Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα new age. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα new age. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

δύο άλμπουμ της GIZEH RECORDS

Η Gizeh Records είναι μια βρετανική εταιρεία (έχει για έδρα της το Μάντσεστερ), που ιδρύθηκε το 2004. Στον κατάλογό της συναντάς διάφορα ονόματα, οι μουσικές των οποίων μπορεί να ξεκινούν από το νέο rock (αυτό που αποκαλείται post-rock), φθάνοντας μέχρι τη σύγχρονη κλασική και το πείραμα. Για δύο από τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες της θα πούμε τώρα λίγα λόγια…
CHRISTINE OTT: Only Silence Remains [Gizeh GZH66, 2016]
Γαλλίδα συνθέτρια είναι η Christine Ott, γνωστή, σε όσους, ως συνεργάτιδα επί χρόνια τού Yann Tiersen. Βασικό όργανο τής Ott είναι τα κύματα Μαρτενό (ondes Martenot), αυτό το πρώιμο ηλεκτρονικό που εδώ, θα λέγαμε, έχει την τιμητική του – κατά μίαν έννοια βεβαίως, αφού η Ott χειρίζεται περαιτέρω πιάνο, αρμόνιο, κρουστά και άλλα τινά. Δίπλα της, τώρα, στα διάφορα tracks, υπάρχουν και κάποιοι guests σε harpsichord, κοντραμπάσο, τσέλο, βιμπράφωνο, ηλεκτρονικά και φωνές – αν και το πιάνο με τα κύματα Μαρτενό είναι τα βασικά όργανα, μέσα από τα οποία περνούν οι μελωδίες τής Ott (η Γαλλίδα, ας το πούμε, είναι βασικά μελωδός).
Θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για μια neo-classical αφήγηση, με πολλά στοιχεία νεορομαντισμού της γαλλικής σχολής, ανακατεμένα στην πορεία με τις σύγχρονες new-age, ambient και σίγουρα λιγότερο minimal αναφορές. Οι συνθέσεις τής Ott είναι αλήθεια δηλαδή πως «οικοδομούν» περιβάλλοντα με τέτοια χαρακτηριστικά – χωρίς, ωστόσο, να χάνουν το ενδιαφέρον τους (απεναντίας!) ακόμη και όταν φλερτάρουν με το πείραμα ή την… αποδόμηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σύνθεσή της “Tempête”, που ξεπερνά τα εννέα λεπτά και που αποτελεί, ίσως, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι τού “Only Silence Remains”. Πρόκειται για ένα εικονοκλαστικό αφήγημα, χωρίς σαφή κατεύθυνση, γεμάτο όμως από καίριες «εκπλήξεις». Θόρυβοι, εφφέ, ηλεκτρονικά, ελεύθερη αυτοσχεδιαστική ανάπτυξη στη μεγαλύτερη διάρκειά του κι ένα περισσότερο προφανές, αλλά όχι εκτός τόπου και χρόνου, κλείσιμο. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει, όμως, και το έσχατο “Disaster”, που ξεκινά κάπως μηχανιστικά, για ν’ ακολουθήσει τάχιστα τις γραμμές τής electro romance τού David Sylvian και του... αναλόγου ήχου της 4AD.
Πολύ καλό άλμπουμ, που αναπτύσσεται, όπως πρέπει, όσο κυλάει ο χρόνος του.
ANDERS BRØRBY: Nihil [Gizeh GZH65DP, 2016]
Ελάχιστα πράγματα γίνονται γνωστά για το… παραμέσα τού “Nihil” του Anders Brørby. Στο ένα από τα δύο χαρτάκια (inserts), που συνοδεύουν αυτή την πολύ περιποιημένη, όσο και limited έκδοση, τα μόνα που αναγράφονται είναι τούτα: “written and produced by Anders Brørby”, “additional analogue mixing by Thomas Oxem”, “mastered by James Plotkin”. Τίποτ’ άλλο. Χρειαζόταν κάτι περισσότερο; Πιθανώς όχι. Η μουσική, και στην περίπτωση του “Nihil”, μιλάει από μόνη της…
Βασικά, εδώ έχουμε ένα ακόμη περιβαλλοντικό έργο, πείτε το ηχογράφημα αν το «έργο» πέφτει βαρύ, που ταιριάζει όσο δεν φαντάζεστε με το προηγούμενο CD τής Ott. Όχι πως είναι «το ίδιο», δείχνει όμως το προς τα πού το πάει η Gizeh Records μ’ αυτές τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες της.
Ηλεκτρονικά κι εδώ, πολλά ηλεκτρονικά, που δημιουργούν άλλοτε περισσότερο αφηρημένες και άλλοτε πιο αναμενόμενες ηχητκές καταστάσεις. Υπάρχουν θόρυβοι χαμηλής εντάσεως και κυρίως ένα μελωδικό άπλωμα, που κινείται αργά προς την καρδιά του krautrock, το “Zeit” των Tangerine Dream π.χ, καθώς οι χαλαροί πληκτρονισμοί, θυμίζουν, συχνά, soundtracks περιβαλλοντικών ντοκιμαντέρ. Υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντα θέματα στο “Nihil” με πρώτο το “From the window above the lake”, που αναπτύσσεται... οργιαστικά, ενώ το μεγαλύτερο σε διάρκεια track του CD, το 10λεπτο “We sat in silence, watching each other disappear”, σε συνεπαίρνει με την καταιγιστική και… υποχθονίως θορυβώδη διαδρομή του.
Η Gizeh Records εισάγεται στην Ελλάδα από την Recordisc, επαφή: www.recordisc.wordpress.com

