Τετάρτη 31 Αυγούστου 2022

ΕΛΕΝΗ ΛΑΓΟΥ κάτι να δώσω

Η Ελένη Λαγού, γεννημένη στην Αθήνα το 1994 (όπως διαβάζουμε στο δίκτυο), είναι μια νέα τραγουδοποιός. Νέα και στην ηλικία, και βεβαίως νέα στον χώρο του τραγουδιού, αφού τώρα κυκλοφορεί το πρώτο CD της, που αποκαλείται «Κάτι να Δώσω» [Μετρονόμος, 2022]. Στο CD αυτό τα εννέα από τα δέκα τραγούδια είναι σε μουσική, στίχους, ερμηνεία της Ελένης Λαγού, ενώ ένα έχει στίχους-μουσική του Κωνσταντίνου Λαλιώτη. Επίσης σε ένα τραγούδι ακούγεται και η Παιδική Χορωδία του Σπύρου Λάμπρου.
Το ύφος των τραγουδιών της Ελένης Λαγού (μετά και από τις ενορχηστρώσεις της Εύας Λουκάτου) είναι εκείνο της σύγχρονης μπαλάντας, της κάπως «έντεχνης» και κάπως ροκ μπαλάντας. Αν και από το «Κάτι να Δώσω» απουσιάζει τόσο το μπουζούκι, όσο και η lead ηλεκτρική κιθάρα γενικώς (ειδικώς την ακούμε στο τραγούδι «Τρέχω στο κενό») – πράγμα που σημαίνει πως οι όροι «έντεχνο» και ροκ είναι και αυτοί κάπως δοκιμαστικοί ή και καταχρηστικοί.
Κατ’ αρχάς το γεγονός πως έχουμε να κάνουμε με μία (σύγχρονη) τραγουδοποιό, μ’ έναν άνθρωπο, δηλαδή, που γράφει μελωδίες, στίχους και ερμηνεύει τα τραγούδια του είναι, οπωσδήποτε, ενδιαφέρον.
Έχουμε, έτσι, μιαν ολοκληρωμένη εικόνα για την καλλιτέχνιδα Ελένη Λαγού – για όλες τις επιμέρους δυνατότητές της.
Συνθετικώς τα τραγούδια της Ε. Λαγού είναι ενδιαφέροντα –με τα περισσότερα καλά να βρίσκονται από την μέση του CD και μετά– όχι, όμως, πως και τα πρώτα είναι πολύ κατώτερα, από τα καλύτερά της. Και αναφερόμαστε στα κομμάτια «Εσύ πουθενά», «Φως», «Πεταλούδα» και «Μείνε», ενώ ενδιαφέρον είναι και το τραγούδι του Κ. Λαλιώτη («Το άρωμά σου»). Οι μελωδίες της Ε. Λαγού σ’ αυτά τα κομμάτια είναι καλές και αξιομνημόνευτες, προσφέροντας τις «σωστές» βάσεις, ώστε να προκύψουν ολοκληρωμένα τραγούδια. Υπάρχει απλότητα, όπως υπάρχει και λυρισμός (σε σωστές δόσεις).
Από στιχουργικής άποψης επίσης είναι καλά τα πράγματα. Ευπρόσωπα, και κάτι παραπάνω. Χωρίς να υπάρχει κάποιος «μεγάλος» στίχος εδώ, υπάρχει εκείνο που λέμε ειλικρίνεια. Σίγουρα οι στίχοι επιδέχονται βελτιώσεις, σε κάθε επίπεδο θεματικό, εκφραστικό (λέξεις-διατυπώσεις) κ.λπ., και είναι αυτό κάτι το οποίον θα πρέπει να το κοιτάξει, για το μέλλον, η τραγουδοποιός.
Από πλευράς φωνής-ερμηνείας, τώρα, θα πούμε πως η Ε. Λαγού είναι μια καλή ή και πολύ καλή τραγουδίστρια, όχι κατώτερη, σώνει και καλά, από άλλες γυναικείες φωνές της εποχής μας, πασίγνωστες από τα μίντια κ.λπ. Το ότι θα μπορούσε και μόνον ως τραγουδίστρια να προχωρήσει η Ελένη Λαγού είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο.
Πολύ καλές, τέλος, είναι οι ενορχηστρώσεις της Εύας Λουκάτου. «Έξυπνες», ξεχωριστές, και πάνω απ’ όλα λειτουργικές – προσθέτοντας πολλούς πόντους στα τραγούδια. Ήπιο programming, το πιάνο, το τσέλο, η φυσαρμόνικα, οι ακουστικές κιθάρες., ένα σαξόφωνο εδώ, κάτι άλλο πιο ’κει... όλα σωστά, και όλα ωραία τοποθετημένα, στις θέσεις που πρέπει.
Ένα πολύ συμπαθητικό άλμπουμ είναι το «Κάτι να Δώσω». Δεν ξέρουμε αν αυτό είναι αρκετό για την Ελένη Λαγού – νοιώθουμε, όμως, πως η νεαρή τραγουδοποιός μπορεί να διεκδικήσει, στην πορεία, ακόμη περισσότερα.
Επαφή: www.metronomos.gr

Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

JOSH SINTON ένας διαχρονικός fan του Steve Lacy

Για τον βαρύτονο σαξοφωνίστα Josh Sinton έχουμε γράψει κάμποσες φορές στο blog, με αφορμή είτε σόλο προσωπικούς δίσκους του, όπως το “b.” [FiP Recordings, 2021] είτε άλλους με ευρύτερα σχήματα, σαν το Josh Sintons Predicate Trio (το “Making Bones…”, στην ILUSO, το 2018) και το τρίο Tony Falco / Josh Sinton / Jed Wilson (το “Adumbrations” στις FiP Recordings, το 2022), τονίζοντας, παραλλήλως, την ιδιαίτερη σχέση, που έχει οικοδομήσει με τις δουλειές του (ο Sinton), με τον σημαντικό σοπράνο σαξοφωνίστα, συνθέτη και αυτοσχεδιαστή Steve Lacy (1934-2004).
Τουλάχιστον τρία άλμπουμ του Josh Sinton είναι αφιερωμένα στον Steve Lacy, και λέμε βασικά για τις εγγραφές του με τους (The) Ideal Bread, δηλαδή τις “Ideal Bread” (2007), “Transmit” (2010) και “Beating the Teens” (2014), ενώ ένα ακόμη στρίβει τώρα στο player.
Πρόκειται για το «Steve Lacys Book of Practitioners, Vol.1 “H”» [FiP Recordings, 2022], το οποίον αποτελεί αναδημιουργία, κατά βάση, ενός σόλο LP του Steve Lacy, σόλο για σοπράνο σαξόφωνο εννοείται, του «Hocus-Pocus / BookHofPractitioners”», που είχε ηχογραφηθεί στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Salve Mater, στην Lovenjoel του Βελγίου, τον Δεκέμβριο του 1985, για να κυκλοφορήσει την επόμενη χρονιά (1986) από την Les Disques Du Crépuscule, σε παραγωγή του Wim Mertens!
Τα κομμάτια στο CD του Josh Sinton είναι εκείνα τα έξι του Steve Lacy, από το δικό του άλμπουμ, με την ίδιαν ακριβώς διαδοχή.
Κατ’ αρχάς να πούμε πως η γνωριμία Sinton-Lacy ξεκινά από τότε όπου ο Lacy δίδασκε στο New England Conservatory, στις αρχές των 00s, και ο Josh Sinton ήταν ακόμη φοιτητής. Όπως λέει ο ίδιος ο Sinton:
«Τότε ρώτησα τον Steve Lacy, αν θα μπορούσα να παίξω το “Hustles” στο βαρύτονο (σ.σ. το τέταρτο από τα κομμάτια του αυθεντικού άλμπουμ) και αν η επανάληψη κάθε ενότητας θα έπρεπε να είναι κυριολεκτική. Επίσης τον είχα ρωτήσει για το πώς θα έπρεπε να προσεγγίσω το αυτοσχέδιο τμήμα του κομματιού κ.ο.κ. Οι περισσότερες από τις απαντήσεις του ήταν ναι μεν φιλικές, αλλά λιτές. Βασικά αυτό που θυμάμαι να λέει είναι ότι δεν πίστευε ότι θα ήταν δυνατό να παιχθεί το συγκεκριμένο κομμάτι στο βαρύτονο. Έτσι, και αφού είχα ολοκληρώσει το παίξιμό μου, εκείνος απλώς είχε καθίσει εκεί τρίβοντας το πιγούνι του και λέγοντας: “λοιπόν, υποθέτω ότι μπορείς να το παίξεις στον βαρύτονο”».
Ο Steve Lacy περιέγραφε τις φόρμες των συγκεκριμένων κομματιών ως σταθερές. Υπήρχε η σύντομη εισαγωγή, μια σειρά επαναλαμβανόμενων μοτίβων ξετυλιγόταν με αυστηρή σειρά, μετά η εισαγωγή επέστρεφε, οδηγώντας έτσι στο αυτοσχεδιαστικό μεσαίο τμήμα, το οποίο στηριζόταν στον τρόπο που καθόριζε η εισαγωγή. Όταν αυτό το τμήμα ολοκληρωνόταν, το κύριο σύνολο των μοτίβων επανερχόταν και πάλι στο προσκήνιο.
Τα κομμάτια, φυσικά, ήταν εντελώς προσωπικά, καθότι ο Steve Lacy τα συνέθετε έχοντας κατά νου κάποια πρόσωπα, που τον ενέπνεαν. Με την σειρά τα πρόσωπα αυτά ήταν: ο bebop vocalist και ποιητής Babs Gonzales, ο σαξοφωνίστας Sonny Stitt, ο τσιρκολάνος Karl Wallenda, o βιολιστής-συνθέτης Niccolò Paganini, o μάγος Harry Houdini και ο πιανίστας συνθέτης James P. Johnson.
Η προσέγγιση του Sinton, τώρα, σίγουρα είναι αυτοσχεδιαστική και σίγουρα «πατάει» πάνω στους «κανόνες», που εμφάνιζε ο Lacy στην δική του εγγραφή, που χαρακτηριζόταν για την εντελώς free οπτική του, καθώς άλλαζε αυτή αναλόγως με την διάθεση της στιγμής.
Στο εισαγωγικό “Hubris” π.χ. ο Sinton χρησιμοποιεί σύντομα και κάπως απότομα φυσήματα , που, σταδιακά κινούνται προς μία περισσότερο funky φρασεολογία. Στο “Hallmark”, που ακολουθεί, ο Sinton ξεκινά κάπως διαλογιστικά, αλλά στην πορεία εκείνο που ακούμε μοιάζει σαν να συνομιλεί το βαρύτονο με τον εαυτό του.
Τέλος πάντων το άκουσμα παραμένει, καθ’ όλη την εξέλιξη του άλμπουμ, καίριο, απρόσμενο και ριζοσπαστικό, τιμώντας ασυζητητί και τον Steve Lacy κι εκείνο το άλμπουμ του 1986, και βεβαίως την ιστορία και το σύγχρονο «πρόσωπο» του βαρύτονου σαξοφώνου.
Επαφή: www.joshsinton.com

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

YELLOW BOX τεύχος #15 (Αύγουστος / Σεπτέμβριος, 2022)

152 σελίδες έχει το νέο Yellow Box του Αυγούστου / Σεπτεμβρίου 2022, που κυκλοφορεί τώρα στα περίπτερα. Με τιμή 6,90 ευρώ και με δώρο, σε όλο το τιράζ, ένα CD (που μπορεί να είναι και 3CD!), επιλεγμένο από ένα μεγάλο στοκ. Στο δικό μου τεύχος υπήρχε το CD της σπουδαίας Lucinda WilliamsBlessed” [Lost Highway, 2011].
Περαιτέρω, γι’ αυτό το τεύχος τρέχει κι ένας μεγάλος διαγωνισμός, για όλους τους αναγνώστες του περιοδικού, οι οποίοι θα μπούνε σε κλήρωση, για μία SMART TV PANASONIC 55 UHD ANDROID TX-55JX700E, λιανικής αξίας 829 ευρώ! Για το πώς θα γίνει αυτό υπάρχουν, φυσικά, οι σχετικές οδηγίες στο τεύχος.
Τώρα, από ’κει και πέρα και από πλευράς ύλης, τα βασικά θέματα προβάλλονται στα δύο εξώφυλλα του περιοδικού.
Στο πρώτο εξώφυλλο βλέπουμε κατ’ αρχάς να προβάλλεται η... τιτανομαχία Technics Mk7 vs Technics Mk2! Ο Δημήτρης Σταματάκος γράφει για το πιο νέο μοντέλο πικάπ (πλατό-βραχίονας) Mk7 της Technics, συγκρίνοντάς το με το κλασικό Mk2 τής ίδιας εταιρείας. Όπως διαβάζουμε:
«Τα χέρια ιδρώνουν και τρέμουν όταν αγγίζεις μύθους. Μεταφορικώς και κυριολεκτικώς. Διότι, είναι άλλο πράγμα να δοκιμάζεις τον ίδιο το μύθο. Ο υπογράφων (σ.σ. ο Δ. Σταματάκος), γνωστός σιδεροφάγος και κυνικός, δεν αντιμετωπίζει το αντικείμενο με συναισθηματικό τρόπο. Το SL-1210 Mk7 είναι ένα ακόμη πλατό, έτσι δεν είναι; Έτσι δεν είναι;».
Τι άλλο βλέπουμε στο εξώφυλλο; Την ηχομπάρα για TV μέχρι 55 ίντσες Sonos Ray (δοκιμή από τον Βασίλη Πέππα), τον ολοκληρωμένο ενισχυτή / streamer / Renderer Hegel H390 (δοκιμή Γιάννης Καμαρινός) και τα ακουστικά Focal Celestee (δοκιμή Μάνος Μαστραντωνάκης), ενώ προβάλλεται και η επίσκεψη του περιοδικού (κείμενο / φωτογραφίες Δημήτρης Σταματάκος) στο εργοστάσιο της Dual στην Γερμανία.
Από ’κει και πέρα υπάρχει και η υπόλοιπη ύλη του Yellow Box: το δεύτερο μέρος του HighEnd Munich 2022 (Δημήτρης Σταματάκος), η συνέντευξη του Στέλιου Μητσιώνη (ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από το κατάστημα εισαγωγής και εμπορίας συσκευών hi-fi και hi-end Solid Foundation) στον Γιάννη Δρακόπουλο και βεβαίως πλήθος δοκιμών, τεχνικά θέματα κ.λπ.
Τώρα στο δεύτερο (πίσω) εξώφυλλο του περιοδικού βλέπουμε τον Βαγγέλη Παπαθανασίου (γράφω εγώ τα σχετικά, με την θλιβερή αφορμή του χαμού του, τον προηγούμενο Μάιο), υπάρχει το πολύ ενδιαφέρον μουσικό αφιέρωμα στον Θανάση Βέγγο (από τον Νίκο Τζαβέλλα), υπάρχει συνέντευξη της σαξοφωνίστριας της jazz Melina Paxinos στην Μαίρη Πατρίκη (με παράλληλη αναφορά στην δισκογραφία της από εμένα), ενώ υπάρχει και το αφιέρωμα στους AC/DC από την Μαρία Τσακίρη.
Περαιτέρω υπάρχουν οι δισκοκριτικές –ο Θοδωρής Μπαφαλούκας γράφει για άλμπουμ κλασικής μουσικής, εγώ γράφω για άλμπουμ jazz και rock, ελληνικά και ξένα, ξανά ο Θοδωρής Μπαφαλούκας με το Audiophile CD Corner–, η στήλη της Μαρίας Τσακίρη “Lets Rock!”, το κείμενο «Johnny Otis, ωραίος ως Έλλην» από τον Νίκο Α. Τζαβέλλα, το δεύτερο μέρος της αναφοράς στην θρυλική τζαζ ετικέτα ESP-Disk, ένα κείμενο για τον Nino Rota (επιμέλεια Θοδωρής Μπαφαλούκας), κινηματογραφικά θέματα, βιβλία, συνεντεύξεις κ.λπ.
Ένα χορταστικό τεύχος, για ακόμη μία φορά από το Yellow Box, το καλύτερο ηχο-μουσικό περιοδικό, που κυκλοφορεί τώρα στην Ελλάδα.
Επαφή: www.yellowbox.gr

