Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα flea market. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα flea market. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΑΖΑΡΙ ΔΙΣΚΩΝ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΟΠΟΛΗ

Το Σάββατο 24 και την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου το Mega Vinyl Market οργανώνει παζάρι δίσκων στην Τεχνόπολη. Εκεί θα βρίσκονται πάνω από 60 περίπτερα με δίσκους βινυλίου, στα οποία θα συμμετέχουν καταστήματα δίσκων της πόλης, δισκογραφικές εταιρείες, όπως και πολλοί ιδιώτες με πλούσιες συλλογές απ’ όλη τη γκάμα της μουσικής. Rock, soul, funk, jazz, psychedelic, blues, indie, alternative, britpop, heavy metal, avant garde, dance/ dj/ electronic και πολλά άλλα. Συγχρόνως, όλες αυτές οι μουσικές θα παίζονται σε sets, που θα λάβουν χώρα στο Mega Vinyl Market, από παλιούς και νέους DJ.
Επίσης, οι επισκέπτες θα έχουν τη δυνατότητα ν’ ακούσουν, κατά τη διάρκεια του παζαριού, σε πρώτη παρουσίαση, το δεύτερο άλμπουμ των Dreamline (ex-South of No North κ.λπ.), καθώς και συνέντευξη του George K. (μέλος του γκρουπ).
Έχω επισκεφτεί τα περισσότερα παζάρια δίσκων, που γίνονται στην Ελλάδα από το 1993 (West). Καλύτερος χώρος από την Τεχνόπολη δεν υπάρχει. Ευκολία πρόσβασης, άνεση, ωραίο γενικότερο και φιλικότερο περιβάλλον. Άμα στο παζάρι υπάρχουν και καλές τιμές (που θα υπάρχουν – γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι) και βεβαίως «ευκαιρίες» (γιατί εκεί συμπυκνώνεται το νόημα ενός παζαριού – να βρεις κάτι περίεργο δηλαδή, σε τιμή που να μην έχει σχέση με discogs και τα λοιπά) τότε όλα θα είναι τέλεια.

Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Πειραιώς 100, Γκάζι
Ωράριο λειτουργίας: Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου: 11:00 – 22:00, Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου: 11:00 – 22:00 
Είσοδος ελεύθερη