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

HUBRO μια πρώτης τάξεως εταιρεία από τη Νορβηγία (A Μέρος)

Για κυκλοφορίες της Hubro, που έχει ως έδρα της το Όσλο, έχω γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον. Το πράττω εκ νέου… επειδή τα άλμπουμ της κυκλοφορούν πια και στην Ελλάδα σε εισαγωγή της Recordisc.
FRODE HALTLI: Vagabonde Blu [HUBROCD2546, 2014]
Δεν είναι σύνηθες ν’ ακούς σύγχρονα έργα για σόλο ακορντεόν. Αλλά και ο Νορβηγός Frode Haltli, στην περίπτωσή μας, πρώτα κυκλοφόρησε τρία «προσωπικά» CD σε συνεργασία με άλλους, πριν αποφασίσει να δώσει το πρώτο δικό του σόλο. Το “Vagabonde Blu” είναι ένα παράξενο άλμπουμ. Και τα τρία tracks που περιλαμβάνει, το φερώνυμο “Vagabonde blu” (1998) του Salvatore Sciarrino, το “Flashing” (1985) του Arne Nordheim και το “Ein kleines…” (1998) του Aldo Clementi είναι αβαντγκαρντίστικα tracks, απέχοντας παρασάγγας από ’κείνο που έχουμε όλοι, ή οι περισσότεροι έστω, στο μυαλό μας ως… ρεπερτότιο ακορντεόν. Η πρώτη σύνθεση μοιάζει σαν επένδυση από ταινία τρόμου. Απείρως υποβλητική και… αντηχητική, σκορπά ανάλογα ρίγη. Από την άλλη, το “Flashing” σου δίνει περισσότερο τη… βεβαιότητα της «σύγχρονης μουσικής», ενώ το “Ein kleines…” ακούγεται κάπως σαν… new age. Μία αργά εξελισσόμενη σύνθεση, με στοιχεία… υπερκόσμια.
HÅKON STENE: Lush Laments for Lazy Mammal [HUBROCD2544, 2014]
Ο Håkon Stene είναι βασικά βιμπραφωνίστας, αλλά χειρίζεται και άλλα όργανα (marimba, ηλεκτρική κιθάρα, ακουστική κιθάρα, πλήκτρα, πιάνο). Δίπλα του βρίσκονται άλλοι δύο πιανίστες (παίζουν σε κάποια tracks), ακόμη παίκτες τσέμπαλου και τσέλου, ενώ το ρεπερτόριο αποτελείται από συνθέσεις των Laurence Crane και Gavin Bryars, καθώς και του πιανίστα Christian Wallumrød, ο οποίος συμμετέχει και στην εγγραφή. Είτε μικρά σε διάρκεια (δίλεπτα και τρίλεπτα), είτε μεγαλύτερα (8λεπτα και 11λεπτα), τα tracks του άλμπουμ υπηρετούν ένα σκοπό. Ένα μακρόπνοο στη σύλληψή του έργο με στοιχεία meditation. Το ότι φαίνεται να αφορά, δηλαδή, σε μιαν «εσωτερική διάσταση» δεν το καθιστά αδιάφορο –θα πω εγώ– για ’κείνους που αρέσκονται στα εξωτερικά ταξίδια (spacerockers και τέτοια). Ίσα-ίσα…
STEPHAN MEIDELL: Cascades [HUBROLP3545, 2014]
