Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα space age. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα space age. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017

Η Εποχή του Διαστήματος: Ηλεκτρική & Ηλεκτρονική Τέχνη στην Ελλάδα (1957-1989) – Μια ματιά στο βιβλίο που συνοδεύει τη «διαστημική έκθεση», η οποία θα εξελίσσεται στο Ρομάντσο μέχρι και τις 10 Σεπτεμβρίου

Έχω δει/παρακολουθήσει κι άλλες εκθέσεις, στο παρελθόν, που έχει επιμεληθεί ο Θανάσης Μουτσόπουλος και ξέρω (και από πρώτο χέρι) τον κόπο που απαιτείται για να στηθούν και να ολοκληρωθούν. Το μεράκι και η γνώση συνοδεύονται, πάντα, από ψάξιμο και έρευνα, κάτι που αποτυπώνεται τόσο στον εκθεσιακό χώρο, όσο και στα προγράμματα / βιβλία που συνοδεύουν τα events. Αυτά τα τελευταία, τα έντυπα, είναι κι εκείνα που θα κρατήσουν «ζωντανά» στη μνήμη μας την ουσία αυτών των προσπαθειών. 
Το βιβλίο «Η Εποχή του Διαστήματος: Ηλεκτρική & Ηλεκτρονική Τέχνη στην Ελλάδα (1957-1989)» των εκδόσεων Ασίνη έχει 260 σελίδες, καταπιάνεται μ’ αυτό που λέει ο τίτλος του, και με άλλα ακόμη που δε λέει, ενώ έχει τυπωθεί σε βαρύ, γυαλιστερό χαρτί, που ευνοεί και τη «σωστή» αποτύπωση των φωτογραφιών. Αν και υπάρχει αρκετό φωτογραφικό υλικό στο βιβλίο, είναι τα κείμενα, εκείνα, που, κυρίως, θα μας απασχολήσουν.
Στη δική του εισαγωγή ο Μουτσόπουλος δίνει μια συνολική εικόνα της λεγόμενης «διαστημικής εποχής». Αν το 1957 είναι η αρχή της, κάτι προφανές αφού τότε εκτοξεύτηκε στο διάστημα ο σοβιετικός δορυφόρος Σπούτνικ 1, το 1989 είναι ένα κάπως «περίεργο» πέρας. Γιατί «1989»; Υπήρξε ένα ορόσημο αυτή η χρονιά, που σχετίζεται με δύο καταστάσεις. Αρχικά με τα γεγονότα που σήμαναν την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», κάτι που μεταφραζόταν και σε μια τυπική πλέον παύση του διαστημικού προγράμματος της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και γιατί τα nineties σημαδεύτηκαν από την σταδιακή ογκολιθική παρουσία του προσωπικού υπολογιστή, που σηματοδοτεί από μόνος του μιαν επόμενη εποχή. Μέσα σ’ αυτά τα 32 χρόνια, από το ’57 έως το ’89, εξελίσσεται η ιστορία μας.
Διαβάζουμε στην αρχή πως η «Ελλάδα δεν είχε ποτέ βέβαια διαστημικό πρόγραμμα, ούτε ατομική ενέργεια ή πυρηνικά όπλα». Παρά ταύτα τίποτα δεν εμπόδισε τη χώρα να παρακολουθήσει τη διαστημική εποχή – και από τα κάτω, από τη λαϊκή βάση όπως λέμε, και από πιο ψηλά, από ένα πιο προχωρημένο επιστημονικό επίπεδο
Υπάρχουν δύο γεγονότα στα ελληνικά σίξτις που έπαιξαν ρόλο σ’ αυτή τη δική μας απόπειρα να «διαβαστεί» το διάστημα (αν και στο βιβλίο γίνεται αναφορά μόνο στο ένα).

Η συνέχεια εδώ…

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

MR.HO’s ORCHESTROTICA ζώντας εύκολα

Απερίγραπτου και δυσεύρετου σεβασμού και ακόμη πιο δυσεύρετης ποιότητας tribute στις μουσικές του μάγου των stereo ηχογραφήσεων, του μεξικανού κοσμοπολίτη Juan Garcia Esquivel, ή απλώς Esquivel (1918-2002), εδώ, από μία 23-μελή ομάδα, τον πιανίστα Mr.Ho (άλλως Brian O’Neill) και την... Ορχηστρότικά του. Αναπαρίσταται, έτσι, ένα από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια της space age pop, της καλύτερης ορχηστρικής pop, που χαράκτηκε ποτέ σε δίσκο. Γιατί, περί αυτού πρόκειται· κι εδώ είναι η αξία των “Unforgettable Sounds of Esquivel” [ΤΙΚΙ-001, 2010]. Οι μουσικές του Esquivel, και κατ’ επέκτασιν οι επανερμηνείες των υπό τον Mr.Ηο, έχουν το νόημα και τη σημασία που έχουν όχι εξ αιτίας της «δυσκολίας» τους στα πεντάγραμμα, αλλά λόγω του τρόπου που παρουσιάστηκαν αυτές (εκείνες κι ετούτες), του τρόπου δηλαδή που διαχειρίστηκε το… θόρυβό τους ο Esquivel και περαιτέρω ο Mr.Ho (ποτέ ένας ήχος ορχηστρικής ποπ δεν υπήρξε περισσότερο εκκωφαντικός), του τρόπου που ενσωματώθηκαν οι φωνές στο πρωτογενές οργανικό περιβάλλον, μέσω της τότε στερεοφωνικής και σήμερα πολυκάναλης διαδικασίας. Πώς κατάφερε αυτό το αποτέλεσμα ο Esquivel, στα τέλη των fifties, είναι ένα ζήτημα. Σε πιο κανάλι ηχογραφούσε τα «ζου-ζου-ζου» του, τι έβαζε απέναντί τους, πώς ακριβώς έχτιζε τους «τοίχους» και τα «τείχη» – πάνω από τα οποία οι τρομπέτες της… Ιεριχούς, γκρέμιζαν ό,τι είχε απομείνει – είναι κάτι που μένει, και θα μένει, να ερευνηθεί. Τα απίστευτα ηχητικά ντεμαράζ, τα «πρωτόγονα» εξαντλητικής φαντασίας εφέ, τα επικοινωνούντα sections, η κάψα τού αγνού rock n’ roll, η φυσική αγωνία της exotica και το παραμύθι του easy living, έτσι όπως όλα χαρτογραφήθηκαν στην πρώτη μεταπολεμική κοινωνία, εξακολουθεί να βρίσκονται, ως φαίνεται, εν ισχύι. Νοιώστε τη δύναμη του “The Boulevard of Broken Dreams” και του “Frenesi” από την Orchestrotica, όχι γιατί η ζωή κάνει κύκλους (σιγά μην παριμέναμε το… ΔΝΤ, για να ξανακούσουμε Esquivel), αλλά επειδή παραμένει, ευτυχώς, πάντα, ίδια.
Επαφή: www.orchestrotica.com

