Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα big band. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα big band. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2025

JOHN YAO and HIS 17 PIECE INSTRUMENT απολαυστικές στιγμές μιας μεγάλης μπάντας

Ο τρομπονίστας, συνθέτης, ενορχηστρωτής και μαέστρος John Yao αποτελεί μία πολύ άξια τζαζ περίπτωση. Στο blog έχουμε γράψει δύο φορές για δίσκους του, για τα άλμπουμ με το κουιντέτο του Triceratops “Off-Kilter” (2022) και “How We Do” (2019), ενώ τώρα θα έχουμε την ευκαιρία να τον κρίνουμε, δηλαδή να τον απολαύσουμε και μ’ ένα μεγάλο σχήμα – την 17μελή big μπάντα του 17 Piece Instrument. Στο σχήμα αυτό ο Yao κρατά βεβαίως την μπροστινή θέση, έχοντας, όμως, δίπλα του, πέντε σαξοφωνίστες (άλτο, σοπράνο, τενόρο, βαρύτονο), τέσσερις τρομπετίστες-φλουγκελχορνίστες, τέσσερις τρομπονίστες, συν ένα ρυθμικό τμήμα (πιάνο, μπάσο, ντραμς). Λέμε λοιπόν για ένα πλήρες μεγάλο σχήμα, το οποίον καλείται να αποδώσει βασικά πρωτότυπο υλικό – ήτοι επτά συνθέσεις του Yao, συν μια διασκευή στο “Finger painting” του Herbie Hancock εκεί στο τέλος.
Μια μπάντα αυτού του τύπου που θέλει να περιστραφεί γύρω από το πνεύμα του κλασικισμού, κρίνεται από πολλά θέματα – και βασικά από το swinging της. Ε, αυτό το χαρακτηριστικό εντοπίζεται σε περίσσεια σε τούτο το άλμπουμ, που αποκαλείται “Points in Time” [See Tao Recordings, 2025] και το οποίον έχει γίνει για την χαρά κατά πρώτον εκείνων που το δημιούργησαν (συνθέτης-ενορχηστρωτής-οργανοπαίκτες) και κατά δεύτερον όλων εμάς, που έχουμε την τύχη να το ακούμε, έτσι περιποιημένο και ολοκληρωμένο από τα σπίτια μας.
Έτσι δεν είναι μόνον το φυσικό ταλέντο του John Yao να γράφει καταπληκτικά κομμάτια, ποτισμένα από μια ανεξιχνίαστη ένταση, όπως είναι για παράδειγμα το αεικίνητο “First step”, το τολμηρό, με το λίαν βαρύ rhythm section, “The other way” ή το χυμώδες “Early morning walk”, είναι και η παρουσία όλων των σολιστών (μαζί και ο Yao), που έχουν τα μέρη τους στις ενορχηστρώσεις, προσφέροντας μοναδικές στιγμές παικτικού πάθους και τεχνικής πληρότητας.
Ένα θαυμάσιο άλμπουμ, που κινείται σε υψηλά επίπεδα, δίχως να επιδιώκει να αποδείξει τίποτα.
Επαφή: www.johnyao.com

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2025

THE PETE McGUINNESS JAZZ ORCHESTRA το τέταρτο άλμπουμ της ορχήστρας

Εδώ έχουμε να κάνουμε με το τέταρτο CD της Pete McGuinness Jazz Orchestra, που τιτλοφορείται “Mixed Bag” [Summit Records, 2025]. Στο δισκορυχείον έχουμε γράψει, παλαιότερα, για ένα ακόμη CD της ορχήστρας, το “Strength in Numbers” [Summit, 2014], ενώ υπάρχει κι ένα review για το προσωπικό άλμπουμ του Pete McGuinness, το “Voice Like a Horn” [Summit, 2013]. Ο McGuinness εκτός από leader της ορχήστρας, συνθέτης και ενορχηστρωτής, είναι ακόμη τραγουδιστής και βεβαίας τρομπονίστας – αν και, εδώ και λίγα χρόνια, δεν ασχολείται πλέον με το τρομπόνι, για κάποιους λόγους υγείας.
Η ορχήστρα του McGuinness διαθέτει σαξοφωνίστες (πέντε στον αριθμό), τρομπετίστες-φλουγκελοχορνίστες (τέσσερις), τρομπονίστες (τέσσερις) και βεβαίως ρυθμικό τμήμα, δηλαδή κιθαρίστα, πιανίστα, μπασίστα και ντράμερ. Επίσης στο τελευταίο track του CD, το “Where do you start?” των Johnny Mandel / Alan & Marilyn Bergman ακούγονται και έγχορδα, μαζί με φλάουτο, κλαρίνο και γαλλικό κόρνο.
Το υλικό της ορχήστρας είναι δύο ειδών, καθώς από τα έντεκα κομμάτια του άλμπουμ τα τέσσερα είναι συνθέσεις του McGuinness και τα επτά διασκευές – ανάμεσά τους τα “From this moment on” και “So in love” του Cole Porter, το “’Round midnight” του Thelonious Monk, το “Body and soul” του Johnny Green, το “Django” του John Lewis κ.ά.
Και το κλασικό ρεπερτόριο, μα και το πρωτότυπο του McGuinness ευθυγραμμίζονται με άνεση στο “Mixed Bag”, κάτι που δείχνει τις ικανότητες του πρώτου τη τάξει, μα και την αρτιότητα όπως και τον ενθουσιασμό της ορχήστρας, η οποία, απλώς, αριστεύει. Θέλουμε να πούμε πως... εντάξει με τις συνθέσεις, αλλά έχουμε να κάνουμε και με σπουδαίους μουσικούς εδώ (ανάμεσά τους ο σαξοφωνίστας Dave Pietro, ο τρομπετίστας Jon Owens, ο τρομπονίστας Bruce Eidem, ο πιανίστας Mike Holober, μα και όλοι οι υπόλοιποι), που παίρνουν επάνω τους τον ήχο, δίνοντάς του τις πρέπουσες διαστάσεις. Καταπληκτικός, ως τραγουδιστής ο Pete McGuinness στα δύο τραγούδια του Cole Porter καθώς και στην σύνθεση του Johnny Mandel (με τα λόγια των Alan & Marilyn Bergman).
Επαφή: www.petemcguinness.com, www.summitrecords.com

