Τρίτη, 4 Ιουνίου 2019

LEON REDBONE (1949-2019)

Πριν από λίγες ημέρες (30 Μαΐου) έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος τραγουδοποιός Leon Redbone. Ήταν 70 ετών. Ο θάνατός του πέρασε απαρατήρητος στην Ελλάδα, βασικά επειδή το είδος που διακονούσε ο Redbone δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη πέραση στη χώρα (ένα ανακάτεμα jazz, blues, rag, vaudeville και του ήχου της Tin Pan Alley), αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι αναγκαστικώς. Ο Redbone έχαιρε μεγάλης εκτίμησης, στην Αμερική και τον Καναδά κυρίως, τόσο από κοινό και κριτικούς, όσο και από διακεκριμένους συναδέλφους του (Bob Dylan), γεγονός που τον καθιστούσε κάπως σαν «εικόνα», για αυτό το στυλ που επέλεγε να παρουσιάζει.
Θυμήθηκα, λοιπόν, πως κάποτε, πριν από αρκετά χρόνια (Οκτώβριος 2001), είχα γράψει κάτι για τον Leon Redbone στο Jazz & Τζαζ (τεύχος 103) και αφού έψαξα να βρω το συγκεκριμένο άρθρο, που είχε γίνει με αφορμή την κυκλοφορία του τότε άλμπουμ του “Any Time” [Blue Thumb], είπα να το επαναφέρω στο τώρα.
Να σημειώσω μόνον πως εκείνη την εποχή (2001) ήταν πολλά πράγματα άγνωστα για τον Leon Redbone και τούτο γιατί ο ίδιος δεν μιλούσε συχνά για τον εαυτό του, το παρελθόν του κ.λπ. Μάλιστα, μόλις τα τελευταία χρόνια επιβεβαιώθηκαν κάποια στοιχεία σε σχέση με την καταγωγή του και τη μετέπειτα διαδρομή του – καθώς ήταν Αρμένης, που είχε γεννηθεί στην Κύπρο(!), για να βρεθεί στον Καναδά αλλάζοντας το όνομά του μετά τα μέσα του ’60.
Το κείμενο εκείνο, παρότι είναι γραμμένο λοιπόν το 2001, πιάνει σε μεγάλο βαθμό (και συνοπτικά πάντα) την πορεία του Leon Redbone στα μουσικά πράγματα, αφού από τότε έως τη στιγμή που πέθανε ο ιδιαίτερος αυτός καλλιτέχνης μπόρεσε να κυκλοφορήσει μόλις ένα στούντιο-άλμπουμ (το “Flying by” το 2014), καθώς όλα τα υπόλοιπα ήταν live ή συλλογές με παλαιό υλικό του. Πάμε λοιπόν…
Ο Leon Redbone δεν φαίνεται να είναι τυφλός. Παρ’ ότι πρέπει να γεννήθηκε (άγνωστο πού και πότε) φορώντας θεοσκότεινα γυαλιά, κανείς δεν είναι διατεθειμένος να βεβαιώσει ότι ο κύριος αυτός αποτελεί μέρος ενός συνηθισμένου jazz-blues αρχέτυπου, ένας πάσχων εκ γενετής, που βρήκε στην καλλιτεχνία τον δικό του δρόμο.
Χωρίς ποτέ δικό του αναλυτικό βιογραφικό να διαρρεύσει στις εγκυκλοπαίδειες ή στο internet, χωρίς ποτέ ο ίδιος να δώσει εξηγήσεις για το τι και το πώς της διαδρομής του, έχει αφήσει μόνο το έργο του, ελεύθερο, να τροφοδοτεί διαχρονικώς τις απορίες των θαυμαστών του. Με καινούριο άλμπουμ ύστερα από επτά ολόκληρα χρόνια (το προηγούμενό του ήταν το “Whistling in the Wind” του 1994), ο απόλυτος αυτός άρχων του σύγχρονου vaudeville βρίσκεται ξανά στην επικαιρότητα μ’ έναν τρόπο, που, ως συνήθως, έχει επιλέξει ο ίδιος.
Έχουν μιαν εσωτερική γλυκύτητα τα τραγούδια του Leon Redbone. Ένα πάθος συνεσταλμένο, μόνιμο και διαβρωτικό, που δεν φθάνει ποτέ στα όρια της έκρηξης, παραμένοντας υφέρπον ακόμη και όταν αγγίζει κόκκινο. Μάλιστα κύριοι... αγαπάμε, θα μπορούσε να είχε δηλώσει αγέρωχα ο ίδιος. Αγαπάμε, όμως, δίχως κραυγές, αφήνοντας μόνο τις ανάσες μας να σκορπιστούν στο χώρο…
Με ισχυρά στοιχεία crooner της παλαιάς σχολής και με ανάλογη εμφάνιση και κατατομή (ένδυση δανδή, περιποιημένος μύσταξ κάπως σαν του Groucho Marx, ανάλογα αξεσουάρ), ο Leon Redbone κρατάει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια σειρά από «ταινίες», τις οποίες ο ίδιος σκηνοθετεί, έχοντας την επίβλεψη όλων των ενδιαμέσων σταδίων, γράφοντας φυσικά και τη μουσική.
Αυτό το χαρακτηριστικό, που τον διακρίνει σχεδόν από τότε που ξεκινούσε τη μακριά του διαδρομή (πρωτοεμφανίστηκε στο Τορόντο πριν από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, αν και κανείς, παρά ταύτα, δεν ορκίζεται πως είναι Καναδός), φαίνεται πως στην τελευταία του δουλειά, η οποία φέρει τον τίτλο “Any Time”, περνά και σε στοιχεία εξωτερικά, αφού στο εξώφυλλο ο ίδιος προβάλλεται μέσα από τα καρέ ενός φιλμ, ενώ και η γενικότερη γραφιστική τού νέου του CD έχει αίσθηση κινηματογραφική. (Εξάλλου, ο ίδιος φαίνεται πως είχε κάποιαν επαφή στο παρελθόν και με αυστηρά κινηματογραφικά συμβάντα).