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ 50ετίας…

Από τις απρόσμενες (προπέρσινες) επανακυκλοφορίες. Όμως υπήρχε λόγος. Σαράντα χρόνια μετά το “If....” (με τις τέσσερις τελείες), το, ρομαντικά ακραίο, φιλμ-σύμβολο του Lindsay Anderson, πάνω στο οποίο πάντα θα σκοντάφτουν οι εκάστοτε... εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, οι Βρετανοί ξαναδίνουν ένα άλμπουμ, το οποίο συνδέθηκε άμεσα μαζί του.Το “Missa Luba” [el/Cherry Red, 2008] των Troubadours du Roi Baudouin δεν είναι ακριβώς το soundtrack της ταινίας, εμπεριέχει όμως το κομμάτι “Sanctus”, που βρισκόταν στο... i-pod του Mick Travis (Malcolm McDowell), λίγο πριν το τελικό black out. Πέραν αυτού τι; Γιατί δεν είναι το θέμα μας το “If....”. Τι άλλο από ένα περιποιημένο ημίωρο CD, με το σύνολο της “Missa Luba”, της κογκολέζικης λειτουργίας που εμπνεύστηκε ένας βέλγος φραγκισκανός μοναχός o πατήρ Guido Haazen, και την οποία παρουσίασε και ηχογράφησε [Philips, 1958], με τη βοήθεια μιας χορωδίας παιδιών και δασκάλων από το τότε Βελγικό Κονγκό. Θα το πω το... άσχετο. Νομίζω πως πάνω στην ιδέα τού καλόγερου Haazen στηρίχτηκαν οι Jean Kluger και Daniel Vangarde μερικά χρόνια αργότερα (1971), όταν αποφάσισαν να «japan-οποιήσουν» τα διδάγματα της γαλλικής pop στον «Θαυμαστό Κόσμο του Yamasuki». Το “Touch of Evil” (1958) είναι ένα από τα λίγα φιλμ του Orson Welles που δεν έχω δει. Ας πω λοιπόν ότι θεωρείται ως ένα από τα τελευταία μεγάλα noir της «παλαιάς σχολής» – παρότι κάτι τέτοιο ακούγεται σχεδόν υβριστικό, μια και το έργο του Welles εξετάζεται ως «σχολή» από μόνο του. Το soundtrack στην el/Cherry Red (2008) έχω τώρα στη διάθεσή μου, συντεθιμένο από τον Henry Mancini· στην ουσία ένα παράξενο μουσικό σύμπαν, απολύτως ενταγμένο στο ηχητικό πλαίσιο της περιόδου (exotica, latin, rock n’ roll, τύπου... Chicago electric blues, cine-jazz, jump-blues, «ελαφρά» μουσική – πολλά τα θαυμαστικά). Το ’χουμε δει και στην Ελλάδα το... έργο με τον Μίμη Πλέσσα, τον Κώστα Κλάββα κ.ά. Οι μεγάλοι συνθέτες, χειριζόμενοι με άνεση τα εκάστοτε ηχοχρώματα, μπορούν να γράψουν οτιδήποτε.Το “Driftwood and Dreams” του Henry Mancini βγήκε για πρώτη φορά, ως mono, από την Liberty, το 1957. Όπως διάβασα στο δίκτυο, δύο χρόνια αργότερα (1959), ο Mancini ξαναηχογράφησε το συγκεκριμένο άλμπουμ, σε stereo version αυτή τη φορά, ως “The Versatile Henry Mancini” (έκδοση και πάλι της Liberty). Αυτές οι δύο εκδοχές, η mono και η stereo, συν δυο-τρία «άσχετα» tracks (εννοώ από ταινίες, που δεν είχαν σχέση με το εν λόγω έργο), αποτελούν το CD “The Versatile Henry Mancini” [el/Cherry Red, 2008].