Τρίτη 15 Απριλίου 2025

RYAN TRUESDELL presents GILL EVANS PROJECT

Η ολοκληρωμένη δισκογραφική επαφή του παραγωγού, ερευνητή και arranger της σύγχρονης τζαζ Ryan Truesdell (συνεργάτης μεταξύ άλλων και της Maria Schneider) με τις μουσικές και τις ενορχηστρώσεις του θρύλου Gil Evans (1912-1988) ξεκινά, βασικά, με το άλμπουμ “Centennial / New Discovered Works of Gil Evans” [artistShare] το 2012, για να συνεχιστεί με το περιώνυμο “Lines of Color / Live at Jazz Standard” [Blue Note / artistShare] το 2015. (Για το δεύτερο υπάρχει review στο blog). Τώρα, είναι έτοιμο να κυκλοφορήσει (επίσημη ημερομηνία: 30 Μαΐου) το “Shades of Sound / Live at Jazz Standard Vol.2” [Outside In Music, 2025], που αποτελεί το «υπόλοιπο», ας το πούμε έτσι, εκείνων των βραδιών (13-18 Μαΐου 2014) στο κλαμπ Jazz Standard της Νέας Υόρκης, όταν η μεγάλη ορχήστρα του Ryan Truesdell θα αποφάσιζε να δράσει επί των μουσικών και των ενορχηστρώσεων του Evans, προσδίδοντας σε μια σειρά από κλασικά κομμάτια φρέσκια αντίληψη και ξέχωρη μεγαλοπρέπεια.
Έχουμε λοιπόν το ίδιο 24μελές σχήμα μ’ εκείνο του “Lines of Color” (το νέο άλμπουμ είναι αφιερωμένο στον αείμνηστο πιανίστα της ορχήστρας Frank Kimbrough, που θα έφευγε από τη ζωή το 2020), το οποίο απαρτίζεται από διάφορα γνωστά ονόματα (ανάμεσα οι σαξοφωνίστες Scott Robinson, Brian Landrus και Donny McCaslin, οι τρομπονίστες Marshall Gilkes και Ryan Keberle, ο μπασίστας Jay Anderson, ο ντράμερ Lewis Nash κ.ά.) που καλούνται να ερμηνεύσουν ένα υπεράνω υποψίας ρεπερτόριο.
Στο CD καταγράφονται οκτώ tracks, τέσσερα εκ των οποίων είναι γνωστά στους φίλους της jazz και του Gil Evans, καθώς προέρχονται από παλαιά άλμπουμ, ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα είναι άγνωστα (δεν έχουν ηχογραφηθεί, εννοούμε, από ορχήστρες υπό τον Evans) και παρουσιάζονται εδώ για πρώτη φορά. Στα γνωστά ανήκουν τα “Spoonful”, “Barbara song”, “The ballad of the sad young men” και “Buster’s last stand”, ενώ στα άγνωστα τα “Neetie’s blues”, “I had someone else before I had you”, “Laughing at life” και “It’s the sentimental thing to do” (τα τρία τελευταία με τη φωνή της Wendy Gilles).
Εντάξει, το ξεκίνημα με το “Spoonful”, που οι πιο πολλοί θα το θυμούνται από την CD-έκδοση του “The Individualism of Gil Evans”, είναι εντυπωσιακό και σου παίρνει το σκαλπ από την αρχή, με την βιόλα της Lois Martin να δημιουργεί ένα ξεχωριστό κλίμα, και με το τενόρο του McCaslin να χτίζει σταδιακά και μελωδικά την κλασική σύνθεση του Willie Dixon, όμως από ’κει και κάτω έρχονται τα... το ίδιο συναρπαστικά και ωραία. Θέλουμε να πούμε πως το αυτό συμβαίνει και με το εξ ίσου σπουδαίο “Neetie’s blues”, με το πιάνο του Kimbrough και το τενόρο του Tom Christensen να τοποθετούν το κομμάτι σε άλλη... στρατοσφαιρική βάση (το κομμάτι αποτελεί άγνωστη σύνθεση του Evans, την οποία θα ανακάλυπτε ο Truesdell στα χειρόγραφα του μεγάλου jazzman) ή με το 11λεπτο “Barbara song” (το αριστούργημα των Brecht / Weill από το LP τούτη τη φορά “The Individualism of Gil Evans” του 1964), το οποίο ο Truesdell έχει τον τρόπο να το αποθεώσει.
Συναρπαστικό άλμπουμ με κομμάτια που έχουν περάσει από τη σκέψη και τα χέρια του Gil Evans και τα οποία μετατρέπονται εδώ σε... ολοκαίνουρια αριστουργήματα από έναν σημαντικότατο σύγχρονο ενορχηστρωτή και την αληθινά μεγάλη μπάντα του.
Επαφή: www.GilEvansProject.com, www.RyanTruesdell.com

