Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα prog. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα prog. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

DR SPACE δυνατό space jam από Πορτογάλους και Αμερικάνους

Όπως διαβάζουμε στο back cover αυτού του βινυλίου, τον Ιανουάριο του 2024 μέλη των πορτογαλικών συγκροτημάτων Madmess και It Was the Elf συνεργάστηκαν με τον Αμερικανό Dr Space και τον Γαλλο-αμερικανό Jonathan Segel (μέλη αμφότεροι των Øresund Space Collective από τη Δανία), σ’ ένα στούντιο της κεντρικής Πορτογαλίας, καταγράφοντας δύο μέρες ελεύθερου jamming. Και πως, σε κάθε περίπτωση, ό,τι ακούμε στο “Dr Space Mad Elf Mess” [Sound Effect Records, 2026] δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η αποτύπωση εκείνου ακριβώς του improv jam.
Edgar ντραμς, Sam κιθάρες, Vasco B κιθάρες, Vasco V μπάσο, Jonathan fender rhodes, synth bass, κιθάρες, βιολί, μέλοτρον και Dr Space μέλοτρον, hammond, modular σύνθι, σύνθια γενικότερα και mixing είναι τα άτομα και τα όργανα, που συμμετέχουν σ’ αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα εγγραφή, που αποκλείεται να μην ενδιαφέρει όλους τους φίλους και τις φίλες του space progressive rock.
Κατ’ αρχάς ο Dr Space είναι γνωστή «διαστημική» περσόνα την τελευταία 25ετία, με πάμπολλες συνεργασίες, συμμετοχές σε live, ηχογραφήσεις, παρουσίες σε τεχνικά teams κ.λπ. σε διάφορες χώρες του κόσμου, ακόμη και στην Ελλάδα (άκου Automaton). Επίσης, είναι εγνωσμένης αισθητικής και αξίας τα άλμπουμ του, που περιδιαβαίνουν κλασικά space πλαίσια, έχοντας πάντα ως πρώτιστο γνώρισμα την ισχυρή ροή. Η μουσική, δηλαδή, θα πρέπει να «κυλάει» χωρίς προσκόμματα, να αναπτύσσεται αέναα, να μην εμφανίζει περιοχές, που να μοιάζουν «δύσκολες» ή επιλεκτικά διαχειρίσιμες, έχοντας πρόδηλα λαϊκά χαρακτηριστικά – όπως εκείνα που έκαναν το space rock υπολογίσιμη ροκ αξία στη δεκαετία του ’70. Περιττό, λοιπόν, να πω πως και τα τρία κομμάτια που καταγράφονται εδώ, το 24λεπτο “The mad elves first steps”, το 12λεπτο “Effectual kaos” και το 10λεπτο “Dr Space mad elf mess”, είναι πολύ δυνατά, πολύ καλά διαρθρωμένα, κρατώντας σε διαρκώς στην τσίτα σαν ακροατή, και φανερώνοντας, ασυζητητί, το ταλέντο αυτών των μουσικών, που έχουν τον τρόπο να ανοίγουν τόσο εποικοδομητικές space rock διαδρομές, όπως εμείς... πίνουμε τον καφέ μας. Τόσο απλά.
Επαφή: https://www.soundeffect-records.gr/dr-space-mad-elf-mess-2

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

RÖDTJUT σκληρό rock από την Σουηδία

Το rock στη Σουηδία ζει και βασιλεύει... τέλος πάντων ζει, και ζει καλά. Τούτο οφείλεται, προφανώς, στη μεγάλη ροκ παράδοση της χώρας, που, από τη δεκαετία του ’60 ήδη, διαμορφώνει ριζωμένες ροκ συνειδήσεις. Δεκάδες, εκατοντάδες, ου μην αλλά και χιλιάδες, συγκροτήματα του rock, κάθε είδους rock (heavy metal, hard rock, progressive rock, psychedelic rock, folk rock κ.λπ.) αναπτύσσουν τις πορείες τους στη σουηδική σκηνή, ηχογραφώντας συνεχώς νέους αξιόλογους δίσκους. Ένα τέτοιο σχετικώς νέο ακόμη σουηδικό γκρουπ είναι και οι Rödtjut, οι οποίοι στον δεύτερο δίσκο τους, που αποκαλείται “Framtiden var bättre förr” (Το μέλλον ήταν καλύτερο πριν) [Sound Effect Records, 2026], ροκάρουν με σκληρό και ουσιαστικό τρόπο.
Κοιτώντας τις φάτσες των Σουηδών στο μέσα μέρος του gatefold βλέπω πως οι άνθρωποι δεν είναι πιτσιρικάδες. Δεν σημαίνει κάτι αρνητικό αυτό – πως rock παίζουν πλέον μόνον οι 50άρηδες (και οι μεγαλύτεροι). Απεναντίας, εγώ, το συγκεκριμένο, το μεταφράζω σε γνώσεις, κατασταλαγμένες απόψεις και εμπειρία. Διαβάζω τα ονόματα των Σουηδών: Fredde Johansson κιθάρα, τραγούδι, Hannes Hansson κιθάρες, Per Helm ντραμς, Per Svensson μπάσο. Δεν τους αναγνωρίζω όλους, αλλά τον Svensson (από Per Svensson Psychedelic Sounds, Cosmic Garden Project και Gold – σχήματα, για τα οποία υπάρχουν ήδη reviews στο blog) τον θυμάμαι καλά, όπως και τους δίσκους του με τα εν λόγω.
Έχουμε λοιπόν, στο “Framtiden var bättre förr”, μια σειρά οκτώ τραγουδιών (τέσσερα + τέσσερα, ανά πλευρά), που κινούνται πιο κοντά στο early seventies hard rock, με ευδιάκριτες prog άκρες σε διάφορα tracks. Στο “Vår tid”, το A4 ας πούμε, που διαθέτει ωραίο φλάουτο (Caspar Svensson) ή στο 9λεπτο επικό instrumental “Efter stormen”, που κλείνει τον δίσκο και στο οποίο ακούμε επιπλέον hammond (Fredrik Askerdal) καθ’ όλη τη διάρκειά του.
Το ύφος των Rödtjut φέρνει στη μνήμη μου διάφορα βρετανικά σχήματα των early 70s (τους T2 για παράδειγμα, ή τους Three Man Army, ή ακόμη και τους πρώιμους Nazareth κάποιες φορές), με τις συνθέσεις τους να είναι καλοδουλεμένες, στρωτές και στιβαρές, δημιουργώντας μία στέρεα ροκ βάση δίχως εκπτώσεις. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό τραγούδι του ύφους των Rödtjut είναι το B3 “Subversiv vals”, δίχως να υπολείπεται σε δύναμη και ουσία κάποιο από τα υπόλοιπα.
Επαφή: https://www.soundeffect-records.gr/r%C3%B6dtjut

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 740

22/7/2026
Για τη μεγάλη κυρία του «κλασικού blues» Victoria Spivey και για τη συνεργασία της με τον Bob Dylan μπορείς να διαβάσεις στις σελίδες 133-138 του βιβλίου μου «Blues: Η Μαύρη Αναβίωση στα 60s / Επίμετρο: Blues & Ρεμπέτικο» [Όγδοο, 2026].