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

παζάρια δίσκων και «επιστροφές» στα βινύλια

Πέρασα, για πρώτη φορά, από τη «γιορτή του βινυλίου» στο Γκάζι, το προηγούμενο Π/Σ/Κ. Εννοώ πως δεν είχα πάει ποτέ σε παζάρι βινυλίων στο Γκάζι – για διαφόρους λόγους, αλλά και γιατί δεν εύρισκα κάποιο πολύ ισχυρό κίνητρο. Και εν πάση περιπτώσει εμείς οι παλιοί βινυλιάδες –για να ευλογήσω και λίγο τα γένια μου– δεν μασάμε από “back to vinyl” και τα τοιαύτα. Γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και θα πορευτούμε μέχρι το τέλος ακούγοντας βινύλια, τα οποία ήταν, είναι και θα είναι πάντα και πανταχού παρόντα. Αυτά τα… πίσω στο βινύλιο είναι των άσχετων διαφημιστών ή των άσχετων γενικώς, που νομίζουν πως με κάτι τέτοιες «εξυπνάδες» θα γεμίσουν το πουγκί τους. Δεν ξέρω τι κάνουν τελικώς, ούτε μ’ ενδιαφέρει. Αφήνω δε το γεγονός πως το βινύλιο «επιστρέφει» ήδη από τα nineties…
Back to Vinyl, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 12/1999
Το παζάρι δίσκων, από την άλλη, είναι παζάρι και δεν πρέπει, κατ’ εμέ, να μπερδεύεται με άλλες εκδηλώσεις. Αυτά τα «παράλληλα» εγώ δεν τα βρίσκω σωστά. Κανείς (η λέξη χρησιμοποιείται με την έννοια του «κανόνα» και όχι της «εξαίρεσης») δεν πάει σ’ ένα παζάρι δίσκων για να δει ταινίες (ουδεμία μομφή για τις ταινίες του Αντώνη Μποσκοΐτη – όσες έχω δει έχουν ενδιαφέρον), ούτε για να κοιτάει αφίσες και φωτογραφίες, ούτε για να βλέπει πώς κάνουν «κόλπα» με τα πικάπ οι χιπχοπάδες. Πάει για να βρωμίσει τα χέρια του στις ντάνες με το «πράμα». Οι διοργανωτές στην προσπάθειά τους να φουσκώσουν την εκδήλωση την μετατρέπουν σ’ ένα θέαμα ποικιλιών για… όλη την οικογένεια. Εμένα δεν μου αρέσει να βλέπω οικογένειες στα παζάρια (των δίσκων). Δεν μου αρέσει ούτε και στα γήπεδα δηλαδή. Δεν πρόκειται για εκκλησία. Θέλω να βλέπω ρέκτες σ’ αυτούς τους χώρους και όχι τον πάσα ένα…
Από το πρώτο, φρονώ, παζάρι δίσκων στο Club West, 11/1993 (περιοδικό Ε)
Δεν μου άρεσε, περαιτέρω, και η διαρρύθμιση του χώρου (στο Μηχανουργείο της Τεχνόπολης). Για να προσέγγιζε κάποιος τους «πίσω» πωλητές θα έπρεπε να κάνει ένα ολόκληρο γάμα. Αυτός για μένα είναι, πώς να το πω, ένας αθέμιτος ανταγωνισμός. Δεν ξέρω αν οι «πίσω» θέσεις έχουν λιγότερο ενοίκιο (πιθανώς), αλλά αν, πράγματι, συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι λάθος.
Η αίθουσα πρέπει να είναι μία, ενιαία, με όσο το δυνατόν πιο χαμηλό ενοίκιο πάγκου, ώστε όλοι να βολεύονται (ενοίκιο διαβαθμισμένο αναλόγως της έκτασης που καταλαμβάνει ο καθείς). Εννοώ πως ο μεγάλος πωλητής που θα θέλει να στριμώξει 15-20 καφάσια ας πληρώσει κάτι παραπάνω, αλλά και ο μικρός που μπορεί να θέλει να βάλει ένα μόνο καφάσι να μην αποκλείεται λόγω… αντικειμενικών κριτηρίων και… τεκμηρίων. Εξάλλου, την ουσία στα παζάρια των δίσκων τη δίνουν, πολλάκις, οι μικροί «ανεξάρτητοι» πωλητές που μπορεί να έχουν λίγο «πράμα» αλλά καλό, και όχι αναγκαστικώς (αναγκαστικώς λέω) οι επαγγελματίες του χώρου (που κουβαλάνε και «σαβούρες», για να τις ξεφορτωθούν). Αν είναι στα παζάρια να βρίσκουμε συγκεντρωμένους μόνο τους γνωστούς και αγαπητούς μαγαζάτορες δεν έχει και πολύ νόημα. Αυτούς τους βρίσκουμε, τον καθένα στο χώρο του, κάθε μέρα... όποια μέρα...
Οι τιμές τώρα, γενικώς, ήταν καλές, και αν έψαχνες στην κατηγορία 10-15 ευρώ θα μπορούσες να βρεις ενδιαφέροντα πράγματα. Εγώ, εξάλλου, που δεν πήγα για να χώσω λεφτά, πήρα δύο μόλις LP, ένα των 10 ευρώ κι ένα των 5. Ελληνικά φτηνοπράγματα δηλαδή, που τα έψαχνα για κάποιους λόγους και τ’ αγόρασα. Έναν τύπο… στυλ Κουκουτάρα από τα mid 70s, κι ένα έντεχνο των early 80s. Βρήκα κι άλλα δηλαδή, φτηνά κι ενδιαφέροντα, αλλά στην ηλικία που είμαι έχω μάθει πια να συγκρατιέμαι… και ν’ αγοράζω κάτι μόνο αν είναι να προκύψει, συγχρόνως, και κανα κείμενο.
Πάντως για μένα τα οργανωμένα παζάρια δεν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όχι πως είναι αδιάφορα – δεν λέω αυτό. Παντού, όπου «μαζεύονται» δίσκοι οι δισκόφιλοι θα ψάξουν και θα βρουν κάτι ν’ αγοράσουν. Απλώς δεν έχουν πια το στοιχείο της «έκπληξης». Το οποίο λείπει και από το Μοναστηράκι βεβαίως, όπως και απ’ όλα τα υπόλοιπα γιουσουρούμια. Γιατί, αν είναι να πηγαίνεις με φακούς στις 3 και στις 4 το πρωί του Σαββάτου, για να ψάχνεις για δίσκους δεν έχει –για μένα– κανένα απολύτως νόημα.
Ένα πεντακοσάρικο η είσοδος στο παζάρι του Ρόδον. Λίγο μετά τα μέσα του '90...
Παλιά, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν όλοι σχεδόν οι σημερινοί μαγαζάτορες (Mr Vinylios, Ζαχαρίας, Πάνος, Σπύρος κ.λπ. – και διάφοροι άλλοι ανεξάρτητοι μεμονωμένοι) άπλωναν την πραμάτεια τους στην Βρυσακίου αγόραζες τα καλύτερα όποια ώρα και να πήγαινες. Υπήρχε υλικό για όλους. Επειδή, τότε, γνωρίζαμε πολύ λιγότερα πράγματα, ποντάραμε και στα «άγνωστα» – σ’ εκείνα τέλος πάντων που μπορεί να τα γνωρίζαμε εμείς, αλλά όχι ο διπλανός μας. Τώρα, όλοι ξέρουν. Και το χειρότερο δεν είναι αυτό (γιατί, το να ξέρει κάποιος… ok…), το χειρότερο είναι το γεγονός πως όλοι παραμυθιάζονται από το eBay και το discogs έχοντας γίνει ειδήμονες, τάχα, στις τιμές. Δεν είναι όμως έτσι. Οι τιμές πρέπει να ανταποκρίνονται και στο τωρινό… ελληνικό ΑΕΠ και όχι στο τι θα μπορεί ν’ αγοράσει, δυνητικώς, ο χι ψι παραλής Ιάπωνας ή Αμερικάνος. Άμα είναι έτσι, ας καταργηθούν λοιπόν τα παζάρια και ας πουλάμε όλοι στο internet…
Το λέω, γιατί φτηνό και καλό πράμα δεν βρίσκεις πλέον στα... back to vinyl, ούτε με το ψαροντούφεκο. Και το υποστηρίζω τούτο, όταν ακόμη και σε παζάρι δίσκων στο Ρόδον, επί δραχμής, είχα αγοράσει το πρώτο LP των Ιταλών Delirium (με το triple-folded cover) με ενάμισι χιλιάρικο. Τζάμπα δηλαδή. Αυτό είναι για μένα το νόημα του παζαριού.
Σήμερα, όμως, όλοι… φοβούνται όλους, αφού όλοι, επί της ουσίας, μπορεί να είναι αγοραστές και πωλητές ταυτοχρόνως. Οπότε σου λέει και ο άλλος… γιατί να πουλήσω κάτι φθηνό; Για να το πάρει ο χι, ψι, ωμέγα και να το πουλήσει στο discogs ή στο eBay σε κανα μπεκούνι από την επαρχία ή από τη Ρωσία, σε διπλή-τριπλή τιμή;
Όποιοι ζήσαμε τις δισκοαγορές πριν το internet είδαμε και τη σωστή διάσταση του πράγματος. Τώρα, στα παζάρια, πρέπει να βγάλεις φουσκάλες στα δάχτυλα για να νοιώσεις τη χαρά της «ευκαιρίας». Και αν… Γι’ αυτό δεν πολυπάω...