Ο Stephen Meidell είναι ο κιθαρίστας των Cakewalk, που είχαν δώσει το 2012 το φοβερό άλμπουμ “Wired”, για το οποίο είχα γράψει παλαιότερα (18/1/2013) και στο δισκορυχείον. Στο “Cascades” ο Meidell, που χειρίζεται κιθάρες, μπάσο, drum machine, αναλαμβάνοντας και τις σχετικές φωνές, προβαίνει στη σύν-θεση ενός υλικού καταγεγραμμένου σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, αυτοσχεδιαστικό κατά βάση, το οποίον επανατοποθετεί μέσα σ’ ένα ενιαίο πειραματικό πλαίσιο. Οι ελεγχόμενοι θόρυβοι, η ελαφρώς βιομηχανική ατμόσφαιρα, οι κιθαριστικοί new-age αρπισμποί και το electro continuo στο background, αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά ενός άλμπουμ (LP διακοσίων αριθμημένων αντιτύπων), που μπορεί να ενδιαφέρει ακροατές ποικίλων γραμμών εκκίνησης.
CHRISTIAN WALLUMRØD: Pianokammer [HUBROCD2542, 2014]
Είναι το τέταρτο CD/LP στη σειρά από τον κατάλογο της Hubro που ακούω… και αρχίζει να φανερώνεται εμπρός μου ένα «άλλο» πρόσωπο» της νορβηγικής εταιρείας. Μακριά από την ηλεκτρονική, improv… ροκάδικη jazz/avant αισθητική της, και κάπως πιο κοντά, εννοώ εντελώς κοντά, σ’ ένα βαθύ έσω trip, πλημμυρισμένο με πολλά στοιχεία ενός κάπως «ενοραματικού» concept. Στο “Pianokammer”, ο Christian Wallumrød (γενν. 1971), ένας από τους σημαντικότερους νέους-νεότερους νορβηγούς μουσικούς, βρίσκεται μόνος απέναντι στο πιάνο του, υλοποιώντας, με ακρίβεια υποθέτω, εκείνο που έχει στο κεφάλι του. Ένα έργο, δηλαδή, που να ακροβατεί ανάμεσα στο folk, την jazz, το baroque, το «πείραμα» και την «ατμόσφαιρα», πλαγιοκοπώντας, βασικά, τον «ήχο ECM».
BUILDING INSTRUMENT: S/T [HUBROCD2541, 2014]
Εξαιρετικό άλμπουμ σύγχρονου folk (ηλεκτρικού τε και ακουστικού) που συναρπάζει. Η μπάντα είναι καινούρια, λέγεται Building Instrument και είναι τρίο αποτελούμενο εκ των Øyvind Hegg-Lunde ντραμς, κρουστά, Mari Kvien Brunvoll φωνή, samples, ηλεκτρονικά, κρουστά, kazoo, zither και Åsmund Weltzien synths, ηλεκτρονικά, μελόντικα. Οι συνθέσεις είναι άπασες δικές τους, φανερώνοντας «προσωπικότητα» και χαρακτήρα. Εμφανίζουν, δε, πλέριο αυτό το… βορειοευρωπαϊκό haunted στοιχείο, που επιτείνεται από τα ανορθόδοξα φωνητικά της Mari Kvien Brunvoll, χαράσσοντας ένα δρόμο, ηχητικώς μοναδικό (έτσι θα τον χαρακτήριζα). Με παλαιές και νέες αναφορές, αλλά και με μιαν ικανότητα να μεταφέρουν ό,τι τους παραδόθηκε μ’ έναν πρωτάκουστο τρόπο, οι Building Instrument είναι ένα συγκρότημα που δεν πρέπει με τίποτα να περάσει απαρατήρητο. Όλα τα κομμάτια είναι εντυπωσιακά, αλλά το “Klokka sju” δεν παίζεται…
BLY DE BLYANT: Hindsight Bias [HUBROCD2539, 2014]
