Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα catalogue. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα catalogue. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Ιουλίου 2024

“The Private Right”: η ταινία του ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑ, από το 1966, γύρω από την αγγλική αποικιοκρατία στην Κύπρο και τις επιπτώσεις της – Ένα δράμα που είχε ιδιαίτερη μουσική, γραμμένη από τον ΝΙΚΟ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗ

Την ταινία The Private Right (1966), του ελληνοκύπριου σκηνοθέτη Μιχάλη Παπά (Michael Papas), την ανακάλυψα, πριν από πολλά χρόνια, μέσω της μουσικής της. Ήταν ένα κομμάτι από το σάουντρακ, που είχε τίτλο The party, γραμμένο από τον Νίκο Μαμαγκάκη και το οποίο ακουγόταν στην πολύ καλή βρετανική συλλογή The Thriller Memorandum, Volume 2” [r.p.m, 1996].
Στο CD ανθολογούνταν έξοχα και γενικώς σπάνια groovy κομμάτια των Ken Woodman, Tony Hatch, Jacques Denjean, Ingfried Hoffmann, Mark Wirtz, Basil Kirchin και άλλων, συντεθειμένα τα περισσότερα για επισκιασμένες ταινίες, βασικά για ποικίλων ειδών θρίλερ (αστυνομικά, δικαστικά, κατασκοπικά, πολεμικά κ.ά.) της περιόδου 1962-72 – με τη συλλογή να ανοίγει, κατά κάποιο τρόπο, το δρόμο για τις δεκάδες ανάλογες που θα ακολουθούσαν. Δεν λέω πως η “Τhriller Μemorandum” ήταν η πρώτη συλλογή, που θα έπραττε κάτι τέτοιο, αλλά εν πάση περιπτώσει ήταν ανάμεσα σ’ εκείνες που θα έκαναν την αρχή – με το κομμάτι του Νίκου Μαμαγκάκη (τέταρτο στο track list από τα είκοσι τέσσερα συνολικά) να τιμά, οπωσδήποτε, και τον ίδιο, και αυτή την άγνωστη ελληνοκυπριακή / βρετανική παραγωγή.
Τη συλλογή “
The Thriller Memorandum” την είχα αγοράσει κάποια στιγμή στην αρχή των 00s, όταν την είχε φέρει στην Ελλάδα η Hitch-Hyke, κι ας είχα ήδη μερικά από τα κομμάτια της στις original φόρμες, με πρώτο όλων το “Party” του Νίκου Μαμαγκάκη – αφού το 45άρι The theme from thePrivate Right’ / Party [UK. Fontana, 1967] το είχα αγοράσει περί τo μέσο της δεκαετίας του ’90 από έναν βρετανικό κατάλογο, τον “Movie Boulevard”, από το Λιντς. Ο κατάλογος ειδικευόταν σε βιντεοκασέτες και σε δίσκους (LP και 45άρια) και γενικώς είχε αρκετά καλές τιμές. Για παράδειγμα μπορούσες να βρεις (στις 45 στροφές) την “Aphrodite” του Γιώργου Κοτσώνη με 3,5 λίρες, τις ιαπωνικές εκδόσεις των “Vous intéressez-vous à la chose?” του Γιάννη Σπανού, “Girls in the sun” του Σταύρου Ξαρχάκου και “Blue” του Μάνου Χατζιδάκι με 10,5 λίρες και άλλα διάφορα.
Το “The theme from the ‘Private Right’”, η πρώτη πλευρά του δίσκου, ήταν ένα χασάπικο (με μπουζούκι) στο στυλ των αναλόγων του Σταύρου Ξαρχάκου, αλλά το “Party” στην πίσω πλευρά ήταν ένα moody οργανικό με harpsichord, μπάσο, ντραμς σαντούρι και ωραία bluesy γεμίσματα στην ηλεκτρική κιθάρα, που έδειχνε, συν τοις άλλοις, τη γνωστή τέλος πάντων άνεση του Νίκου Μαμαγκάκη να κινείται και σε πιο μοντέρνους δρόμους, παράλληλα με τους λαϊκούς ή τους avant.
Φυσικά και τα δύο tracks ήταν ηχογραφημένα στην Ελλάδα (από τον Γιάννη Σμυρναίο), με το δισκάκι, εκτός από τη Βρετανία, να τυπώνεται και στις ΗΠΑ, από κάποια True Love Records, περνώντας απαρατήρητο στην εποχή του. Μα και τώρα ακόμη παραμένει ένα αληθινά obscure gem.
Ποιος ήταν / είναι, όμως, ο σκηνοθέτης Μιχάλης Παπάς; Πηγαίνουμε στο σάιτ του, για να δούμε κάποια πρώτα στοιχεία από το βιογραφικό του:
«Ο Μιχάλης Παπάς είναι ένας ελληνοκύπριος ανεξάρτητος σκηνοθέτης, που εργάζεται στην Αγγλία και την Κύπρο. Γεννημένος στη Λευκωσία, φοίτησε στο αξιοσέβαστο Αγγλικό Σχολείο της πόλης και ως μαθητής, στα ταραγμένα χρόνια 1955-59, θα ζούσε από πρώτο χέρι τον απελευθερωτικό αγώνα ενάντια στη βρετανική αποικιοκρατία. Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα στη Σχολή Κινηματογράφου του Λονδίνου και το 1966 θα έκανε το ντεμπούτο του, με μια ταινία μεγάλου μήκους ως παραγωγός-σεναριογράφος-σκηνοθέτης, την πολιτικά αμφιλεγόμενη, αλλά αναγνωρισμένη από τους κριτικούς “The Private Right” –της πρώτης πραγματικά ανεξάρτητης ταινίας, που θα γινόταν ποτέ στο Ηνωμένο Βασίλειο–, που θα αποτελούσε την βρετανική επιλογή για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου και η οποία θα προβαλλόταν στην πορεία και σε άλλα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ».
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/cinema/private-right-i-tainia-toy-mihali-papa-gia-tin-aggliki-apoikiokratia-stin-kypro-kai