Τι να πει κανείς για τον Mancini (του συγκεκριμένου άλμπουμ εννοώ); Είναι η μεγάλη εποχή της exotica και της mood music και ο συνθέτης, όντας μέσα στο ευρύ εκείνο πλάνο, δημιουργεί το δικό του μαγικό κόσμο, παίρνοντας ισχυρές βοήθειες από τη σοπράνο Loulie Jean Norman, τον βραζιλιάνο κιθαρίστα Laurindo Almeida, τον οργανίστα Lou Maury, τον ακορντεονίστα Dominic Frontiere και τον μπασίστα Robert Bain – όλοι τους «ονόματα» – και βεβαίως από την ορχήστρα και τη χορωδία του. Παράξενο άλμπουμ το “Driftwood and Dreams”. Weird ασυζητητί. Και, γενικώς, διαφορετικό από εκείνα του Les Baxter, του Martin Denny, του Arthur Lyman ή του George Melachrino. Ο Mancini δεν φαίνεται να εκβιάζει καταστάσεις, ούτε ηχοχρώματα. Τα… world στοιχεία εντοπίζονται ύστερα από επισταμένο ψάξιμο, με την «παραδείσια» μουσική του να πηγάζει ως φυσική ανάγκη και όχι ως... έχοντας κατά νου «κάτι». Το “Bali hai” είναι ένα θαυμάσιο υποβλητικό κομμάτι, με το απίθανο δίδυμο bass guitar-όργανο να γράφει (και) ιστορία. Εξώκοσμο το “Moon of Manakoora” και ηδονικώς θριλερικό το “Sleepy lagoon” (ο Mancini είχε γράψει μουσική για το “Creature from the Black Lagoon” του Jack Arnold, το 1954). Η mono version μοιάζει πιο κοντινή στο ηχητικό κλίμα της εποχής. Κατατοπιστική συλλογή, από την ίδιαν εταιρία, με στόχευση στη γέννηση του ρυθμού των… αγγέλων στα χρόνια του ’50. Μπορεί οι επιμελητές τής “The Birth of Bossa” (2009) να πηγαίνουν αρκετά πίσω στο χρόνο, πιάνοντας το νήμα από τον Garoto και τις πενιές του στα early fifties, όμως είναι, βασικά, το άλμπουμ της Elizete Cardoso “Cancao do Amor Demais” [Festa, 1958] γραμμένο εξ ολοκλήρου από τους A.C. Jobim και Vinicius de Moraes (με τον Joao Gilberto στην κιθάρα), που σηματοδοτεί την… επίσημη αρχή (περιλαμβάνεται ολάκερο στη συλλογή). Στο εν λόγω LP ακουγόταν και το “Chega de saudade”, στην πρώτη του εκτέλεση, πριν το πάρει λίγους μήνες αργότερα ο Gilberto και το μετατρέψει σε hit. Ανθολογείται επίσης το “Bim bom, που θεωρείται ως το πρώτο bossa nova τραγούδι, αφού συνετέθη από τον Gilberto το 1956 – παρότι δισκογραφήθηκε τον Ιούλιο του ’58 στο LP του “Chega de Saudade” [Odeon, 1958] –, αλλά και κομμάτια των Luiz Bonfa, Os Cariocas, Agostinho Dos Santos, Laurindo Almeida και Sylvia Telles, που έπαιξαν ένα ρόλο (μικρό, μεγάλο ή μεγαλύτερο) στη γέννηση του στυλ. Αν και όλα τούτα με τις «πρωτιές» δε μου λένε και πολλά πράγματα, ξανατονίζω πως πρόκειται για κατατοπιστική συλλογή.Στο “The First Book of Songs 1954-58” [el/ Cherry Red, 2009], CD αφιερωμένο στον Burt Bacharach, καταγράφονται 28 τραγούδια της πρώιμης εποχής του· η οποία μπορεί να μην είχε την τεράστια επιτυχία των sixties (χωρίς να απολείπουν τα hits), άφησε όμως δυνατά κομμάτια. Έτσι, το “The story of my life” (1957) με τον Marty Robbins, αν και έφθασε μέχρι το νούμερο 1 τον Ιανουάριο του ’58, δεν έπιανε μία μπροστά στο “Warm and tender” με τον Johnny Mathis (ακόμη και ο Andrew Lloyd Webber φαίνεται πως τσαλαβούτηξε στα απόνερά του), ή στο “Uninvited dream” με την Peggy Lee. Στη συλλογή και τα “Magic moments” με τον Perry Como, “The blob” με τους Five Blobs και “Heavenly” ξανά με τον Johnny Mathis, που γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία και ανέβηκαν στα charts, τη συγκεκριμένη πενταετία. Χρήσιμη συλλογή. Μάλλον, θα πρέπει να περιμένουμε (λέμε τώρα…), άλλα δέκα χρόνια για να δούμε, με την ίδια φροντίδα (ας το πω έτσι) αποτυπωμένα, και τα μεγάλα τραγούδια του Burt Bacharach από τα sixties· και ο νοών νοείτω.

Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

GEORGE MELACHRINO μικρές μουσικές, για μεγάλες νύστες

Στην προσπάθεια να εισχωρήσω όσο γίνεται βαθύτερα στον πυρήνα της pop music, ανασύρω από τη σχετική λήθη έναν πραγματικά πρωτοπόρο μουσικό. Τον George Melachrino (1909;-1965). Πρωτοπόρο, όχι γιατί παρουσίασε κάποια προχωρημένη φόρμα, ούτε γιατί καινοτόμησε επί των ηχοπλοκών. Απλώς, ο άνθρωπος, είχε τη φαεινή ιδέα πρώτος αυτός – ή έστω από τους πρώτους – να παράξει μουσική προς χρήση και μάλιστα να αναγράψει κάτι τέτοιο, σαφώς, στα εξώφυλλα των δίσκων του. Μπορεί να φανεί υπερβολικό αυτό που θα πω, αλλά είναι έτσι ακριβώς. Δεν μπορεί να ακουστεί πουθενά αλλού με κάποιο νόημα το “Music for Dining” της Melachrino Strings and Orchestra, παρ’ εκτός ενός καλού εστιατορίου.Έτσι, ίσως για πρώτη φορά, η μουσική παύει να αξιολογείται με όρους γούστου «μ’ αρέσει - δε μ’ αρέσει», αλλά με όρους χρήσης. Κατεβαίνει καλύτερα το pate de foie gras ακούγοντας ένα ξεπλημένο “September song”, ναι ή όχι; Αυτό είναι το ερώτημα.
Προσωπικώς, βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα – όχι μόνον ως γραφιάς, μα συχνά και ως ακροατής – αυτήν τη χρηστική αντίληψη για τον ήχο, που ισοπεδώνει τις μεγαλοστομίες περί Τέχνης, τοποθετώντας τη μουσική σε βάσεις καθημερινότητας. Ο Ιάννης Ξενάκης στο βιβλίο «Κείμενα περί μουσικής και αρχιτεκτονικής» [εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 2001] γράφει επί λέξει: 
«Αληθινή μουσική υπάρχει όπου βρίσκεται και κάποιο μήνυμα, είτε αισθητικό, είτε συναισθηματικό ή σκέψης.(…) Ο ίδιος άνθρωπος διαλέγει την κατάλληλη μουσική ανάλογα με τις ανάγκες του. Συνήθως όταν χορεύω, προτιμώ να μην σκέφτομαι. Και όταν σκέφτομαι προτιμώ να μην χορεύω». 
Αυτές οι απόψεις για τον ήχο, που μπορεί να είναι τόσο παλιές όσο και η Ιστορία, απέκτησαν άλλη διάσταση, ακόμη πιο κυριολεκτική, μέσα στην pop της space-age, τη δεκαετία δηλαδή 1954-1964, η αρχή της οποίας τοποθετείται στην αυγή του χαϊφιντελισμού και το τέλος της τη χρονιά κατά την οποίαν οι Beatles πάτησαν πόδι στην Αμερική. 
Είναι η εποχή των μεγάλων τεχνολογικών επιτευγμάτων όσον αφορά στην αναπαραγωγή του ήχου (stereo) και κατ’ επέκταση η προσπάθεια των μαέστρων της εποχής να εκμεταλλευτούν τις νέες δυνατότητες εγγραφής που παρείχαν τα δύο κανάλια, δημιουργώντας πρωτόγνωρες ηχητικές ταπετσαρίες. Ίσως δεν είναι λάθος αν υποστηρίξω πως κάθε απόπειρα της τεχνολογίας-αιχμή της περιόδου να ξεπεράσει την ανθρώπινη κλίμακα (κυρίως αναφέρομαι στα προγράμματα της NASA) έβρισκε πρόσφορο έδαφος εφαρμογής στη βιομηχανία του ήχου. 
Αυτό το ξεπέταγμα της τεχνικής στα mid-fifties, που θα μπορούσε να συγκριθεί ενδεχομένως με τη διαδικτυακή ζούρλα του καιρού μας, ήταν ο βασικός λόγος των πρώτων αστικών σοκ και συγχρόνως της άμεσης ανάγκης να επινοηθούν τρόποι χαλάρωσης από το κουραστικό κάθε μέρα. 
Πολύ πριν τον αναχωρητισμό, που υποβοήθησε μέσω της φόρμας του ένα κομμάτι του rock (όρα "καλοκαίρι της αγάπης" και την από 'κει και κάτω... εμπορευματική εκδοχή του κινήματος των hippies) προσανατολισμένο σφόδρα σε ό,τι χαρακτηρίζουμε, έτσι γενικώς, ως «νεανική κουλτούρα», οι λιγότερο νέοι της αμέσως προηγούμενης γενιάς, συνήθως μεσοαστοί με κάποια χρήματα, που μπορούσε να έχουν ακριβό αυτοκίνητο και να τρώνε έξω τα βράδια μετά από μια κοπιαστική μέρα, "ταξίδευαν" και μέσω της μουσικής ακούγοντας Esquivel, Martin Denny, ή άλμπουμ όπως το “Music for Relaxation” του George Melachrino (απίστευτος τίτλος για άλμπουμ του ’58!). 
Βεβαίως, ο ελληνικής καταγωγής μαέστρος δεν υπήρξε τέκνο της space-age (ήταν ήδη 50άρης, όταν έφτιαχνε τα “Moods in Music”), απλώς κατόρθωσε να παγιδεύσει κάτι πολύ σοβαρό από το πνεύμα της. Ο George Miltiades Melachrino γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1909 από έλληνα πατέρα (καπνοβιομήχανος) και αγγλίδα(;) μητέρα. Από πολύ μικρός ασχολήθηκε με το βιολί και στα 13 του πια, το 1922, ήταν έτοιμος για την πρώτη δημόσια εμφάνισή του. Τρία χρόνια αργότερα εγγράφεται στο Trinity College of Music και διακρίνεται εκεί για τη δουλειά του στα έγχορδα. Συγχρόνως ανακαλύπτει πως έχει και φωνητικό μέταλλο, μπαίνοντας νεότατος το 1927 στο στούντιο του BBC για ακρόαση. 
Χειριζόμενος ήδη αρκετά όργανα (κλαρινέτο, άλτο, τενόρο, βιολί, βιόλα) και βεβαίως τραγουδώντας, ο Melachrino θα γίνει σύντομα περιζήτητος στα κλαμπ παίζοντας και ηχογραφώντας με τα μεγαλύτερα ονόματα της jazz σκηνής της εποχής, αρχής γενομένης το 1926 (πιθανώς η πρώτη δισκογραφική εμφάνισή του ήταν με τους Geoffrey Gelder and His Kettner’s Five). Οι συνεργασίες του περιελάμβαναν gigs μετά των Harry Hudson, Jack Jackson, Van Phillips, Rudy Starita, Jay Wilbur, Marius B. Winter και Carroll Gibbons, μεγάλα ονόματα, γενικώς, της βρετανικής προπολεμικής διασκέδασης. Ο Gibbons, δε, τον ανέδειξε σε σταρ, κυρίως λόγω των φωνητικών ντουέτων του με την Anne Lenner. Το 1939, στα τριάντα του, ήταν κιόλας leader δικής του ορχήστρας με σταθερή παρουσία στο λονδρέζικο Café de Paris. 