Κάποιες πληροφορίες λένε πως τον Leon Redbone τον ανακάλυψε ο John Hammond Πατήρ και πως μέσω του ιδίου μπόρεσε να προωθήσει το πρώτο του συμβόλαιο. Ντεμπούτο στη δισκογραφία κάνει το 1975, πάντως, με το “On the Track” [Warner Bros], στο οποίο συνεργάστηκε με τον περιώνυμο βιολιστή της jazz Joe Venuti, αλλά και με τον Don McLean!
Το 1977 φθάνει στο top-40 του Billboard με το “Double Time” [Warner Bros], για ν’ ακολουθήσει ένα ακόμη άλμπουμ λίγο αργότερα που είχε τίτλο “Champagne Charlie” [Warner Bros, 1978].
Στα χρόνια του ’80 ο Leon Redbone θα εμφανισθεί με λίγους σχετικώς δίσκους, οι καλύτεροι εκ των οποίων ήταν το “Red to Blue” [August, 1985] και το “No Regrets” [August, 1988]. Πάντα αγαπητός από το ευρύτερο κύκλωμα ο Redbone θα έχει την τύχη να συνεργαστεί σ’ αυτά τα LP με τους Dr. John, David Bromberg, Eric Weissberg, Jerry Douglas, Béla Fleck και άλλους, εξερευνώντας παλαιές στιγμές του αμερικανικού ρεπερτορίου, πετυχαίνοντας ωραίους συνδυασμούς της country με την jazz και το blues, κατά το πρότυπο των δεκαετιών του ’20 και του ’30. Εξαιρετικές ανάμεσα σε άλλα οι αποδόσεις του στα κλασικά τραγούδια του Jimmie RodgersSomewhere down below the Dixon Line” και “My good gals gone blues”, στο “Living the blues” του Bob Dylan και στο “Lazy bones” των Johnny Mercer και Hoagy Carmichael.
Στα χρόνια του ’90 ο Leon Redbone, που εν τω μεταξύ είχε αρχίσει να δημιουργεί και να επιβάλλει το στυλ και τις απόψεις του στην, τρόπον τινά, show-biz της δικής του «περιοχής», θα αρχίσει να μπαίνει πιο βαθιά στο blues, επηρεασμένος από την κιθαριστική rag τεχνοτροπία του Blind Blake, δημιουργώντας έναν τύπο τραγουδιού κοντά σ’ εκείνον του Bob Brozman ή του Roy Book Binder.
Καλύτερες δουλειές του από την δεκαετία του ’90 θεωρούνται τα άλμπουμ “Sugar” [Private Music, 1990] και “Up a Lazy River” [August / Private Music, 1992], αλλά και το “Whistling in the Wind” [Private Music] από το 1994, στο οποίο θα συνεργασθεί με τους Ringo Starr και Merle Haggard.
Το “Any Time”, όπως σημειώσαμε λίγο πριν, είναι το πιο πρόσφατο CD τού Leon Redbone (σ.σ. μέχρι το 2001, το ξαναλέμε, όταν γράφτηκε το κείμενο). 
Με τη χαρακτηριστική βαρύτονη φωνή του πάντοτε ακμαία (είναι αλήθεια πως ώρες-ώρες αγγίζει κάπως την θεατρικότητα της ερμηνείας τού Frank Sinatra – άκου την άποψή του για το “If you knew” του Jelly Roll Morton) και με κλασική thirties μπάντα συνοδείας, με τα πνευστά (τρομπόνι, κλαρινέτο, κορνέτα, τούμπα) πολύ συχνά σε πρώτο πλάνο, ο Leon Redbone δείχνει να είναι, και να φαίνεται, σαν ένας παλιομοδίτης, που τον έχει ανάγκη η εποχή όχι ως άλλοθι, αλλά ως μια περίπτωση άξια τιμών και σεβασμού, με γλυκό τρόπο ανυπότακτη στις σύγχρονες επιταγές της προβολής και του marketing
Ένας... αριστοκράτης τραγουδοποιός παλαιάς κοπής.
 

4 σχόλια:

  1. Έχω το 10ιντσο Champagne Charlie που είναι στις 78 στροφές και δεν μπορώ να το παίξω πουθενα. Ο Redbone μου αρέσει σαν καλλιτέχνης. Ώρες ώρες το στυλ του μου θυμίζει κάτι από το μουσικό υφος της Νέας Ορλεάνης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν ήξερα ότι είχε βγει και σε 10ιντσο 78άρι.

      Εγώ έχω το κανονικό LP, αγορασμένο παλιά από τον Ζαχαρία, από τις προσφορές, με 1 ευρώ. (Τον έχει και με δίχως γυαλιά στο back cover).
      Το είχα αγοράσει αφότου είχα κάνει εκείνο το κείμενο στο Jazz & Τζαζ, το 2001. Εξαιρετικό άλμπουμ.

      Διαγραφή
  2. Φώντα δεν είναι το άλμπουμ αλλά ένα promo single με δύο τραγούδια στις 78 στροφές με χαραξη microgroove και όχι shellac αγορασμένο με 1 ευρώ από το vinyl city

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι το είδα στο discogs. Ενδιαφέρουσα έκδοση. Έβγαιναν και άλλα τότε στις 78 στροφές (λίγα βέβαια).

      Διαγραφή