Κυριακή 28 Αυγούστου 2022

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 460

28/8/2022 
Στο νέο τεύχος του περιοδικού Yellow Box, που κυκλοφορεί στα περίπτερα, ολοκληρώνουμε το αφιέρωμα στην ιστορική εταιρεία της free-jazz, του avant-folk και του avant-rock ESP-Disk... 

27/8/2022
Και για να το συνεχίσω λίγο ακόμη το προηγούμενο ποστ, για τους εξαφανισμένους.
Εμείς μεγαλώσαμε όταν στο κρατικό ραδιόφωνο, μετά το δελτίο ειδήσεων, γύρω στις τρεισήμισι το μεσημέρι, μεταδίδονταν οι αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Ίσως το πιο σκοτεινό δεκάλεπτο-τέταρτο στην ιστορία του ελληνικού ραδιοφώνου.
Κάτι φοβερές φωνές εκφωνητών, να λένε για άτομα που είχαν χαθεί και που τα είχαν δει κάποιοι, κάπου, κάποτε, χρόνια πριν, προτού εξαφανιστούν για πάντα...
Με συνέπαιρναν εκείνες οι ανακοινώσεις των εξαφανισμένων. Άλλοι από την Κατοχή, άλλοι από τον Εμφύλιο, άλλοι πιο μετά... Πολλοί απ’ αυτούς κομμουνιστές, που το κρύβανε, βέβαια, οι ανακοινώσεις.
Πού να βρίσκονταν; Να ζούσαν; Να ήξεραν ότι κάποιοι τους έψαχναν και να το αγνοούσαν; Να ήθελαν να επικοινωνήσουν και να μην μπορούσαν; Τι απ’ όλα να συνέβαινε;
Και από ’κει είχαν βγει σενάρια. Κι είχαν γυριστεί και ταινίες...
Και μετά από τις αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, άκουγες «καπάκι», τις ανακοινώσεις για τα πεδία βολής του Στρατού, ώστε να μην περάσει κανένας από ’κει κοντά και του ’ρθει η μπόμπα στο κεφάλι. Θρίλερ!
Και ο Γεωργίτσης είχε πέσει κατά λάθος σ’ ένα πεδίο βολής, σε μια ταινία, κι είχε σκοτωθεί... από φίλια πυρά. (γέλιο)

27/8/2022
Είδα χθες ένα road-movie, ξένο, παλιό... τώρα δεν θέλω να πω ποιο, για κάποιο λόγο. Άνθρωποι εξαφανισμένοι, που τους ψάχνανε άλλοι, και δεν μπορούσαν να τους εντοπίσουν... και δεν μιλάω για παρανόμους. Και πάνω σ’ αυτό το μοτίβο, το ότι ο ένας δεν μπορούσε να εντοπίσει που ήταν ο άλλος, για μια-δυο-τρεις μέρες, στηριζόταν μία καταπληκτική εν ολίγοις ταινία.
Τέτοιες ταινίες σήμερα, που υπάρχουν τα ζμάρτφων και λοιπά, δεν είναι δυνατό να υπάρξουν. Δεν έχουν νόημα. Δεν μπορείς πλέον να χαθείς, να εξαφανιστείς, με την θέλησή σου ή όχι, χωρίς να μπορούν να σε βρουν. Ούτε για μισή ώρα.
Κάπου θα σκάσεις μύτη, σε κανα ATM, σε κανα κοινωνικό δίκτυο, κάποιος θα σου στείλει e-mail, θα σε πάρει τηλ. στο κινητό κ.λπ. Κάπου θα δώσεις στίγμα. Το GPS εξάλλου καιροφυλαχτεί.
Τζίφος. Καταστροφή. Και όχι μόνο για τον κινηματογράφο δηλαδή...