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΑΠΟΣΤΟΛΟΥ η γυναίκα του δρόμου

Μία βόλτα στα κυριακάτικα… παζάρια των εθνών κρύβει, ως συνήθως, εκπλήξεις. Παρόλο το κρυφτούλι με τις αστυνομίες, δημοτικές και κανονικές (που δεν τους αφήνουν σε ησυχία) Πακιστανοί (του… Ανατολικού, αλλά και του Δυτικού Πακιστάν), όπως και τινές Αφρικανοί  βρίσκουν τρόπους να εκθέσουν την πραμάτεια τους –δίσκους και βιβλία κυρίως– την οποίαν (πραμάτεια) πωλούν σε τιμές «τζάμπα». Χρόνο και υπομονή να έχει κανείς, και πάντα κάτι θα βρει που θα του φτιάξει την Κυριακή. Έτσι λοιπόν ανάμεσα στα διάφορα ψιλολοΐδια που έριξα σήμερα το πρωί στη σακούλα ήταν κι ένα LP, το οποίον αγόρασα λόγω εξωφύλλου. Σχεδόν ποτέ δεν αγοράζω δίσκους κοιτώντας μόνον τα εξώφυλλα –αν κι έχω αγοράσει ουκ ολίγες φορές εξώφυλλα χωρίς δίσκους, αλλά και δίσκους χωρίς εξώφυλλα–, όταν όμως το cover είναι εντυπωσιακό και η τιμή… χαριστική, τότε δεν γίνεται παρά να προβείς στην αγορά δίχως καν να το σκεφθείς.
«Η Γυναίκα του Δρόμου» [Odeon/EMI OMCG 72, 1970] του Νίκου Χατζηαποστόλου (1884-1941) του ενός εκ των δύο πατριαρχών της ελληνικής οπερέτας (ο άλλος ήταν ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης), με εντυπωσίασε λοιπόν εξ αιτίας του… sexy ψυχεδελικού εξωφύλλου τού Μάριου Αγγελόπουλου. Μάλιστα, όπως το κοιτούσα και το καμάρωνα έκανα την εξής σκέψη: αν το LP του Γιώργου Ρωμανού φερ’ ειπείν (η των Νοστράδαμος, ή των Πελόμα Μποκιού βρε αδελφέ) δεν λεγόταν «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα», αλλά… ξέρω ’γω, «Η Ζωή Είναι Ένα Όνειρο» κι είχε αυτό το εξώφυλλο θ’ ανέβαινε, ως «πακέτο», ακόμη περισσότερο στην εκτίμησή μου. Όπως και να το κάνουμε ένα ωραίο εξώφυλλο, που μεγεθύνει τις αισθήσεις, παίζει πάντα ρόλο στην δισκογραφία, ευφραίνοντας τόσο τους απλούς ακροατές, όσο και τους… εμπόρους. Το λέω γιατί –όπως διαπίστωσα ρίχνοντας μια ματιά στο discogs– την «Γυναίκα του Δρόμου» την αγοράζεις… μόνο με 128 ευρώ, αν προτιμήσεις μια «σκοτωμένη» κόπια, ενώ αν την θέλεις «ατσαλάκωτη» καλείσαι να προσθέσεις ακόμη 72! Φυσικά, οι τιμές αυτές είναι εντελώς αστείες, εξωφρενικές, ή όπως αλλιώς τις πούμε, καθότι αφορούν σ’ έναν αγνοημένο δίσκο που δεν τον ψάχνει σχεδόν κανένας. Όση σπανιότητα λοιπόν και αν του προσδώσουμε το 200άρι δεν μπορεί παρά να είναι παντελώς αδικαιολόγητο. Εκτός και αν το συγκεκριμένο LP το πουλούν κάποιοι ως… πίνακα… ως έργο τέχνης...
Ρίχνοντας το δίσκο στο πικάπ, όταν γύρισα σπίτι, διαπίστωσα τα εξής. Κατ’ αρχάς ότι πρόκειται για σύγχρονη (πιθανώς του 1970) ηχογράφηση. Δεν έχουμε να κάνουμε δηλαδή με κάποια προπολεμική, ή αμέσως μετά τον πόλεμο, κομμάτι-κομμάτι εγγραφή, που επανεκδίδεται σε long-play (η «Γυναίκα του Δρόμου» είναι οπερέτα του 1924). Την νέα ενορχήστρωση και απόδοση ανέλαβε ο Ανδρέας Χατζηαποστόλου (γιός του Νίκου Χατζηαποστόλου), ενώ τους τραγουδιστικούς ρόλους μοιράζονταν ο μεγάλος ερμηνευτής Σώτος Παναγόπουλος και ακόμη οι, του λυρικού θεάτρου να υποθέσω, Άννα Διαμαντοπούλου και Ανδρέας Λαζάρου. Η «Γυναίκα του Δρόμου» μπορεί να μην έχει τζαζ χαρακτηριστικά (όπως είχαν διάφορες οπερέτες του «αντίπαλου» Σακελλαρίδη), έχει όμως δυο-τρία θαυμάσια ελαφρά τραγούδια. Υποθέτω δηλαδή –και αφού είχαν περάσει τα χρόνια– πως δεν θα είχε νόημα, στα early seventies, μία ανασύνθεση του «ξοφλημένου» ήχου της οπερέτας από τις δεκαετίες του ’20 και του ’30, αλλά μία προσαρμογή του στις απαιτήσεις του ελαφρού τραγουδιού, που εκείνη την εποχή, επί χούντας δηλαδή, ξαναβρισκόταν στο προσκήνιο (με όλους τους παλαιούς τραγουδιστές να απολαμβάνουν νέες τιμές). Το «Καρδιά απ’ αγάπη ορφανή» (κυρίως αυτό), αλλά και τα «Μικρούλα του Σαντάν» και «Να το παληό μου όνειρο» (άπαντα με τον Παναγόπουλο) τ’ ακούω και τώρα, αυτή τη στιγμή, με μεγάλη άνεση.
Χαίρομαι, γιατί προέκυψε μία ακόμη ανάρτηση που συνάδει κατά κάποιον τρόπο (και) με την παλαιά αθηναϊκή αποκριά…