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2024

SUN RA ARKESTRA νέο άλμπουμ!

Η Sun Ra Arkestra, υπό τον 100χρονο(!) leader και αλτίστα της Marshall Allen, υπάρχει ακόμη, καθ’ όσον υπάρχει και ο Allen (να ’ναι γερός ο άνθρωπος και να σπάει όλα τα κοντέρ), ο οποίος και θα αναλάμβανε την διεύθυνσή της, ως γνωστόν, μετά το θάνατο του Βασιλιά Ηλίου, τον Μάιο του ’93. Τι έχουμε λοιπόν στο “Lights on a Satellite / Under the Direction of Marshall Allen” [IN+OUT Records / ΑΝ Music, 2024]; Όχι κάποια ξεχασμένη ηχογράφηση της ορχήστρας (απ’ αυτές που κυκλοφορούν ανά τακτά διαστήματα), μα το πιο καινούριο άλμπουμ της, που ηχογραφήθηκε στο Power Station Studio A, της Νέας Υόρκης, στις 16 Ιουνίου του 2024.
Μέσα σε μια μέρα; Μάλλον. Γιατί, ως φαίνεται, η Arkestra μπήκε «έτοιμη» στο στούντιο, για να ηχογραφήσει ζωντανά ή εν πάση με τις απολύτως απαραίτητες διορθώσεις, το υλικό αυτού του CD – που αποτελείται από δέκα tracks, μικρής, μέσης και πιο μεγάλης διάρκειας.
Ναι, η Sun Ra Arkestra, που απαρτίζεται σήμερα από είκοσι τέσσερα άτομα(!) –τουλάχιστον τόσα συμμετέχουν στην παρούσα ηχογράφηση– και που εξακολουθεί να κινείται στις ράγες, που πάκτωσε για ’κείνη ο ιδρυτής της. Ήτοι, στην δική της καλειδοσκοπική αποτύπωση της αμερικάνικης μουσικής τα τελευταία 100+ χρόνια, είτε αυτή (η αποτύπωση) διαπερνά τις συνθέσεις του Sun Ra (οι έξι στις δέκα) είτε τις υπόλοιπες. Πού είναι ποιές; Το “Dorothy’s dance” του Phil Cohran (μέλος της Arkestra από το 1959 έως το 1961), το “Big John’s special” του παλιού πιανίστα, συνθέτη και bandleader Horace Henderson, το στάνταρντ “Holiday for strings” του David Rose και το “Way down yonder in New Orleans”, το στάνταρντ του Turner Layton από το 1922.
Πολλά κομμάτια είναι εντυπωσιακά εδώ, όπως η εισαγωγή με το “Lights on a satellite” ή το απίστευτο 13λεπτο “Friendly galaxy” (που έχει «τα πάντα» εντός του, ήτοι jazz, ηλεκτρονικά, prog-rock, avant-garde, exotica, τραγούδι κ.λπ.), με όλα τα tracks να κινούνται σε υψηλότατο επίπεδο, δείχνοντας την άνεση και τη μαεστρία της Arkestra να χειρίζεται όλο αυτό το... 100χρονο υλικό μ’ έναν τρόπο εντελώς δημιουργικό, και απολύτως συμβατό με την ίδια την εξέλιξη της jazz όλες αυτές τις δεκαετίες.
Εν τω μεταξύ έχουμε και τραγούδια εδώ, όπως το blues “Baby won’t  you please be mine” (μουσική και λόγια από τον Sun Ra), με την Tara Middleton να κρατάει τα πρωτεία (δίπλα στους Marshall Allen και Knoel Scott) ή το σουινγκάτο “Way down yonder in New Orleans”, με τη φωνή του σπουδαίου Carl LeBlanc (κιθαρίστας επίσης), που κλείνει, εκεί στη θέση 10, με τον καλύτερο τρόπο αυτήν την... κοσμική γιορτή.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2024