27/8/2022
Αυτός ο Μουμτζής έγραψε ένα γελοίο κείμενο στην «Καθημερινή» σε σχέση με τον Ρόμπερτ Ουίλιαμς, ότι δεν ακούγονταν τα τραγούδια του στο κρατικό ραδιόφωνο επί ΠΑΣΟΚ «με διοικητική απαγόρευση», πως ήταν από εκείνους τους καλλιτέχνες που εξαφανίστηκαν «γιατί δεν έδωσαν γη και ύδωρ στο αριστερό ιερατείο» και κάτι τέτοια.
Λοιπόν αυτά είναι σαχλαμάρες, που τις γράφουν μόνον ξεφωνημένοι φιλελέδες, που τυχαίνει να είναι και παντελώς άσχετοι με αυτά τα θέματα.
Εγώ το διατύπωσα το θέμα πολύ ωραία στο LiFO.gr., γράφοντας πως... «Πολλοί ποπ καλλιτέχνες (όχι όλοι), που είχαν ξεκινήσει στην δεκαετία του ’70, βρίσκονται πλέον εκτός κλίματος. Η ποπ οπισθοχωρεί φανερά, ενώ ανεβαίνουν τάχιστα το νεο-ρεμπέτικο και το νεο-λαϊκό τραγούδι» και πιο κάτω πως... «Εν τω μεταξύ κόβονται και οι διαφημιστικές εκπομπές των δισκογραφικών εταιρειών από το ραδιόφωνο και πολλοί τέτοιοι δίσκοι, ποπ δίσκοι, που εξακολουθούσαν να τυπώνονται, περνάνε σχετικώς απαρατήρητοι (χωρίς διαφήμιση από ραδιόφωνο και τηλεόραση)», και λίγο πιο μετά... «κάπως έτσι ο Robert Williams «θα τα πάρει», όπως λέμε, αφού αντιμετωπίζεται πλέον ως «κομμένος», για να στραφεί φανερά προς το κόμμα της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, που ήταν η Νέα Δημοκρατία, επί αρχηγίας Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα, συνθέτοντας στρατευμένα τραγούδια».
Δηλαδή αυτό που γράφει ο Μουμτζής για «διοικητική απαγόρευση» είναι εντελώς της πλάκας.
Κατ’ αρχάς εγώ θυμάμαι να ακούω Ρόμπερτ Ουίλιαμς στο κρατικό ραδιόφωνο στα μέσα του ’80.
Και από το κρατικό είχα ακούσει για πρώτη φορά –100% αυτό που σας λέω– το καταπληκτικό «Σαν την δης» (που το έβαλα και στο κείμενο στο LiFO.gr), το οποίο κι έψαχνα μάταια, μετά, στα LP του Ουίλιαμς. Λέω «μάταια», γιατί το τραγούδι υπήρχε μόνο σε 45άρι, το οποίο θα αγόραζα από τον Γιάννη τον Βινύλιο στις αρχές των 90s, όταν έβγαζε πάγκο με δισκάκια στην Βρυσακίου, απέναντι από τους Διόσκουρους, στο Μοναστηράκι, πολύ πριν κάνει το γνωστό μαγαζί.
Κι είχα ακούσει κι άλλα τραγούδια του Ρόμπερτ Ουίλιαμς στο ραδιόφωνο, τότε, όπως το «Μες στην προσευχή μου σε θυμάμαι» κ.λπ., ενώ είμαι σίγουρος πως θα είχε εμφανισθεί και στην τηλεόραση ο Ρόμπερτ, τουλάχιστον επί... Σημίτη (εννοώ μετά το ’85, όταν ο «Κινέζος» ήταν υπουργός εθνικής οικονομίας).
Είμαι σίγουρος, δε, πως περισσότερα τραγούδια του Ουίλιαμς θα είχαν ακουστεί τότε στο κρατικό, απ’ όσα είχαν ακουστεί του Πασόκου Θωμά Μπακαλάκου – τα οποία δεν τα θυμάμαι σχεδόν καθόλου.
Αυτό που συνέβαινε τότε με το κρατικό ήταν το εξής.
Επειδή είχαν κοπεί οι διαφημιστικές εκπομπές των εταιρειών, οι παραγωγοί έπαιζαν κατά κόρον καινούρια τραγούδια. Κι έπαιζαν τα πάντα.
Εγώ στο κρατικό ραδιόφωνο είχα ακούσει τότε Περικλή Χαρβά («Στην Άσφαλτο»), Χρήστο Λεττονό («Στρατιωτικά»), Νικόλα Μητσοβολέα («Αφύλαχτη Διάβαση»), Ηδύλη Τσαλίκη («Αυταπάτη») κι είχα τρέξει μετά στα δισκάδικα για ν’ αγοράσω τους δίσκους.
Και αναφέρθηκα σ’ αυτά τα τέσσερα ονόματα, που είναι «άγνωστα» γενικώς, γιατί με τα γνωστά γινότανε χαμός. 50 φορές την ημέρα θα άκουγες Νταλάρα, Αρβανιτάκη, Φατμέ, Τερμίτες, Κατσιμιχαίους κ.λπ.
Όμως άκουγες και Πασχάλη, και Δάκη, και Ρόμπερτ Ουίλιαμς, απλά αυτά δεν πολυπαιζόντουσαν, δεν γινόταν «παιχνίδι» με αυτά τα τραγούδια – όχι ότι ήταν με «διαταγή» κομμένα.

26/8/2022
Pinnacle “Time slips by”…
https://www.youtube.com/watch?v=b0_Gh7b30RA

25/8/2022
Με τον Αφροαμερικανό Malcolm Mooney στο τραγούδι – πριν πάει ο Ιάπωνας Damo Suzuki. Στη σωστή 6λεπτη διάρκεια...
https://www.youtube.com/watch?v=ZAiYRCpvC2c

25/8/2022
Το σκάνδαλο των υποκλοπών έθαψε τον ψευτο-κοσμοπολιτισμό των Μητσοτάκηδων. Δεν πρόκειται να τους ξαναδείς στα CNN της Εσπερίας να παριστάνουν τους τσιτσερόνε του αμερικάνικου στόλου. Τους ήρθε από ’κει πετριά κανονική...

24/8/2022
«Χα, στέκομαι στη στάση το βραδάκι / αχ πάει το χρυσό καλοκαιράκι»...
Έχει ωραία ρυθμική κιθάρα. Να είχε και μία lead, αντί για το βιολάκι, τι καλά που θα 'τανε... Κόλλαγε με το ροκ ο Πατσιφάς το '69 και άφησε τον "έντεχνο" Κοντογιώργο να κάνει κουμάντο στον δίσκο...
https://www.youtube.com/watch?v=Q_QR5G9EOrY

24/8/2022
A rebel with a cause... (συνταρακτικός Ferre Grignard)
https://www.youtube.com/watch?v=ayGyIEQqeWA

24/8/2022
Νομίζω πως κινηματογραφικά δεν θα είχαν υπάρξει η Ευδοκία και ο λοχίας, αν δεν είχαν προηγηθεί ο Θάνος με την Δέσποινα.
Εικαστικά, δε, ο Παπατάκης πρέπει να είχε επηρεάσει πολύ κόσμο, του νέου ελληνικού κινηματογράφου, με τους «Βοσκούς», και πρώτον όλων τον Θόδωρο Αγγελόπουλο της Αναπαράστασης, που μέχρι τότε γύριζε ποπ ταινίες.
Δεν ξέρω... ίσως θα ήταν προτιμότερο να μην τον επηρέαζε ο Παπατάκης τον Αγγελόπουλο και να συνέχιζε να γυρίζει ποπ ταινίες (ο Αγγελόπουλος), με συγκροτήματα και τραγουδιστές.
Θα μπορούσε να είχε κάνει φερ’ ειπείν, στην εποχή του Θιάσου, μια ταινία για τον Σαββόπουλο (με μάγους, Ζωζώ, μπουλούκια, αντάρτες, Ελλάδα-παράγκα κ.λπ.), που να μην ξέφευγε από το κόνσεπτ του Θιάσου, πηγαίνοντάς το και παραπέρα... Τέλος πάντων... όνειρα....
[πάντως για τους Βοσκούς θέλω να γράψω κάποια στιγμή και θα το πράξω]

23/8/2022
Και μην γράψει κανείς πως τραγουδάει σαν τον Tim Buckley. O Tim Buckley τραγουδούσε σαν τον Fred Neil...
https://www.youtube.com/watch?v=BdRRft5aGGY

22/8/2022
Σεπτέμβριος '73. Ενδιαφέρον πρόγραμμα...