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

ΙΗΣΟΥΝ ή ΒΑΡΡΑΒΑΝ; Βαρραβάν, Βαρραβάν…

Μία βόλτα την Κυριακή στο Μοναστηράκι και την Κορεάτικη Αγορά όταν ψιχαλίζει (περισσότερο τότε) μπορεί να αποβεί αποτελεσματική· ιδίως όταν οι Γύφτοι βιάζονται να ξεπουλήσουν και δίνουν την πραμάτεια τους όσο-όσο. Έντεκα 45άρια μάζεψα από μια κυρά με μόλις 10 ευρά. Κάποια τα είχα, κάποια δεν τα είχα αλλά τα έψαχνα, και κάποια άλλα ούτε τα είχα ούτε τα έψαχνα… Περιττό να πω πως ήταν όλα ελληνικά, ή «ξένα» αλλά ελληνικής εκτύπωσης…
Έτσι λοιπόν παρότι είχα το πρώτο άλμπουμ των Ισπανών Barrabas τόσο σε ελληνικό LP στην RCA [SKLG 20068, 1973] με το πορτοκαλί εξώφυλλο, όσο και σε CD στην disconforme [DISC 1991 CD, 2000] με το μαύρο εξώφυλλο, μία εταιρία που είχε για έδρα της τον… φορολογικό παράδεισο Ανδόρα –βασικά, είχα αγοράσει το CD επειδή ήταν φθηνό κι επειδή με είχαν μπερδέψει τόσο ο τίτλος “Wild Safari”, όσο και το διαφορετικό εξώφυλλο (νόμισα δηλαδή πως επρόκειτο για συλλογή)–, σήκωσα σήμερα και το πρώτης τάξεως 45άρι με τα τραγούδια των Barrabas “Wild safari/ Woman” [RCA 46 G 154], επίσης από το 1973, που υπάρχουν φυσικά στο LP και το CD.
Για τους Barrabas μού είχε μιλήσει για πρώτη φορά ένας πολύ φίλος, μεγαλύτερός μου, που σήμερα είναι πάνω από 60. Μου είχε τονίσει πως με το “Wild safari” γινόταν πανικός στις ντισκοτέκ και τα κλαμπ της εποχής· ήταν ένα κομμάτι δηλαδή με το οποίο είχε μεγαλώσει η λεγόμενη… γενιά του Πολυτεχνείου. Όταν το άκουσα κι εγώ, συνειδητά, αρκετά χρόνια αργότερα, κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο. Μπήκα, όπως λέμε, στο νόημα και καθώς έτριζε στο πικάπ το “Woman” άρχισα να… ψιθυρίζω «έξω αι ΗΠΑ» και «απόψε πεθαίνει ο φασισμός».Οι Barrabas σχηματίστηκαν το 1970, όταν ο ντράμερ Fernando Arbex (1941-2003), και ο τραγουδιστής, μπασίστας Iñaki Egaña μετά τη διάλυση των Alacran αποφάσισαν να φτιάξουν ένα καινούριο σχήμα. (Ο Iñaki είχε περάσει από τους Tañidores και τους Buenos, ενώ ο Arbex από τους Estudiantes και τους Brincos). Γρήγορα συγκεντρώθηκαν άλλοι τέσσερις δίπλα τους, ο Πορτογάλος Juan Vidal όργανο, πιάνο, οι Φιλιππινέζοι Miguel Morales ακουστική, κιθάρα, μπάσο φωνητικά, Ricky Morales lead κιθάρα, φωνητικά και ο Κουβανός Ernesto “Tito” Duarte σαξόφωνα, κρουστά, φλάουτο, ντραμς. Με το πρώτο demo τους κερδίζουν αμέσως την εμπιστοσύνη του διευθυντή της RCA στην Ισπανία Gil Beltran, προχωρώντας μέσα στο 1971 σε μία κανονική παραγωγή. Έτσι κάπως το πρώτο LP τους ηχογραφείται στα στούντιο της RCA στη Μαδρίτη, με το master να γίνεται στα Trident studios του Λονδίνου, με μηχανικό τον David Jones. Η επιτυχία του άλμπουμ (και του single) σε όλη την Ευρώπη, στην Αμερική, αλλά κυρίως στις λατινικές χώρες (με πρώτη όλων το Μεξικό) υπήρξε αμεσότατη. Οι Barrabas, που ηχογράφησαν συνολικώς οκτώ LP (κάποια εκ των οποίων τυπώθηκαν και στην Ελλάδα) υπήρξαν έκτοτε το νούμερο 1 (σε αναγνωρισιμότητα) ισπανικό γκρουπ των seventies. Ακούγοντας βεβαίως τo “Woman” και το “Wild safari” ξεχνάς την αναγνωρισιμότητα, μιας και καίγεσαι από την… πγιότητα.