DELFEAYO MARSALIS & UPTOWN JAZZ ORCHESTRA σταθερά γύρω από την Νέα Ορλεάνη

Στο παρελθόν έχουμε γράψει στο blog για τρία άλμπουμ της Uptown Jazz Orchestra –της μπάντας που οδηγεί ο τρομπονίστας Delfeayo Marsalis–, τα “Make America Great Again!” (2016), “Jazz Party” (2019) και “Uptown on Mardi Gras Day” (2023). Ένα τέταρτο, το “Crescent City Jewels” (2024), στρίβει τώρα στο player, τυπωμένο και αυτό για την Troubadour Jass Records (όπως και όλα τα προηγούμενα), δίδοντας και πάλι κίνηση στα πιο ευφρόσυνα jazz vibes, που μπορείς να περιμένεις – μέσα από κομμάτια που επιστημονικώς έχουν επιλεγεί, ώστε να περιγράψουν τούτο ακριβώς. Τη χαρά της ζωής και της συμμετοχής σε μια γιορτή –καθότι αυτός είναι πάντα ο στόχος της Uptown Jazz Orchestra–, η οποία επιχειρεί να μεταφέρει, για άλλη μια φορά, τις μουσικές της Νέας Ορλεάνης στην καθημερινή ζωή.
Όλοι οι φίλοι της jazz γνωρίζουν τα περί τουριστικοποίησης της μεγάλης μαύρης μουσικής που συμβαίνει στην Crescent City, όπως επίσης γνωρίζουν και τις προσπάθειες των «Μαρσάληδων» να «πατήσουν» πάνω σ’ αυτή την 100χρονη και-βάλε παράδοση της πόλης, δημιουργώντας τον ήχο της, για το σήμερα και το αύριο. Δεν χρειάζεται να πούμε πως με κάτι τέτοιους δίσκους, σαν το “Crescent City Jewels”, είναι ολοφάνερο πως το επιτυγχάνουν.
Το άλμπουμ διαθέτει πρωτότυπα tracks, αλλά ταυτοχρόνως και ουκ ολίγες διασκευές, που φαινομενικώς, μπορεί να μην ταιριάζουν με τους ήχους της περιοχής, αλλά στην πράξη μετατρέπονται σε τέτοιους. Και δεν λέμε εδώ για ένα ακόμη θαυμάσιο “Summertime”, μα για το “’round midnight” του Thelonious Monk, το “Inner urge” του Joe Henderson, για στάνταρντ σαν το “A sleepin’ bee” (Harold Arlen / Truman Capote) ή ακόμη και για το “I wish I knew how it would feel to be free” του Billy Taylor.
Φυσικά σ’ αυτή την έξτρα επιβλητική παρουσίαση, του εν λόγω ρεπερτορίου, συμβάλλει μια σειρά από σημαντικούς σολίστες, όπως είναι ο σαξοφωνίστας Branford Marsalis, o τρομπετίστας Kermit Ruffins (Rebirth Jazz Band), ο πιανίστας Davell Crawford, o ντράμερ Herlin Riley και πάνω απ’ όλους, θα λέγαμε, η Tonya Boyd-Cannon, μια ιδανική ερμηνεύτρια μαύρης μουσικής, που κινείται με παροιμιώδη ευκολία σε jazz, blues και funk διαδρομές, προσφέροντας δυνατές soulful ερμηνείες σε κάθε σύνθεση που καλείται να υπερασπίσει. Φυσικά και ο πρώτος τη τάξει, ο τρομπονίστας Delfeayo Marsalis, έχει τον τρόπο να εκπλήσσει σε πολλά και διάφορα tracks με τα καταπληκτικά soli του, όπως συμβαίνει π.χ. με το “Basie moods”, που είναι προφανές σε ποιον αναφέρεται.
Γενικώς θα γράφαμε για ένα άλμπουμ που έχει φοβερή ενότητα και ροή, έχοντας τον τρόπο να σε εκπλήσσει συνεχώς – παρότι, υποτίθεται, ξέρεις τι θ’ ακούσεις πάνω-κάτω σ’ αυτό.
Επαφή: www.dmarsalis.com