22/7/2026
Τεράστια φωνή η Μαίρη Λίντα, φωνάρα μέχρι τα πιο πρόσφατα χρόνια της, και 100% αδικημένη, γιατί θα μπορούσε να πει κι άλλα άξια τραγούδια μετά το ’65. Ο κόσμος τη θυμάται μόνο για το κλασικό της ρεπερτόριο (Χιώτης, Θεοδωράκης κ.λπ.), και από ’κει και κάτω αγνοούνται σχεδόν τα πάντα. Και όμως η Λίντα είπε ωραία τραγούδια και στα σέβεντις (και πιο μετά), όπως κάποια του Κώστα Ψυχογιού ας πούμε, σκληρά λαϊκά, πολύ μάγκικα και γνήσια, που ακούγονταν εκείνη την εποχή στα ραδιόφωνα και που κανένας, πλέον, δεν τα θυμάται... Εγώ μόνο αυτά μπορώ ν’ ακούσω, σήμερα, με όρεξη... 

22/7/2026
Μία από τις πιο σημαντικές φιγούρες του blues revival στα σίξτις υπήρξε ο Sleepy John Estes. Γράφω διάφορα γι’ αυτόν στις σελίδες 53-58 του «Blues: Η Μαύρη Αναβίωση στα 60s / Επίμετρο: Blues & Ρεμπέτικο» [Όγδοο, 2026] και ανάμεσα για τη συνεργασία του με τον Mike Bloomfield το 1964. Μεγάλη περίπτωση ο τύπος.

21/7/2026
M’ είχαν ρωτήσει κάτι παιδιά πριν λίγο καιρό να τους πω ένα-δυο δίσκους εμβλήματα του progressive rock – και τους είχα πει εντελώς αυθόρμητα τα δύο πρώτα των Colosseum. Τίποτ’ άλλο. Μετά όμως το ξανασκέφτηκα και είπα... ρε τι μ@λακία έκανα, οι άνθρωποι μπορεί να μην είχανε ακούσει ούτε Jethro Tull.
[ανατριχιάζω και τώρα που τ’ ακούω, μετά από τόσες δεκαετίες – το ακουστικό μέρος είναι συγκλονιστικό, κι αυτές οι φοβερές αλλαγές, και το φολκ, και το ροκ, και η φωνή και τα λόγια, τα πάντα – μνημείο του αγγλοσαξωνικού πολιτισμού]
https://www.youtube.com/watch?v=N4zPu3ISCGs&list=RDN4zPu3ISCGs&start_radio=1

21/7/2026
Φτιάξανε Δούρειο Ίππο υποτίθεται οι Άγγλοι για να προμοτάρουν την Οδύσσεια του Νόλαν, αλλά τους βγήκε κάτι σε... άλογο του Ομέρ Βρυώνη. Ρε πάρτε γραμμή εδώ τι Ίππο φτιάξανε τα φαντάρια, το 1971, για να γιορταστεί η νίκη κατά των κουκουέδων στον εμφύλιο. Αλήθεια τι να έγινε αυτή η αλογάρα, που είχε και ρόδες για να τσουλάει? Γιατί να μη στολίζει σήμερα κάποια παρακατιανή πλατεία, επαρχιακής πολίχνης που ψηφίζει ασάλιωτο πατριδοκαπηλεία?

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

οι KALAMATA είναι Γερμανοί

Οι Kalamata (Peter Jaun κιθάρες, Niki Hosseinian-Sereshki μπάσο, Olly Opitz ντραμς) δεν είναι Έλληνες, είναι Γερμανοί, από την πόλη Hildesheim και υπάρχουν εδώ και κάποια χρόνια σαν συγκρότημα – με τον πιο πρόσφατο δίσκο τους να αποκαλείται “Zenosyne” [Copper Feast Records / Made of Stone Recordings, 2026].
Το
power αυτό trio παίζει instrumental rock και βασικά στονεράδικο-ψυχεδελο-προγκ. Ανήκει, θέλω να πω, σαν ήχος, σ’ αυτή την πιο πρόσφατη έκφανση του σκληρού ροκ, που ομνύει στην riff-ολογία, στο βαρύγδουπο ρυθμικό τμήμα και στα κάπως χύμα σολιστικά μέρη. Είναι κάπως ανοικονόμητα, θέλω να πω, αυτά τα γκρουπ, κάπως ατακτοποίητα, δημιουργώντας σ’ εμάς τους παλαιότερους ακροατές κάποιες αναστολές – σε σχέση με την ευρύτερη αποδοχή τους. Εντάξει, «σωστή» μουσική παίζουν οι Kalamata, και κάποιες φορές κατορθώνουν να σε συνεγείρουν με τα μεγάλης διάρκειας κομμάτια τους σαν το “No” ας πούμε (όλα τα tracks κινούνται από οκτώ έως δέκα λεπτά το κάθε ένα), οπότε... επιτυχία τους εύχεσαι, αφού λέγονται κι έτσι όπως λέγονται.
Επίσης, και όπως διαβάζουμε στο bandcamp τους, το εξώφυλλο του άλμπουμ των Kalamata... «αντλεί έμπνευση από έναν παλιό θρύλο του Hildesheim: την ιστορία της Hildesheim Maiden, η οποία, αφού βρίσκει τον αρραβωνιαστικό της νεκρό από κεραυνό, περιπλανιέται χαμένη μέσα στο σκοτεινό δάσος μέχρι που μια μακρινή νυχτερινή καμπάνα την οδηγεί και πάλι πίσω στη ζωή. Ο πύργος, από τον οποίο χτύπησε η καμπάνα, είναι ακόμα γνωστός και σήμερα ως kehrwiederturm, δηλαδή ως ο “πύργος της επιστροφής”». Ωραία είναι αυτά.
Επαφή: https://kalamata.bandcamp.com/album/zenosyne

