος από τη διάθεση, τη δύναμη και την αποφασιστικότητα των Kasai να περιφρουρήσουν την κληρονομιά τους, αλλά και να τη διασκορπίσουν μέσα στο παγκόσμιο ηχητικό περιβάλλον. Δυστυχώς, για την περίπτωση ενός απλού audio CD, το “In the 7th moon…” δεν περιλαμβάνει εικόνα.
Ο Blick Bassy είναι από το Καμερούν, ζει εδώ και κάποιο χρόνια στο Παρίσι, αλλά το άλμπουμ του “Leman” [World Connection, 2009] είναι κατω-χωρίτικο. Το στυλ του θα το αποκαλούσα, κάπως επικινδύνως, folk, υπό την έννοια ότι ο ήχος του δεν βγάζει ισχυρά ηλεκτρικά vibes – δίχως τούτο να εμποδίζει το νεαρό μουσικό να εμφανίζει μιαν... ενεργητικότητα. Βραζιλιάνικες και δυτικο-αφρικανικές αναφορές, συνδυάζονται μ’ ένα στυλ μπαλαντών που φέρνει στο νου κάτι από Πράσινο Ακρωτήρι, παρέχοντας την ευκαιρία στον Bassy να δώσει μερικά όμορφα τραγούδια. Το στιχουργικό κλίμα, συχνά, κινείται προς ένα διδακτισμό, με παραινέσεις για επιστροφή στις ρίζες και ξαναζωντάνεμα της παλαιάς προφορικής παράδοσης. Να ήταν τόσο εύκολο…
Δεν είμαι σίγουρος πόσα άλμπουμ έχει κυκλοφορήσει η νοτιο-αφρικανή τραγουδίστρια – από το γένος των Xhosa, στα νοτιο-ανατολικά της χώρας – Simphiwe Dana, πάντως το “Zandisile” [Skip] είναι λίγο παλαιότερο (2006). Η Dana χαίρει μεγάλης εκτίμησης στην πατρίδα της, εκεί όπου θεωρείται κάπως σαν η διάδοχη κατάσταση της Miriam Makeba. Μεγάλη κουβέντα. Όπως και όλες οι ανάλογες. Πάντως, εδώ έχουμε, όντως, να κάνουμε με μία ξεχωριστή περίπτωση τραγουδοποιού, που επιχειρεί να συνδυάσει, μέσω ενός ακάλυπτου pop μανδύα, global και τοπικά ηχοχρώματα. Και κάτι ακόμη. Χαίρομαι όταν βλέπω ελληνικής καταγωγής μουσικούς της μακρινής χώρας να βάζουν το χεράκι τους, ομορφαίνοντας το τελικό αποτέλεσμα. Το καλύτερο τραγούδι του άλμπουμ έχει τίτλο “Make a tribe”, διαθέτοντας το ούτι, την κιθάρα και το μπουζούκι(!) κάποιου Gregory Georgiades.
Γεννημένη στις ΗΠΑ το 1976, η Chiwoniso είναι μία από τις σημαντικές μουσικές προσωπικότητες της Zimbabwe. Χαρισματική τραγουδίστρια, κατορθώνει με το “Rebel Woman” [Cumbacha, 2008] να δώσει μία σαφή εικόνα σύγχρονου «ζιμπαμπουε-νικού» τραγουδιού, εντοπίζοντας το στιχουργικό της κομμάτι σε θέματα που αφορούν στην εξαθλιωμένη ζωή στη χώρα – 80% ανεργία, ανύπαρκτο νόμισμα και άλλα απίστευτα «κατορθώματα» δια χειρός Robert Mugabe – και το μουσικό, σε μία σύγχρονη afro-pop, με την μεγάλη παράδοση της mbira να δηλώνει κι εδώ παρούσα. Άψογος δίσκος.
«Οι El Tanbura είναι μια κολεκτίβα αποτελούμενη από βετεράνους αιγυπτίους μουσικούς, τραγουδιστές, ψαράδες και Sufi φιλοσόφους· φρουροί, ουσιαστικά, μερικών εκ των παλαιοτέρων λαϊκών μελωδιών από την ιδιαίτερη πατρίδα τους, το Πορτ Σάιντ – τη μεσογειακή πύλη στη διώρυγα του Σουέζ. Η μουσική της μπάντας είναι, βασικά, οδηγημένη από το αποπλανητικό κάλεσμα της simsimiyya, της αρχαίας τοπικής λύρας, χρονολογημένης από την εποχή των Φαραώ, η οποία, σύμφωνα με το θρύλο, κατέχει ‘γητευτικές’ ιδιότητες». Επί της ουσίας, εδώ έχουμε την επανέκδοση ενός άλμπουμ, που είχε πρωτοκυκλοφορήσει πριν από 22 χρόνια ως “Friends of Bamboute” και το οποίον αναπαρήχθη πρόπερσι από την εταιρία 30IPS, με την προσθήκη τριών ανέκδοτων σκοπών. Μάλιστα, το ένα από αυτά τα τρία κομμάτια, το “Lally”, ένα αρκετά δημοφιλές, στο Πορτ Σάιντ, λαϊκό άσμα, είναι χάρμα... ακροάσθαι. Πρόκειται για ένα τραγούδι αγάπης, με θεσπέσια μελωδική γραμμή, σε γρήγορο τέμπο, το οποίο συλλαμβάνει το πλαίσιο δράσης μιας ομάδας καλλιτεχνών «ένα» με τον τόπο τους. Εδώ, το ακούμε σε μία 10λεπτη live εκδοχή (Κάιρο 23/6/2010), όταν οι El Tanbura μοιράστηκαν την ίδια σκηνή με τη Μαροκινή Hindi Zahra…