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

MIKE HOLOBER & THE GOTHAM JAZZ ORCHESTRA τζαζ και οικολογία

Ο πιανίστας, συνθέτης, στιχουργός, ενορχηστρωτής και band leader Mike Holober είναι μια γνωστή περίπτωση, εδώ στο δισκορυχείον, καθώς έχουμε γράψει και για τις αποφασιστικές παρουσίες του σε δίσκους τρίτων (Christopher Zuar, Scott Reeves, Kate McGarry κ.ά.), μα και για δικές του κυκλοφορίες, όπως το άλμπουμ του “Hiding Out” [ZOHO Music], με την Gotham Jazz Orchestra, πίσω στο 2019.
Τώρα, και πάντα σε συνεργασία με την Gotham Jazz Orchestra, ο Holober έχει έτοιμο ένα νέο double CD, που αποκαλείται “This Rock We’re On: Imaginary Letters” [Palmetto Records, 2024], και το οποίο διαθέτει πολυποίκιλο ενδιαφέρον. Και μουσικό φυσικά και ευρύτερα κοινωνικοπολιτικό, υπό την έννοια πως υπάρχει concept εδώ και δη οικολογικού περιεχομένου.
Ο Holober είναι στενά δεμένος με το φυσικό στοιχείο ως αλπινιστής – δεν έχει σκαρφαλώσει μόνο στις Άλπεις φυσικά, αλλά έχει ανεβεί σε κάθε κορυφή της χώρας του, μικρή ή μεγαλύτερη, υποστηρίζοντας ένθερμα τα διάφορα οικολογικά μανιφέστα.
Θέλοντας λοιπόν να συνδέσει σε μια μορφή τις δύο μεγαλύτερες αγάπες του, την σύγχρονη μουσική / jazz και την οικολογία, κάνει ένα άλμπουμ, το παρόν, στο οποίο αναφέρεται και στα δύο.
Τα ορχηστρικά και τα τραγούδια, που γράφει ο Holober, έχουν πολλές φορές τίτλους προγραμματικούς (“Lay of the land”, “On this rock”, “Another summer”, “Three words for snow”, “Boundary waters” κ.λπ.), αλλά έχουν και υπότιτλους επεξηγηματικούς του τύπου “Imaginary letter from Wendell Berry”, “Imaginary letter from Rachel Carson to Dorothy Freeman”, “For Ansel Adams” κ.λπ. Τι είναι όλα αυτά τα πρόσωπα; Κάποιοι ίσως τα ξέρουν...
Ο Wendell Berry είναι «αμερικανός μυθιστοριογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, περιβαλλοντικός ακτιβιστής, κριτικός και αγρότης» (wiki), η Rachel Carson ήταν «αμερικανίδα θαλάσσια βιολόγος , συγγραφέας και οικολόγος» (wiki), η Dorothy Freeman ήταν «αν όχι η πιο κοντινή, μια από τις στενότερες φίλες της Carson, με πολλά κοινά ενδιαφέροντα και κυρίως τη φύση» (NTU Singapore), ο Ansel Adams «ήταν ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους του 20ού αιώνα, περισσότερο γνωστός για τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες τοπίων και εθνικών πάρκων των ΗΠΑ» (Wiki) κ.ο.κ.
Όπως εξηγεί ο Holober... «προσπάθησα να βάλω τον εαυτό μου στη θέση όλων αυτών των ανθρώπων και να φανταστώ το τι θα μπορούσε να πουν για το σήμερα»... και κάπως έτσι θα προκύψει, θα πούμε εμείς, το “This Rock We’re On: Imaginary Letters”, ένα μπιγκ-μπαντικό jazz με στοιχεία avant άλμπουμ, που ακούγεται σίγουρα με ενδιαφέρον.
Οι μουσικοί που συμμετέχουν στην εγγραφή, μέλη βεβαίως της Gotham Jazz Orchestra, είναι 26 άτομα, με μερικά πολύ γνωστά ονόματα ανάμεσά τους, όπως είναι ο τενορίστας Chris Potter, o μπασίστας John Patitucci, οι πνευστοί Ben Kono και Jason Rigby κ.λπ., με τις συνθέσεις να αντλούν στοιχεία από την μακριά τζαζ παράδοση των big bands, παραλλήλως με εκείνη των μικρότερων ensembles, σε συνδυασμό πάντα με τις τραγουδιστικές και αυτοσχεδιαστικές παρεμβάσεις, στις αναπτύξεις των σόλι, προβάλλοντας άλλοτε μια πληθωρική εκρηκτικότητα (“Tower pulse”) και άλλοτε έναν περισσότερο ντελικάτο ήχο, με συναρπαστικές μελωδίες, ευφραδή παιξίματα και υπόγεια ένταση (“Boundary waters”).
Καταπληκτικό ανά στιγμές άκουσμα και σίγουρα, σε κάθε στιγμή του, απολύτως ενδιαφέρον.
Επαφή: www.mikeholober.com, www.mikeholober.bandcamp.com