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

TAIHR μια γερμανο-χιλιανή περίπου prog μπάντα

Οι Taihr είναι μία μυστήρια σύγχρονη γερμανική ροκ μπάντα, η οποία αποτελείται από επτά άτομα. Τα ονόματά τους: Genesis Trinidad Galvez Jaramillo φωνή, David Zilz ντραμς, κρουστά, Leon Schmidtke κιθάρες, μαντολίνο, Mauricio Ricardo Inostroza Andrade πλήκτρα, σύνθια, φλούγκελχορν, φωνητικά, Maximillian Hartmann κιθάρες, Martin Halbfass σαξόφωνα και Tobias Losch μπάσο. Βασικά, από τα επτά μέλη οι πέντε είναι Γερμανοί, καθώς υπάρχουν και δύο Χιλιανοί ανάμεσα – η τραγουδίστρια και ο πληκτράς (φαίνεται, εξάλλου, από τα ονόματά τους).
Οι Taihr είναι «μυστήριοι», γιατί είναι κάπως ιδιαίτερη η μουσική και τα τραγούδια που μας παρουσιάζουν στο “Allicanto” [Tonzonen Records, 2026]. Με 4λεπτα, 5λεπτα και 6λεπτα κομμάτια το συγκρότημα επιχειρεί μέσα στο ευρύ περιβάλλον του progressive rock, δίχως όμως να πατάει και με τα δυο του πόδια, γερά, εκεί. Καθώς η παρουσία του επικεντρώνεται περισσότερο στη γυναικεία φωνή και το τραγούδι, τα οργανικά μέρη πέφτουν σε δεύτερη μοίρα. Εξάλλου η μικρή, για prog, διάρκεια των συνθέσεων αυτό αποδεικνύει.
Υπάρχει λοιπόν ο «μανδύας» του progressive, που σκεπάζει όλα τα κομμάτια των Taihr, αλλά από την άλλη υπάρχει και μια ελαφριά indie απόκλιση, που μεταφέρει τις συνθέσεις (και) κάπου αλλού.
Επειδή τα τραγούδια των Taihr δεν είναι κοινά, είναι κάπως δύστροπα, έχω τη γνώμη πως θα έπρεπε αυτοί να επενδύσουν και σε μεγαλύτερης διάρκειας tracks, ώστε να κριθούν ως ακραιφνείς progsters. Τώρα, είναι κάπως μεσοβέζικες οι καταστάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το ωραιότερο track του “Allicanto” είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια, που έχει τίτλο “Tortugas”.
Επαφή: www.tonzonen.de

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 727

4/6/2026
>>Αλλά για εμένα θα είναι πάντα ο συνταγματάρχης Βαρτάνης του «Αγνωστου Πόλεμου».<<
Του Αγνώστου Πολέμου
>>Θυμάμαι τους άδειους δρόμους, όταν παιζόταν (Τρίτη και Παρασκευή νομίζω)<<
Το 1972, καλοκαίρι, παιζόταν Τετάρτη και Παρασκευή στην ΥΕΝΕΔ, 8:45
>>Και δεν ξέρω αν είχαμε πάρει χαμπάρι τότε τα περί μετρήσεων της τηλεθέασης, αλλά τα 80% που δίνουν οι μετέπειτα εκτιμήσεις, θεωρώ ότι και λίγα είναι.<<
Δεν μας ενδιαφέρουν οι «μετέπειτα εκτιμήσεις», αλλά το γεγονός πως το 1972 μετρούσε κανονικά τις τηλεοπτικές ακροαματικότητες η ICAP.
>>Παρόλο που διαδραματιζόταν στην περίοδο του αλβανικού πολέμου<<
Το σωστό είναι να πεις του ελληνοϊταλικού πολέμου.
>>Τον Αγγελο Αντωνόπουλο ως Βαρτάνη, την Γκέλυ Μαυροπούλου ως Χριστίνα Ψάχου και τον Νίκο Απέργη ως Εκτορα Ψάχο<<
Ο λοχαγός Έκτωρ Ψάχος ήταν ο Κώστας Καραγιώργης – τον Νίκο Απέργη δεν τον θυμάμαι, εννοώ δεν θυμάμαι ποιον ρόλο έκανε, αλλά ψάχνοντας βρήκα πως έκανε τον γερμανό αξιωματικό Χέρμαν Βόιλερ.
Τέτοια τσαπατσουλιά από δημοσιογράφους της (ηλικιακής) σειράς μου, για μένα, είναι ανεπίτρεπτη.

4/6/2026
Αυτές τις κουβέντες του υπολοχαγού τις θυμάμαι πιο πολύ απ’ όλες, από την «Εκδρομή» του Κανελλόπουλου. Ειδικά αυτό το «είναι ανελέητος», το οποίο λέει ο Αντωνόπουλος, μετά από μια μικρή παύση, ακριβώς για να το υπογραμμίσει –προφανώς, θα του είχε πει να το αποδώσει έτσι ο σκηνοθέτης– με έχει στοιχειώσει από παλιά. Είναι συγκλονιστική κουβέντα.
Πρέπει να ευγνωμονούμε τη ζωή, που δεν μας όρισε να φανούμε... ανελέητοι. Και μακάρι να μην οδηγηθούν να το κάνουν ούτε τα παιδιά μας.

3/6/2026
ALLEN GINSBERG 100 ΧΡΟΝΙΑ
Ιταλοί ήταν οι Living Music κι είχαν κάνει ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ αφιερωμένο στον Allen Ginsberg, το 1972. Τραγουδίστρια στο γκρουπ ήταν η Gianfranca Montedoro, που, πριν, ήταν στους Brainticket (είναι η Jane Free στο “Psychonaut”). 
Η Montedoro είχε έρθει και στην Ελλάδα εκείνη την εποχή –το γράφω και στο «Ροκ, Ελληνικό ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60» στη σελίδα 387– και, πολύ πιθανό, να είχε εμφανισθεί και στην τηλεόραση. Δεν πρέπει να τραγούδησε, όμως, Ginsberg στην τιβί, αν και τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί... Δυστυχώς, τηλεόραση απέκτησε η Ελλάδα μετά το... 1990, αφού το 95% των προγραμμάτων από τα 70s έχει χαθεί.
[έχω και τραγούδι στα σχόλια]