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2024

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 583

26/6/2024
Αυτό το θρυλικό τζαζ-προγκρέσιβ φεστιβάλ, στη Νανσύ της Γαλλίας, τον Οκτώβριο του ’75, το αναφέρω εμμέσως πλην σαφώς και στο νέο «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία.
Στη σκηνή του θα βρισκόταν ένας Έλληνας να παίζει ντραμς, ο Χρήστος Στασινόπουλος (από Ρουθ, Axis κ.λπ.) ως μέλος της Utopic Sporadic Orchestra (υπό τον Janik Top, μπασίστα των Magma) (βλ. στη σελίδα 145), ενώ ένας άλλος Έλληνας θα βρισκόταν από κάτω, ανάμεσα στον κόσμο, και θα έγραφε ανταπόκριση (σ’ αυτό το τελευταίο, όμως, θα αναφερθώ άλλη φορά).

26/6/2024
Η κατάρα των μητσοτακικών καλοκαιριών δεν είναι η ζέστη και ο αέρας, αλλά το ότι τα φρούτα, ακόμη και στις λαϊκές, είναι απλησίαστα. Θα πρέπει να έρθει 15αύγουστος για να φάμε καρπούζι, κεράσι και πεπόνι σε τιμές, που να μην υποτιμούν τη νοημοσύνη και την τσέπη μας.

26/6/2024
Είχε κλείσει προ πολλού...

25/6/2024
ΒΑΙΝΟΜΕΝ ΟΛΟΤΑΧΩΣ ΠΡΟΣ ΓΕΝΙΚΗΝ ΜΑΣΤΟΥΡΟΠΟΙΗΣΙΝ...
O Καραγάτσης δεν ήταν μόνο συγγραφέας ήταν και δημοσιογράφος. Και πολλά δημοσιογραφικά κείμενά του έχουν μεγάλη αξία σήμερα, γιατί είναι ρεπορταζιακά και περιγράφουν παλιές, και γιατί όχι μυθικές καταστάσεις.
Μετά τον πόλεμο γίνεται χαμός με το ρεμπέτικο, που μετασχηματίζεται σταδιακά σε «λαϊκό τραγούδι». Οι Τζιτζιφιές ήταν ο τόπος, που συνέβαιναν όλα. Εκεί όπου εύρισκαν χώρο για να δράσουν όλοι οι προπολεμικοί ρεμπέτες (Μάρκος, Παπαϊωάννου...), καθώς και όσοι θα εμφανίζονταν μέσα στα χρόνια του πολέμου (Μητσάκης κ.λπ.). Ο Καραγάτσης έχει μυριστεί τι παίζει και πηγαίνει στις Τζιτζιφιές, αυτός, ένας αστός, να περιγράψει εκείνο που βλέπει.
Και δεν του πάει καθόλου το ρεμπέτικο... ούτε στο μάτι ούτε στο αυτί. Είναι είρωνας, βιτριολικός, αλλά γράφει και με μια φοβερή οξυδέρκεια, που κανονικά θα έπρεπε να τη ζηλεύουν διάφοροι σημερινοί λαπάδες των πληκτρολογίων.
[«Βραδυνή», 1946, ένα απόσπασμα]
[από το βιβλίο σε επιμέλεια Κώστα Βλησίδη "Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929-1959)" Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2006]

25/6/2024
Και αυτό, και άλλα ντοκουμέντα από τη μεγάλη, δηλαδή την πιο μεγάλη εποχή του ελληνικού ροκ, θα τα βρεις στη νέα έκδοση του "Ραντεβού στο Κύτταρο" [Όγδοο, 2024], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία...

24/6/2024
>>Πάντως κινηματογράφο δεν έβλεπα. Δεν με ενδιαφέρει. Έχω να πάω κινηματογράφο τριάντα ή σαράντα χρόνια (σ.σ. σωστός!). Η μουσική ολοκληρωνόταν μέσα σε δέκα μέρες. Και με τι συνθήκες! Μας φωνάζανε τελευταία στιγμή και βλέπαμε τις εικόνες στη μουβιόλα. «Σε δέκα μέρες πρεμιέρα στον τάδε κινηματογράφο». Υπάρχουν περιπτώσεις που έφτιαξα μία μουσική για δύο ταινίες και ο σκηνοθέτης την χρησιμοποίησε σε άλλες τρεις ή τέσσερις. Μου έλεγε «φτιάξε τίτλους», ή οτιδήποτε άλλο, και μετά τα χρησιμοποιούσε, χωρίς να με φωνάξει για να δούμε τι θα βάλουμε και που… Όμως με όλα αυτά αποκτούσα εμπειρία και ταχύτητα. Όταν εξελίχθηκα και έφτασα σ’ ένα σημείο, σταμάτησαν να με ζητάνε. Είχαν ανακαλύψει κάτι κυρίες που με το ένα δάχτυλο στα άσπρα πλήκτρα γράφανε κάτι βαλσάκια και υποτίθεται γράφανε σε στυλ Νίνο Ρότα, άλλο βέβαια που ο Νίνο Ρότα έχει γράψει και κοντσέρτα… Αυτή είναι η γνωστή ελληνική κατάντια<<
[Ο τεράστιος και αγνοημένος συνθέτης και δάσκαλος της μουσικής Κώστας Κλάββας. Τώρα σε ποιες «κυρίες» αναφέρεται είναι... τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια]