Σάββατο 27 Αυγούστου 2022

FORGIVENESS ένας συνδυασμός ηλεκτρονικών, ambient και jazz

Από τρία όχι τυχαία άτομα αποτελούνται οι Forgiveness, που υπογράφουν τώρα το ντεμπούτο τους Next Time Could Be Your Last Time (2022) για την Gondwana Records (AN Music). Λέμε για τους Richard Pike κυκλώματα, Joe Quirke προγραμματισμός και Jack Wyllie φλάουτο και σαξόφωνο.
Ο πρώτος είναι ένας αυστραλός κιθαρίστας, παραγωγός και μηχανικός, γνωστός από την δουλειά του με τους Pivot, ο δεύτερος είναι επίσης παραγωγός ηλεκτρονικής και ambient μουσικής (και με προσωπική δισκογραφία), ενώ ο τρίτος, και γνωστότερος όλων, είναι μέλος των Portico Quartet, και άλλων διαφόρων σχηματισμών.
Αυτοί οι τρεις μουσικοί συνεργάζονται για την δημιουργία ενός μάλλον παράξενου άλμπουμ – ενός άλμπουμ που δεν είναι ούτε σκέτα ηλεκτρονικό, ούτε σκέτα ambient, ούτε σκέτα jazz. Είναι κάτι απ’ όλα αυτά; Ένας συνδυασμός τους; Ναι, μάλλον...
Αν και είναι δύσκολο λοιπόν να περιγράψεις με μια-δυο λέξεις αυτό που ακούς στο “Next Time Could Be Your Last Time”, εντούτοις δεν είναι καθόλου δύσκολο να αντιληφθείς πως εδώ υπάρχει κάτι σοβαρό, κάτι ξεχωριστό, που έρχεται να προστεθεί, σαν ιδιαιτερότητα, ανάμεσα στα υπόλοιπα τούτης της εκλεκτικής ετικέτας.  
Οι Pike, Quirke και Wyllie, δηλαδή οι Forgiveness, ναι μεν επιχειρούν να δημιουργήσουν αρχικώς ένα «απλωμένο» οργανικό πλαίσιο, αλλά, εντός αυτού, δεν παραλείπουν να τοποθετήσουν με επιστημονικό τρόπο (και) τις διάφορες εκτροπές του(ς) – που κινούνται άλλοτε προς ethnic κατευθύνσεις (“Mountain top”), άλλοτε προς το περιβαλλοντικό new-age (“Lost fawn”), άλλοτε προς την electronic music (“Transparent”), άλλοτε προς την jazz (“Orangeade sky”) κ.λπ.
Το αποτέλεσμα συγκλίνει βεβαίως, γιατί το πλαίσιο παραμένει πάντοτε το ίδιο – με τις εκάστοτε περιπτώσεις να δημιουργούν, απλώς, τις εντυπωσιακές επιμέρους διαδρομές.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2022

η αμερικανική όπερα του George Gershwin “Porgy and Bess” στην Αθήνα του 1955 – περιλάμβανε το “Summertime” και είχε συμβάλει στην άνοδο του ενδιαφέροντος για την τζαζ στην Ελλάδα

Υπάρχουν τρία πολύ μεγάλα γεγονότα, που συνέβαλαν στην γνωριμία ενός ευρύτερου ελληνικού κοινού με την τζαζ, στην δεκαετία του ’50. Τα δύο είναι συναυλιακά και το ένα θεατρικό.
Για τα συναυλιακά, δηλαδή για τις παρουσίες του φημισμένου τρομπετίστα της τζαζ Dizzy Gillespie, στην Αθήνα, στο Θέατρον Κοτοπούλη, στο διάστημα 12-21 Μαΐου 1956, όπως και του θρύλου «πρεσβευτή της τζαζ» Louis Armstrong, επίσης στην Αθήνα, στην Αίθουσα Ορφεύς, στις 3 Απριλίου 1959, έχουμε ήδη γράψει τα σχετικά και λεπτομέρειες μπορείτε να δείτε εδώ... https://www.lifo.gr/culture/music/10-tzaz-live-stin-ellada-poy-egrapsan-istoria. Οπότε εκείνο που τώρα μας μένει είναι να ασχοληθούμε με την θεατρική παράσταση, που είχε προηγηθεί των δύο συναυλιών, και που είναι το περισσότερο άγνωστο γεγονός από τα τρία.
Λέμε λοιπόν για την παρουσίαση της λαϊκής όπερας “Porgy and Bess” στην Αθήνα, στο τότε Βασιλικόν Θέατρον (νυν Εθνικό), στο διάστημα 20-23 Ιανουαρίου 1955, από πολυμελή αμερικανικό θίασο μαύρων καλλιτεχνών, σε μια παραγωγή των Blevins Davis και Robert Breen.
Πριν έλθουμε στην συγκεκριμένη παράσταση θα πρέπει, πρώτα, να πούμε λίγα λόγια για την όπερα “Porgy and Bess” – καθώς θεωρείται πλέον κομβική για πολλά και διαφορετικά ζητήματα (καλλιτεχνικά, αισθητικά, κοινωνικά, φυλετικά), και τούτο ασχέτως της κριτικής που της ασκήθηκε, στην δεκαετία του ’60 κυρίως, από την μαύρη διανόηση, σε σχέση με την ίδια την «εικόνα» του μαύρου (πόσο κοντά ήταν στο «λευκό» πρότυπο κ.λπ.).
Κατ’ αρχάς το λιμπρέτο της όπερας ήταν γραμμένο από τον (λευκό) συγγραφέα DuBose Heyward (1885-1940), η μουσική της ήταν συντεθειμένη από τον George Gershwin (1898-1937), ενώ οι στίχοι των τραγουδιών της ήταν γραμμένοι από τον αδελφό τού συνθέτη, τον Ira Gershwin (1896-1983).
Η όπερα “Porgy and Bess” παρουσιάζει την ζωή και τους έρωτες των κατοίκων του Catfish Row, μιας όχι και τόσο φανταστικής συνοικίας, της Charleston της Βόρειας Καρολίνας, στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Όπως διαβάζουμε και στο ελληνικό πρόγραμμα:
«Οι ήρωές της είναι άνθρωποι που δουλεύουν σκληρά για να βγάλουν το ψωμί τους, έχουν βαθιά ριζωμένο το θρησκευτικό αίσθημα και διατηρούν το κέφι τους για τη ζωή. Οι χαρές και οι λύπες, οι ελπίδες και οι φόβοι των κατοίκων του Catfish Row και το ρομάντζο του Porgy και της Bess, θα μπορούσαν να συμβούν –και χωρίς άλλο συμβαίνουν– σε κάθε συνοικία, όπου το χρήμα είναι λιγοστό και οι βιοτικές συνθήκες σκληρές».
Η όπερα είχε κάνει πρεμιέρα στις 30 Σεπτεμβρίου 1935, στο Colonial Theatre της Βοστόνης, για να μεταφερθεί στο Broadway αμέσως μετά, σε σκηνοθεσία Rouben Mamoulian και μουσική διεύθυνση από τον Alexander Smallens. Στο ρόλο του Porgy ήταν ο βαρύτονος Todd Duncan, ενώ σ’ εκείνον της Bess ήταν η σοπράνο Anne Brown.
Η όπερα είχε από την αρχή μεγάλη επιτυχία στις ΗΠΑ, ενώ το 1943, μέσα στον Πόλεμο, θα περάσει και στην Ευρώπη, για να παρουσιαστεί σε διάφορες χώρες όχι χωρίς προβλήματα (λόγω ναζιστικής κατοχής κ.λπ.), για να επανέλθει στην Γηραιά Ήπειρο μετά τον Πόλεμο, στις αρχές της δεκαετίας του ’50 πια (και με διαφορετικό καστ φυσικά).
Ήταν Ιούνιος του 1952 λοιπόν, όταν η παραγωγή των
Blevins Davis και Robert Breen, ανεβαίνει στο Ντάλλας του Τέξας, ξεκινώντας περιοδεία στην Αμερική και πιο μετά στην Ευρώπη, εκεί όπου ο θίασος θα παραμείνει για τέσσερις μήνες, επιστρέφοντας στη βάση του τον Μάρτιο του ’53.
Την άνοιξη και το καλοκαίρι του ’54 ο θίασος θα περιόδευε ξανά σε ΗΠΑ και Καναδά, ενώ τον Σεπτέμβριο του ’54 θα επανερχόταν στην Ευρώπη, δίνοντας παραστάσεις σε Ιταλία, Γαλλία, Γιουγκοσλαβία και αλλού, φθάνοντας έως και την Αίγυπτο.
Και ήταν τότε, σ’ εκείνο, το πλαίσιο, όταν ο αμερικανικός θίασος θα επισκεπτόταν και την Ελλάδα, παρουσιάζοντας το “Porgy and Bess” στην Αθήνα, στο τότε Βασιλικόν Θέατρον, στο διάστημα 20-23 Ιανουαρίου 1955.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/theatro/i-amerikaniki-opera-toy-tzortz-gkersoyin-porgy-and-bess-stin-athina-toy-1955