Παρ’ ότι ο πόλεμος υπήρξε ανασταλτικός παράγων της καριέρας του – στους βομβαρδισμούς του Λονδίνου φαίνεται να σκοτώθηκαν η γυναίκα του και οι δύο του γιοί – ο Melachrino θα εμπλακεί, ως bandleader, με την διασκέδαση των στρατευμένων Βρετανών στην ηπειρωτική Ευρώπη, έχοντας για πρώτη φορά τη δυνατότητα να παρουσιάσει τις μουσικές του με πολυμελείς ορχήστρες, όπως η Allied Expeditionary Forces· μπάντα που θα αποτελούσε έκτοτε τη βάση της Melachrino Strings and Orchestra, με την οποία θα κατακτούσε τον κόσμο και στη Νέα Γη, τα προσεχή 20 χρόνια.
Στο αμέσως μετά το Δεύτερο Πόλεμο διάστημα και μέχρι το 1958, όταν θα κυκλοφορήσουν, στην Αμερική πια, τα “Moods In Music”, ο George Melachrino θα ηχογραφήσει γύρω στους 100(!) δίσκους 78 στροφών – και μέχρι το πέρας της καριέρας του περισσότερα από 50(!) LP – παρουσιάζοντας τις… string απόψεις του, για όλη την pop της περιόδου· από Kurt Weill και Ernesto Lecuona, μέχρι jazz στάνταρντ και cine-scores. Σε μιαν εποχή μάλιστα (1956), κατά την οποίαν η επιρροή του στη βρετανική σκηνή είχε αρχίσει να φθίνει, θα γνωρίσει και μία είσοδο στο Top 50 με το “Autumn concerto” (παρέμεινε ένα μήνα στον κατάλογο, φθάνοντας μέχρι τη θέση 18).
Ο Melachrino θεωρούσε πως η μοντέρνα επιστήμη (του καιρού του) ευνοούσε την ύπαρξη μιας μουσικής, που ν’ ακούγεται σαν χαλί, όση ώρα θα έκανες κάτι περισσότερο σημαντικό. Ήθελε δηλαδή να δημιουργήσει έναν ηχητικό χυλό, χωρίς εξάρσεις, χωρίς καμία συναισθηματική ή καλλιτεχνική φόρτιση, που να μην διακόπτει οποιαδήποτε άλλη ταυτόχρονη εργασία, απλώς, μόνον, να... αρωματίζει το χώρο. 
Έτσι κάπως θα προβεί στην ηχογράφηση των “Moods in Music”, οι οποίες σε πρώτη φάση περιελάμβαναν τους εξής τίτλους: Music for Dining, Music for Relaxation, Music for Reading, Music for Daydreaming και Music for Courage and Inspiration – απίστευτοι hip τίτλοι, που προαναγγέλλουν, ασυζητητί, όλην τη lounge ή new-age ονοματολογία, 30-40 χρόνια αργότερα. 
Στο “Music for Dining” είναι εντυπωσιακό αυτό που έγραψα στην αρχή. Η μουσική, που συνοδεύει ένα πλήρες δείπνο, από το aperitif μέχρι τη… χώνεψη, δεν έχει καμία συναισθηματική ή αισθητική αξία. Πρόκειται για μία ρέουσα μελωδία, χωρίς εξάρσεις, με βαθιά strings, που δεν προκαλεί απολύτως τίποτα. Το επίτευγμα του Melachrino είναι ότι κατορθώνει να αποφλοιώσει εντελώς κομμάτια όπως το “September song” του Kurt Weill ή το “Legend of the glass mountain” του Nino Rota, επιτυγχάνοντας ό,τι ακριβώς το κυρίως σώμα της new-age. Μία ηχητική πλαδαρότητα ανομολόγητης ευτέλειας. Εκεί όμως όπου φαίνεται η original αξία του μαέστρου μας ως «κατασκευαστή ατμόσφαιρας» είναι στο πολύ επιτυχημένο, εμπορικώς, άλμπουμ από την ίδια χρονιά (1958) “Music for Relaxation”. Τα λόγια του μουσικογράφου Ferris Benda στο οπισθόφυλλο θα μπορούσε να αφορούν στους πάσης φύσεως μετακινούμενους της εποχής, τον λεγόμενο «παγκόσμιο πολίτη». 
«Είναι ώρα για relax. Άφησε κατά μέρος τον ήχο των φρένων στους αυτοκινητοδρόμους, τον βόμβο των αεροπλάνων μέσα στο κεφάλι σου, τον θόρυβο των τρένων πάνω στις ράγες. Ήρθε η στιγμή να χαλαρώσεις». 
Ο Melachrino επενδύοντας σ’ ένα set κλασικών (“Autumn leaves”, “Stardust”, “Moonlight serenade”) και λιγότερο κλασικών μελωδιών, αφαιρεί κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να προκαλέσει την… εγρήγορση του ακροατή, βυθίζοντάς τον, ψυχή τε και σώματι, στην πολυθρόνα του. Μικρή μουσική, για μεγάλες νύστες. Βλέποντας την επιτυχία που είχαν στην Αμερική τα πρώτα “Moods in Music”, ο George Melachrino αποφασίζει να συνεχίσει τις σχετικές παραγωγές, δίνοντας νέους απίθανους τίτλους: Music to Help you Sleep, Music for Two People, Music to Work or Study, Music for the Nostalgic Traveller, αλλά και More Music for Dining, για όσους δεν πρόλαβαν να καταβροχθίσουν… lobster mayonnaise με την κατάλληλη μούζικα.
Στις αρχές του ’60 και έως το 1964, ένα νέο παράλληλο project θα δώσει νέα ώθηση στην Melachrino Strings and Orchestra. Ήταν μια σειρά από άλμπουμ-διασκευές αφιερωμένα στους μεγάλους συνθέτες του Hollywood ή της Tin Pan Alley, στα οποία ο βρετανός, ελληνικής καταγωγής, μαέστρος, θα κατέθετε όλον τον μελοδραματισμό του: The Waltzes of Irving Berlin, The Music of Rodgers and Hammerstein, The Music of Jerome Kern, The Music of Victor Herbert, The Music of Sigmund Romberg, The Ballads of Irving Berlin και πάει λέγοντας. Προσεγμένες οπωσδήποτε παραγωγές οι οποίες μάλλον ηχογραφούνταν στην Αγγλία, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια τη γνωστή υπερατλαντική πορεία.
Ο George Melachrino θα βρει απροσδόκητο θάνατο στην μπανιέρα του, την 18η Ιουνίου 1965. Τον πήρε ο ύπνος, ενώ χαλάρωνε, και πνίγηκε. Και για να κάνω λίγο μαύρο χιούμορ. Κανείς δεν έμαθε ποτέ μήπως άκουγε τη μουσική του…Πηγές:
1. Dylan Jones, Easy!- The Lexicon of Lounge [Pavilion Books, London, 1997]
2. Βιογραφικά στοιχεία από το κείμενο του David Ades, booklet στο CD της Vocalion “Melachrino, His Orchestra & Strings: Cascade of Stars” του 2001
3. The Wire, issue 233, 7/2003, “Stereo and the Space Age”
4.
www.spaceagepop.com