24/6/2024
Αν υπάρχει ένα συγκρότημα για το οποίο έχω γράψει τα περισσότερα αρνητικά ποστ εδώ μέσα αυτό είναι οι Kraftwerk. Και χοντρικά συμφωνώ μ’ αυτά που γράφονταν, ήδη από τα mid-70s, από τον Αργύρη... Εδώ έχουμε κάνσελ φυσικά, αλλά σε πρώτο χρόνο, που έχει και την πιο μεγάλη αξία...
[Δεν θυμάμαι αν έχω συναντήσει σε πιο παλιό ελληνικό κείμενο τη λέξη krautrock]
[γράφτηκαν παρά ένα πεντήκοντα σχόλια - δεν νομίζω να υπάρχει λόγος για περισσότερα - τα κλείνω]

23/6/2024
Από τους καλύτερους φολκ-ροκ τραγουδοποιούς μας διαχρονικά. Όποιος δεν τον ξέρει να ψάξει να δει τι έχει ηχογραφήσει τα τελευταία 30 χρόνια...
[προσεχώς και για το πιο νέο άλμπουμ του]
https://www.youtube.com/watch?v=gh1oHFCF6Mo

23/6/2024
Έχω γράψει δύο φορές για παλιά φονικά – τη μία για τους Κοεμτζήδες, ένα κείμενο που είχε διαβαστεί από δεκάδες χιλιάδες, να μην πω εκατοντάδες και το άλλο με αφορμή την ταινία «Έγκλημα στο Καβούρι», όταν αναφέρθηκα στο φόνο της Ανν Ντόροθυ Τσάπμαν κ.λπ. Και τις δύο φορές η Τέχνη καθοδηγούσε τα κείμενά μου, το τραγούδι του Σαββόπουλου, η ποίηση της Γώγου, η ταινία του Καραγιάννη – δεν ένοιωθα, ούτε θα νοιώσω ποτέ καμία έλξη για το έγκλημα ως έγκλημα.
Δεν μου αρέσει να ασχολούμαι με μαυρίλες. Είναι που είναι μαύρη η ζωή μας, με λίγες φωτεινές εκλάμψεις, είναι που διαβάζουμε όλα αυτά που διαβάζουμε κάθε μέρα... θέλω να γράφω μόνο για πράγματα, που ν’ αφήνουν θετικά vibes στον κόσμο.
Φαίνεται λοιπόν πως δεν μας φτάνουν όλα αυτά τα φρικώδη, που γίνονται συνεχώς πρωτοσέλιδα, έχουμε κι αυτή την αμερικανόφερτη ανοησία να γίνονται θέματα ξεχασμένα φονικά, ακόμη και 100 ετών παλιά!
Δεν μπορώ να καταλάβω τι ζόρια τραβάνε οι άνθρωποι, και τι βρίσκουν στο να γράφουν και να διαβάζουν για εγκληματικά γεγονότα, καταγραμμένα ψυχρά και βασικά αδιάσταλτα από τη θεραπευτική ματιά της Τέχνης.
Φτάνει πια με το κακό ρε. Αν σας αρέσει να ανασκαλεύετε το παρελθόν υπάρχουν χιλιάδες πράγματα, που μπορείτε να προβάλλετε και τα οποία να αφήνουν θετικό πρόσημο στο σήμερα (δείτε το προηγούμενο ποστ μου). Που να κάνουν τον κόσμο να ευφρανθεί λιγάκι. Μην μετατρέπετε τη ζωή μας, συνεχώς, σε προθάλαμο της Κόλασης.

21/6/2024
Τον Τουρνά τον ανακάλυψα πριν από το μέσο του ’70 από τα κορίτσια της γειτονιάς μου. Καθότι ήμουν «περιοδικάκιας» από γεννησιμιού μου ξεφύλλιζα οτιδήποτε έπεφτε στην αντίληψή μου, και φυσικά Μανίνες και Κατερίνες, που τον είχαν πολλές φορές στα εξώφυλλά τους.
Θυμάμαι ολοκάθαρα την εποχή των «Αστρόνειρων» (1973) με κάποιο απ’ αυτά τα περιοδικά να δημοσιεύει κάτι απίστευτες έγχρωμες φωτογραφίες του – με τον Τουρνά να φοράει ψηλές ασημένιες μπότες, μακιγιαρισμένος με γκλίτερ και τέτοια.
Φυσικά, τον άκουγα και από το ραδιόφωνο εκείνη την εποχή – και με τραγούδια σαν το «Ο πιο καλός τραγουδιστής» ανατριχιάζω ακόμη και σήμερα.
Τον έχω δει και live φυσικά τον Τουρνά, και τελευταία φορά πριν από 2-3 χρόνια, ενώ έχω γράψει πολλές φορές κείμενα για τους καλύτερους δίσκους του (τους οποίους, βασικά, τους θάβανε στην εποχή τους). Αν δεν έχετε διαβάσει κριτικές για το θαυμάσιο «Κυρίες & Κύριοι», ας πούμε, τότε δεν ξέρετε τίποτα επί του θέματος.
Ο Τουρνάς με απασχολεί, εννοείται, και στο νέο «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024] από την εποχή των Teenagers και των Poll, και βεβαίως των προσωπικών δίσκων του, έως και το 1977... Μπαίνει κάπως κι ένα τέτοιο όριο...

21/6/2024
Για Μαργαρίτη δεν τρελαίνομαι πια, αλλά για Ρεπάνη πεθαίνω κάθε ξημέρωμα. Τι τραγούδια είχε γράψει ο άνθρωπος!
https://www.youtube.com/watch?v=wmKD7dtHr1s

21/6/2024
Ποιος ήταν ο Άγγλος Johnny Carr; Ποιοι ήταν οι Zoo; Τι δουλειά έχει ένα ξένο συγκρότημα σ’ ένα βιβλίο για το ελληνικό ροκ;
Και για τους Zoo θα διαβάσεις στο «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], στη σελίδα 269...