Και με τα δύο LP/CD τους οι Bly de Blyant (το “Hindsight Bias” είναι το δεύτερο) δείχνουν πως είναι ικανοί για το «μεγάλο άλμα». Εννοώ για το μεγάλο καλλιτεχνικό άλμα και τούτο… αν δεν το έχουν ήδη πραγματοποιήσει! Αποφασιστικό rock ή περί το rock τρίο οι Νορβηγοί γενικώς Bly de Blyant αποτελούνται εκ των Shahzad Ismaily (συνεργάτης των Marc Ribot, John Zorn κ.ά.) μπάσο, moog, όργανο, μπάντζο, drum-machine, φωνή, Hilmar Jensson κιθάρες, μπάσο, πιάνο, φωνή και Øyvind Skarbø ντραμς, κρουστά, φωνή (γνωστός μας από τους 1982, ίσως και από αλλού), προτείνοντας μουσικές που έχουν στα μέτρα τους έμφυτη την περιπέτεια, αρνούμενοι να υπερασπιστούν δοκιμασμένες και επιτυχημένες συνταγές. Αυτοσχεδιάζουν ροκάροντας και ροκάρουν αυτοσχεδιάζοντας περισσότερο με την αίσθηση ενός jazz-trio, που έχει όμως ροκ προσανατολισμούς. Μικρά και κάπως μεγαλύτερης διάρκειας θέματα, που αναπτύσσονται μ’ έναν ιδιόμορφο και κάπως «ζαππικό» τρόπο – εκεί που ένα μικρό θέμα, μια μινιατούρα πυροδοτεί ανεξέλεγκτες ηχητικές διαδρομές. Με προγραμματικούς τίτλους που σημαίνουν (“Jiddu” για τον Κρισναμούρτι, “Michael Jackson Pollock” σοφόν το σαφές) και μ’ ένα track το “DEFGHIJKL”, που συνδυάζει middle eastern rock, ανακατεμένο με minimal επαναληπτικά σχήματα, μεγαλοποιημένα μέσα από μια ψυχεδελική φόρτιση, οι Bly de Blyant δίνουν ένα από τα άλμπουμ της χρονιάς. Ποιας χρονιάς; Όποιας να ’ναι…
SKADEDYR: Kongekrabbe [HUBROCD2536, 2014]
Δεν έχουν το θεό τους αυτοί οι Σκανδιναυοί. Εδώ μας παρουσιάζουν ένα γκρουπ 12(!) μουσικών –τόσοι είναι οι Skadedyr–, το οποίον κινείται σε… απερίγραπτους και κατά το μάλλον ή ήττον «Mother-ικούς» δρόμους. Οι Skadedyr ιδρύθηκαν από τις Heiða Karine Jóhannesdóttir Mobeck και Anja Lauvdal, με το “Kongekrabbe” να αποτελεί το παρθενικό CD/LP τους. Κάθε track από τα πέντε που περιλαμβάνονται στο άλμπουμ εμφανίζει κι έναν διαφορετικό χαρακτήρα. Το 3λεπτο “Intro linselus” είναι αυθόρμητο και αυτοσχεδιαστικό abstract κατεύθυνσης, το 9λεπτο “Linselus/due” που ακολουθεί είναι ένας ηλεκτρικός improv ορυμαγδός, που εξελίσσεται προς ένα είδος healing music, το 6λεπτο “Kongekrabbe” εμφανίζει κάποια indo μελωδία στην αρχή (σαν από OST του Bollywood) πριν «καταπέσει» προς ένα minimal σχήμα διανθισμένο από tribal φωνητικά, το προτελευταίο 8λεπτο “Partylus” βγάζει έναν… παλαιομοδιτισμό, αφού στίχοι από γνωστά και λιγότερα γνωστά τραγούδια (του Bob Dylan, των Prodigy κ.ά.) συνδέονται χαλαρά, μέσα σ’ έναν κυκεώνα αναφορών (σαν να γυρίζεις αργά, αλλά σταθερά, το ποτενσιόμετρο ενός… σοβαρού ραδιοφωνικού σταθμού), με το έσχατο 11λεπτο “Lakselus” να επαναφέρει το abstract περιβάλλον, μέσα από ένα συνονθύλευμα clusters, θορύβων, σφυριγμάτων και γενικώς ακραίων παιξιμάτων – αν και μετά τη μέση το κομμάτι αποκτά μία κάπως σινεφίλ διάσταση (γίνεται, εννοώ, πιο «κατανοητό»). Εν τω μεταξύ, όμως, έχει γίνει το κακό...