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

δυτικο-αφρικανικά…

Το άλμπουμ “Mali” της Network, με ηχογραφήσεις των Kandia Kouyate, Mah Damba, Lansine Kouyate, Sali Sidibe και Oumou Sangare είναι παλαιότερο (1997), αλλά το ξανάκουσα προσφάτως. Αν και ο υπότιτλος “divas from Mali” είναι παντελώς άστοχος, δεν εμποδίζονται, γενικώς, οι γερμανοί παραγωγοί ώστε να προτείνουν ένα απολύτως ωραίο ακρόαμα. Τα τραγούδια της Kandia Kouyate προέρχονται από ένα ακόμη παλαιότερο άλμπουμ (1987) του Sidiki Diabate (ο ίδιος, όπως και ο γιος του Toumani παίζουν kora και συμμετέχουν στις εγγραφές), καθώς και από μια παράσταση στην Κολονία, το 1991. Το “Samba sike” αναφέρεται σε κάποια γυναίκα που δεν μπορεί να συλλάβει (πιθανώς από μόλυνση, λόγω του γνωστού βάρβαρου «εθίμου» της κλειτοριδεκτομής). Μελαγχολική ατμόσφαιρα με κάτι από συγκρατημένη οργή. Τα τραγούδια των Mah Damba (κόρη του Djeli Baba Sissoko) και Lansine Kouyate προέρχονται επίσης από live στην Κολονία το 1996. Το “Jarabi”, με την Mah Damba και τον Djeli Moussa Diawara στην kora, είναι «άλλο πράγμα». Επίσης στην Κολονία, το 1990, είναι γραμμένα τα δύο κομμάτια με την Sali Sidibe. Εδώ, με πλήρες γκρουπ (kamelen-ngoni, soukou – ήχος βιολιού – balaphon, dundun και djembe) και με αίσθημα «εκλεπτυσμένο». Κι έτσι όμως τα “Dunia djamou” και “Djana djani” είναι «άπαιχτα». Η Oumou Sangare είναι, ίσως, η πιο γνωστή απ’ όλες τις συμμετέχουσες στο “Mali”. Τα δύο δικά της άσματα, που ακούγονται εδώ, είναι δανεισμένα από τα άλμπουμ της “Moussulo” (rec.1989) και “Ko Sira” (rec.1992), που κυκλοφόρησαν από την World Circuit. Lead και chorus φωνητικά και ακόμη kamelen-ngoni σε, μάλλον απρόβλεπτους, funky εξτρεμισμούς. Για την Γκάμπια έχω γράψει σε παλαιότερο post (12/10/2009), όταν αναφέρθηκα στους Super Eagles και τους Ifang Bondi, δύο κορυφαία συγκροτήματα της χώρας. Όπως έλεγα κι εκεί, η Γκάμπια είναι μία καθαρή «σενεγαλέζικη» περίπτωση ή, για να πάμε πολύ πίσω στο χρόνο, για μια περιοχή της αυτοκρατορίας των Mande· κάτι το οποίο αποδεικνύει και το άλμπουμ “Salam - New Kora Music” [Network, 1994] του Ebraima “Tata Dindin” Jobarteh. Ηχογραφημένος στη γερμανική πόλη Oberursel, o γκαμπιανός jeli τραγουδά και παίζει 22χορδη kora (έχει προσθέσει μία επιπλέον μπάσα χορδή), προσφέροντας σειρές σκοπών προσαρμοσμένες σε τοπικές αλλά και ευρύτερες ανάγκες. (Το “Kele” έχει τη δύναμη του αντιπολεμικού άσματος).Η Αφρική είναι η ήπειρος του ηχητικώς απρόσμενου, αφού είναι παντελώς αδύνατον να περιγραφεί έστω κι ένα μέρος των παραδόσεων που «ευδοκιμούν» σ’ αυτήν την αρχαία γη. Τούτο δε μάς το υπενθυμίζει το άλμπουμ της Smithsonian Folkways “Por Por, Honk Horn Music of Ghana”, ένα παντελώς ουρανοκατέβατο CD με τραγούδια και ήχους κλάξον(!) κυρίως, πατημένα (τα κλάξον) από μια ένωση φορτηγατζήδων της Accra (πρωτεύουσα της Γκάνα), που έχουν ως έδρα τους την περιοχή La. Χονδρικώς, θα έλεγα πως τα κλάξον por por συνοδεύουν, σήμερα, στην «τελευταία τους κατοικία» τους αποθανόντες φορτηγατζήδες της Ένωσης, αν και το ξεκίνημα αυτής της ιστορίας τοποθετείται 53 χρόνια πίσω, στο 1957, όταν η χώρα απέκτησε την ανεξαρτησία της από το «στέμμα», με τον κόσμο να βγαίνει στους δρόμους και να πανηγυρίζει. Το 40σέλιδο(!) ένθετο, μέσα από τα πολλά διαφωτιστικά που αναφέρει, μάς δίνει να καταλάβουμε πως οι άνθρωποι αυτής της περιοχής της Accra, υπήρξαν, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, απείθαρχοι έναντι του αποικιοκρατικού καθεστώτος, αρνούμενοι να πληρώνουν φόρους και να υποτάσσονται στις... γενικότερες διατάξεις. Το έφαγαν το κεφάλι τους πολλές φορές, ποτέ δεν συνεμορφώθησαν και ακόμη θεωρούν τους εαυτούς τους ως μήτρα αντίστασης και αγώνων. Θα τό’χει το νερό...Τέταρτο άλμπουμ του Μαλινέζου Issa Bagayogo (χειρίζεται kamelen ngoni) για την εταιρία Six Degrees από το San Francisco, το “Mali Koura” (2008) είναι η σύγχρονη άποψη, για έναν global ήχο, με μαλινέζικα στοιχεία βεβαίως, αλλά και με το χέρι ανοιχτό προς την jazzy και τη funky electronica. Ευχάριστο άκουσμα που θα ενθουσιάσει τα... fusion ακροατήρια, δυσαρεστώντας, μάλλον, τους πιουρίστες. Ο N’Faly Kouyate είναι ο kora player των Afro Celt Sound System. Προέρχεται από τη Γουινέα (Conakry) και ανήκει και αυτός στην εθνική ομάδα των Mande. Στο Βέλγιο από το 1994, o N’Faly έχει το δικό του γκρουπ, τους Dunyakan, με τους οποίους μάς παραδίδει το “Tunya” στην γερμανο-ισπανική εταιρία Galileo MC. Όχι αναγκαστικώς ευχάριστο άκουσμα, που πιθανώς να ενθουσιάσει τα... fusion ακροατήρια, δυσαρεστώντας σίγουρα τους πιουρίστες.Τ’ όνομά του Hermas Zopoula. Ο τίτλος τού διπλού CD του “Espoir” [Asthmatic Kitty, 2009]. Τόπος καταγωγής και ηχογράφησης του άλμπουμ η πρωτεύουσα της Burkina Faso, η Ouagadougou. Αν βγαίνει κάποιο συμπέρασμα από την ακρόαση του “Espoir”, τούτο έχει να κάνει με την αίσθηση ενός εξελιγμένου κονγκολέζικου soukous, που φαίνεται να διαπερνά την τραγουδοποιία του Zopoula – τουλάχιστον στο πρώτο CD, στο οποίο παρατάσσονται keyboards, γυναικεία chorus vocals, μπάσο και ηλεκτρική κιθάρα. Πιο «απόμακρο» το δεύτερο μέρος· στην ουσία μία field recording (ακούγονται πουλιά, τα αυτοκίνητα που περνούν) με τη φωνή και την ακουστική κιθάρα του καλλιτέχνη, σε κάτι σαν βιβλικούς ύμνους, μια και, από τα λίγα που διάβασα στο ένθετο, ο Zopoula πρέπει να είναι Χριστιανός. Έχει ενδιαφέρον, αυτό το δεύτερο μέρος. Μάλιστα, αν τραγουδούσε στ’ αγγλικά, θα νόμιζες πως είχες να κάνεις με κάποια xian ηχογράφηση του αμερικανικού underground.