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

MARTIN DENNY σε μέρη εξωτικά θέλω να βρεθούμε...

Δεν είμαι σίγουρος πότε ακριβώς η αμερικανική exotica μουσική των fifties επανέκαμψε στο δισκογραφικό προσκήνιο, ως η πιο δημοφιλής... avant στην ιστορία του καταγραμμένου ήχου, όμως, για άλλη μια φορά, φαίνεται πως όλα ξεκίνησαν από την Ιαπωνία, κάπου στο ξεκίνημα της προηγούμενης δεκαετίας. Το 1990 λοιπόν ο γηραιός (και τότε) Martin Denny περιοδεύει στην απω-ανατολική χώρα, εκεί όπου πάντοτε το ευρύτερο lounge είχε και έχει τεράστια απήχηση, ηχογραφώντας μάλιστα «ζωντανά» ένα από τα τελευταία του άλμπουμ, το “Exotica 90”. Λίγα χρόνια πριν είχε επανα-φορμάρει ένα κλασικό, τρόπον τινά, κουαρτέτο αποτελούμενο από τον ίδιο φυσικά, σε ρόλο πιανίστα και ακόμη τον βιμπραφωνίστα Arthur Lyman (με την γνωστή αυτόνομη διαδρομή), τον πορτορικανό περκασιονίστα August Colon και τον επίσης περκασιονίστα Harold Chang, μουσικούς με τους οποίους είχε συνεργαστεί και στην «χρυσή εποχή» της Tiki culture, στο δεύτερο μισό των fifties (όπου “Tiki culture” η μόδα που αναπαρήγαγε στην Αμερική το πρότυπο της «εύκολης ζωής» των νησιών του κεντρικού και νότιου Ειρηνικού – Tiki στην γλώσσα των Maori της Νέας Ζηλανδίας είναι ο ‘πρώτος άνθρωπος’, ο οποίος ετύγχανε γυνή...). Αν κι εμάς μας ενδιαφέρει το ηχητικό της μέρος, η Tiki culture ξεκινά να φτιάχνει το αλφάβητό της πολύ καιρό πριν τις μουσικές συνταγές της exotica. Ήταν 1934, όταν ο Ernest Raymond Beaumont-Gantt (ή Donn Beach, όπως έγινε γνωστότερος) ανοίγει το Don the Beachcomber, ένα ρεστοράν στο Hollywood, που επιχειρούσε να αναπαραστήσει την «νοτιο-ειρηνική» ατμόσφαιρα, προσφέροντας ανάλογη κάβα και κουζίνα. Και ήταν μετά τον Πόλεμο, όταν ο ίδιος θα μεταφέρει μέρος των δραστηριοτήτων του στη Χαβάη, φτιάχνοντας ένα δεύτερο Don the Beachcomber μπαρ, στην Waikiki, την πιο τουριστική – όπως θα αποδειχθεί στην πορεία – γειτονιά της Honolulu. Σ’ αυτό το μέρος θα κάνει ουσιαστικά την εμφάνισή του (ήταν Ιανουάριος του 1954) ένας νεοϋορκέζος μουσικός και πιανίστας, με διάθεση για περιπέτεια, ο Martin Denny. Μάλιστα, ένα «τυχαίο» περιστατικό θα τον οδηγήσει στην ανακάλυψη ενός καινούριου ήχου, πάνω στον οποίο θα επενδύσει έκτοτε όλην του την καριέρα. Παίζοντας κάποιο βράδυ με το συγκρότημά του στο Shell Bar, στο παλιό Hawaiian Village (τώρα The Hilton Hawaiian Village, για όσους ενδιαφέρονται...) ο Denny θα βρεθεί προ απροόπτου. Λέει ο ίδιος (στο άρθρο της Sally Holloway στο “Easy!, The Lexicon of Lounge”): «Δίπλα στο μπαρ υπήρχε ένα πάρκο γεμάτο από μεγάλους βατράχους. Ένα βράδυ που παίζαμε εκεί προσέξαμε κάτι, που δεν του είχαμε δώσει τόση σημασία άλλη φορά, το συνεχές κρώξιμό τους. Τότε μερικοί από εμάς, μάλλον εκενευρισμένοι, άρχισαν να αναπαριστούν φωνές πουλιών, μήπως και φοβηθούν οι βάτραχοι και φύγουν. Δεν θυμάμαι τι έγινε, αλλά εκείνο που θυμάμαι είναι ότι την επόμενη μέρα ήλθε κάποιος από τους θαμώνες, που μας είχε ακούσει το προηγούμενο βράδυ, ζητώντας μας να κάνουμε πάλι το ίδιο! ‘Τι εννοείς ακριβώς’ του είπα, αν και αμέσως ‘άναψε λαμπάκι’. Από τότε αρχίσαμε να αναπαριστούμε φωνές ζώων και πουλιών όλο και πιο συχνά στις συνθέσεις μας, μετατρέποντάς τες σε βασική ατραξιόν της δουλειάς μας».
Το 1956 ο Denny θα επιστρέψει στην Αμερική, ετοιμάζοντας μια περιοδεία στην Δυτική Ακτή, πριν «κλείσει» για τα καζίνο του Las Vegas. Ήταν η εποχή που κέρδισε ένα συμβόλαιο με την Liberty, ξεκινώντας να ηχογραφεί ό,τι, εν πάση περιπτώσει, είχε έτοιμο – και σε πρώτη φάση αυτό δεν θα μπορούσε να ήταν άλλο από τις μουσικές που «κουβαλούσε» από την χαβανέζικη περιπέτεια. Έτσι κάπως, τον Δεκέμβριο του ’56, θα γράψει το πρώτο “Exotica” LP, ένα άλμπουμ καταφανώς επηρεασμένο από το “Ritual of the Savage” του Les Baxter. Μάλιστα, σήμα κατατεθέν και όχι μόνο της “Exotica”, αλλά ολόκληρης της καριέρας τού Denny, θα αποδειχθεί η διασκευή της σύνθεσης του Baxter “Quiet village” (πάντα από το “Ritual of the Savage”), η οποία δύο χρόνια αργότερα θα κάνει τη μεγάλη εμπορική πορεία.