20/6/2024
Για όλες τις παλιοσειρές του krautrock. Για όσους και όσες αγόραζαν Jazz & Τζαζ στη δεκαετία του '90 και διάβαζαν τα κείμενα που έγραφα, εκεί, για το kraut.
Και όποιοι-ες βρουν τους δίσκους που κρύβονται στο εξώφυλλο αυτού του ιστορικού mail-order, από τη Νορβηγία, έχουν και τους έξτρα χαιρετισμούς μου...

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ party

Το απόγευμα στο Athens A Go Go συνάντησα τον mr.z (του blog naked sides) και στο λέγε-λέγε, ανάμεσα σε άλλα, θυμηθήκαμε και το “Party” του Νίκου Μαμαγκάκη. Γι’ αυτό το κομμάτι είχα κάνει μιαν ανάρτηση λίγο μετά το ξεκίνημα τού on line δισκορυχείου, όταν στο blog έμπαιναν και διάβαζαν λίγα άτομα. Με αφορμή λοιπόν την κουβέντα κι επειδή η παλαιά ανάρτηση δεν έχει επισκεψιμότητα (ποιος και γιατί να πατήσει δισκορυχείον, party και Νίκος Μαμαγκάκης;) την επαναφέρω στο προσκήνιο με κάποια επιπλέον στοιχεία και φωτογραφίες.
Ας ξαναπώ λοιπόν πως το “Party” το έμαθε και το άκουσε ο κόσμος από την παλαιά βρετανική συλλογή “The Thriller Memorandum, volume 2” [r.p.m, 1996], ένα CD με εξαιρετικά groovy κομμάτια των Ken Woodman, Tony Hatch, Jacques Denjean, Ingfried Hoffmann, Mark Wirtz, Basil Kirchin και άλλων, συντεθιμένα τα περισσότερα για επισκιασμένα thrillers (αστυνομικά, δικαστικά, πολεμικά κ.ά.) της περιόδου 1962-72, ανοίγοντας κατά κάποιον τρόπο το δρόμο για τις δεκάδες ανάλογες συλλογές που θα επακολουθούσαν. (Δεν λέω πως η “thriller memorandum” ήταν η πρώτη του είδους, αλλά εν πάση περιπτώσει ήταν από εκείνες που άνοιξαν το χορό). Το κομμάτι του Νίκου Μαμαγκάκη (τέταρτο στο track list από τα είκοσι τέσσερα) τιμά οπωσδήποτε και τον ίδιο και την… groovy/lounge χώρα.
Την “Thriller Memorandum” την αγόρασα κάποια στιγμή στις αρχές των 00s, όταν την εισήγαγε η Hitch-Hyke, κι ας είχα ήδη μερικά από τα κομμάτια της στις original φόρμες· πρώτο όλων φυσικά το “Party” του Νίκου Μαμαγκάκη… Το 45άρι “The theme from the ‘Private Right’/ Party” [UK. Fontana TF 894, 1967] το είχα αγοράσει περί τα μέσα της δεκαετίας του ’90 από έναν βρετανικό κατάλογο, τον Movie Boulevard που είχε ως έδρα του το Leeds. Ο κατάλογος ειδικευόταν σε βιντεοκασέτες και σε δίσκους (LP και 45άρια) και γενικώς είχε καλές τιμές. Για παράδειγμα μπορούσες να βρεις (στις 45 στροφές) την “Aphrodite” του Γιώργου Κοτσώνη με 3,5 λίρες (τότε 1350 δραχμές), τις ιαπωνικές εκδόσεις των “Vous interessez vous a la chose” του Γιάννη Σπανού, “Girls in the sun” του Σταύρου Ξαρχάκου και “Blue” του Μάνου Χατζιδάκι με 10.50 λίρες (4100 δραχμές) και άλλα διάφορα.To “The theme from the ‘Private Right’” ήταν ένα χασάπικο (με μπουζούκι) στο στυλ των αναλόγων του Θεοδωράκη και του Ξαρχάκου, αλλά το “Party” στην πίσω πλευρά ήταν ένα moody οργανικό με σαντούρι, harpsichord και ωραία γεμίσματα στην ηλεκτρική κιθάρα, που έδειχνε, συν τοις άλλοις, τη γνωστή άνεση του έλληνα συνθέτη να κινείται σε... μοντέρνους δρόμους, παραλλήλως με τους λαϊκούς ή τους avant. Και τα δύο tracks (ηχογραφημένα από τον Γιάννη Σμυρναίο) προέρχονταν από το soundtrack μιας βρετανο-κυπριακής παραγωγής υπό τον τίτλο “The Private Right”, σκηνοθετημένη από κάποιον Michael Papas. Πρωταγωνιστούσαν δε σ’ αυτήν κύπριοι και βρετανοί ηθοποιοί (Δημήτρης Ανδρέας, Γιώργος Κάφκαρης, Χρήστος Δημητρίου, Charlotte Selwyn, John Brogan, Joanna Farber, Λάκης Σιδεράς, Τάκης Θεοφάνους...). Πριν κάμποσα χρόνια είχα βρει μάλιστα κι ένα διαφημιστικό 8πτυχο, με ωραίες φωτογραφίες από το φιλμ –κάποιες τις βλέπετε– και άλλες πληροφορίες. Μεταφέρω κάτι...Το στόρι κεντράρει στον Μίνωα Ηλία ελληνοκύπριο αγωνιστή της ΕΟΚΑ, ο οποίος προδίδεται από έναν συμπατριώτη του, τον Τάσσο Φάντη, που συνεργάζεται με τους Εγγλέζους. Ακολουθεί μάχη. Ο Ηλίας πιάνεται και βασανίζεται από τον Φάντη, που παίρνει εντολές από τους άγγλους αξιωματικούς. Η ανεξαρτησία έρχεται στο νησί. Ο Φάντης το σκάει στο Λονδίνο, για να αποφύγει την κυπριακή δικαιοσύνη, αλλά ο Ηλίας τον ακολουθεί, ψάχνοντάς τον στην τοπική κοινότητα, στα café, τα clubs και τα ρεστοράν του Λονδίνου. Κάποια στιγμή τον εντοπίζει σ’ ένα party... Tα υπόλοιπα επί της οθόνης, που θα ’λεγε κι ο... Μπακογιαννόπουλος. Η ταινία (που είναι παραγωγής 1966 και όχι 1968 όπως γράφει ο imdb.com) προκάλεσε ντόρο στην εποχή της (στη Μεγάλη Βρετανία)· κυρίως, γιατί θεωρήθηκε απαράδεκτο βρετανικά κεφάλαια να επενδύονται σε φιλμ, που έδειχνε εντόπιους στρατιωτικούς να διατάζουν βασανιστήρια. (Σιγά, τους χαλάσαμε τη διαγωγή…). Παρά ταύτα η ταινία θα προβληθεί στο τότε London Film Festival, κάνοντας όμως... χαμηλή πτήση.
Το “Party” το είχε ανεβάσει παλαιότερα ο mr.z και μπορείτε να το ακούσετε από εδώ... http://www.divshare.com/download/10200851-26c