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

HIDDEN ORCHESTRA αρχιπέλαγος

Δεν είναι μεγάλη η ιστορία της σκωτσέζικης Hidden Orchestra. Παρά ταύτα το τετραμελές, βασικά, σχήμα έχει κάνει αισθητή την παρουσία του την τελευταία τριετία· από το 2010 και μετά δηλαδή, όταν κυκλοφόρησε το παρθενικό άλμπουμ του “Night Walks” στην Tru Thoughts.
Στο παρόν (και δεύτερο) “Archipelago” [Tru Thoughts, 2012] οι Joe Acheson μπάσο, ηλεκτρονικά, Tim Lane ντραμς, κρουστά, ηλεκτρονικά, Jamie Graham ντραμς, κρουστά, ηλεκτρονικά και Poppy Ackroyd βιολί, πιάνο συνεχίζουν στο ίδιο… θεραπευτικό μοτίβο προβάλλοντας δέκα νέες συνθέσεις οι οποίες συνδυάζουν όχι ακριβώς ετερόκλητα στοιχεία, αλλά εν πάση περιπτώσει… ετερόκλητα. Εννοώ πως αυτό που ακούμε στηρίζεται στις μουσικές και τα διδάγματα του Brian Eno, ή μάλλον σ’ έναν συνδυασμό της περιβαλλοντικής τεχνοτροπίας του Βρετανού με τον ήχο της αμερικανικής Hearts of Space (Steve Roach, Robert Rich, Mychael Danna…)· ένα ανακάτεμα δηλαδή electronic, classical rock, world και new age στοιχείων, τα οποία επεκτείνονται ενίοτε προς trip-hop περιοχές. Άρα λοιπόν τα στοιχεία είναι «ετερόκλητα» από τη μια μεριά, αλλά από την άλλη δεν είναι επειδή το συνολικό ηχητικό concept έχει μία ιστορική διαδρομή, που δεν πρέπει να αγνοηθεί (ήτοι είναι οικείο στ’ αυτιά μας). Έχω την αίσθηση (δηλαδή τη βεβαιότητα), χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τις μουσικές της Hidden Orchestra (απεναντίας, το άλμπουμ είναι ευχάριστο και ρέει με άνεση), πως αυτός ο ήχος βρισκόταν στο φόρτε του πριν 10-15 χρόνια. Σαν να… άργησαν δηλαδή οι Σκωτσέζοι· κάτι που μπορεί να αποβαίνει εις βάρος μιας εμπορικότερης απήχησης των μουσικών τους, αλλά, από την άλλη, τους παρέχει το δικαίωμα να είναι αυτοί που είναι πέραν από μόδες και εφήμερες ανάγκες.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