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2022

ΑΝΕΣΤΗΣ ΜΠΑΡΜΠΑΤΣΗΣ ένα βιβλίο για τον ρεμπέτη Δημήτρη Γκόγκο (Μπαγιαντέρας)

Ένα αρκετά ενδιαφέρον βιβλίο κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Το βιβλίο αφορά στον συνθέτη, στιχουργό και τραγουδιστή του ρεμπέτικου Δημήτρη Γκόγκο (1903-1985) ή Μπαγιαντέρα κι έχει τίτλο «Μπαγιαντέρας / Δημήτρης Γκόγκος / Προπολεμική περίοδος» (2022). Συγγραφέας του είναι ο Ανέστης Μπαρμπάτσης.
Ο Α. Μπαρμπάτσης είναι και ο ίδιος μουσικός και ακόμη απόφοιτος του Τμήματος Λαϊκής & Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου, έχοντας σχετικό μεταπτυχιακό κ.λπ. Θέλουμε να πούμε με αυτό πως πρόκειται για έναν συγγραφέα, που μπορεί να «πιάσει» το θέμα του Μπαγιαντέρα από πολλές πλευρές – και αυτό συμβαίνει. Μάλιστα, ο τίτλος του βιβλίου του δεν είναι 100% ακριβής, υπό την έννοια πως η έρευνα του Α. Μπαρμπάτση δεν μένει, αυστηρώς, στην προπολεμική εποχή, καθώς επεκτείνεται, έστω και... εν τάχει, σε όλο το μήκος και το πλάτος της διαδρομής τού σημαντικού ρεμπέτη τραγουδοποιού, προσφέροντας έτσι μία όσο είναι εφικτό ολοκληρωμένη εικόνα – όπως θα ήταν και το σωστό δηλαδή. Βεβαίως η «προπολεμική περίοδος» είναι εκείνη που κυριαρχεί στο βιβλίο... οπότε ok και με τον τίτλο.
Το βιβλίο πέρα από προλόγους, εισαγωγές, επιλόγους, παραρτήματα και βιβλιογραφία-πηγές, αποτελείται από τέσσερα βασικά κεφάλαια, που έχουν τίτλους: «Βιογραφικά στοιχεία», «Τα χειρόγραφα του Μπαγιαντέρα», «Μουσικολογικά» και «Μέθοδος Μπουζουκιού».
Στο πρώτο απ’ αυτά τα κεφάλαια, το «Βιογραφικά στοιχεία» (38 σελίδες), ο συγγραφέας ερευνά ποικίλες πηγές, υλικό τυπωμένο, αλλά όχι μόνο (π.χ. συζητήσεις του Μπαγιαντέρα με τον αείμνηστο μελετητή του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού Κώστα Χατζηδουλή, στις οποίες, συζητήσεις, ο Α. Μπαρμπάτσης είχε πρόσβαση), για να μας αποκαλύψει τα ποικίλα μουσικά ενδιαφέροντα του Μπαγιαντέρα (την αγάπη του, ας πούμε, για το ευρωπαϊκό, το ελαφρό τραγούδι), τον τρόπο που συνέθετε (πρώτα έγραφε τους στίχους και μετά την μουσική κ.λπ.), την σχέση του με τις μαντολινάτες και την αγάπη του για το μαντολίνο γενικότερα, επίσης να μας πληροφορήσει για τον ατίθασο χαρακτήρα του (η θητεία του στον Στρατό διήρκησε πάνω από έξι χρόνια!), την αριστερή πολιτική τοποθέτησή του, το ξεκίνημα της επαγγελματικής και δισκογραφικής διαδρομής του (1934) και άλλα πολλά – και όλα με τις δέουσες λεπτομέρειες.
Στα «Χειρόγραφα του Μπαγιαντέρα», το δεύτερο κεφάλαιο, που αναπτύσσεται σε 51 σελίδες, ο συγγραφέας θα μας πληροφορήσει για τις «ανέκδοτες» προπολεμικές δημιουργίες του Μπαγιαντέρα, θα μας περιγράψει το πολιτικό κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, λίγο πριν και βασικά κατά την διάρκεια του δικτατορικού καθεστώτος του Ι. Μεταξά (όταν λογοκρινόταν ακόμη και η μουσική, και όχι μόνον οι στίχοι των τραγουδιών), θα μας πληροφορήσει για το πώς θα αναγκασθεί ο ρεμπέτης τραγουδοποιός να αλλάξει ύφος τραγουδιών, περνώντας από τα χασικλίδικα στα «δυτικότροπα ερωτικά» και λοιπά. Φυσικά, δεν μένει απ’ έξω το γεγονός της τύφλωσης του Μπαγιαντέρα, ενώ αποτιμάται με προσοχή η παραγωγή του (καθώς σ’ αυτό το διάστημα και έως το 1940 η Δημήτρης Γκόγκος θα ηχογραφήσει 32 τραγούδια («Γυρνώ σαν νυχτερίδα», «Μ’ έχεις μαγεμένο» και ακόμη τριάντα). Επίσης γίνεται λόγος για τα χρόνια της Κατοχής και τα «αντάρτικα» τραγούδια του, για να ολοκληρωθεί το κεφάλαιο με μιαν αναφορά στα μεταπολεμικά χρόνια τού ρεμπέτη βάρδου, έως και τις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Το τρίτο κεφάλαιο είναι τα «Μουσικολογικά» (23 σελίδες). Εδώ κατατάσσονται τα τραγούδια του Μπαγιαντέρα αναλόγως των «δρόμων» τους («πειραιώτικα», «χιτζάζ», σε «αρμονική μινόρε», «ματζόρε» και άλλα), για να μελετηθούν ως προς τα δομικά χαρακτηριστικά τους, με αναφορές στα κουρδίσματα κ.λπ. και με τον συγγραφέα να τα παρουσιάζει όλα αυτά μέσα από τα ανάλογα πεντάγραμμα.
Στο τελευταίο κεφάλαιο, που αποκαλείται «Μέθοδος μπουζουκιού» ο συγγραφέας ασχολείται μ’ ένα ιδιαίτερο ζήτημα, την πρώτη «πρακτική μέθοδο μπουζουκιού», που είχε ετοιμάσει ο Μπαγιαντέρας κι είχε εκδώσει ο μουσικός οίκος Γαϊτάνου, περί τα μέσα της δεκαετίας του ’50! Και όπως σημειώνει ο Α. Μπαρμπάτσης: «η μέθοδος αυτή αποτελεί σημαντικό τεκμήριο, καθώς είναι η πρώτη προσπάθεια καταγραφής της προφορικής τεχνογνωσίας του οργάνου σε εγγράμματη μορφή».
Δεν έχουμε να πούμε κάτι περισσότερα για το πολύ ενδιαφέρον αυτό πόνημα του Ανέστη Μπαρμπάτση, παρ’ εκτός ότι θα άξιζε τα labels των δίσκων, που εικονίζονται, να ήταν μεγαλύτερα και σε υψηλότερη ανάλυση, ώστε να διαβάζονταν καλύτερα.
Επαφή: www.metronomos.gr