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

LITTLE WING OF REFUGEES

Ο τίτλος εγείρει αναμνήσεις· κατ’ αρχάς στους fans του progressive rock και όλων των παραφυάδων του. Ένα label κι ένα mail order, ένας κατάλογος, η Little Wing of Refugees (LWoR) από την Regensburg της παλαιάς Δυτικής Γερμανίας (από ’κει ξεκίνησε, αργότερα πήγε στην Kastl), που είχε ισχυρή παρουσία τουλάχιστον για μια δεκαετία στις… τσέπες και τις καρδιές των μουσικόφιλων.Ειδικευμένη από το 1981 στις αυθεντικές εκδόσεις βινυλίων της περιόδου 1963-1977, σχεδόν από κάθε γωνιά του κόσμου, η LWoR θα προβεί το 1988 (και) στη δημιουργία μιας ετικέτας, στην οποία, μέσα σε δέκα χρόνια, θα τυπωθούν καμιά 30αριά LP (και ολίγα CD), αναντίρρητα φετίχ (ως τίτλοι τουλάχιστον) των απανταχού rock δισκοθηκών. Άλμπουμ, τα οποία ήταν, είναι και θα παραμείνουν πανάκριβα στις original εκδόσεις τους και τα οποία αναπαράγονταν με προφανή λατρεία. Οι άνθρωποι της LWoR τύπωναν φυσικά σε παρθένα βινύλια (από τότε), χρησιμοποιούσαν τα καλύτερα μηχανήματα αναπαραγωγής, προσφέροντας, εν τέλει, εγγραφές τις οποίες μόνον οι Ιάπωνες συναγωνίζονταν (συνήθως). Αν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να με κάνει να γκρινιάξω, τούτο θ’ αφορούσε μόνο στην αρτίστικη πλευρά των εξωφύλλων, τα sleeve concepts. Δεν ήταν του γούστου μου. Και όχι γιατί δεν αναπαράγονταν τα original covers – τούτο ήταν το λιγότερο –, αλλά γιατί τα καινούρια (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) ήταν «ψυχρά». Ήταν κάπως… Ένας φίλος, μάλιστα, δεν μπορούσε ούτε να τα βλέπει. Κι εμένα δεν μου άρεσαν, αλλά όχι έως εκεί. Εδώ αγοράζω σκέτους δίσκους (χωρίς εξώφυλλο εννοώ), εκεί θα κόλλαγα…Κοιτάζοντας, τώρα, τον κατάλογο της LWoR από το rate your music (http://is.gd/4BlCLJ) σκέφθομαι πως το καλύτερο LP που πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν στην περίπου δεκαετή εκδοτική τους δραστηριότητα οι Γερμανοί ήταν το “Weiss der Teufel” των Rufus Zuphall. Δεν επρόκειτο μόνο για killer άλμπουμ, αλλά είχε και μιαν εγγραφή, που ηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου σαν τις… σάλπιγγες της Ιεριχούς. Δε θέλω, φυσικά, να υποτιμήσω το καταπληκτικό “Tips Zum Selbstmord” των Necronomicon, που το ευχαριστήθηκα στην once in a lifetime επανέκδοση της Amber Soundroom, το 2005 – γιατί η LWoR το είχε δώσει αρχικώς ως μέρος του 4πλού πακέτου “Vier Kapitel”, που ήταν πανάκριβο –, αλλά δίσκους σαν εκείνο τον πρώτο των Rufus Zuphall δεν ξανάβγαλε· παρότι θα έβαζα επίσης πολύ ψηλά και το “Assassin” των Pinnacle. Να το πω και το επόμενο· ή μάλλον να το μεταφέρω.
Οι Rufus Zuphall είχαν για έδρα το Aachen. Στην ίδια πόλη, δίπλα στα σύνορα με το Βέλγιο και την Ολλανδία, τότε, το 1972, είχε βρεθεί και ο Νίκος Παπάζογλου με το συγκρότημα Ζηλωτής. Είχα διαβάσει παλαιά στον Ήχο (πρέπει να ήταν περί τα μέσα του ’80, ίσως και λίγο πιο μετά) πως ο Παπάζογλου γνώριζε τους Rufus Zuphall – το έλεγε ο ίδιος – έχοντας βρεθεί, κιόλας, στην ίδια σκηνή μ’ εκείνους. (Πρέπει να κάνω γερή ανασκαφή, για να βρω το τεύχος και για να μεταφέρω επακριβώς τα λόγια του).Η LWoR, όπως ανέφερα και πιο πάνω, εκτός από τις παραγωγές διαχειριζόταν κι ένα από τα καλύτερα mail orders της εποχής. Ο πρώτος κατάλογος που έπεσε στα χέρια μου προερχόταν από το 1990 (είναι αυτός ο μαύρος που βλέπετε πάνω) και είναι, ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα (του eΒay κ.