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

BLKE νέo γερμανικό γκρουπ με παλαιές αναφορές

Καινούρια γερμανική μπάντα από το Βερολίνο, οι BLKE εμφανίζονται τώρα με το πρώτο LP/CD τους (και digital), που έχει ως τίτλο το όνομά τους [Tonzonen Records, 2026]. Τέσσερις είναι οι BLKE (Jakob Buraczewski κιθάρα, φωνή, Michael Drummer ντραμς, κρουστά, Steffen Kahles κιθάρες, σύνθια, Alex Kozmidi μπάσο), με το άλμπουμ τους να αποτελείται από εννέα tracks (πέντε και τέσσερα ανά πλευρά).
Το rock των BLKE έχει παλαιές αναφορές, heavy psychedelic να τις πούμε, που προβάλλονται όμως μ’ έναν αγριεμένο και θορυβώδη τρόπο (όταν δεν προβάλλονται ως shoegaze). Υπάρχει, φυσικά, και μια kraut-ότητα εδώ (οι Neu! π.χ.), αλλά εκείνο που χαρακτηρίζει τα περισσότερα tracks είναι ο θόρυβος (όχι ο industrial, αλλά ο περισσότερο προσαρμοσμένος σε μια ροκ αφήγηση).
Από συνθετικής πλευράς οι BLKE στέκονται αρκετά καλά, αφού όλα τα κομμάτια τους έχουν ενδιαφέρον, είτε αυτά εξελίσσονται μέσα σ’ ένα πλαίσιο μονοτονίας (σαν το “Heat” για παράδειγμα), είτε καταφεύγοντας σε περισσότερο εκστατικές συνταγές (όπως συμβαίνει με τα “How about I end life” και “Take it all”, που ανοίγουν και κλείνουν τον δίσκο).
Ουσιαστικά τραγούδι δεν υπάρχει εδώ (ή αν υπάρχει είναι λίγο), με τα φωνητικά να παίζουν ένα ρόλο οργάνου, επιτείνοντας ατμόσφαιρες, και με κομμάτια σαν τα “Up tight” και “Satellite” να στηρίζονται στην ταχύτητα και στη βαρύτητα, «σκάζοντας» μ’ έναν εκκωφαντικό τρόπο.
Επαφή: www.tonzonen.de

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

ATSUKO CHIBA kraut από το Μόντρεαλ

Οι Atsuko Chiba προέρχονται από το Μόντρεαλ του Καναδά κι έχουν κυκλοφορήσει έως σήμερα τέσσερα άλμπουμ – το τέταρτο είναι αυτό, που ακούμε τώρα και που έχει ως τίτλο το όνομά τους [Mothland, 2026]. Παλαιότερα είχαμε γράψει εδώ στο blog για το τρίτο CD τους, το “Water, It Feels Like It’s Growing” (2023), τονίζοντας τις αναφορές τους... από επικούς Pink Floyd, μέχρι King Crimson και από τις μπάντες του αμερικανο-καναδέζικου progressive (Happy the Man, The Muffins, Miriodor κ.λπ.), μέχρι το krautrock.
Στο πιο νέο άλμπουμ των Atsuko Chiba κυριαρχούν τα kraut στοιχεία, που παραπέμπουν έντονα στους CAN των mid-70s, και τα οποία προσδίδουν στο άκουσμα πολύ πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Εννοώ πως εδώ δεν είναι τόσο εμφανής η περιπέτεια του προηγούμενου άλμπουμ, με τους Καναδούς (Anthony Piazza ντραμς, David Palumbo μπάσο, φωνή, Eric Schafhauser κιθάρες, σύνθια, Karim Lakhdar φωνή, κιθάρες, σύνθια, Kevin McDonald κιθάρες, σύνθια) να ακολουθούν περισσότερο προβλέψιμες διαδρομές – δίχως τούτο να σημαίνει πως, σαν σχήμα, και σαν άκουσμα, απεμπολούν το ενδιαφέρον μας. Πόσο μάλλον, όταν κομμάτια σαν τα “Tar sands”, “Torn” και “Locked and array”, στη δεύτερη μεριά του άλμπουμ τους, έχουν τον τρόπο να ανατρέπουν το αναμενόμενο, δείχνοντας χαρακτήρα – βασικά με τους ψυχεδελικότροπους μινιμαλισμούς και με τις acoustic / loner folk παρεμβάσεις.
Επαφή: www.mothland.com

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 717

4/5/2026
"100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ" [Όγδοο, 2025]
[Leonard Bernstein: Τι είναι η τζαζ, σελ.205-207]

4/5/2026
4/5/2026
>>Ότι κάτι πήγαινε στραβά, με την εφημερίδα, το ψυλλιαζόσουν από το πρώτο κιόλας τεύχος, στο άρθρο «250 Χιροσίμες / Η ειρήνη εδραιώνεται για τα καλά...», που ξεκινά με κριτική στη σοβιετική στρατιωτική παρέλαση της 7ης Νοεμβρίου (επέτειος της Οκτωβριανής Επανάστασης), η οποία αντιπαραβάλλεται με μια υπόγεια πυρηνική έκρηξη των Αμερικανών στο νησί Amchitka της Δυτικής Αλάσκας. Το ύφος της «Πρωτοπορίας», όταν σχολιάζει πολιτικά θέματα, θυμίζει ενίοτε την αντικομμουνιστική «Σοβιετολογία» του Γεωργίου Γεωργαλά ή τον «Διάλογο», το περιοδικό της αμερικάνικης πρεσβείας. Μάλιστα, το τεύχος #2 της «Πρωτοπορίας» [Δεκ. 1971-Ιαν. 1972] ανοίγει με μια επαινετική επιστολή προς τους συντάκτες του, γραμμένη από τον Αιμίλιο Μπουρατίνο, τον οποίο θα μαθαίναμε, στα 80s, από την επιμέλεια της ελληνικής έκδοσης του αμερικανικού «Διαλόγου». Σ’ ένα άλλο, δε, κείμενο του πρώτου τεύχους που επιγράφεται «Τι ζητούν οι φοιτητές; / Άρθρο του αμερικάνου φοιτητή Έντουαρτ Σβαρτς» διαβάζουμε πως για την περίληψή του, που τυπώνεται στην «Πρωτοπορία», είχε δώσει άδεια «η υπηρεσία Τύπου και μορφωτικών σχέσεων των Η.Π.Α.». Αντιληπτόν.<<
[Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60 (μία αντι-ανάγνωση), Όγδοο, 2025, σελ.487 – τελευταία αντίτυπα]
[από το υποκεφάλαιο «πρωτοπορία-φοιτητική σκέψη», που μεγεθύνει σε δύο φοιτητικά έντυπα της περιόδου 1971-1973 με ροκ θεματολογία]