Το 1959 η Χαβάη γίνεται η 50η Πολιτεία των ΗΠΑ. Η Liberty θέλοντας να εκμεταλλευθεί μία γενικότερη ζήτηση για οτιδήποτε χαβανέζικο ξανακυκλοφορεί το “Exotica” LP, αυτή τη φορά σε stereo εκδοχή, προσδοκώντας κάτι καλύτερο. Και όντως. Ξεχωρίζει από ’κει το “Quiet village”. Και όχι απλώς ξεχωρίζει, αλλά φθάνει μέχρι το Νο 4 του Top 40, τον Απρίλιο εκείνης της χρονιάς, καταγράφοντας το πρώτο big hit της μουσικής exotica. (Σχεδόν 50 χρόνια αργότερα οι Βρετανοί Quiet Village - Matt Edwards και Joel Martin - δείχνουν το σεβασμό τους στον παππού με τη δική τους... sophisticated exotica for adults).Κατά κάποιο τρόπο ο Martin Denny γίνεται... βασιλιάς σε μια νύχτα. Μέσα στο 1959 ηχογραφεί τέσσερα άλμπουμ (με σειρά το “Hypnotique”, το “Afro-Desia”, το “Exotica III” και το “Quiet Village”), όλα επιτυχημένα. Eίχαν βεβαίως προηγηθεί, πέραν του αρχικού “Exotica”, το “Exotica II” (7/1957), το “Forbidden Island” (1958) και το “Primitiva” (1958), τα οποία και σε στερεοφωνική πλέον version, «ανακαλύπτονται» από ένα ευρύτερο κοινό, το οποίο πέραν του χαβανέζικου προσανατολισμού της εποχής – ας μην ξεχνάμε και τη συμβολή του Elvis, που είχε επισκεφθεί την Χαβάη ήδη από το 1957, τις ταινίες θα τις γύριζε αργότερα – επιζητούσε μέσω των μουσικών του Denny (και βεβαίως των Baxter και Lyman) μία ευκαιρία να «χαθεί» σ’ έναν μακρινό, εξωτικό κόσμο, ικανό να θεραπεύσει όχι μόνον τη μεταπολεμική μελαγχολία, αλλά κυρίως τον υποτιθέμενο «κόκκινο κίνδυνο», πάνω στον οποίον είχε οικοδομηθεί το ψυχροπολεμικό status.
Και τα οκτώ fifties άλμπουμ του Martin Denny έχουν επανακυκλοφορήσει από τη βρετανική εταιρία Rev-Ola, και μάλιστα σε περιποιημένες εκδόσεις. Και δεν εννοώ το digipak cover, το οποίο προσωπικώς με αφήνει αδιάφορο, αλλά την ταυτόχρονη καταγραφή της μονοφωνικής και της στερεοφωνικής κόπιας και ακόμη την ανατύπωση των original back covers, με διαθέσιμες όλες τις παλιές πληροφορίες. Για τρία απ’ αυτά τα άλμπουμ λέω λίγα λόγια στη συνέχεια.
Martin Denny: Forbidden Island (Liberty/ Rev-Ola)
Ηχογραφημένο στο Roosevelt High School Auditorium της Honolulu το 1958, το “Forbidden Island” ήταν το τρίτο LP του Martin Denny και το πρώτο με την καινούρια line-up, μετά την αποχώρηση του Arthur Lyman. Ακόμη, εκείνο με τις περισσότερες original συνθέσεις (πέντε συνολικώς), που δίνουν και το ιδιαίτερο χρώμα στο άλμπουμ. Οι τίτλοι τους: Cobra, Exotica, Goony birds, Primitiva και Forbidden island. Πέραν των βασικών μελών (Martin Denny πιάνο, celeste, August Colon latin instruments, εφέ, Julius Wechter, vibes, μαρίμπα, ξυλόφωνο, Harvey Ragsdale μπάσο) στo session πήραν μέρος τέσσερις ακόμη μουσικοί (Lew Paino κρουστά, Will Brady φλάουτο, Bud Lee κιθάρα, samisen, Mike Garcia conga), προσφέροντας έτσι, όλοι μαζί, έναν ακόμη πιο «πλούσιο» ήχο, μετατρέποντας το “Forbidden Island” σε κάτι σαν... αγχωτικό OST. Οι «ιδέες» και τα εφέ είναι δοκιμασμένα στην πράξη και εξαιρετικώς λειτουργικά, ενώ κομμάτια όπως τα “Exotica” και “Goony birds” ακούγονται περισσότερο ως avant πειράματα, παρά ως μουσική για «εύκολη χρήση». Το πνεύμα του Baxter πάντως ανιχνεύεται κι εδώ. Είτε μέσα από διασκευές (“Sim Sim”), είτε μέσω πρωτότυπων συνθέσεων (η jungle ατμόσφαιρα του “Primitiva”).
Μartin Denny: Afro-Desia (Liberty/ Rev-Ola)
Στο έκτο άλμπουμ του ο Martin Denny επιχειρεί να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή για τη μουσική της Αφρικής. Ακούγεται αστείο. Και βεβαίως υπερφίαλο. Ο Denny όμως ξεκαθαρίζει τα πράγματα (και) για να μην του την «πέσουνε» οι πάσης φύσεως ειδήμονες. Στο site της space age pop διαβάζουμε: «Δεν μ’ ενδιαφέρει να κάνω ή να αναπαραστήσω την αφρικανική μουσική. Το μόνο που θέλω να καταγράψω είναι το πώς θα μπορούσε να ηχεί εκείνη με βάση τα δικά μου γούστα». Τα περισσότερα από τα θέματα του “Afro-Desia” είναι διασκευές συνθέσεων των Ernesto Lecuona, Ary Barroso, Les Baxter, Ralph Rainger κ.ά., το “Tsetse fly” όμως, που είναι δικό του και ανοίγει το άλμπουμ, φανερώνει την πορεία που θα ακολουθηθεί. Ένας εφετζίδικος... rhythm in orgy. Στο ίδιο πλαίσιο και η συναρπαστική εκδοχή του “Cubano chant” του Ray Bryant, με την αναντίρρητη θετική συμβολή στα φωνητικά των Randy Van Horne Singers.
Μartin Denny: Exotica Vol. III (Rev-Ola)
Λίγο μετά το “Afro-Desia” (πάντα μέσα στο 1959) το τρίτο “Exotica” θα βρεθεί στις βιτρίνες. Είναι το πιο χαλαρό από τα τρία... και κάπου διαπιστώνεται – εκ των υστέρων το λέμε – η μελλοντική πορεία που θα ακολουθούσε ο Denny, στα χρόνια του ’60 πια, με τα περισσότερο «απονευρωμένα» άλμπουμ. Την σταδιακή απομάκρυνσή του δηλαδή από τον Tiki ήχο. Η άποψή του για το “Caravan” έχει νόημα κυρίως γιατί δημιουργεί μία cool πρωτο-ethnic ατμόσφαιρα. Αλλά και με κομμάτια όπως τo “Manila” (ένα βαλσάκι που θα μπορούσε να το χορεύει η Καρέζη με τον Μπάρκουλη την ίδια εποχή) ή το “Congo train” ο αμερικανός μουσικός δείχνει, απλώς, ότι ποτέ δεν τον ενδιέφεραν στην ουσία τα αποτελέσματα, αλλά μόνον οι αφορμές.