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

OTIS WAYGOOD simply

Από τα νοτιοαφρικανικά… αδαμαντωρυχεία ένα ακόμη λησμονημένο άλμπουμ, το “Simply” των Otis Waygood, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1971 στην Parlophone, για να επανεκδοθεί με επί πλέον tracks, παρμένα από το τρίτο LP τους “Ten Light Claps and a Scream” (επίσης στην Parlophone από το ’71). Μάλιστα, αυτό το τρίτο LP το είχα αναφέρει πριν από κάτι μήνες στη σχετική ανάρτηση για τον Harry Poulos http://diskoryxeion.blogspot.com/2009/11/harry-poulos-psych-hero-60.html, αφού εκεί ακούγονταν δύο συνθέσεις του ελληνικής καταγωγής μουσικού (εδώ, ανθολογείται μόνον το “Straight ahead”).Το “Simply” [Fresh Music, 2003] είναι ένα τυπικό hard άλμπουμ, πασπαλισμένο με κάποια progressive στοιχεία, κινούμενο κοντά στο κλίμα των αναλόγων βρετανικών γκρουπ της εποχής (May Blitz, Blodwyn Pig, Savoy Brown κ.ά.). Αν είχε δε λίγο καλύτερη παραγωγή θα μπορούσε να συναγωνιστεί σε ικανοποιητικό βαθμό αυτή την ομάδα συγκροτημάτων, αποκτώντας ανάλογη φήμη σε κύκλους, καθότι οι ιδέες δεν απολείπουν. Πολύ καλύτερο, από κάθε πλευρά, το “Ten Light…”, αλλά εκεί είχε συμμετοχή και ο Harry, ενώ εδώ οι Rob Zipper φωνή, σαξόφωνο, φυσαρμόνικα, Alan Zipper μπάσο, Leigh Sagar κιθάρες, Ivor Rubenstein ντραμς και Martin Jackson φλάουτο.