3/5/2026
Blues Section - Paint It Michael And Others, Maybe (Finland Blues Rock 1967)
https://www.youtube.com/watch?v=5YIp0LIWiCk&list=RD5YIp0LIWiCk&start_radio=1

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

WE STOOD LIKE KINGS το βαρύ post-rock “Pinocchio” είναι το έκτο άλμπουμ τους

Οι Βέλγοι We Stood Like Kings, δηλαδή οι Judith Hoorens, Diego Di Vito, Colin Delloye και Lucas Vanderputten, είναι ένα συγκρότημα που μας απασχολεί, τακτικά, εδώ στο δισκορυχείον. Το λέω, γιατί ήδη έχουμε γράψει reviews για τα άλμπουμ τους “Away” (2022), “Classical Re:Works” (2020) και “1982” (2017), άπαντα τυπωμένα για την Kapitän Platte, όπως έχουμε γράψει και για το “Mick Torres Plays Too F***ing Loud.” (2024) των Chatte Royal – ένα άλλο σχήμα του Diego Di Vito. Το πιο νέο, και έκτο στη σειρά LP/CD των We Stood Like Kings αποκαλείται “Pinocchio” [Kapitän Platte, 2026], είναι ορχηστρικό και αποτελείται από εννέα tracks, μέσης, γενικώς, διάρκειας.
Το βελγικό συγκρότημα κινείται σε post-rock διαδρομές. Υπάρχουν τα κλασικά 00s vibes τού εν λόγω ύφους, με τις πιο σύνθετες King Crimson-ικές αναφορές, τουλάχιστον όπως εκείνες τις διαχειρίστηκαν οι Mogwai, αλλά ταυτοχρόνως εδώ ανιχνεύονται κι άλλες επιρροές, που μπορεί να πηγάζουν από πιο έντεχνες έως κλασικές και minimal φόρμες (το πιάνο είναι εκείνο που ακολουθεί τέτοιες κατευθύνσεις σε κομμάτια όπως το “Raven”), ανακατεμένες συχνότατα με βαρύγδουπα rock elements.
Το άκουσμα έχει, οπωσδήποτε, ενδιαφέρον και κομμάτια σαν τα “Fire eater”, “Poor idiot”, “Addios, false friends” και “The land of toys” (με τη θρηνητική-μελαγχολική εισαγωγή και τα εκρηκτικά ξεσπάσματα) δεν γίνεται να τα αγνοήσεις – καθώς όλα διαμορφώνουν αυτή την πολύ στιβαρή και εκλεκτική βάση του “Pinocchio”.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

GLEN it was a bright cold day in April...

Πρώτη φορά γράψαμε για τους Glen τον Οκτώβριο του ’23, με αφορμή, τότε, το τρίτο άλμπουμ τους, που είχε τίτλο “I Can See No Evil” [Sound Effect Records], σημειώνοντας ανάμεσα σε άλλα πως οι Glen είναι μία... γερμανο-ελληνική, ας την πούμε έτσι, ροκ μπάντα, που εδρεύει στο Βερολίνο μέλη της οποίας είναι οι Wilhelm Stegmeier κιθάρες, πιάνο, πλήκτρα, φωνή, μπάσο, Eleni Ampelakiotou κιθάρες, πιάνο, φωνή, Roland Double Feinaeugle μπάσο και Achim Faerber ντραμς, κρουστά. 
Με αυτήν ακριβώς την line-up και με λίγες πρόσθετες βοήθειες από τους Norbert Stammberger σοπράνο, βαρύτονο σαξόφωνο, ηλεκτρονικά, Kriton Bayer daxophone και Ruby Morlock-Bettina Morlock φωνές, οι Glen επιστρέφουν στη δισκογραφία με τον τέταρτο δίσκο τους, το “it was a bright cold day in April...” [Kapitän Platte, 2026] (πρόκειται για την πρώτη φράση από το “1984” του George Orwell). Το άλμπουμ κλείνει, κατά βάση, με το πέμπτο track του LP (υπάρχουν και δύο bonus), που έχει για τίτλο το υπόλοιπο της πρώτης φράσης του “1984”, δηλαδή το “...and the clocks were striking thirteen” και κάπως έτσι ολοκληρώνεται ένας κύκλος, που υποδηλώνει διάφορα – προφανή, μάλλον, θα τα έλεγα.
Οι Glen και με τις μουσικές τους, μα και με κάποια λόγια / ποιήματα της Ampelakiotou, που έχουν τυπωμένα στο gatefold, θέλουν να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο κάπως σκοτεινό, σίγουρα εφιαλτικό, με παράλληλα έντονα στοιχεία πάθους και δύναμης. Χαρακτηριστικό αυτών είναι η 14λεπτη σύνθεσή τους “Sublime”, όπως και το 8λεπτο “Brute force”, που ακούγονται ανά στιγμές σαν ένας συνδυασμός Magma, Catapilla, με κάτι από Hawkwind ανάμεσα, σπάζοντας τα κοντέρ, για να μη μιλήσω για το αλλόκοτο bonus rhythm n’ blues “Zugzwang”, προτελευταίο track του άλμπουμ, που έχει, και αυτό, τον τρόπο να σε ταξιδεύει.
Μια ουσιαστική σημερινή ροκ μπάντα είναι οι Glen, η οποία εξελίσσεται και ανεβαίνει συνεχώς. 
Επαφή: https://kapitaenplatte.bandcamp.com/album/it-was-a-bright-cold-day-in-april