Υ.Γ. Ψάχνοντας λίγο τα των μουσικών των Barrabas στο δίκτυο, διάβασα πως ο Iñaki Egaña κάποια στιγμή αποχώρησε από το γκρουπ, σχηματίζοντας, μαζί με άλλους, τούς Iman, Califato Independiente. Θυμάμαι τους Iman από την εποχή (late 90s) που αντάλλασσα δίσκους μ’ ένα φίλο από τη Zaragoza – κι επειδή έχω από τότε ν’ ακούσω τα δύο LP τους δύσκολα θα θυμόμουν, σε κάθε περίπτωση, την παρουσία του Egaña στο συγκρότημα. Κοίταξα λοιπόν στα εξώφυλλα και είδα το όνομα του Ισπανού στο “Iman, Califato Independiente” [CBS S 82843] του 1978, αλλά όχι και στο “Camino del Aguila” [CBS S 84277] του 1980. Οι Iman, Califato Independiente υπήρξαν ένα από τα καλύτερα σχήματα του ιβηρικού progressive/fusion circuit και θα ήταν άδικο αν τους ξεπέταγα, τώρα, σ’ ένα υστερόγραφο. Να επανέλθω λοιπόν…

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

ελληνο-τζαζικά & ακη-πανικά

Μια βόλτα στο Μοναστηράκι (και τους πέριξ χώρους), την Κυριακή το πρωί, σου προσφέρει μιαν αίσθηση… πνευματικής ισορροπίας. Υπό ποίαν έννοια… Διαμορφώνεις μόνος σου την επικαιρότητά σου. Διαβάζεις, βλέπεις και ακούς ό,τι εσύ θέλεις, επιλέγοντας (δηλαδή αγοράζοντας) ελεύθερος (ή περίπου ελέυθερος…) από τα χιλιάδες πράγματα που κείτονται μπροστά σου. Οι τιμές – ακόμη και για όσους δεν θέλουν ή δεν ξέρουν να παζαρεύουν – είναι, συνήθως, λογικές· και με 2-3 ευρώ το κομμάτι (περιοδικό, δίσκος, βιβλίο, κανα DVD) μπορείς να εντοπίσεις εξαίρετα πράγματα ή, εν πάση περιπτώσει, άλλα, που μπορεί να μην είναι και τόσο εξαίρετα, βρίσκεις όμως ένα νόημα για να τα έχεις.
Είχα ήδη δύο 45άρια του Σπύρου Πιπεράκη – ενός πρωτοπόρου ηλεκτρικού κιθαριστή, που βρίσκεται πίσω από τις jazz μπάντες του Χατζιδάκι στα fifties και τα early sixties – αλλά δεν περίμενα να βρω, σε διαφορετικές μεριές, αλλά τέσσερα 45άρια του (σε μέτρια κατάσταση), με απίθανα κομμάτια.Στο πρώτο αναγράφεται ένα “made in germany”, παρότι οι γραμματοσειρές του είναι ελληνικές και περιέχει τα κομμάτια “Madubala (cha-cha)/ Christina (mambo)” [Greca G 1501]. Είχα ακούσει τη «Μαντουμπάλα» με τις πενιές του Aris San, όπως και την... psych version από τον Γιώργο Μπαγιώκη, αλλά σε cha-cha δεν την είχα ακούσει. Ωραία εκδοχή.Ακόμη ωραιότερη ήταν η “Arabella”, μια αεράτη bossa nova, από το 45άρι “Arabella/ Remenisence” [Greca GR-5]. Λογικώς, μιλάμε για τις αρχές των 60s, όταν το cha-cha (ήδη), όπως κι η bossa (σιγά-σιγά) άρχιζε να παίρνουν κεφάλι στο χώρο της διασκέδασης, λίγο πριν εκτοπιστούν από τα… σέικ και τα… μπλουζ. (Όχι πως θα σταματούσε ν' απασχολούν τους συνθέτες της jazz, αλλά και κάποια συγκροτήματα βεβαίως, και μετά τα μέσα των sixties). Για τ’ άλλα δύο δισκάκια θα γράψω μιαν επόμενη φορά, όταν θα έχω συγκεντρώσει κάποια παραπάνω στοιχεία για το jazz κεφάλαιο «Σπύρος Πιπεράκης».