Πέρασα, για πρώτη φορά, από τη «γιορτή του βινυλίου» στο
Γκάζι, το προηγούμενο Π/Σ/Κ. Εννοώ πως δεν είχα πάει ποτέ σε παζάρι βινυλίων
στο Γκάζι – για διαφόρους λόγους, αλλά και γιατί δεν εύρισκα κάποιο πολύ ισχυρό
κίνητρο. Και εν πάση περιπτώσει εμείς οι παλιοί βινυλιάδες –για να ευλογήσω και
λίγο τα γένια μου– δεν μασάμε από “
back to vinyl” και τα τοιαύτα. Γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και θα πορευτούμε
μέχρι το τέλος ακούγοντας βινύλια, τα οποία ήταν, είναι και θα είναι πάντα και
πανταχού παρόντα. Αυτά τα…
πίσω στο
βινύλιο είναι των άσχετων διαφημιστών ή των άσχετων γενικώς, που νομίζουν
πως με κάτι τέτοιες «εξυπνάδες» θα γεμίσουν το πουγκί τους. Δεν ξέρω τι κάνουν
τελικώς, ούτε μ’ ενδιαφέρει. Αφήνω δε το γεγονός πως το βινύλιο «επιστρέφει»
ήδη από τα
nineties…
 |
| Back to Vinyl, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 12/1999 |
Το παζάρι δίσκων, από την άλλη, είναι παζάρι και δεν πρέπει,
κατ’ εμέ, να μπερδεύεται με άλλες εκδηλώσεις. Αυτά τα «παράλληλα» εγώ δεν τα
βρίσκω σωστά. Κανείς (η λέξη χρησιμοποιείται με την έννοια του «κανόνα» και όχι
της «εξαίρεσης») δεν πάει σ’ ένα παζάρι δίσκων για να δει ταινίες (ουδεμία
μομφή για τις ταινίες του Αντώνη Μποσκοΐτη – όσες έχω δει έχουν ενδιαφέρον),
ούτε για να κοιτάει αφίσες και φωτογραφίες, ούτε για να βλέπει πώς κάνουν
«κόλπα» με τα πικάπ οι χιπχοπάδες. Πάει για να βρωμίσει τα χέρια του στις
ντάνες με το «πράμα». Οι διοργανωτές στην προσπάθειά τους να φουσκώσουν την
εκδήλωση την μετατρέπουν σ’ ένα θέαμα ποικιλιών για… όλη την οικογένεια. Εμένα
δεν μου αρέσει να βλέπω οικογένειες στα παζάρια (των δίσκων). Δεν μου αρέσει
ούτε και στα γήπεδα δηλαδή. Δεν πρόκειται για εκκλησία. Θέλω να βλέπω ρέκτες σ’
αυτούς τους χώρους και όχι τον πάσα ένα…
 |
| Από το πρώτο, φρονώ, παζάρι δίσκων στο Club West, 11/1993 (περιοδικό Ε) |
Δεν μου άρεσε, περαιτέρω, και η διαρρύθμιση του χώρου (στο
Μηχανουργείο της Τεχνόπολης). Για να προσέγγιζε κάποιος τους «πίσω» πωλητές θα έπρεπε
να κάνει ένα ολόκληρο γάμα. Αυτός για μένα είναι, πώς να το πω, ένας αθέμιτος
ανταγωνισμός. Δεν ξέρω αν οι «πίσω» θέσεις έχουν λιγότερο ενοίκιο (πιθανώς),
αλλά αν, πράγματι, συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι λάθος.
Η αίθουσα πρέπει να είναι μία, ενιαία, με όσο το δυνατόν πιο
χαμηλό ενοίκιο πάγκου, ώστε όλοι να βολεύονται (ενοίκιο διαβαθμισμένο
αναλόγως της έκτασης που καταλαμβάνει ο καθείς). Εννοώ πως ο μεγάλος πωλητής
που θα θέλει να στριμώξει 15-20 καφάσια ας πληρώσει κάτι παραπάνω, αλλά και ο
μικρός που μπορεί να θέλει να βάλει ένα μόνο καφάσι να μην αποκλείεται λόγω…
αντικειμενικών κριτηρίων και… τεκμηρίων. Εξάλλου, την ουσία στα παζάρια των
δίσκων τη δίνουν, πολλάκις, οι μικροί «ανεξάρτητοι» πωλητές που μπορεί να έχουν
λίγο «πράμα» αλλά καλό, και όχι αναγκαστικώς (αναγκαστικώς λέω) οι
επαγγελματίες του χώρου (που κουβαλάνε και «σαβούρες», για να τις ξεφορτωθούν). Αν είναι στα παζάρια να
βρίσκουμε συγκεντρωμένους
μόνο τους
γνωστούς και αγαπητούς μαγαζάτορες δεν έχει και πολύ νόημα. Αυτούς τους
βρίσκουμε, τον καθένα στο χώρο του, κάθε μέρα... όποια μέρα...