Η «περίοδος πτώσης» του Martin Denny θα μπορούσε να πούμε πως ξεκινά με την αποχώρηση από το γκρουπ του Julius Wechter, το 1964, και την ίδρυση των Baja Marimba Band (έγραψαν καλά άλμπουμ για την Α&Μ). Παρ’ ότι δεν είχε ιδιαίτερες επιτυχίες στην πορεία θα παραμείνει στην Liberty μέχρι τα τέλη της δεκαετίας, πριν «χαθεί», μαζί με τη μουσική του, στα δύσκολα seventies. Το 1985, όπως γράψαμε και στην αρχή, θα ξανασχηματίσει το κουαρτέτο, θα περιοδεύσει και θα ηχογραφήσει και βεβαίως, θα προλάβει, στην δεκαετία του ’90 πια, να δει τις παλιές του μουσικές να ξεπερνούν το cult status και να γίνονται παγκόσμια pop σύμβολα.
Ο Martin Denny θα πεθάνει (στη Χαβάη) το 2005, σε ηλικία 94 ετών.Photos:
http://www.themartindennyblog.blogspot.com/
http://www.danacountryman.com/Denny/Denny1.html
http://flickr.com/photos/7809768@N08/2430005403/
http://flickr.com/photos/68908288@N00/339606441/
Πηγές
1. Dylan Jones: The Lexicon of Lounge, εκδ. Pavilion, London, 1997
2.
www.the.honoluluadvertiser.com, το άρθρο του Wayne Harada “Martin Denny – The Sound of Exotica”
3. The Wire, issue 174, August 98 (το άρθρο του Ken Hollings “Apocalypse, Hawaiian style”)
4. Record Collector No.174, February 1994 (το άρθρο του Peter Wyngarde “Collecting Exotica”, γύρω από το τι θεωρούσαν το ’94 οι Εγγλέζοι ως ‘exotica’ – προς αποφυγήν...)
5.
www.tralfaz-archives.com/coverart/D/denny/denny.html (site με εξώφυλλα - χρήσιμο)
6.
www.spaceagepop.com (το καλύτερο επίτομο site για το ευρύτερο lounge)
7. Ολίγος David Toop από τη δική του “Exotica”, εκδ. Serpent’s Tail, London, 1999