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

ASTRAL DAZE

Το 2006 η Fresh Music, από το προάστιο Sandton του Johannesburg, είχε προσφέρει μια συλλογή-οδηγό για το νοτιοαφρικανικό rock, που είχε τίτλο “Astral Daze, Psychedelic South African Rock 1968-1972”. Στο άλμπουμ συμμετείχαν μερικά από τα καλύτερα γκρουπ της χώρας, όπως οι βαρύτατοι Suck που είχαν για τραγουδιστή τον Andrew Ionnides, οι hard guitar-driven Invaders, οι psych-pop Omega Limited στο “The boy and the bee” των Βρετανών Gun, οι Otis Waygood στο “Straight ahead” του Harry Poulos, οι Abstract Truth στο pastoral-rock “My back feels light”, οι «σοουλάδες» Flames στην άπιαστη psych εκτέλεση του “You keep me hanging on” με τους Ricky Fataar ντραμς και Blondie Chaplin κιθάρα, φωνή (αργότερα και οι δυο τους στους Beach Boys), οι Third Eye στο “Fire” του Arthur Brown, οι progsters Hawk στο “Predictions”, οι Freedom’s Children στο “Kafkasque” του Harry Poulos, οι folk-rockers John & Phillipa Cooper στον ύμνο “The mad professor”, οι «χαμένοι» Tidal Wave του κιθαρίστα Mike Pilot από το 1970, οι flower-power McCully Workshop (photo, κάτω) στο “Birds flying high”... Rock για λίγους... για πολύ λίγους... Η “Astral Daze 2, More psychedelic gems from the south african underground” (2009) μας ξεναγεί, κι αυτή, στον σχετικώς μικρό, αλλά υπαρκτό κόσμο τού νοτιο-αφρικανικού rock μέσω δυνατών επιλογών, που καλύπτουν μεγάλο χρονικό εύρος (mid 60s-mid 90s), με το κύριο βάρος να πέφτει, όσο νά’ναι, στο απώτατο παρελθόν. (Το δυναμικό garage των Gonks στο “Woman yeah” από το 1966 και το alla Hendrix “She’s a mermaid” των Band O’ Gypsys από το 1995 είναι τα τραγούδια που καθορίζουν το χρονικό πλαίσιο). Και στο “2” τα βασικά ονόματα είναι τα ίδια μ’ εκείνα του πρώτου “Astral Daze”. Freedoms Children, McCully Workshop, The Tidal Wave, Omega Limited, The Flames, Abstract Truth, The Invaders, The Third Eye, John & Philipa Cooper..., ενώ και από τα... μη βασικά οι επιλογές είναι το ίδιο εξαιρετικές. Προσωπικώς, μένω στη μετρονομημένη psych-pop των Falling Mirror (“I wish I was a purple door”), στην απρόβλεπτη συνεργασία του Dickie Loader, ενός teen-idol των sixties, με τους Freedom's Children στο “The end” (φανταστείτε τον Πασχάλη να τραγουδά με τους Πελόμα Μποκιού – αν και ο Loader είχε καντάρια βαρύτερη φωνή), καθώς και στην hippie περίπτωση των space-kraut Tribe After Tribe του Robbi Robb (ακούγεται το ανέκδοτο “Swans”), που γνώρισαν και γνωρίζουν – όχι περιέργως – μεγάλη πέραση στη Γερμανία. Μία τρίτη συλλογή της Fresh Music που σκαλίζει στο παρελθόν του νοτιο-αφρικανικού rock, είναι και η “Slowly from South Africa - A Compendium of South African Progressive Music” (2009). Τα ονόματα που ανθολογούνται εδώ είναι και γνωστά και άγνωστα. Στα γνωστά θα μπορούσε να καταχωρίσω τους Duncan Mackay, Abstract Truth, Freedom’s Children, Otis Waygood (έχω κάνει ήδη posts - για όλους νομίζω) και κάποια άλλα ακόμη, ενώ στα άγνωστα κάποια ονόματα από τα 80s, τα 90s και τα 00s, οι πράξεις των οποίων δύσκολα αγγίζουν τα ελληνικά ώτα. Ας ξεκινήσω απ’ αυτά. Οι Canamii (1980, και γι’ αυτούς έχω κάνει ξεχωριστό post), ηχούν στ’ αυτιά μου καλύτερα από τους δικούς μας Pete & Royce και Apocalypsis εκείνης της περιόδου, ενώ είναι απείρως προτιμότεροι από τους Yes του καιρού τους. Οι Evoid (1982) προσεγγίζουν το στυλ των ύστερων Pink Floyd και των Marillion, οι Falling Mirror (1981) ξεκινούν σ’ ένα pastoral ύφος a la Gryphon, για να εξελιχθούν προς ένα τύπου Camel ξεχαρβάλωμα, ενώ, από την άλλη μεριά, οι Jackhammer (2004) διασκευάζουν προσκυνητικώς το “Tribal fence” των Freedom’s Children από το “Astra”. Το πιο νέο γκρουπ που, εδώ, μάς συστήνεται είναι οι Off the Edge (2009) – δεν πρόκειται όμως για κάτι το ιδιαίτερο. Αντιθέτως, οι Neill Solomon & The Uptown Rhythm Dogs (1980) έτσι όπως μπαίνουν, με την afro συνείδηση στα ύψη, κι έτσι όπως εξελίσσονται, όλοι μέσα σ’ ένα ημι-ακουστικό folky σκηνικό, είναι πολύ περισσότερο ενδιαφέροντες. Πάντως, αν πρέπει να είμαι δίκαιος, οι «εκπλήξεις» στο “Slowly from South Africa” είναι δύο. Κατ’ αρχάς, οι φοβεροί και τρομεροί Assagai (Dudu Pukwana, Mongezi Feza, Louis Moholo κ.ά.) που έσπασαν καρδιές στη Βρετανία, μα ακόμη και στην Ελλάδα, με το “Telephone girl” (1971), και, φυσικά, οι original progsters – όχι μόνο στα λόγια δηλαδή – Kalahari Surfers (στη photo ο Warrick Sony κιθαρίστας των Kalahari Surfers) το μεγάλο νοτιο-αφρικανικό γκρουπ, που μάς γνώρισε ο Chris Cutler και η βρετανική Recommended Records, πίσω στα mid-eighties.
www.freshmusic.co.za