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

KABASSE about sitting on fences

Σεξτέτο είναι οι Kabasse αποτελούμενοι εκ των Sigmund Perner πολλά και ποικίλα πλήκτρα (μέλος των Carpet – για τους οποίους έχουμε γράψει στο blog), Jonas Perner ντραμς, Jan Kiesewetter σαξόφωνο, μπάσο κλαρίνο, Benjamin Häussler τρομπόνι, Giuseppe Puzzo μπάσο και Martin Lehmann τρομπέτα, φλούγκελχορν. Το σχήμα περιφέρεται γύρω από το Μόναχο, έχει γίνει αρκετά γνωστό εκεί με αποτέλεσμα το πρώτο αυτό LP/CD του να έρχεται την πιο κατάλληλη στιγμή.
Η μουσική που μας παρουσιάζουν οι Kabasse στο “About Sitting on Fences” [Kapitän Platte, 2026] είναι παράξενη, και γι’ αυτό δεν είναι άμεσα κατατάξιμη. Δεν είναι ένα τυπικό τζαζ σχήμα, όπως αφήνει να εννοηθεί ενδεχομένως το setting του, αλλά ούτε και καθαρόαιμο rock, δηλαδή progressive rock, μπορείς να το πεις. Άλλοτε, δε, εκείνες που κυριαρχούν, ανά σημεία, είναι οι πιο avant αναφορές, χωρίς ακρότητες πάντως. Θέλω να πω πως οι συνθέσεις των Kabasse έχουν μια λογική εξέλιξη και μια σαφήνεια στις αποτυπώσεις τους – δίχως να θυμίζουν, πάντως, ούτε την γαλλική προχωρημένη σκηνή. Να τους εντάξεις από την άλλη σ’ εκείνο που αποκαλείται Canterbury sound είναι επίσης παρακινδυνευμένο, ενώ και οι Flairck, που θα μπορούσε να είναι μια επιρροή... είμαι μία ανάμεσα σε άλλες. Πάρα πολύ καλό το “Heavy cloud” με το μπάσο κλαρίνο του Kiesewetter να πρωταγωνιστεί, με το “Many thing goes”, που κλείνει το άλμπουμ, να δίνει μία σφαιρική εικόνα της μουσικής των Kabasse, μέσα από μια έντονη σχετικά σύνθεση, με ωραία «κοψίματα» και «αλλαγές» και με progressive jazz αφήγηση γενικότερα.
Επαφή: https://kapitaenplatte.bandcamp.com/album/about-sitting-on-fences

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

JOSEPH ARAGIANNIS ένας νέος ηλεκτρικός κιθαρίστας

Ο Joseph Aragiannis είναι ένας νέος ηλεκτρικός κιθαρίστας και συνθέτης που εμφανίζεται τώρα δισκογραφικά με το πρώτο CD του, το οποίον αποκαλείται “Conviction” [RE-Solution, 2026]. Στο άλμπουμ αυτό ο Aragiannis συνθέτει και παίζει κιθάρα βασικά (προφανώς και keyboards, και δεν ξέρω τι άλλο), ενώ δίπλα του στέκονται οι Elias Raftel μπάσο, Vicente Ferreira ντραμς και ακόμη οι Vangelis Aragiannis κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο και Dimitris Keramidakis πιάνο σε συγκεκριμένα tracks.
Στο “Conviction” είναι καταγραμμένες επτά συνθέσεις του Αραγιάννη, οι οποίες διαθέτουν, σε γενικές γραμμές, «μεταλλικά» χαρακτηριστικά. Αυτό είναι το βασικότερο όλων – το λέω, γιατί από ’κει και πέρα υπεισέρχονται και άλλοι αισθητικοί προβληματισμοί.
Ένα πρώτο που πρέπει να ειπωθεί είναι πως ο Αραγιάννης, έτσι όπως παρουσιάζεται εδώ, είναι ένας πολύ ενδιαφέρων συνθέτης. Οι συνθέσεις του δεν είναι προφανείς εννοώ, και όσο περισσότερο τις ακούς τόσο ανακαλύπτεις, σ’ αυτές, πολλές και διαφορετικού τύπου και ύφους επιρροές. Έτσι, κι ενώ το «μεταλλικό» περίβλημα φαίνεται να υπερισχύει, υπάρχει από ’κει και πέρα το fusion, το progressive rock, ακόμη και η ηλεκτρική keyboard music ή και η jazz θα έλεγα, που παρέχουν στις συνθέσεις μια ιδιάζουσα ποικιλία.
Θα έλεγα πως ο Αραγιάννης, φέρνει, τηρουμένων όσων αναλογιών θέλετε (όχι πάντως στους τομείς της συνθετικής και της εκτελεστικής επάρκειας, γιατί σ’ αυτούς δεν του λείπει κάτι), κιθαρίστες σαν τον Βρετανό Mark Wingfield, τον Ινδονήσιο Dewa Budjana, τον Ουρουγουανό Beledo και τον Σέρβο Dušan Jevtović, οι οποίοι ανανέωσαν την τελευταία δεκαετία, χοντρικά, το ηλεκτρικό fusion, μπολιάζοντάς το με πολλά και διαφορετικά στοιχεία («σκληρά», prog, παραδοσιακά κ.λπ.).
Τα complex κομμάτια του Αραγιάννη, που καταγράφονται στο “Conviction”, είναι επίσης καλοπαιγμένα και βεβαίως καλο-ηχογραφημένα, με σωστή μείξη και παραγωγή, ώστε να ακούγονται στο αυτό επίπεδο με τις ανάλογες δουλειές που μας έρχονται από το εξωτερικό. Μετράει αυτό, για τις συγκεκριμένες μουσικές, σχεδόν όσο μετράνε τα παιξίματα και οι συνθέσεις, που είναι όλες μία και μία (οι συνθέσεις) – και αν θα έπρεπε να ξεχωρίσω με το ζόρι κάποια, γιατί όλες κινούνται σε υψηλό επίπεδο, θα έγραφα για την “Phantom words”.
Ένα πολύ καλό ντεμπούτο. Εντυπωσιακό θα έλεγα.
Επαφή: https://josepharagiannis.bandcamp.com/album/conviction

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 709

31/3/2026
– Πείτε μας λοιπόν για την Βραζιλία...
– Είχα συμμετάσχει στο τρίτο διεθνές φεστιβάλ τραγουδιού που οργανωνόταν στο Ρίο ντε Τζανέιρο, ένα από τα κορυφαία στον κόσμο. Το τραγούδι μου λεγόταν «Αν θες να ρθης» και θα το ερμήνευε η Μαρινέλλα. Για λόγους που δεν είναι της παρούσης να εξηγήσουμε η συμμετοχή μας «χτυπήθηκε», ενώ ήταν από τα φαβορί. Σκεφθείτε πως στη διάρκεια της πρόβας, όταν τελείωσε το κομμάτι σηκώθηκαν και τα 60 μέλη της ορχήστρας και χειροκροτούσαν όρθια. Αυτό είχε προκαλέσει μεγάλη αίσθηση και την άλλη μέρα οι εφημερίδες σχολίαζαν το γεγονός σαν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει. Όμως κάποιος κακοήθης συντάκτης, που δεν έβλεπε με καλό μάτι μία ενδεχόμενη βράβευση του τραγουδιού, έγραψε πως, εγώ, είχα κατηγορήσει την ορχήστρα ότι, τάχα, δεν απέδωσε σωστά το κομμάτι και τέτοια –όλα ψέματα– και παρότι η παρεξήγηση αποκαταστάθηκε η «δουλειά» είχε γίνει. Τελικά δεν μείναμε ούτε στην βραδιά απονομής των βραβείων, αφού η Μαρινέλλα έφυγε απρόσμενα από το Ρίο, με αποτέλεσμα, όπως έμαθα αργότερα, να μην παραλάβουμε το βραβείο «καλύτερης καλλιτεχνικής παρουσίας» που μας απονεμήθηκε και το οποίο πήρε, αντί για εμάς, ο Έντου Λόμπο (Edu Lobo).
[«100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025] – Κεφάλαιο Τρίτο / Γεράσιμος Λαβράνος (1935-2015): η συνέντευξη, σελ. 89-101]
https://www.youtube.com/watch?v=wWQ05tG7eKU&list=RDwWQ05tG7eKU&start_radio=1