Ένα άλλο δισκάκι, το οποίο το είχα δει και παλιότερα χωρίς να το αγοράσω, ήταν ένα «διαφημιστικό» του Μίμη Πλέσσα από το 1969, που είχε γίνει με χορηγία της σοκολατο-βιομηχανίας ΙΟΝ και το οποίο καταπιανόταν με την ιστορία του αμερικανού λαϊκού ήρωα Davy Crockett (1786-1836). Το «Ντέιβι Κρόκετ (Μέρος πρώτο)/ Ντέιβι Κρόκετ (Μέρος δεύτερο)» [PR7T] ανήκει στην κατηγορία των «παιδικών δίσκων», αλλά έχει και μουσικό ενδιαφέρον, αφού την αφήγηση της ιστορίας (νομίζω πως η φωνή ανήκει στον ηθοποιό Βασίλη Μαυρομάτη) συνοδεύει η… ελαφρά ορχήστρα του Μίμη Πλέσσα.Κι ένα τελευταίο. Είμαι fan της τραγουδοποιίας του Άκη Πάνου. Δεν υπάρχει λόγος να εξηγώ γιατί. Καταλαβαινόμαστε, νομίζω. Υπάρχουν δεκάδες «δεύτεροι» τραγουδιστές (δεν είναι απαξιωτικός, σώνει και καλά, ο χαρακτηρισμός), που έχουν πει είτε πρωτότυπα τραγούδια του, είτε έχουν διασκευάσει τις επιτυχίες του. Για να είμαι ειλικρινής τον Ι. Τάχτα (μάλλον Γιάννης Τάχτας) δεν τον ήξερα. Αγόρασα λοιπόν, κουτουρού, το 45άρι «Ρολόι κομπολόι/ Η κουτσομπόλα» στην εταιρία Boem [GA 125, 1967;] τού Α. Γκαργκάσουλα (από το... τότε 2 της Αγ. Κωνσταντίνου), εξαιτίας της πρώτης πλευράς. «Σκληρή» εκτέλεση, από μιαν «άγαρμπη» φωνή, που βγάζει παλληκαρίσια το τραγούδι.
Κι επειδή αυτά τα κείμενα δεν μπορεί παρά να λειτουργούν συνειρμικά, να και το καλύτερο «ακη-πανικό» τραγούδι, που δεν το έχει γράψει ο Άκης Πάνου. Φώτης Στασουλάκης… «Το τζάκι». (Το ψάχνω).

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

ταξίδι στον Άρη…

Πέρασα τα σύνορα… και κατέβηκα στο Μοναστηράκι το πρωί. Δεν είχε πολύ κόσμο· τουλάχιστον μέχρι τις 11, όταν έφυγα. Μπορούσες δηλαδή να ψάξεις με την άνεσή σου και να «σηκώσεις» διάφορα ψιλολοΐδια. Με 18 ευρώ πήρα τέσσερα LP και τρία 45άρια. Θέλετε να σας πω τι; Πολύ ευχαρίστως.
Κατ’ αρχάς δύο LP-συλλογές του Κώστα Γιαννίκου. Το “16 Disco Hits, I Love You” [Seagull 33/3E-IN-602, 1976] με Equals, Moonquake, Wilson Pickett, Ben Thomas, τον αδικοχαμένο Fran O’ Toole κ.ά. και το “Satisfaction” [Seagull 33/3E-IN-613, 1977] με Troggs, Larry Page Orchestra, Ronald and Donald (το “Couac couac” – 33 χρόνια αργότερα ο Γιαννίκος βγάζει τα ίδια πράγματα…) κ.λπ. Τρίτο LP η «Καραμελοχώρα» [ΕΜΙ/ Columbia 14C 054-70829, 1977] του Γιώργου Μενέλαου Μαρίνου, για τον οποίον έχω ήδη κάνει δύο αναρτήσεις (http://is.gd/h2bTy και http://is.gd/h2chg). Τέταρτο, το προσωπικό του Γιώργου Μελέκη [Zodiac ZLP 88110] από το 1993 ('92 γράφει το label, '93 το εξώφυλλο) με την ελληνική εκτέλεση του "Cherry tree" του Rocky Shahan (ως "Olilali" με στίχους της Σώτιας Τσώτου - δε λέει κάτι ιδιαίτερο).
Βρήκα, ακόμη, δύο παλιά 45άρια του Γιώργου Νταλάρα. Το «Κάτω στα Πετράλωνα (Στ. Κουγιουμτζή)/ Ποιο δρόμο να διαλέξω (Στ. Κουγιουμτζή)» [Margophone FINA 10, 1968] και το split «Δυο φίλοι απ’ το Βόλο» (Κατσαρού-Πυθαγόρα, με τον Θόδωρο Κανακάρη και τη Ρένα Ντάλμα)/ Ήτανε Απρίλης μήνας (του Μητσάκη, με τον Νταλάρα και την Τασία Μαυρίδου)» [Margophone FIN 20, 1968].Και η έκπληξη. Το παιδικό «Ταξίδι στον Άρη» [Χρυσή Πέννα C.P. 101, άνευ χρονιάς, αλλά, σίγουρα, από τις αρχές των 70s]. Με τράβηξε, φυσικά, το α λα “Yellow submarine”… ψυχεδελικό εξώφυλλο. Το έβαλα ήδη στο πικάπ, επειδή προσδοκούσα ν’ ακούσω τίποτα spacey effects (παρότι δεν αναφερόταν πουθενά, στο label ή το cover, κάτι σχετικό). Δεν έπεσα τελείως έξω…