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

το ροκ στη ΝΟΤΙΑ ΑΦΡΙΚΗ στις αρχές του '70

Το rock στη Νότια Αφρική στα τέλη του ’60 και στα πρώτα χρόνια του ’70 δεν ήταν ευρέως αποδεκτό· λογικό να το πεις. Αφορούσε μηδαμινούς μαύρους και κάποιους μόνον από τους λευκούς. Η χώρα βρισκόταν σε διαρκή κοινωνική αναταραχή, το απαρτχάιντ δεν άφηνε πολλά περιθώρια για καλλιτεχνικές ωσμώσεις, ενώ δύσκολα, πολύ δύσκολα, κάποιο «όνομα» θα ξεκινούσε από την Αμερική ή την Αγγλία για να εμφανιστεί ζωντανά στη μακρινή χώρα. Όπως γράφει και ο παραγωγός του ραδιοφώνου Leon Economides, στο ένθετο τού άλμπουμ τού Duncan Mackay για το οποίο γράφω πιο κάτω, η μόνη μουσική πληροφόρηση που θα μπορούσε να έχει κάποιος Νοτιοαφρικανός, σ’ ένα επίπεδο πέραν της δισκογραφίας, ήταν το Melody Maker και το NME, τεύχη των οποίων έφθαναν στις μεγάλες πόλεις της χώρας. Αυτό, βεβαίως, δεν εμπόδισε τους εντόπιους μουσικούς να σχηματίσουν τα δικά τους συγκροτήματα, ξεκινώντας από τα fifties, διατρέχοντας, εννοείται, όλες τις επόμενες δεκαετίες. Αν η jazz και τα afro «χρώματα» ήταν προνόμιο των μαύρων κυρίως, το rock ήταν πεδίο δράσης, βασικά, των λευκών· τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του ’70, όταν «μεικτά» γκρουπ θ’ αρχίσει να εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα. Σε προηγούμενο post (http://diskoryxeion.blogspot.com/2009/11/harry-poulos-psych-hero-60.html) έγραψα για μερικά από τα πιο σημαντικά γκρουπ της χώρας εκείνη την εποχή (Freedoms Children, Abstract Truth, Otis Waygood), με αφορμή το κείμενο για τον Harry Poulos, τον ελληνικής καταγωγής μουσικό που υπήρξε μέλος τους. Τώρα, θα πω λίγα λόγια παραπάνω για μερικά συγκεκριμένα άλμπουμ τα οποία επανεκδίδει με προσοχή η εταιρία Fresh Music, που έχει για έδρα της το προάστιο Sandton του Johannesburg. Ο Dunkan Mackay ήταν Βρετανός, αλλά είχε βρεθεί στη Νότια Αφρική στα μέσα του ’60. Η “Chimera” [Vertigo, 1974/Fresh Music, 2009] πρέπει να ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη του δουλειά, ένα άλμπουμ που θεωρείται από τα αρτιότερα εκείνης της περιόδου (και όχι μόνο για τη Νότια Αφρική), όσον αφορά στην keyboard music ή το keyboard rock καλύτερα. Ακόμη και ο πιο αδαής, περί αυτού, ακροατής θ’ αναγνωρίσει αμέσως στο παίξιμο τού Mackay τον ήχο του Keith Emerson, προσαρμοσμένον όμως σε μία... “Yes” λογική. Αυτή η «συνύπαρξη», σε συνδυασμό με το πλήρες set πλήκτρων (πιάνο, hammond B3 – απαξιωμένο σχεδόν το ’74 –, ηλεκτρικό πιάνο, clavichord, ARP 2600 και ΑRP Odyssey synthesizers) προσφέρουν στον Mackay όλες τις ανέσεις, ώστε να παρατάξει τους δικούς του (προσπελάσιμους) keyboard-τοίχους, συμπυκνώνοντας σε κομμάτια όπως το 20λεπτο “Song for witches” (ο ίδιος τραγουδά επίσης, ο Gordon Mackay παίζει κι άλλα πλήκτρα συν βιολί, ο Mike Gray ντραμς) όλη την art-rock παράδοση. Η “Chimera” ακροβατώντας συχνά ανάμεσα στο mainstream του είδους και το περισσότερο πειραματικό και «υποχθόνιο» (Gentle Giant, Museo Rosenbach, Ακρίτας φερ’ ειπείν), εξακολουθεί να διατηρεί αναλλοίωτη τη γοητεία της «προοδευτικότητας». Το “Astra” [EMI-Parlophone, 1970/Fresh Music, 2005] των Freedom’s Children κυριαρχεί στις συνειδήσεις όσων γουστάρουν ακαταμάχητο space rock, βουτηγμένο σε ψυχεδελικές θάλασσες. Αυτοί θα το γνωρίζουν· και θα το τιμούν αναλόγως. Για όλους τους υπολοίπους ας πω πως το συγκεκριμένο δεύτερο άλμπουμ των νοτιοαφρικανών rockers (δίχως τον Harry Poulos στη σύνθεσή τους), είναι ένα αυθεντικό acid έργο, που παρήχθη κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες, σε μια χώρα θεωρητικώς αποκομμένη από τον αγγλο-αμερικανικό άξονα (του καλού). Και λέμε «θεωρητικώς» γιατί το όραμα, η όρεξη και το ταλέντο δεν έλειπαν, όπως δεν έλειψε κι ένα καθοριστικό ταξίδι στο Λονδίνο το 1969, όταν οι Freedom’s, ανάμεσα σε άλλα, θα παίξουν στην ίδια σκηνή με τους Pink Floyd, δοκιμάζοντας για πρώτη φορά LSD. To – με τον ελληνικό τίτλο – “Astra” είναι ένα περίτεχνο φουτουριστικό παραμύθι, ένα concept space trip, επηρεασμένο από το «μεγαλύτερο βήμα της ανθρωπότητας» τον Ιούλιο του ’69, πνιγμένο μέσα στα εφέ – πρωτόγονα μεν, τόσο δηλητηριώδη δε –, τα βαρέα παιξίματα, τις ανατριχιαστικές φωνές, τα επικά soli, την ακαταμάχητη ατμόσφαιρα. Με στίχους που άλλοτε εύκολα και άλλοτε δυσκολότερα αποκρυπτογραφούνται – το εισαγωγικό “Aileen” θα μπορούσε να παραπέμπει στην “Aelita”, τη φιλμική βασίλισσα του Άρη, του Σοβιετικού Γιάκοβ Προταζάνοβ, ενώ το “The kid came from Hazareth” μοιάζει βγαλμένο από βιβλίο του Kautsky, με το «παιδί» από τη... Ναζαρέτ, και από τ’ άστρα, να μην κρατάει μαστίγιο, αλλά όπλο! – οι Freedom’s Children όλοι μέσα στη ψυχεδελική παραζάλη φαίνεται να μην ξεχνούν ούτε την αγριότητα του πολέμου (“Medals of bravery”), ούτε την... ιδιότυπη νοτιοαφρικανή «δημοκρατία» τους (“Gentle beasts”, “Tribal fence”). Και δεν είπαμε τίποτα για το “The homecoming”, ίσως το επιβλητικότερο heavy-psych άσμα που χαράκτηκε ποτέ σε δίσκο. Ακούστε το όπως το αποδίδουν στο LP τους "Galactic Vibes" του 1971. Είναι κατώτερη η εκτέλεση από αυτήν του "Astra", όμως η ουσία είναι διακριτή...