31/3/2026
Συμπαθής ο Δάντης, ωραία η ορχήστρα. Προτιμώ αυτές τις πιστές διασκευές από κάθε τάχα μου-τάχα μου crossover. Πρέπει να ξαναμάθουν οι ορχήστρες να παίζουν τα τραγούδια όπως τα έφτιαξαν οι δημιουργοί τους και ν’ αφήσουν τους πειραματισμούς και τις δηθενιές στην άκρη (τζαζ, μπλουζ, ρέγγε, λάουντζ κ.λπ.). Όσους και όσες παρακολουθούν από κάτω δεν τους κρίνω, το τραγούδι μ' ενδιαφέρει πρωτίστως.
https://www.youtube.com/watch?v=Z-kHr_5-01Q&list=RDZ-kHr_5-01Q&start_radio=1

30/3/2026
Φτάνουν διάφορα στ’ αυτιά μου σε σχέση με το «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025]. Πέρα από τα καλά λόγια υπάρχουν και οι γκρίνιες, για διάφορα θέματα, σοβαρά (που έχουν περιθώρια για να εξηγήσεις πράματα, να υπερασπίσεις δηλαδή ό,τι έχεις κάνει) και για άλλα μη-σοβαρά. Υπάρχουν και κάποιοι που κρίνουν τις επιλογές των ονομάτων που ξεχώρισα σε μεγαλύτερα κεφάλαια – πως θα έπρεπε να υπάρχουν και άλλα, που άξιζε να ξεχωρίσουν και τέτοια. Εντάξει, εγώ πήρα την ευθύνη να ξεχωρίσω κάποια ονόματα όχι ακριβώς ενδεικτικά και αυτό τίθεται υπό κρίση – και έτσι είναι το σωστό. Τις ακούω τις διάφορες απόψεις, αλλά θα πρέπει να επισημάνω δύο τινά...
Ένα. Το βιβλίο δεν θα μπορούσε να γίνει μεγαλύτερο, για πρακτικούς κυρίως λόγους. Είναι ήδη αρκετά μεγάλο (445 σελίδες), ενώ αν ήταν μεγαλύτερο (600 ή 700 σελίδες) πάλι τέτοιου είδους «παράπονα» δεν θα αποφεύγονταν (ίσως να ήταν και εντονότερα μάλιστα). Αφήνω το γεγονός πως θα ήταν ακριβότερο και άρα μη-εμπορικό. Οπότε «μια χαρά» είμαστε, έτσι όπως είμαστε.
Δύο. Αν υπάρχει ένα όνομα που θα άξιζε να αναφερθεί στο βιβλίο (δηλαδή θα ήθελα να το συμπεριλάβω) και δεν αναφέρθηκε (δηλαδή κακώς δεν αναφέρθηκε σε ξεχωριστό κεφάλαιο, γιατί μου έλειπαν κάποια στοιχεία και το άφησα έξω τελευταία στιγμή) αυτό έχει να κάνει μόνο με τον Αμερικανό Malik Yaqub – και τούτο δεν μου το επεσήμανε κάποιος.
[σας ευχαριστώ για την προσοχή σας στο θέμα... όπως θα έλεγε και ο πρόεδρας (γέλιο)]

30/3/2026
Φυσικά και θυμάμαι το Βασίλη Γκούμα να παίζει επαγγελματικά μπάσκετ μέχρι τα 40βάλε του, και λέγαμε όλοι, τότε, πώς το καταφέρνει (γιατί εμείς ήμασταν 20χρονοι και αντέχαμε μόνο μισό ημίχρονο). Τον είχα δει στο γήπεδο και στα σέβεντις και στα έιτις εννοείται, και θυμάμαι πολλά από το δικό του τρόπο, αλλά το βασικότερο όλων είναι πως είχε φοβερό εκτόπισμα σαν παρουσία στο τερέν. Και σωματική, ήταν γίγαντας, και ψυχική. Και βασικά σαν παίκτης δεν αντιμετωπιζόταν (δηλαδή... έτρωγες ξύλο, αν πήγαινες δίπλα του). Τον συναντούσα και στο Μοναστηράκι, παλιότερα, τις Κυριακές, όταν κατέβαινα για ψαξίματα, και τον κοίταζα με δέος. Σήμερα πέθανε...
Για τον Γκούμα τα είχε γράψει ωραία ο Τάσος Φαληρέας, παλιά, στο Ντέφι, και από ’κει επιλέγω ένα απόσπασμα:
>>Ο Βασίλης Γκούμας είναι 38 χρονών φέτος (σ.σ. το 1983). Ήλθε έφηβος από το Βόλο, τον παρασύρανε κάτι εφοπλιστές σ’ ένα σκάνδαλο δωροδοκίας και του δώσανε κάτι κοστούμια, κατέληξε στον Πανελλήνιο απ’ όπου και έσπασε όλα τα πανελλήνια ρεκόρ σκοραρίσματος. Είναι 1,97-1,98, φοβερά δυνατός, με πολύ καλό άλμα, σκληρός και μαχητικός, έχει κερδίσει όλες τις ελληνικές ομάδες μόνος του. Ξεκίνησε σαν ψηλός κάτω απ’ το καλάθι, αλλά μαζί με τον Κόντο είναι οι πρώτοι τρίτοι ψηλοί. Έχει πολύ καλό χέρι, αποτέλεσμα κι αυτό της καλής προπόνησης, κι έχει απίστευτη επιθετική ποικιλία, παίζει και άμυνα.(...) Ό,τι ισχύουν για τη δημοσιογραφία στον τόπο μας ισχύουν και για την αθλητική δημοσιογραφία.(...) Όταν ο Γκούμας μάλωσε κι έφυγε (όταν η ΑΕΚ πρόπερσι πήρε το Κύπελλο και δώσαν στον Ράμπις τον τίτλο του καλύτερου παίκτη) (σ.σ. νομίζω τότε ήταν όταν ο Γκούμας είχε βγάλει τα παπούτσια του και τα είχε πετάξει στις κερκίδες), δέχτηκε τα καταιγιστικά πυρά και τις επικρίσεις όλων για τη στάση του. Τα χρόνια πέρασαν, ο Ράμπις παίζει στους Λέηκερς, απεδείχθη ότι δεν είναι Έλληνας, αλλά ένας αμερικανός χίπυ που βρέθηκε περιστασιακά στην Ελλάδα και κανείς δεν ντράπηκε γι’ αυτό, ενώ λένε πως δεν μπορούν να καλέσουν τον Στεργάκο στην Εθνική, αν και είναι πέντε χρόνια στην Ελλάδα και παντρεμένος με Ελληνίδα.(...).<<