Οι τιμές τώρα, γενικώς, ήταν καλές, και αν έψαχνες στην κατηγορία
10-15 ευρώ θα μπορούσες να βρεις ενδιαφέροντα πράγματα. Εγώ, εξάλλου, που δεν
πήγα για να χώσω λεφτά, πήρα δύο μόλις LP, ένα των 10 ευρώ κι ένα των 5.
Ελληνικά φτηνοπράγματα δηλαδή, που τα έψαχνα για κάποιους λόγους και τ’
αγόρασα. Έναν τύπο… στυλ Κουκουτάρα από τα
mid 70
s,
κι ένα έντεχνο των
early 80
s.
Βρήκα κι άλλα δηλαδή, φτηνά κι ενδιαφέροντα, αλλά στην ηλικία που είμαι έχω
μάθει πια να συγκρατιέμαι… και ν’ αγοράζω κάτι μόνο αν είναι να προκύψει,
συγχρόνως, και κανα κείμενο.
Πάντως για μένα τα οργανωμένα παζάρια δεν έχουν ιδιαίτερο
ενδιαφέρον. Όχι πως είναι αδιάφορα – δεν λέω αυτό. Παντού, όπου «μαζεύονται»
δίσκοι οι δισκόφιλοι θα ψάξουν και θα βρουν κάτι ν’ αγοράσουν. Απλώς δεν έχουν πια
το στοιχείο της «έκπληξης». Το οποίο λείπει και από το Μοναστηράκι βεβαίως, όπως
και απ’ όλα τα υπόλοιπα γιουσουρούμια. Γιατί, αν είναι να πηγαίνεις με φακούς
στις 3 και στις 4 το πρωί του Σαββάτου, για να ψάχνεις για δίσκους δεν έχει
–για μένα– κανένα απολύτως νόημα.
 |
| Ένα πεντακοσάρικο η είσοδος στο παζάρι του Ρόδον. Λίγο μετά τα μέσα του '90... |
Παλιά, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν όλοι σχεδόν οι
σημερινοί μαγαζάτορες (Mr Vinylios,
Ζαχαρίας, Πάνος, Σπύρος κ.λπ. – και διάφοροι άλλοι ανεξάρτητοι μεμονωμένοι) άπλωναν
την πραμάτεια τους στην Βρυσακίου αγόραζες τα καλύτερα όποια ώρα και να
πήγαινες. Υπήρχε υλικό για όλους. Επειδή, τότε, γνωρίζαμε πολύ λιγότερα πράγματα, ποντάραμε και στα «άγνωστα» – σ’ εκείνα τέλος πάντων που μπορεί να τα γνωρίζαμε
εμείς, αλλά όχι ο διπλανός μας. Τώρα, όλοι ξέρουν. Και το χειρότερο δεν είναι αυτό (γιατί, το
να ξέρει κάποιος… ok…), το χειρότερο είναι το γεγονός πως όλοι παραμυθιάζονται από το eBay και
το discogs έχοντας γίνει ειδήμονες, τάχα, στις τιμές. Δεν είναι όμως έτσι.
Οι τιμές πρέπει να ανταποκρίνονται και στο τωρινό… ελληνικό ΑΕΠ και όχι στο τι
θα μπορεί ν’ αγοράσει, δυνητικώς, ο χι ψι παραλής Ιάπωνας ή Αμερικάνος. Άμα
είναι έτσι, ας καταργηθούν λοιπόν τα παζάρια και ας πουλάμε όλοι στο internet…
Το λέω, γιατί φτηνό
και καλό πράμα δεν βρίσκεις πλέον στα... back to vinyl, ούτε με το ψαροντούφεκο. Και το υποστηρίζω τούτο, όταν ακόμη και σε παζάρι δίσκων στο Ρόδον, επί δραχμής, είχα αγοράσει το
πρώτο LP των Ιταλών Delirium (με το triple-folded cover) με ενάμισι χιλιάρικο. Τζάμπα δηλαδή. Αυτό
είναι για μένα το νόημα του παζαριού.
Σήμερα, όμως, όλοι… φοβούνται όλους, αφού όλοι, επί της ουσίας,
μπορεί να είναι αγοραστές και πωλητές ταυτοχρόνως. Οπότε σου λέει και ο άλλος…
γιατί να πουλήσω κάτι φθηνό; Για να το πάρει ο χι, ψι, ωμέγα και να το πουλήσει
στο discogs ή στο eBay
σε κανα μπεκούνι από την επαρχία ή από τη Ρωσία, σε διπλή-τριπλή τιμή;
Όποιοι ζήσαμε τις δισκοαγορές πριν το internet είδαμε
και τη σωστή διάσταση του πράγματος. Τώρα, στα παζάρια, πρέπει να βγάλεις φουσκάλες στα
δάχτυλα για να νοιώσεις τη χαρά της «ευκαιρίας». Και αν… Γι’ αυτό δεν πολυπάω...