Τετάρτη 8 Μαΐου 2024

o CHRISTOPHER ZUAR και η 19μελής τζαζ ορχήστρα του

Ήταν στα 29 του ο πιανίστας, συνθέτης, ενορχηστρωτής και διευθυντής ορχήστρας Christopher Zuar, όταν είχαμε ασχοληθεί με το ντεμπούτο άλμπουμ του “Musings” (2016), γράφοντας τα καλύτερα λόγια. Και είναι οκτώ χρόνια αργότερα, δηλαδή σήμερα, όταν θα πράξουμε το ίδιο για το πιο νέο CD του, το “Exuberance” [Tonal Conversations, 2024], που και αυτό περατώνεται από την Christopher Zuar Orchestra, μία 19μελή ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Mike Holober.
Δεκατρείς από τους μουσικούς της ορχήστρας είναι πνευστοί και χειρίζονται «τα πάντα» (σαξόφωνα, φλάουτα, όμποε, κλαρινέτα, τρομπέτες, τρομπόνια), ενώ υπάρχει ακόμη κιθαρίστας, που παίζει επίσης μπάντζο, μαντολίνο και ντόμπρο, και ακόμη πιανίστας, μπασίστας, ντράμερ και percussion player – συν τις έξτρα βοήθειες σε βιολί (Sara Caswell), ντούλτσιμερ, μαντολίνο, κρουστά και φωνή.
Όπως γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, εδώ έχουμε ένα πολυπληθές σύνολο, με απεριόριστες εκφραστικές κα ηχοχρωματικές δυνατότητες, ικανό να κινηθεί σ’ ένα σύστημα μεταιχμίων, συνδυάζοντας επιρροές και αναφορές από διαφορετικά αισθητικά πρότυπα.
Βεβαίως όλες οι συνθέσεις ανήκουν στον Christopher Zuar και είναι έτσι διατυπωμένες, ώστε να αφοπλίζουν τον ακροατή με τις μαγικές ομαδικές και σολιστικές εναλλαγές τους, συνήθως από έναν, δύο ή και τρεις σολίστες, ικανούς να μεταφέρουν βαθιές συναισθηματικές δονήσεις, μέσα από τα απολύτως εμπεριστατωμένα σόλι τους.
Δύο από τα κορυφαία κομμάτια της Christopher Zuar Orchestra βρίσκονται εκεί προς την μέση του CD και αναφερόμαστε στο 10λεπτο “Simple machines” και στο 11λεπτο “Before dawn”. Στο πρώτο, πέρα από τα τρία βασικά σολιστικά όργανα (τενόρο, μαντολίνο, βιολί), έχουμε το hammered dulcimer και τα επιπλέον κρουστά, που σε συνδυασμό με τα rural ηχοχρώματα (μαντολίνο, βιολί), προσδίδουν στη σύνθεση progressive country-jazz χαρακτηριστικά. Απεναντίας στο δεύτερο track ηχοποιείται στην αρχή μία νυχτερινή καταιγίδα, με διαδοχικά σόλι σε ντραμς, ηλεκτρική κιθάρα και άλτο σαξόφωνο στη συνέχεια. Και εδώ το ενδιαφέρον έχει να κάνει με την progressive jazz-rock εξέλιξη της σύνθεσης, βασισμένη πάντα σ’ ένα γερό ρυθμικό τμήμα.
Κάθε τι έχει ενδιαφέρον στο “Exuberance” της Christopher Zuar Orchestra και βεβαίως ενδιαφέρον έχει και το κλείσιμο με το φερώνυμο τραγούδι, σε στίχους της Anne Beal (σύζυγος του Christopher Zuar), και με ερμηνεία από την Emma Frank – τραγούδι, που εκφράζει μια πληθωρική θετική εικόνα για την καθημερινή ζωή.
Ωραίο και με ουσία άλμπουμ, από έναν ακόμη νέο μουσικό, με πολύ μέλλον εμπρός του. Αυτό, εξάλλου, εκφράζουν και τα ωραία λόγια του σπουδαίου Fred Hersch στο ένθετο. 

Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024

ROY NATHANSON, LISA WAHLANDT QUARTET, MUNICH COMPOSERS COLLECTIVE νέοι δίσκοι από την Enja