Julian Laxton κιθάρες, Ramsay Mackay μπάσο, Gerard Nel πιάνο, harpsichord, Nicolas Martens όργανο, Brian Davidson φωνή, Colin Pratley ντραμς, κρουστά, τα ονόματα των ανθρώπων που άφησαν πίσω τους αυτό το αξεπέραστο άλμπουμ.Οι Abstract Truth υπήρξαν ένα από τα πιο deep-prog συγκροτήματα της Νοτίου Αφρικής. Είχαν πολύ καλή σχέση τόσο με την jazz, όσο με το rock και με τη folk, επιχειρώντας να συνθέσουν τα «τρία σε ένα», μέσα από τα λίγα άλμπουμ που πρόλαβαν να ηχογραφήσουν· βασικά το “Totum” [Uptight] και το “Silver Trees”, ΕΜΙ/ Parlophone], αμφότερα από το 1970. Στο CD-συλλογή της Fresh Music υπό τον τίτλο “Silver Tress & Totum” (2005), ακούμε όλο το “Silver Trees” και τα 7/9 του “Totum”. Ξεκινώντας απ’ αυτό, θα έλεγα πως έχουμε κατά βάσιν ένα ρεπερτόριο αποτελούμενο από jazz ("Coming home baby”, “Work song”, “Summertime”, “Moaning”) και folk standards (το “Oxford town” του Dylan, το “Fat angel” του Donovan, το παραδοσιακό “Scarborough fair”), τα οποία «ροκοποιούνται» με γνώμονα τις prog-psych συνταγές της περιόδου. Ο Sean Bergin κάνει πολύ καλή δουλειά στα σαξόφωνα και το φλάουτο, ενώ η κιθάρα του Ken E Henson παίζει soli με σύνεση, δίχως να... αυτοαναφέρεται. Το 10λεπτο “Fat angel/Work song” είναι ενδεικτικό του κλίματος που δημιουργούν οι Abstract Truth στηριγμένοι σε απλά εκφραστικά μέσα. Στο μεταξύ των δύο LP διάστημα θέση στην μπάντα, ως κιθαρίστας, είχε ο Harry Poulos. Φαίνεται πως η συμβολή του στην ταυτότητά τους υπήρξε αποφασιστική, καθότι στο “Silver Trees” όλα τα κομμάτια είναι και πιο «σίγουρα» και κυρίως δικά τους. Ο ήχος τους προσεγγίζει εκείνον των Βρετανών Skin Alley, έχει συναισθηματική δύναμη και βεβαίως θέματα όπως το φερώνυμο με τον τίτλο του άλμπουμ δείχνουν τη δύναμη των Abstract Truth να οικειοποιούνται «ξένες» προς εκείνους φόρμες, δημιουργώντας καινοφανείς καταστάσεις. Μάλιστα, θα ισχυριζόμουν πως η... δεύτερη πλευρά του LP (τα tracks 5-9) στέκεται τόσο ψηλά, ικανή να συγκριθεί, όσον αφορά στην ποιότητά της, μόνο με τον αφρό του british prog-rock. Δυστυχώς οι χαμένες ταινίες και η «επίπεδη» απόδοση του νέου master, που έγινε από κόπια βινυλίου, εμποδίζουν το καλύτερο... Μάλλον πρέπει ν’ ακούσω την πρόσφατη LP-reissue της γερμανικής Shadoks Music, για να δω μήπως φθάσει στ’ αυτιά μου κάτι παραπάνω... Και να μία ακόμη μεγάλη περίπτωση για το νοτιο-αφρικανικό rock. Οι Hawk ή Jo’Burg Hawk (όπως έγιναν περισσότερο γνωστοί στην Ευρώπη), μία αληθινή afro-rock μπάντα (με λευκούς στην αρχή, αλλά αργότερα και με μαύρους στη σύνθεσή της), που άφησε στο πέρασμά της τρία δυνατά άλμπουμ – με το πρώτο απ’ αυτά, το “African Day” του 1971, τώρα να μας απασχολεί. Αν και κυκλοφορεί από την Fresh Music εδώ και αρκετά χρόνια (σε CD, με bonus tracks), τίποτα δεν εμποδίζει να πούμε λίγα λόγια. Την καλή μουσική, εξάλλου, την ανακαλύπτεις οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Σχηματισμένοι στο Johannesburg, στις αρχές των seventies, μπαίνουν στο στούντιο για την ηχογράφηση του “African Day” έχοντας στις τάξεις τους τούς Dave Ornellas φωνή, κιθάρες, κρουστά, Mark “Spook” Kahn κιθάρες, Braam Malherbe ντραμς, Richard Johnson μπάσο και Keith Hutchinson σαξόφωνο, φλάουτο, πιάνο.Κινητήριος μοχλός ήταν ο Ornellas, ο οποίος είχε εντρυφήσει στην τοπική αυτόχθονη κουλτούρα, δίνοντας στίγμα όχι μόνο με στίχους σαν κι αυτούς – “It’s dark and still in the chief’s village protected by the mountains of the great southern regions of Africa./ Drums echo through the village as the first fingers of light paint the sky with the fresh colours of morning, and so the days begins...” – όχι μόνο με τις μουσικές του, που βρίθουν κρουστών, afro φωνητικών και ρυθμολογίας, μα ακόμη και με τη σκηνική εμφάνιση του γκρουπ και τη δική του (ντυμένος, συχνά, με μακρυές πολύχρωμες ρόμπες και με afro coupe). Ζόρια; Από το νοτιοαφρικανικό κράτος της εποχής; Περίπου, αν σκεφθούμε το apartheid κλίμα, με τους Hawk, τουλάχιστον σ’ ένα επίπεδο συμβόλου, να εκπέμπουν σε άλλο μήκος κύματος. Το φερώνυμο 17λεπτο κομμάτι είναι η μεγάλη τους προσφορά – σ’ ένα επίπεδο «στρογγυλεμένου» afro-sound. (Θυμήθηκα το πολύ ωραίο “Letter from Zambia” των Καναδών Mashmakhan που είχε προηγηθεί κατά ένα χρόνο· αν και το κομμάτι των Hawk περνάει από σαράντα κύματα).
Επαφή: http://www.freshmusic.co.za/