λπ.), άλλο πράγμα. Ήταν χωρισμένος σε τέσσερα κεφάλαια (“Sixties”, “Rhythm n’ Blues”, “Seventies”, “Deutschrock”), με τις τιμές, σε γερμανικά μάρκα, να είναι συχνά απλησίαστες. Μπορούσε κάποιος να δει να πωλούνται απίστευτα άλμπουμ, τα οποία, ακόμη και ως τίτλοι, δεν έλεγαν τίποτα σε πολλούς από ’μας εκείνη την εποχή (αρκετά, τ’ ακούσαμε χρόνια αργότερα όταν επανεκδόθηκαν). Ουκ ολίγα, βεβαίως, έφευγαν μετά από δημοπρασία (γραπτές προσφορές δηλαδή, που έληγαν κάποια δεδομένη στιγμή), όπως το “Scolopendra” των Ιταλών Alluminogeni, το φερώνυμο των Ben, το “Just Another Diamond Day” της Vashti Bunyan, το “Three Parts to My Soul” των Dr.Z, τα LP των Ιαπώνων Flower Travelling Band, το “Io Come Io” των Rovescio della Medaglia μαζί με το βαρύ μετάλλιο, το “Burning Up Years” των Νεοζηλανδών Human Instinct, το φερώνυμο των επίσης Νεοζηλανδών Space Farm…
Με τον… Ειρηνικό η LWoR είχε αναπτύξει από νωρίς κάποιον ισχυρό δεσμό. Μάλιστα, αργότερα, απέκτησε και παράρτημα στην πόλη Mount Maunganui, στο βόρειο τμήμα της Βορείου Νήσου της Νέας Ζηλανδίας. Έτσι εξηγείται, δηλαδή, γιατί η γερμανική εταιρία επανεξέδιδε άλμπουμ διαφόρων σχημάτων από ’κει (Human Instinct, Space Farm, Farmyard, Billy T.K.’s Powerhouse) και βεβαίως για το πλήθος των σχετικών LP (από Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία), που εμφάνιζε στους καταλόγους της. Σ’ εκείνη τη λίστα του 1990, είχε δώσει μάλιστα και τη 12άδα με τα σπανιότερα αυστραλο-νεοζηλανδέζικα LP του rock… Να πω μόνον πως το “Just a Poor Boy” του Mike Furber, που φιγουράρει στην πρώτη θέση, το επανεξέδωσε σε CD η Radioactive πριν από λίγα χρόνια και μπορεί να βρίσκεται ακόμη στο κέντρο της Αθήνας με 5 ευρώ… Στον κατάλογο της LWoR μπορούσε να βρει κανείς δίσκους από πάμπολλες χώρες (κυρίως όμως από την Αμερική, τη Βρετανία και την Γερμανία) σε τιμές για όλα τα πορτοφόλια. Τα ακριβά ήταν ακριβά, αλλά υπήρχαν και δεκάδες άλμπουμ μέχρι τα 10-15 χιλιάρικα – που ήταν ένα ας το πούμε λογικό ποσό για τα nineties –, και τα οποία ήταν μάλλον δύσκολο να τα εντόπιζες στις ίδιες τιμές, την ίδιαν ώρα στην Αθήνα. Φυσικά, υπήρχαν και ελληνικά LP ανάμεσα. Οι Γερμανοί είχαν πληροφορηθεί για τους Socrates τουλάχιστον από το 1990-91, αφιερώνοντάς τους ολόκληρη σελίδα (κάτι που δεν το έκαναν για πολλά γκρουπ), και ακόμη για την Μαρίζα Κωχ, τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Εξαδάκτυλο, το «Ζωντανοί στο Κύτταρο», εννοείται για τους P.L.J Band, που έβγαιναν έξω από τα δικά τους χρονικά όρια, αλλά έδειχναν κατανόηση… Ο κατάλογος ήδη από τα τελευταία χρόνια των nineties είχε αρχίσει να φθίνει. Λιγότερες σελίδες (από 48, 44, μετά 40 και πιο μετά 36…), λιγότερα ενδιαφέροντα άλμπουμ. Περί τα μέσα του 2001 βγήκε η τελευταία τυπογραφημένη λίστα του Μικρού Φτερού των Προσφύγων με έγχρωμο εξώφυλλο (τη βλέπετε αριστερά), για να κλείσει οριστικά η ιστορία τον Απρίλιο του 2002 με μία… Α3 διπλωμένη φωτοτυπία. Είχα ρίξει κι εκεί, για τελευταία φορά, τον όβολό μου. Ολίγα ευρουδάκια για το “Places I Know” του Mike Cooper στην Dawn…
“Every thing must go”, όπως έγραψαν κι οι ίδιοι.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