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2022

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΖΙΤΖΗΣ / ΜΠΑΜΠΗΣ ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ αποσταλάγματα

Έντεχνο λαϊκό CD, με δώδεκα τραγούδια. Έξι κι έξι, όπως θα λέγαμε αν επρόκειτο για δίσκο βινυλίου. Συμμετρικά πράγματα... Λέμε για τα «Αποσταλάγματα» [Μετρονόμος, 2022].
Ο συνθέτης των τραγουδιών λέγεται Βαγγέλης Τζίτζης και είναι κιθαρίστας, ενώ ο στιχουργός λέγεται Μπάμπης Ανδριανόπουλος.
Στον δίσκο τραγουδούν πολλοί τραγουδιστές (Ελένη Αθανασιάδου, Γεράσιμος Ανδρεάτος, Δώρος Δημοσθένους, Τάσος Ζαφειρίου, Παντελής Θαλασσινός, Αθηναΐς Μαρκαντώνη, Εύη Τζίτζη, Βαγγέλης Τζίτζης), με την ηχογράφηση να έχει γίνει από τους Παντελή Θαλασσινό και Τάσο Ζαφειρίου, ο οποίος, περαιτέρω, παίζει κιθάρες, μπουζούκι, μαντολίνο και μπαγλαμά στο άλμπουμ, έχοντας επιμεληθεί και την ενορχήστρωση.
Τα «Αποσταλάγματα» είναι ένα άλμπουμ με στιχουργικό... concept. Ας το πούμε κι έτσι. Ο στιχουργός Μ. Ανδριανόπουλος κορφολογεί φράσεις από στίχους γνωστότατων τραγουδιών, τους οποίους «ενώνει», με δικές του συνδετικές παρεμβάσεις, δημιουργώντας καινούρια στιχουργήματα – τα οποία είναι αφιερωμένα, αν θέλετε, χωρίς να το λέει, σε πρόσωπα του ελληνικού τραγουδιού (στιχουργούς, τραγουδιστές, τραγουδοποιούς).
Έτσι, το πρώτο τραγούδι «Άνθη απ’ το μπαξεδάκι σου» (Παντελής Θαλασσινός) είναι γραμμένο για τον στιχουργό Ηλία Κατσούλη, το «Η αγάπη ξαναζεί» (Αθηναΐς Μαρκαντώνη) είναι γραμμένο για την Βίκυ Μοσχολιού, το «Θα ’ρθω ξανά» (Εύη Τζίτζη) είναι γραμμένο για την Αρλέτα, το «Ποιας καρδιάς τα χρέη» (Τάσος Ζαφειρίου) είναι αφιερωμένο στον Μάνο Ελευθερίου κ.ο.κ.
Επίσης, εδώ υπάρχουν και δύο εντελώς πρωτότυπα στιχουργήματα (χωρίς κορφολογήματα δηλαδή), με το ένα να αφορά στο τραγούδι «Πόνος και άγιος έρωτας» (Γεράσιμος Ανδρεάτος), που είναι ολοφάνερα γραμμένο για την Κατερίνα Γώγου και με το άλλο να αφορά στο τραγούδι «Νυχτερινό» (Βαγγέλης Τζίτζης), που είναι γραμμένο για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Τώρα, σε γενικές γραμμές θα λέγαμε πως έχουμε να κάνουμε, στην περίπτωση του CD «Αποσταλάγματα», με ένα αρκετά ενδιαφέρον «έντεχνο» άλμπουμ – πάνω, βεβαίως στην σύγχρονη «τυπική» γραμμή του είδους.
Υπάρχουν οπωσδήποτε τα διδάγματα του χθες, υπάρχουν τραγούδια, δηλαδή, που θυμίζουν ηχητικώς καταστάσεις άλλων εποχών –το «Ένα απόβραδο στην Απανεμιά» με τον Δώρο Δημοσθένους, φερ’ ειπείν, μοιάζει σαν να ξεπήδησε από την «Ανάσταση Ονείρων» (1966) του Χρήστου Λεοντή–, αλλά σε γενικές γραμμές οι συνθέσεις του Β. Τζίτζη είναι καλές ή και πολύ καλές. Δεν είναι στο περίπου ή δήθεν.
Ο άνθρωπος γράφει τραγούδια που να μπορούν να μπούνε στα στόματα του κόσμου, κάποιου κόσμου τέλος πάντων, που, αν τα μάθει και τα ακούσει (ο κόσμος – ο κάποιος κόσμος), είναι σίγουρο πως θα τα εκτιμήσει. Γιατί είναι αληθινά «καλά». Δεν πιέζονται, δεν σπρώχνονται για να γίνουν «καλά». Είναι πηγαία τραγούδια, δημιουργήματα ενός ταλαντούχου τραγουδοποιού.
Όπως και οι στίχοι του Μ. Ανδριανόπουλου είναι καλοί (μαζί και του Κώστα Φαλκώνη εκεί στο τέλος), όπως και οι ερμηνείες των τραγουδιστών.
Για μένα αυτό το άλμπουμ αποτελεί έκπληξη. Δεν συναντώ σε σημερινά «έντεχνα» άλμπουμ τόσα πολλά, μαζεμένα, καλά τραγούδια. Τραγούδια, που μπορεί να μην πηγαίνουν το «έντεχνο» παρακάτω, αλλά που συγχρόνως δεν το κάνουν να μοιάζει και σαν «φτωχός συγγενής», όλων των άλλων τραγουδο-ακουσμάτων, που παρεπιδημούν τριγύρω.
Το να ξεχωρίσεις, λοιπόν, κάποια κομμάτια από έναν τόσο δεμένο και καλό δίσκο είναι μάλλον ματαιοπονία. Παρά ταύτα, αν έπρεπε να γράψω για ένα μόνο τραγούδι, θα έγραφα για το «Νυχτερινό» (Βαγγέλης Τζίτζης). Και λέω και το εξής. Στο επόμενο άλμπουμ του ο Βαγγέλης Τζίτζης να πει περισσότερα τραγούδια του – αν όχι όλα. Δικά του είναι εξάλλου.
Επαφή: www.metronomos.gr