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

AFREAKA γενικολογία

Για χρόνια ακουγόταν πως η υποσαχάρια Αφρική ήταν ένας κόσμος χωρίς pop ιστορία. Χωρίς δηλαδή εκείνη την γκάμα των ηχοχρωμάτων που αναγνωρίζουμε στη Δύση ως rock, jazz, soul, funk, ballads και όλα τα επί μέρους fusions, που καθόρισαν και θα καθορίζουν πάντα μεγάλο τμήμα της μουσικής καθημερινότητας. Δεν γνωρίζω αν κάτι τέτοιο υπέκρυπτε έναν έρποντα, όσο και αφελή ρατσισμό, όμως, σίγουρα, φανέρωνε τη μονοδιάστατη πληροφόρηση, στην προ internet εποχή, όταν όροι όπως ghanaian-funk ή nigerian-soul, θα προξενούσαν, αν όχι γέλιο, τουλάχιστον απορία. Φυσικά, μιλώντας κανείς με γενικολογίες για την γέννηση και εξέλιξη της αφρικανικής pop, κινδυνεύει να υποπέσει σε «ευκολίες» και άστοχες κρίσεις, κυρίως γιατί, οι υπάρχουσες διαφορές από χώρα σε χώρα, ήταν τέτοιες που οπωσδήποτε καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό τη μία ή την άλλη εξέλιξη. Για παράδειγμα, στη Νότια Αφρική υπήρχε μία στιβαρή rock σκηνή στα early seventies (Freedom’s Children, McCully Workshop, Abstract Truth, The Third Eye, Otis Waygood...), όμως ό,τι rock συνέβει εκεί μοιάζει κάπως σαν απόρροια της "λευκής υπεροχής" (σαν λέμε). Μπορεί, βεβαίως, τα ίδια τα συγκροτήματα να μην επιδείκνυαν «λευκές» συμπεριφορές (απεναντίας, θα λέγαμε), όμως σπανίως θα μπορούσε να δει κάποιος μαύρους μουσικούς στις διάφορες line-up· ιδίως στα χρόνια του ’60. Το rock στη Νότια Αφρική, για πολλά χρόνια, ήταν, όπως και να το κάνουμε, «λευκή» υπόθεση. Ακόμη, αυτό το south-african rock φαίνεται να χαρακτηρίζει, σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του rock της Μαύρης Ηπείρου. Όχι τυχαίως, στη γνωστή σειρά συλλογών “Love Peace & Poetry” της γερμανικής Normal, στον τόμο “African Psychedelic Music”, από τα 17 θέματα που ανθολογούνται τα 12 προέρχονται από τη Νότια Αφρική, 2 αφορούν στην Νιγηρία, 2 στην Ζάμπια και ένα σε κάποια άλλη χώρα. Eπειδή όμως τα πράγματα έχουν πάντα δύο όψεις το 2002 κυκλοφόρησε από την Counterpoint ένα άλμπουμ υπό τον τίτλο “Afrika Underground/ Jazz, funk & fusion under apartheid” με πολύ δυνατές επιλογές από Jabula, Pacific Express, Zacks Nkosi, Ratau Mike Makhalemele (εξώφυλλο στο Jazz & Tzaz τον Ιούλιο του 2000 - και βεβαίως στο CD) και διαφόρους άλλους. Ο μαύρος seventies ήχος της Νότιας Αφρικής σε μια συλλογή ντοκουμέντο. Στην δεκαετία του ’60 κυρίως, όταν η αποικιοκρατία ακόμη κρατούσε, ή εν πάση περιπτώσει οι ανεξάρτητες πλέον χώρες ήταν στα σπάργανα, πολλές εθνικές δισκογραφίες ανήκαν ακόμη στους Γάλλους, στους Βέλγους, στους Πορτογάλους, στους Εγγλέζους ή και στους Έλληνες(!), που μπορεί να μην ήταν αποικιοκράτες ως «έθνος», αλλά ήταν αποικιοκράτες ως «συμπεριφορά» – χαρακτηριστική η περίπτωση της Firme Jeronimidis ‘Ngoma’ στο τότε Βελγικό Κονγκό – με αποτέλεσμα η μουσική η οποία καταγραφόταν να ήταν εκείνη που συνήθως απέφερε κέρδη στα... λευκά αφεντικά. Φυσικά, το πρώτο πράγμα που θα απέκλειε μία τέτοια κατάσταση θα ήταν η ανάπτυξη ενός «διεκδικητικού» μαύρου τραγουδιού, κάτι το οποίο θ’ αρχίσει να αναπτύσεται στα seventies - ο Fela Kuti και ο Geraldo Pino θα είναι πάντα δύο «φάροι» - και μαζικώς στα χρόνια του ’80, κυρίως, με γκρουπ και καλλιτέχνες όπως οι Mulemena Boys (Ζάμπια), o Alexandre Langa (Μοζαμβίκη) κ.ά. – εννοούμε καλλιτέχνες που αγωνίστηκαν στις χώρες τους, για ν’ αλλάξουν τη φορά των πραγμάτων, «παίζοντας» πολλές φορές κορώνα-γράμματα την ίδια τους τη ζωή, μακρυά από world «ηρωισμούς», Διεθνείς Αμνηστίες και τα τοιαύτα…

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

SALAH RAGAB στη μαγεμένη Αραπιά...