MAJA DE RADO yu-folk

Άρχισα ν’ ακούω κάπως πιο συστηματικά γιουγκοσλαβικό folk και rock από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, έχοντας ως βάση τον κατάλογο “Yu Rock”, που εξέδιδε (και εξακολουθεί να εκδίδει) ο Γερμανός Thomas Werner, από την Erlangen αρχικώς και αργότερα τη Νυρεμβέργη. (Η πιο παλαιά δική του λίστα που ξέθαψα είναι η υπ’ αριθμόν 10, από τον Απρίλιο του ’95). Θυμάμαι, μάλιστα, πως η πρώτη μου παραγγελία αφορούσε σε τέσσερα CD, στο βαρύ πυροβολικό του γιουγκοσλαβικού 70s rock – Drugi Nacin, Korni Grupa, Time, Yu Grupa – τα οποία, τότε, έτσι μαζεμένα, δεν γινόταν να τα βρεις πουθενά αλλού. Φυσικά, δίσκους (LP και 45άρια) της RTB και της Jugoton είχα ήδη βρει στο Μοναστηράκι (Bijelo Dugme, Pro Arte, Leb i Sol, Smak, Bulldozer, Matt Collins, Igra Staklenih Perli και άλλα τινά), ενώ είχα αγοράσει και τα LP των Tako και των Igra Staklenih Perli, που είχε εκδώσει στις αρχές των 90s (1992) o ίδιος ο Thomas Werner, στο δικό του Kalemegdan Disk label. Ε, περνώντας τα χρόνια οι γνώσεις και τ’ ακούσματά μας γύρω από την… ηνωμένη γιουγκοσλαβική σκηνή προχώρησαν ακόμη περισσότερο, αν και πάντα θα υπάρχει κάποιος φίλος, που να προτείνει κάτι άγνωστο.
Προσφάτως έπεσε στα χέρια μου, μετά από ανταλλαγή (thanks Δημήτρη), ένα πειρατικό LP των Maja de Rado & Porodicna Manufaktura Crnog Hleba. Το άλμπουμ είχε τίτλο Stvaranje, είχε βγει στην εταιρία RTB, το 1974 και ξαναβγήκε το 2005 σε κάποια… Atlantide [02], αγνώστων λοιπών στοιχείων. Μάλιστα, οι πειρατές έσβησαν τα αρχικά RTB, μετατρέποντάς τα, όχι πολύ δύσκολα, σε… RIP! Οι Maja de Rado & Porodicna Manufaktura Crnog Hleba (το όνομα του γκρουπ, κάπως ελεύθερα μεταφρασμένο σημαίνει οικογενειακή επιχείρηση παρασκευής μαύρου ψωμιού) αποτελούνταν εκ των Maja De Rado κιθάρες, φωνή, Jugoslav Vlahovic κιθάρες, Slobodan Kuzmanovic κιθάρες, Petar Pavisic κοντραμπάσο, Branimir Malkoc φλάουτο, ενώ βοηθούσαν και άλλοι μουσικοί σε κρουστά, κιθάρες, φλάουτο, όργανο και βιολί. Όπως διαβάζω και στο prog archives, το γκρουπ σχηματίστηκε στο Βελιγράδι το 1968 και έμεινε στη ζωή μέχρι το 1975, ηχογραφώντας ένα LP και μερικά (τρία;) singles. Το υλικό πρέπει να είναι πολύ σπάνιο, καθότι δεν αναφέρεται καθόλου στο popsike, ενώ και στους καταλόγους τού Werner δεν εμφανίστηκε ποτέ το LP (τουλάχιστον στους καταλόγους που έχω εγώ στη διάθεσή μου – κι έχω καμιά 15αριά) αν και έσκασε κάποια στιγμή ένα single, το “Mudra mande/ Pitas me”, με τιμή 80 μάρκα (περίπου 40 ευρώ), τον Νοέμβριο του 2001.
Εκείνο που έχει σημασία να ειπωθεί είναι πως το άλμπουμ στέκει σε υψηλό επίπεδο, δείχνοντας το βάθος και τη δύναμη της παλαιάς γιουγκοσλαβικής σκηνής. Η Maja De Rado, γύρω από την οποία φαίνεται να συσπειρώνεται το γκρουπ, έχει στιβαρή, πέτρινη φωνή (μού φέρνει στο νου κάποιες φορές την Catherine Ribeiro), ενώ και τα παιξίματα των υπολοίπων, που διαπνέονται από έναν acid αέρα, φανερώνουν μουσικούς με δυνατότητες. Δύσκολο να πω αν συνέχισαν στο χώρο. Μόνο για τον Vlahovic υπάρχει η πληροφορία – όντως – πως σχεδίασε εξώφυλλα διαφόρων γκρουπ τα μετέπειτα χρόνια. (Έχει φτιάξει, ας πούμε, το ολίγον σούρεαλ γεωμετρικό cover των Tako, ή το cover των S Vremena Na Vreme, εκείνο όπου… το χέρι μιας κούκλας βγαίνει μέσα από το αντηχείο ενός κοντραμπάσου).
Κομμάτια όπως τα “Strah” (που μου αφήνει κάτι από το “Evening over rooftops” των Edgar Broughton Band), “Covjek I pas” και “Pa sto?” τοποθετούν τους Maja de Rado & Porodicna Manufaktura Crnog Hleba στην πρώτη γραμμή των αναλόγων σχημάτων των γιουγκοσλαβικών 70s (και λίγο 80s)· σχημάτων όπως οι Kladivo Konj In Voda, οι Galija, οι S Vremena Na Vreme, οι Sedmina και διάφοροι άλλοι, που επιχείρησαν να συνθέσουν έναν ηλεκτρικώς ενισχυόμενον ακουστικό ήχο, με σαφές… βάθος πεδίου. Ωραία πράγματα!