Τρίτη 23 Αυγούστου 2022

XIOMARA TORRES η φωνή της θάλασσας

Γράψαμε πριν από λίγες μέρες (7 Αυγούστου) για το CD του Miró Henry SobrerTwo of Swords” στην Patois Records, ενώ τώρα έχει σειρά ένα επόμενο άλμπουμ τής πολύ καλής αυτής εταιρείας, που διακονεί την latin-jazz, στις ποικίλες όψεις της, το “La Voz del Mar” (2022) της κολομβιανή τραγουδίστριας και περκασιονίστριας (χειρίζεται guasá) Xiomara Torres.
Το άλμπουμ αυτό έχει πολλές ιδιαιτερότητες. Κατ’ αρχάς είναι ηχογραφημένο στην
Cali (Κολομβία), την μεγαλούπολη, με την τεράστια μουσική παράδοση (στα ΝΔ της χώρας, κοντά στις ακτές του Ειρηνικού). Έπειτα, το στούντιο που είναι ηχογραφημένο είχε φτιαχτεί για τον μαέστρο Diego Obregón, που έφυγε προσφάτως από την ζωή (11 Ιουλίου 2020), με χρήματα συγκεντρωμένα από τον Dan Neville (παραγωγός, ενορχηστρωτής, βιμπραφωνίστεας και marimba player), μέσω της καμπάνιας IndieGoGo, ενώ περαιτέρω, το άλμπουμ καταγράφει την μουσική κληρονομιά μιας πολιτιστικώς πλούσιας περιοχής, που όπως διαβάζουμε δεν είναι πολύ γνωστή ούτε εντός της Κολομβίας.
Τέλος πάντων αυτά όλα είναι λεπτομέρειες, καθόλου αδιάφορες φυσικά, για όσους ασχολούνται πιο βαθιά με την ευρύτερη λατινοαμερικάνικη μουσική, την τρανή ιστορία και τις σύγχρονες αποτυπώσεις της –και είναι αλήθεια πως εδώ, όλοι αυτοί, θα βρουν υλικό, και παραδοσιακό, μέσω του οποίου θα μπορέσουν να πάνε πολύ πιο πέρα– όμως σ’ ένα πρώτο επίπεδο εκείνο που ενδιαφέρει είναι ο απόηχος αυτού του δίσκου, που στρίβει τώρα στο δικό μας CD-player, τα vibes που κομίζει και η ατμόσφαιρα που σχηματίζει.
Από πλευράς ρεπερτορίου να πούμε, κατ’ αρχάς, πως εδώ ακούγονται επώνυμες συνθέσεις (κάποιες του Diego Obregón, όπως και του γιού του David Obregón), επίσης παραδοσιακές (“Justicia”, “Filomena”), ενώ υπάρχει και μια διασκευή στο “Let it be” των Beatles.
Το μουσικό ενδιαφέρον στο “La Voz del Mar” είναι μεγάλο, και αυτό σχετίζεται, βασικά, με τα κρουστά, την παρουσία και χρήση των κρουστών εννοούμε, που είναι πολλά (guasá, quinto, conga, cucuno, timbales, bombo, maracas κ.ά.) και που συναποτελούν το ηχητικό ψηφιδωτό του δίσκου, μαζί βεβαίως με μπάσο, φλάουτο, τρομπέτα, σαξόφωνα, τρομπόνια (εδώ ακούγεται και το αφεντικό της Patois Records, o Wayne Wallace), βιολιά, τσέλο, άρπα, πιάνο, ακορντεόν και φυσικά τις φωνές, τα chorus vocals.
Πολλά τα κομμάτια που ξεχωρίζουν σ’ αυτό το θαυμάσιο CD της Xiomara Torres, αλλά το “Justicia” (με τους στίχους της Leidy Riascos, που αφορούν στον θάνατο ενός 11χρονου κοριτσιού, που είχε βρεθεί κακοποιημένο τον Γενάρη του 2021) είναι εκπληκτικό!
Επαφή: https://twitter.com/patoisrecords

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

ROBERT WILLIAMS ένας από τους πιο ευαίσθητους ποπ τραγουδοποιούς δεν είναι πια μαζί μας – η πορεία του με τους Poll, η προσωπική διαδρομή του και οι συνεργασίες του

Η απώλεια του Robert Williams, στα 73 χρόνια του (γράφουμε το όνομά του με λατινικά στοιχεία, γιατί έτσι υπέγραφε τους δίσκους του), δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη από τους φίλους της ελληνικής ποπ και του ελληνικού ροκ.
Ο Robert Williams είχε συνθέσει, είχε γράψει στίχους και είχε τραγουδήσει πολλά καλά τραγούδια, κυρίως στην δεκαετία του ’70, τραγούδια που έγιναν πολύ μεγάλες επιτυχίες, βραβεύτηκαν σε φεστιβάλ κ.λπ., ενώ υπήρξε και βασικό στέλεχος των Poll, μιας μπάντας από τις πιο αγαπημένες, διαχρονικά, του ελληνικού κοινού.
Ας δούμε τα πιο καίρια σημεία αυτής της υπερ-πεντηκονταετούς διαδρομής του...
Ο Robert Williams με τους Poll
Οι Poll άρχισε να παίρνουν μπροστά προς τα τέλη του 1970 και λίγο αργότερα (στους πρώτους μήνες του ’71) μία πρώτη, ουσιαστική σύνθεσή τους ήταν η ακόλουθη: Κώστας Τουρνάς κιθάρα, φωνή, Robert Williams κιθάρα, φωνή, Σπύρος Μαυρογιάννης σιτάρ, φυσαρμόνικα, Στιού Λόγκαρ μπάσο, κρουστά (επρόκειτο για τον Σταύρο Λογαρίδη φυσικά), Νάσια Σανδή φωνητικά και Μαίρη Γκλας επίσης φωνητικά.
Κώστας Τουρνάς και Robert Williams γνωρίζονταν από την εποχή των Teenagers (1966), ένα γκρουπ, που είχε αφήσει ένα 45άρι στην Pan-Vox (δεν συμμετείχε ο R. Williams στην εγγραφή), ενώ οι δυο τους θα βρίσκονταν μαζί και σ’ ένα επόμενο βραχύβιο σχήμα, τους Dino and X-Rays.
Μετά από διάφορες ανακατατάξεις και την προσθήκη ενός «κανονικού» ντράμερ, του Κώστα Παπαϊωάννου (πριν στους Cinquetti και αλλού), οι Poll ήταν έτοιμοι, στις αρχές Απριλίου του ’71 να τυπώσουν το πρώτο τους δισκάκι, το «Άνθρωπε αγάπα / Έλα ήλιε μου» [Polydor].
Τα τραγούδια θα αποδειχθούν φλέβα χρυσού, οι Poll θα εμφανισθούν στην τηλεόραση, το 45άρι θα πουλήσει αρκετά, με το γκρουπ να γνωρίζει μία ανέλπιστη επιτυχία.
Τη σεζόν 1971-72 αποτελούν βασική ατραξιόν στο club Ελατήριον (Χέυδεν και Αριστοτέλους), σ’ ένα πρόγραμμα το οποίο είχε επιμεληθεί ο Γεράσιμος Λαβράνος (είναι ο «Γεράσιμος Ντο Ρε Μι» στο κόμικ, που συνόδευε το δεύτερο LP τους). Συμμετείχαν ακόμη ο Γιάννης Κιουρκτσόγλου, η Δέσποινα Γλέζου και τα Ανάκαρα.
Η μεγάλη επιτυχία στο Ελατήριον (το αντίπαλο δέος των κλαμπ Κύτταρο και Rodeo εκείνη την εποχή) τους οδηγεί ουσιαστικά στην ηχογράφηση του πρώτου μεγάλου δίσκου τους, που είχε τίτλο «Άνθρωπε...» [Polydor] και ο οποίος θα κυκλοφορούσε προς το τέλος του 1971.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/prosopa/apolies/rompert-oyiliams-enas-apo-toys-pio-eyaisthitoys-pop-tragoydopoioys-den-einai-pia