Την είδηση έσπειρε πέρυσι το καλοκαίρι στο δίκτυο ο Hartmut Geerken (ο μεγαλύτερος fan, συν ό,τι άλλο, του Sun Ra). "Ο Salah Ragab, ντράμερ και ιδρυτής της πρώτης αιγυπτιακής big band, πέθανε στο Κάιρο, στις αρχές Ιουλίου του '08, σε ηλικία 72 ετών. Από τότε που μυήθηκε στην τζαζ από τον Malik Osman Karim Yacoub (άλλως Mac X Spears), νωρίς στα σίξτις, ο Salah Ragab εμφανίστηκε στη σκηνή με πολύ σπουδαίους ευρωπαίους και αμερικανούς μουσικούς. Η συνεργασία του με τον Sun Ra στα χρόνια του '80 υπήρξε, αναμφισβήτητα, η κορυφαία στιγμή στην καριέρα του. Ως συνθέτης και μαέστρος μιας μεγάλης ορχήστρας, ήταν εκείνος που εισήγαγε αραβικές αρμονίες και ρυθμούς στην τζαζ". Πάλι ο Geerken, στο innersleeve του βινυλίου "Salah Ragab and The Cairo Jazz Band present Egyptian Jazz" [UK. Art Yard, 2006], συμπληρώνει τον εαυτό του... "Κάιρο, Δεκέμβριος 1966. To Randy Weston Sextet, με Ray Copeland, Clifford Jordan, Bill Wood, Ed Blackwell και Chief Bey έπαιξε στο Ewart Memorial Hall του American University. Μετά από ένα συναρπαστικό 'ιστορικό κονσέρτο', που έκλεισε με το πυρακτωμένο 'African cookbook', τρεις κύριοι, που δεν είχαν συναντηθεί ποτέ πριν, μοιράστηκαν ένα τραπέζι στη δεξίωση που ακολούθησε. Ο Salah Ragab, ένας παθισαμένος ντράμερ της τζαζ, ταγματάρχης του αιγυπτιακού στρατού - λίγο μετά θα βρισκόταν επί κεφαλής του τμήματος της 'στρατιωτικής μουσικής', έχοντας στην επίβλεψή του 3000 οργανοπαίκτες. Δεύτερος ο Eduard "Edu" Vizvari, ένας επαγγελματίας μουσικός από την Μπρατισλάβα, που είχε δουλέψει για τρία χρόνια, μπασίστας, στην ορχήστρα του Gustav Brom και τρίτος εγώ - ότι συμπλήρωνα λίγες μέρες στη νέα μου δουλειά, στο Ινστιτούτο Γκέτε. Αν θυμάμαι καλά, ο Ragab ήταν εκείνος που μας είπε πως θα ήθελε να ιδρύσει μία τζαζ μπιγκ μπαντ στο Κάιρο". Στην πράξη δεν ιδρύθηκε μία μπάντα, αλλά δύο - η Cairo Jazz Band και το Cairo Free Jazz Ensemble - αμφότερες με λίγες και εξαιρετικώς δυσεύρευες ηχογραφήσεις. Εν συντομία. Υπάρχει ένα LP του Cairo Free Jazz Ensemble υπό τον τίτλο "Heliopolis", σε παραγωγή του Ινστιτούτου Goethe του Καΐρου, μάλλον από το 1970, ένα LP της Cairo Jazz Band, το οποίο αμφιβάλλω αν το έχει δει ποτέ κανείς (διάβασα σ' ένα site πως εκδόθηκε από κάποιον κρατικό φορέα σε ελάχιστα αντίτυπα, με αφορμή την επίσκεψη του Nixon στην Αίγυπτο το '72), ένα 45άρι στη Sono Cairo από την ίδια περίπου εποχή, με το "Egypt strut" στη μία πλευρά (την extra groovy oriental version του "Watermelon man") και φυσικά το LP της Art Yard (και CD με επιπλέον tracks), το οποίο είναι πλέον εξαντλημένο. Βεβαίως δεν ξεχνάμε το ελληνικό LP στην Praxis του Κώστα Γιαννουλόπουλου "The Sun Ra Arkestra meets Salah Ragab in Egypt" (CD στην Golden Years το 2000), με τον Salah Ragab να παίζει congas στον Ορφέα, τον Φεβρουάριο του '84, ως μέλος της Arkestra. Άλλη ιστορία...Όπως, επίσης, δεν πρέπει να μάς διαφύγει το ελληνικό(!) LP "Egypt, A Holiday Souvenir" [EMI/ Columbia/ Sono Cairo 14C 064-96911] του 1975, στο οποίο ακούγεται το "Amber of the Nile", με τον Salah Ragab, ανάμεσα σε κομμάτια των Mohamed Abdel Wahab, Ali Ismail, Said Darwish, Karim Shouhry-Andrea Rayder και El Rayes Abas. Όσον αφορά στις ηχογραφήσεις του άλμπουμ της Art Yard, αυτές έγιναν στην Ηλιούπολη (του Καΐρου) την εξαετία 1968-73. Η Cairo Jazz Band βρισκόταν στις δόξες της και με 5 σαξόφωνα, 4 τρομπέτες, 4 τρομπόνια, πιάνο, μπάσο, ντραμς, κρουστά, νέι, τούμπα, ακόμη και ηλεκτρική κιθάρα, πυροδοτούσε τις σκηνές σε ξενοδοχεία, λέσχες και πανεπιστήμια. "Σουινγκάτη" όσο νά'ναι και αρκούντως groovy, όσο και "μυστηριακή", με τα νέα (τότε) δεδομένα του '60, η μπάντα παίζει πάνω σε δικού της (6 και 7/8) ρυθμούς, αλλά και σε κλασικά 4/4, εμφανίζοντας ένα νέο πρόσωπο, ικανό, δυνητικώς, να δημιουργήσει καινούριες καταστάσεις. Όλα τα συστατικά υπήρχαν. Η "ελιγκτόνια" δομή, η α λα Randy Weston "άπλα" στους ήχους του βορειο-αφρικανικού κόσμου, η νοητική επικοινωνία με την Arkestra για κάτι που υπερέβαινε το άμεσα αντιληπτό και βεβαίως η προσωπικότητα του μαέστρου Ragab. Allah yarmahu... όπως έγραψαν όλοι...