ROY NATHANSON: 82 Days [yellowbird / enja, 2023]
Δεν είμαι σίγουρος σε τι αναφέρονται οι “82 Days”, του σαξοφωνίστα των Jazz Passengers Roy Nathanson – αν και αυτό μικρή σημασία έχει. Δεν υπάρχει track “82 days” στον δίσκο και επιπλέον είναι τόσο ιδιόμορφο αυτό το CD, ώστε τελικώς να είναι άλλα εκείνα που σε κεντρίζουν περισσότερο.
Για παράδειγμα το γεγονός πως, εδώ, ο Nathanson εμφανίζεται με εντελώς διαφορετικά σχήματα, αφού υπάρχουν κομμάτια σόλο (2), με ντούο (5), με τρίο (1), με έξι άτομα (1) και με επτά (1). Σύνολο δέκα tracks.
Τι τα ενώνει όλα αυτά; Οπωσδήποτε ο Nathanson και κυρίως μία κάποια «τρέλα» στις ενορχηστρώσεις, τις οποίες έχουν επιμεληθεί ο πρώτος τη τάξει, μαζί με τους παραγωγούς-μηχανικούς ήχου Hugo Dwyer και Isaiah Barr.
Μάλιστα, εξαιτίας αυτών των τελευταίων ακούμε και διάφορες σφήνες και extras στα κομμάτια – ηλεκτρονικής φύσεως, field recordings, ποικίλες φωνές, μαζί με λοιπά τεχνάσματα και ιδέες, που μπορεί να σχετίζονται με το «βάθος» των εκάστοτε εγγραφών και με την ατμόσφαιρα, που θα πρέπει κάθε φορά να οικοδομηθεί, ώστε τα κομμάτια να υπηρετηθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Σε τι αναφερόμαστε, από πλευράς υλικού; Σε παραδοσιακά tracks τύπου “Go down Moses” και “Amazing grace”, σε «μονκικά» (“Green chimneys”), σε pop (“Bridge over troubled waters”), soul (“Ain’t no sunshine”) και country στάνταρντ (“Tennessee waltz”) και βεβαίως σε κάποια πρωτότυπα, που ρίχνονται ανάμεσα και που δημιουργούν όλην αυτή την ηχητική πανσπερμία – η οποία, και σε κάθε περίπτωση, είναι τέλεια μελετημένη και οδηγημένη προς την αισθητική κορύφωσή της από άξιους μουσικούς και γενικότερα staff.
Βγάζει, εννοούμε, ένα ιδιαίτερο χρώμα το “82 Days”, πάντα με άξονα την σύγχρονη jazz, σε συνδυασμό με εφφέ και κόλπα, που δρουν υποβοηθητικά όμως, δημιουργώντας υποστηρικτικά επίπεδα – γιατί εκείνα που βγαίνουν πάνω απ’ όλα είναι τα παιξίματα του Nathanson (σε βαρύτονο, άλτο και σοπράνο σαξόφωνα, και ακόμη σε κιθάρες και φωνή), μαζί με τραγούδι, τάμπλες, μπάσο, πιάνο, fender rhodes, τρομπέτα κ.λπ.
Όλα με προσοχή αναμεμιγμένα και ενσωματωμένα σ’ ένα πολύ δημιουργικό πλαίσιο, που κάνει το “82 Days” να ακούγεται σαν κάτι ξεχωριστό (ασχέτως αν είναι ή δεν είναι).
LISA WAHLANDT QUARTET: Seems Like Yesterday [enja, 2023]
Γερμανίδα τραγουδίστρια της jazz με 30ετή πορεία στα πράγματα, η Lisa Wahlandt έχει νέο CD, που αποκαλείται “Seems Like Yesterday” – ένα άλμπουμ στο οποίο την συνοδεύουν οι Jan Eschke πιάνο, όργανο, Sven Faller μπάσο και Manfred Mildenberger ντραμς.
Βασικά αυτό που κάνει η Γερμανίδα εδώ είναι να παραδώσει έναν καλοφτιαγμένο pop-jazz δίσκο, με πολλές διασκευές και ελάχιστα originals (μόλις ένα).
Έχουμε λοιπόν τραγούδια του Van Morrison (“Days like this”), των Bee Gees (“Staying alive”), των Doors (“Riders on the storm”), των AC/DC (“Highway to hell”), της Carol King (“Hard rock café”), του Michael Jackson (“Billie Jean”), των Beatles (“Norwegian wood”), του Leonard Cohen (“Sisters of mercy”) ή και κομμάτια σαν το “True colors” (που είχε πει η Cyndi Lauper), το “Bette Davis eyes” (που είχε πει η Jackie DeShannon, πριν το κάνει γνωστό η Kim Carnes) και το “Good times” (της Edie Brickell), τα οποία η Lisa Wahlandt οικειοποιείται με τον δικό της, οπωσδήποτε, τρόπο.
Πολλές από τις διασκευές είναι ευφάνταστες, όπως εκείνη η χορευτικότατη στο “Highway to hell”, ενώ άλλες είναι κάπως πιο απρόσμενες όπως αυτή στο “Billie Jean”, που σε κάθε περίπτωση δεν σπάει εντελώς την αρμονική δομή του τραγουδιού, παραμένοντας αυτό, εν πολλοίς, αναγνωρίσιμο.
Δεν έχεις να πεις πολλά, για έναν δίσκο που γίνεται για τη χαρά της διασκέδασης, και που δείχνει (και είναι) προσεγμένος σε κάθε λεπτομέρειά του.
Εξάλλου η Lisa Wahlandt δεν είναι «χθεσινή». Είναι μια πολύ καλή τζαζ τραγουδίστρια, με τη δική της ιστορία, κάτι, φυσικά, που το αποδεικνύει και στο “Seems Like Yesterday”.
MUNICH COMPOSERS COLLECTIVE: Digital Code [yellowbird / enja, 2023]
Η ορχήστρα Munich Composers Collective (MCC) έχει μια δεκαετή ιστορία πίσω της. Στην ουσία λέμε για ένα σχήμα, που αποτελείται από φοιτητές και απoφοίτους του Jazz Institute, του τμήματος κλασικών σπουδών του University of Music and Performing Arts του Μονάχου. Διευθυντής της είναι ο Gregor Huebner (βιολιστής στην ορχήστρα επίσης) και μια line-up της απαρτίζεται από φωνή (τραγουδίστρια), βιολιά, βιόλα, βιολοντσέλο, πνευστά (τρομπέτες, τρομπόνι, τούμπα, σαξόφωνα, κλαρίνο, μπάσο κλαρίνο) και βεβαίως από ρυθμικό τμήμα, αποτελούμενο από πιάνο, ηλεκτρικό και ακουστικό μπάσο, ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρονικά και ντραμς.
Το ωραίο με την MCC έχει να κάνει με το γεγονός πως ενδιαφέρεται να παρουσιάσει, βασικά, πρωτότυπα κομμάτια, συντεθειμένα από τα μέλη της.
Έτσι, στο “Digital Code” ακούγονται συνθέσεις του τρομπετίστα Andreas Unterreiner (1), της τραγουδίστριας Monika Roscher (3), του βιολιστή και διευθυντή της Gregor Huebner (2), του κιθαρίστα Leonard Kuhn (2), όπως και δύο μη μελών της, αυτή τουλάχιστον την στιγμή, του πιανίστα Sam Hylton (1) και του τρομπετίστα Matthias Lindermayr (1). Σύνολο: δέκα συνθέματα.
Η μπάντα, όπως γίνεται αντιληπτό έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει ποικιλία μουσικών υφών και κατ’ επέκτασιν ενορχηστρώσεων. Η λέξη “jazz” δεν μπορεί παρά να είναι βασική εδώ, αλλά ταυτοχρόνως είναι και μία λέξη-στυλ ανάμεσα σε άλλες πολλές και πολλά. Το λέμε δε αυτό υπό την έννοια πως η MCC περιδιαβαίνει σε διάφορα υφολογικά περιβάλλοντα, και «κλασικά» βεβαίως, «δωματίου» ή και avant, καθότι τα έγχορδα είναι πανταχού παρόντα, αλλά και περισσότερο pop ή και rock, προσφέροντας εν πάση περιπτώσει ορισμένα καταπληκτικά tracks, όπως είναι το “Starlight nightcrash” (της Monika Roscher) ή το “Diktatur der musik I” (του Matthias Lindermayr).  
Μια πολύ καλή περίπτωση σύγχρονης big band, αποτελούμενη από νεαρούς (γερμανούς ως επί το πλείστον) μουσικούς, που αποδεικνύει το βάθος της δουλειάς, που γίνεται σ’ αυτό το πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Τα labels της Enja εισάγονται από την AN Music