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ… ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ…

Δεν συμπαθώ τα οργανωμένα παζάρια δίσκων. Έτσι, παρότι γνώριζα πως, σήμερα Κυριακή, υπήρχε το σχετικό αλισβερίσι στο Bios, δεν πήγα. Προτίμησα να πάρω το τρένο και να κατεβώ μέχρι τον Πειραιά, προκειμένου να χαζέψω 2-3 ώρες στο εκεί… flea market. Χάος… Αλλά, αν έχεις πυξίδα βγαίνεις… Δίσκοι; Πολλοί. Σαβούρα; Aκόμη περισσότερη. Αυτή είναι όμως και η γοητεία του ψαξίματος. Η προσμονή πως, πάντα, θα βρεις κάτι που δεν το λογαριάζεις… Τι να τις κάνω τις τακτοποιημένες ντάνες με τα avant βινύλια (avant θα βεις), τα jazz (jazz θα βρεις), τα ψυχεδελικά (ψυχεδελικά θα βεις)… Το ζήτημα είναι να ψάχνεις, δίχως να ξέρεις τι σε περιμένει. Αλλιώς, αν περίπου ξέρεις, αν ψάχνεις δηλαδή για κάτι συγκεκριμένο, δεν έχει και τόσο νόημα. Ψωνίζεις από το internet. Γρήγορα και καθαρά. Η λογική του γιουσουρούμ είναι άλλη. Πας για το απίθανο. Κάπως έτσι, στην κατηγορία του απίθανου, ανήκουν τρία πορτογαλικά 45άρια που μάζεψα, από τα χρόνια του ’70, και με καθαρή επάνω τους την επαναστατική σφραγίδα.
Βρισκόμαστε στο 1974. Τη χρονιά που άλλαξε τη σύγχρονη πορτογαλική ιστορία. Ένα σύντομο χρονολόγιο, έτσι όπως το αντιγράφω από το βιβλίο των εκδόσεων Κάλβος «Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων Πορτογαλίας» [Αθήνα, 1981]: 25 Απριλίου: το ΚΕΔ (Κίνημα Ενόπλων Δυνάμεων) ανατρέπει το φασιστικό καθεστώς, που είναι στην εξουσία από το 1926. 26-30 Απριλίου: Παραιτείται ο πρωθυπουργός Caetano. Επιστρέφουν οι εξόριστοι Σοάρες (του Σοσιαλιστικού Κόμματος) και Κουνιάλ (του Κομμουνιστικού). 10 Ιουλίου: το ΚΕΔ επιβάλλει στην πρωθυπουργία τον Vasco Goncalves. 12 Ιουλίου: ιδρύεται η Copcon, η υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας. Διοικείται από τον Οτέλο ντε Καρβάλιο, έναν από τους ιδρυτές του ΚΕΔ και οργανωτή της εξέγερσης της 25ης Απριλίου. 27 Ιουλίου: αναγνωρίζεται η ανεξαρτησία της Γουινέας-Μπισάου. 24 Αυγούστου: το πρόβλημα των νήσων του Πράσινου Ακρωτηρίου θα ληθεί με δημοψήφισμα. 7 Σεπτεμβρίου: συμφωνία για την ανεξαρτησία της Μοζαμβίκης. 26 Νοεμβρίου: με κυβερνητική απόφαση είναι δυνατή η εθνικοποίηση των επιχειρήσεων που κάνουν μαζικές και χωρίς άδεια απολύσεις. 29 Ιανουαρίου (του ’75): γυμνάσια του ΝΑΤΟ κοντά στις πορτογαλικές ακτές, με ενδεχόμενη αποβατική άσκηση σε πορτογαλικό έδαφος. Η απόβαση ματαιώθηκε μετά από μεγάλη λαϊκή κινητοποίηση στη χώρα. 11 Μαρτίου: αποτυχία πραξικοπήματος. Αντεπίθεση της κυβέρνησης κατά των καπιταλιστικών δυνάμεων που παρακίνησαν το πραξικόπημα, με την εθνικοποίηση των Τραπεζών. Ο σοβιετικός στόλος βρίσκεται στο Οπόρτο. Οι Δυτικοί εκδηλώνουν έντονες ανησυχίες. Η σοβιετική κυβέρνηση συμβουλεύει[sic] τους Πορτογάλους να μείνουν στο ΝΑΤΟ, για να μην διαταρaχθεί η πολιτική ισορροπία στην Ευρώπη... Μένω έδω.
Μέσα σ’ αυτό, λοιπόν, το περιβάλλον είναι λογικό να υποθέσει κάποιος πως το «αριστερό» τραγούδι, στην Πορτογαλία των mid-seventies, βρίσκεται στο φόρτε του. Ξεχασμένοι τραγουδοποιοί και συγκροτήματα, που κράταγαν το στόμα τους κλειστό ή, εν πάση περιπτώσει, δεν το άνοιγαν όσο θά’θελαν, βγαίνουν στο προσκήνιο, ηχογραφώντας «μαζικά» τραγούδια. Τρία τα 45άρια, όπως προείπα, που βρήκα στο λιμάνι. Το πρώτο: Luisa Basto “Avante/ Hino da Juventude Democratica” [Zip ZIP 30 064/S]. H Basto, τραγουδίστρια οργανωμένη στο Partido Comunista Português (PCP), ξεκίνησε την καριέρα της από τη Μόσχα. Το “Avante”, σύνθεση ενός μεγάλου πορτογάλου τραγουδοποιού, του Luís Cília, είναι ένα μαρς, με ξεκάθαρο λαϊκό μήνυμα (ύμνος για το PCP). Η πίσω πλευρά είναι τραγούδι «ανωνύμου». Έχει το πομπώδες των κόκκινων εμβατηρίων, αλλά και μελωδικά patterns ιδιαίτερης ευαισθησίας. Το δεύτερο:Samuel “De Pe Pela Revolucao” [Guilda Da Musica SM 7600/E]. 7ιντσο EP, 6 τραγουδιών (τρία και τρία), που παίζει στις 33 1/3 στροφές. Το πλήρες όνομα του Samuel είναι Samuel Leonor Lopes Quedas. Δισκογράφησε, κατά πρώτον, μέσα στη χούντα (1972), αλλά η καριέρα του εκτοξεύτηκε μετά την επανάσταση. Στην πρώτη πλευρά και τα τρία τραγούδια (“A minha terra”, “Tu dizes que me queres muito”, “Cantiga das sandalias rotas”) είναι δικά του. Ενορχηστρωμένα για κιθάρα, φλάουτο, ξυλόφωνο, adufe (πορτογαλικό ταμπουρίνο) και bombo (αργεντίνικο τύμπανο), αφήνουν ένα μελαγχολικό αίσθημα. Έχουν ωραίες, «ευγενείς» μελωδίες, ενταγμένα, θα έλεγα, σ’ ένα acoustic folk πλαίσιο. Η cantiga ξεχωρίζει (μου θύμισε Λήδα-Σπύρος). Στη δεύτερη πλευρά ο ύμνος “Venceremos” του Χιλιανού Sergio Ortega (αφιερωμένος στην εκλογική νίκη του Allende το 1970), το “Povo unido” επίσης του Ortega και των Quilapayun – ένα από τα ωραιότερα, και πιο διάσημα, δείγματα του nueva cancion chilena –, καθώς και το δικό του “De pe pela revolucao”, σε παρεμφερές ηχητικό στυλ. Το τρίτο: Evolucao Africa: “Merengue Santo Antonio/ Mamae Anita” [A Voz De Cabo-Verde VCV 1027]. Οι Evolucao Africa ήταν ένα από τα καλύτερα «καμπο-βερντιανά» γκρουπ στα χρόνια του ’70. Ροκάδες εν μέρει, με folk, ακόμη και με funk στοιχεία στα τραγούδια τους ηχογράφησαν και LP στην καλή τους εποχή. Το “Merengue Santo Antonio” είναι ένα up-tempo πανέμορφο τραγούδι, με ωραίο hammond και αφρο-κιθάρα. To δε flip-side, το οργανικό “Mamae Anita” είναι ακόμη ωραιότερο. Θυμίζει σενεγαλέζικα κομμάτια (Orchestra Baobab ας πούμε), με υπέροχα σόλο στο hammond, την ηλεκτρική κιθάρα και το άλτο.
Αυτό, σίγουρα θα το ξανακούσω…