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

RECOMMENDED RECORDS mail order

Συνήθως έτσι γίνεται. Ψάχνεις για κάτι στο σπίτι και πέφτεις πάνω σε κάτι άλλο, που δεν το ψάχνεις, αλλά υπάρχει λόγος να το ανασύρεις. Ειδικώς, αν έχεις πράγματα ακόμη και πάνω απ’ το κεφάλι σου – όχι ατάκτως ερριμμένα (όχι σωρούς), αλλά έτσι τυχαίως τοποθετημένα, ώστε να είναι αδύνατον να θυμηθείς τι έχεις και σε ποιο σημείο ακριβώς –, κάθε απόπειρα «ανασκαφής» αποκλείεται να μη σε φέρει μπροστά κι από ένα τετελεσμένο. Βρήκα λοιπόν έναν παλιό κατάλογο πώλησης δίσκων (και βιβλίων) της Recommended Records, από το φθινόπωρο του ’87, ένα από τα πρώτα mail-orders, που έπεσαν ποτέ στα χέρια μου.Θα πρέπει να πω πως οι κατάλογοι, τα mail-orders, οι λίστες πώλησης δίσκων με συνόδεψαν, έντονα, για περισσότερο από μια δεκαετία. Οι παλαιότεροι ξέρουν για τι ακριβώς μιλάω. Ήταν η προ-internet εποχή, όταν μπορούσες να προσεγγίσεις δίσκους από το εξωτερικό (όντας σπίτι σου) με τα χίλια ζόρια. Ειδικώς στη δεκαετία του ’80 ήταν θρίλερ η αποστολή χρημάτων έξω (ποτέ δεν ήξερες πότε ακριβώς θα έφθαναν στον προορισμό τους, δια της νομίμου οδού), κι εν πάση περιπτώσει κάθε παραγγελία αποκτούσε αίφνης μία «χιτσκοκική» διάσταση, η οποία ενίοτε κατέληγε σε φιάσκο· ιδίως, αν αποφάσιζες να επιλέξεις… έτερες μεθόδους. Ή τα χρήματα δεν έφθαναν, ή έφθαναν λιγότερα, ή τα δέματα χάνονταν, ή έρχονταν ανοιγμένα κ.ο.κ. Γενικώς, ρουλέτα. Στη δεκαετία του ’90 τα πράγματα κάπως καλυτέρεψαν. Αλλά, όταν πλησίαζε η ώρα για να καλυτερέψουν έτι περισσότερο πλάκωσε το internet (ebay, gemm, paypal κ.τλ.) και διέλυσαν – ευτυχώς να πω; – τα πάντα.Η Recommended Records είχε ιδρυθεί το 1978 από τους Chris Cutler και Nick Hobbs, κατορθώνοντας μέσα σε λίγα χρόνια να πιάσει κορυφή όσον αφορά στο πλασάρισμα του avant rock στα υποψιασμένα (ας τα πω έτσι) ακροατήρια. Δεν ήταν μόνον οι δικές της παραγωγές (πρώτες εκδόσεις και επανεκδόσεις) αλλά και οι διανομές progressive άλμπουμ από διάφορες χώρες του κόσμου, δίνοντας έτσι, εγκαίρως, μία «παγκόσμια εικόνα» της rock (αλλά και της jazz και improv) κοινότητας· η οποία κοινότητα, ορισμένες φορές, διαπνεόταν από τα ίδια αισθητικά και πολιτικο-κοινωνικά χαρακτηριστικά. Μην ξεχνάμε την πορεία του Cutler μέσα στη βρετανική Αριστερά και βεβαίως την πρωτοκαθεδρία του στο Rock In Opposition· βασικά, την απόπειρά του να δημιουργηθεί και να στηριχθεί ένα rock με, φύσει και θέσει, προοδευτικά γνωρίσματα.
Έτσι, στον κατάλογο της Recommended (λέω ν' ακολουθήσουν posts και γι' άλλους καταλόγους στο μέλλον) θα μπορούσε να βρεις βιβλία του Cutler και του Noam Chomsky και φυσικά άλμπουμ των Faust, Slapp Happy, Art Zoyd, Sun Ra, Wha Ha Ha, After Dinner, Kalahari Surfers, Art Bears, Cassiber, Etron Fou Leloublan, La 1919, Tenko, Conventum, Captain Beefheart, Van Dyke Parks, Soft Machine, Pere Ubu, John Zorn, Robert Wyatt, This Heat, Magma, Zao, Oskorri (τους Βάσκους, που τους άκουσα πολλά χρόνια αργότερα) διάφορα ηλεκτρονικά και concrete και πάνω απ’ όλα – κι αυτό είναι εντελώς προσωπικό που θα γράψω – τους πολυαγαπημένους μου Iconoclasta, από την Nueva Santa Maria της Πόλης του Μεξικό. Ένα γκρουπ που το έμαθα από τον Cutler (όπως και κάμποσα άλλα ακόμη) κι εξακολουθεί να μου κινεί το ενδιαφέρον.
Κι αυτό είναι το πρώτο τεύχος του (Τhe) Re Records Quarterly (May 1st, 1985), που συνόδευε το LP "Re Records Quarterly, Vol.1, no.1". Στο άλμπουμ οι Steve Moore, Lars Hollmer, Chris Cutler/Lindsay Cooper, 5uu's, Joseph Racaille, The Lowest Note, Adrian Mitchell, Kalahari Surfers, Mission Impossible, Stefano Delu, Mikolas Chadima και στο περιοδικό άρθρα του Chris Cutler ("Phil Ochs and Elvis Presley"), του Steve Moore ("The recording studio as a musical instrument"), του Robert Wyatt ("Thoughts of wheelchairman R.W.") και άλλων. Μου το θύμισε ο Φρικτός Νάνος.