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2023

DANIEL HERSOG JAZZ ORCHESTRA φολκ για τζαζ ορχήστρα

Όπως έχουμε ξαναγράψει ο Daniel Hersog είναι ένας σχετικά νέος ακόμη καναδός συνθέτης, τρομπετίστας και ενορχηστρωτής. Γεννημένος το 1985 στο Βανκούβερ, o Hersog εφοδιάζεται με όλα εκείνα τα προσόντα, ώστε, κάποια στιγμή, να φθάσει να διευθύνει ευρύτερα ensembles, στα οποία συμμετείχαν μουσικοί τής κλάσης των Terry Clarke (ο ντράμερ, όχι ο Clark Terry ο τρομπετίστας), Kevin Turcotte, Jason Palmer κ.ά. Ένα τέτοιο μεγάλο σχήμα είναι και η 18μελής Daniel Hersog Jazz Orchestra, στην οποίαν συναντάμε γνωστά ονόματα (για παράδειγμα τον τενόρο σαξοφωνίστα Noah Preminger, τον βαρυτονίστα, μπάσο-κλαρινίστα και φλαουτίστα Scott Robinson κ.ά.) και που μας παρουσιάζει τώρα το παράξενο άλμπουμ “Open Spaces / Folk Songs Reimagined” [Cellar Music 2023]. Τι το παράξενο έχει το εν λόγω CD; Το λέει ο τίτλος του. Ο Daniel Hersog διασκευάζει για μεσαία προς μεγάλη ορχήστρα κάποια folk τραγούδια, ενώ συνθέτει κιόλας επηρεασμένος από folk μελωδίες.
Το άλμπουμ ανοίγει με το “The wreck of the Edmund Fitzgerald” του Gordon Lightfoot, συνεχίζει με το “How many roads” του Daniel Hersog, που βασικά είναι μια ανακατασκευή του “Blowin’ in the wind” του Bob Dylan, περνάει από το κλασικό “Shenandoah” και καταλήγει με το επίσης πολύ γνωστό “Red river valley”, που έχει διασκευαστεί από πολύ κόσμο (Jimmie Rodgers, Woody Guthrie, Ventures κ.ά.).
Ενδιαμέσως υπάρχει ακόμη μία version, στο ροκ κομμάτι “Ahead by a century” (1996) των Tragically Hip και βεβαίως οι συνθέσεις του Daniel Hersog, που όχι σπανίως εμπνέονται από trad κομμάτια (σαν το “I hear”, που είναι βασισμένο σ’ ένα γαλλο-καναδικό παραδοσιακό, το “J’entends le Moulin”).
Μάλιστα, αυτό ακριβώς το κομμάτι, το “I hear” είναι ένα από τα ωραιότερα του δίσκου (θα το αποκαλούσαμε εκπληκτικό!), καθότι διαρκεί πάνω από έντεκα λεπτά, διαθέτοντας άγριους αυτοσχεδιασμούς από τον Ben Kono στο σοπράνο σαξόφωνο και τον Brad Turner στην τρομπέτα, με τον ντράμερ Dan Weiss να κάνει φοβερή δουλειά, και με το πνευστό τμήμα, γενικώς, να βρίσκεται σε απίστευτη έξαψη. Οι συνεχείς αλλαγές, τα διαδοχικά soli και οι ομαδικές ομοβροντίες σε καθηλώνουν, ως ακροατή, δείχνοντας, για μιαν εισέτι φορά, τη δύναμη και την ένταση, που διαχέεται από τέτοιου τύπου μεγάλα σχήματα.
Φυσικά, στο “Open Spaces / Folk Songs Reimagined” κάθε κομμάτι ακούγεται με μεγάλο και αυξανόμενο ενδιαφέρον, αφού η δουλειά που έχει γίνει από τον Daniel Hersog στις ενορχηστρωτικές προσεγγίσεις, τόσο των διασκευών όσο και των πρωτοτύπων, είναι εντυπωσιακή.
Ένα αληθινά απολαυστικό άλμπουμ!
Επαφή: www.danielhersog.com