27/3/2026
Παλικαρίσια ερμηνεία και στα 85 της
https://www.youtube.com/watch?v=2vV3_leLxv8&list=RD2vV3_leLxv8&start_radio=1

27/3/2026
Άγκυρα, 1978, με την ίδια σύνθεση είχαν παίξει και στην Αθήνα οι Embryo, στο Μαρούσι, εκείνη την εποχή... Christian Burchard drums, Roman Bunka guitar, Uve Müllrich bass. Michael Wehmeyer piano, Stefan Rustige painting
https://www.youtube.com/watch?v=448GpOzvkQ0&list=RD448GpOzvkQ0&start_radio=1

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

AADAL / JOACHIM LYCHE TRIO νέα jazz και prog σχήματα από τη Νορβηγία

AADAL: Aggressive Hymns, Energetic Ballads [Losen Records, 2026]
Πίσω από το όνομα Aadal κρύβεται ο κιθαρίστας Michael Aadal, για άλμπουμ του οποίου έχουμε ξαναγράψει στο blog. Λέμε για το “Pomona” από το 2016 (ως Michael Aadal Group) και για το “Voyager” από το 2023 (ως απλώς Aadal). Στο “Aggressive Hymns, Energetic Ballads” Aadal είναι οι Michael Aadal κιθάρες, André Kassen τενόρο, βαρύτονο σαξόφωνα, Audun Ramo ακουστικό, ηλεκτρικό μπάσο και Gunnar Sæter ντραμς, κρουστά – με το CD να περιέχει οκτώ συνθέσεις, οι οποίες ανήκουν, όλες, στον πρώτο τη τάξει.
Το άλμπουμ αυτό είναι λιγάκι παράξενο. Υπό την έννοια πως ξεφεύγει από το τζαζ πλαίσιο της νορβηγικής εταιρείας, αγγίζοντας ή και... καπαρώνοντας ροκ, κυρίως, καταστάσεις. Τι ροκ, όμως; Progressive rock. Συνθέσεις σαν τις “Wichita linedance” και “Brockenspekter”, που καταχωρίζονται στους... aggressive hymns, τις απολαμβάνεις ως τέτοιες (ως progressive εννοώ), χωρίς τις δογματικές αισθητικές επιστροφές στο χθες (παρότι υπαινιγμοί κυρίως από τον Canterbury sound ανιχνεύονται εδώ κι εκεί). Το ίδιο, δε, θα έλεγα πως συμβαίνει και με κάποιες από τις... energetic ballads, σαν την “Lakenskrekk” ας πούμε ή σαν την λυρική “Death by dyson”, που είναι το ίδιο ελκυστικές (με την προσθήκη εδώ και κάποιων αναμενόμενων τζαζ στοιχείων).
Γενικώς το “Aggressive Hymns, Energetic Ballads” στέκεται, συνθετικά και εκτελεστικά σε υψηλό επίπεδο, δείχνοντας πως οι Aadal, και ο Michael Aadal ειδικότερα, παραμένουν μια 15ετία μετά υπολογίσιμοι «παίκτες» της νορβηγικής σκηνής.
Επαφή: www.losenrecords.no
JOACHIM LYCHE TRIO: Primal Heuristics [Losen Records, 2026]
Αν κρίνουμε από την φωτογραφία του κιθαρίστα Joachim Lyche, που υπάρχει στο μέσα μέρος του gatefold, του “Primal Heuristics”, θα λέγαμε πως το Joachim Lyche Trio είναι ένα πολύ νεανικό σχήμα της σύγχρονης νορβηγικής τζαζ σκηνής, με το μέλλον να διαγράφεται ανοιχτό μπροστά του. Κιθάρα (ο Joachim Lyche), μπάσο (η Uma Morelia Bustos Reksten) και ντραμς (ο Bendik Jöhnk) είναι τα τρία όργανα που ακούγονται εδώ – με το σχήμα να παρουσιάζει βασικά δικές του συνθέσεις (του Lyche), αν εξαιρέσεις την διασκευή στο “Lazy bird” του John Coltrane.
Το υλικό έχει ενδιαφέρον οπωσδήποτε, αν και νομίζω πως τα ωραιότερα tracks βρίσκονται στις μπροστινές θέσεις. Το κλίμα είναι jazz οπωσδήποτε, με τις μελωδίες να αναπτύσσονται με άνεση και χαλαρότητα (το διαπιστώνεις αυτό στο πολύ καλό εισαγωγικό “Bip”), και με τους οργανοπαίκτες να φανερώνουν και ποικιλία και επάρκεια. Πολύ καλή ακούγεται στ’ αυτιά μου η μπασίστρια στο 6λεπτο “Muze” – και μακάρι η διάρκειά του να ήταν μεγαλύτερη, αλλά το Joachim Lyche Trio προτιμά τις μικρές και μεσαίες συνθέσεις, για να δείξει τα προσόντα του. Και ίσως καλύτερα, τελικώς, γιατί το πρώτο που οφείλει να έχει κατά νου, ένα νέο σχήμα, είναι το να μην κουράζει.
Γενικώς, το “Primal Heuristics” είναι ευχάριστο και κυλάει με άνεση, με την διασκευή στη σύνθεση του Coltrane να δείχνει φρεσκάδα και νεανική ορμή, και με το 7λεπτο “Transition” να αποδεικνύει πως οι Joachim Lyche Trio μπορούν να χειριστούν, με το ίδιο καλά αποτελέσματα, και την πιο μεγάλη φόρμα.
Επαφή: www.losenrecords.no