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ...

Κανένα link, κανένα downloading, καμμία on line αγορά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη μαγεία και την ηδονή, όταν ανακαλύπτεις "διαμάντια" με πενταροδεκάρες, στα κυριακάτικα παζάρια της Αθήνας, του Πειραιά και των... περιχώρων...Η Δανή Birgit Lystager είναι μία από τις αγαπημένες μου τραγουδίστριες. Την "Χριστίνα" της, την κλασική "Tristeza", την είχα - σ' αυτό ακριβώς το 45άρι του '71. Ποιός μπορεί όμως ν' αντισταθεί σ' ένα τέτοιο εξώφυλλο-χαμόγελο; Το ξαναπήρα... με 2 ευρώ... (Υπόσχομαι post με όσα εξώφυλλά της διαθέτω...).
Ο Graeme Allwright είναι Νεοζηλανδός, αλλά έκανε καριέρα στη Γαλλία, στα sixties και τα seventies - δρων μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Έχω ένα LP του από το '73, στο οποίο διασκευάζει μόνο Leonard Cohen! Όπου τον τρακάρω τον αγοράζω με κλειστά μάτια... Το "Le trimardeur" βγήκε στην εταιρία τού Mouloudji (είχε τραγουδήσει και Θεοδωράκη) το 1965.
Ο Βραζιλιάνος Roberto Carlos, μέσα στην MPB και στις παρυφές της tropicalia, υπήρξε, ως γνωστόν, τραγουδισταράς. Το "Canzone per te" είναι του Sergio Endrigo (Sanremo '68).
O Peppino di Capri, από τους πρώτους ιταλούς ρόκερ, υπήρξε πολύ αγαπητός και στην Ελλάδα των sixties. Το single στην Carisch δεν το είχα ακούσει...