PAOLO TOFANI... άλλως Krsna Prema Das

Γεννημένος στη Φλωρεντία το 1944, ο Paolo Tofani είναι ένας από τους σημαντικότερους κιθαρίστες της jazz, του rock, της avant-garde που ανέδειξε στα χρόνια της pop κουλτούρας η Ιταλία. Με τους Samurai, τους Noi Tre και τους Califfi στα sixties και βεβαίως με τους Area, δίπλα στον Demetrio Stratos, σχεδόν σε όλη τη διάρκεια των seventies, ο Paolo Tofani είχε το χώρο να αναπτύξει το κιθαριστικό του τάλαντο, παίρνοντας μέρος σε αξέχαστα άλμπουμ. Ηχογράφησε και μόνος του βεβαίως, τότε, δύο αξιόλογα LP, το “Electric Frankenstein” [Cramps, 1975] και το “Indicazioni” [Cramps, 1977] στέλνοντας στα... αζήτητα τον Robert Fripp – το δεύτερο έργο, καθότι δύσκολα εντοπίζεται, το κατεβάζεις από το Mutant Sounds (http://rapidshare.com/files/39142895/paolotofani-indicazioni1977.rar.html) και διαπιστώνεις την αξία του – πριν, εκεί προς τα τέλη της δεκαετίας γίνει μέλος της ISKCON (International Society for Krishna Consciousness), με άλλα λόγια του κινήματος “Hare Krishna”, που το αποτελούσαν και το αποτελούν οι Ινδουιστές Vaishnavas.(Η ετικέτα ISKCON, από ένα LP του Claudio Rocchi, το 1978)

Μάλιστα, υπήρχε και label “ISKCON” στην Ιταλία και αλλαχού, το οποίο παρουσίαζε άλμπουμ καλλιτεχνών του κινήματος (Paolo Tofani, Claudio Rocchi, μα ακόμη και του George Harrison).
Εντός αυτού του θρησκευτικού-πολιτισμικού χώρου έκτοτε, ο Paolo Tofani, που άλλαξε εν τω μεταξύ το όνομά του σε Krsna Prema Das, βαθαίνει τη σχέση του με την ινδουιστική παράδοση, συνεργάζεται με τους Hariprasad Chaurasia και Zakir Hussain, και, βασικά, επινοεί ένα νέο όργανο – ένα νέο τύπο κιθάρας, για να είμαι πιο ακριβής – την tri-kanta veena μέσω της οποίας αλλάζει το «σχήμα» της μουσικής του. Ένα κράμα world sounds και ήπιου rock φαίνεται να απασχολεί πλέον τον ιταλό δημιουργό, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στο πώς η ατμόσφαιρα και το μεταίσθημα των ήχων του θα βοηθήσει το ακροατήριό του στις πνευματικές του ενατενίσεις. Τα κατά τι περισσότερο από δέκα άλμπουμ τού Krsna Prema Das πλέον, εντοπίζονται στο cdbaby.com, ενώ πλήρες υλικό διατίθεται και στο site www.krsnavision.com.
(Η photo είναι από το www.torsunov.it)