Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2024

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΟΡΔΗΣ ένας συνθέτης και πιανίστας της jazz με διεθνή διαδρομή

Ο συνθέτης και πιανίστας της jazz Λευτέρης Κορδής (Lefteris Kordis), που διαπρέπει πλέον όχι μόνον ως μουσικός μα και ως αναπληρωτής καθηγητής στο Berklee College of Music, στην Βοστόνη, είναι παλαιός γνώριμος. Όπως είχαμε γράψει πριν από μερικά χρόνια:
Τον πιανίστα Λευτέρη Κορδή τον θυμόμαστε από το 2003, όταν ως μέλος του Ionian Jazz Ensemble, του jazz σχήματος που θα ξεπηδούσε από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου στην Κέρκυρα, συμμετείχε στην ηχογράφηση ενός CD, που είχε μοιραστεί, τότε (Μάρτιος 2003), με το τεύχος #120 του “Jazz & Tzaz. Από τότε θα περνούσαν δεκατρία χρόνια (σ.σ. το κείμενο ήταν γραμμένο στις 2 Αύγ. 2016) και όλα αυτά τα χρόνια η καριέρα του Κορδή  είναι αλήθεια πως έχει αποκτήσει πια άλλες διαστάσεις, για να μην πούμε πως έχει απογειωθεί.
Όλα τούτα σημειώνονταν με αφορμή τον τότε δίσκο τού Λευτέρη Κορδή, που είχε τίτλο “Mediterrana”, ενώ τώρα θα γράψουμε τα ανάλογα για την πλέον πρόσφατη δουλειά του, που τιτλοφορείται Aquarelles / Celebrating the Inner Child (2024) και η οποία κυκλοφορεί (και αυτή) από την εταιρεία Inner Circle Music του Greg Osby.
Φυσικά, δεν πρόκειται για την δεύτερη δισκογραφική παρουσία του Λευτέρη Κορδή, ως leader, μα για την έβδομη, ενώ πολλαπλάσιες είναι και οι παρουσίες του ως sideman, αφού, και όπως διαβάζουμε και στο βιογραφικό του, ο Λ. Κορδής έχει εμφανιστεί στην σκηνή ή έχει ηχογραφήσει με τους… George Garzone, Steve Lacy, Sheila Jordan, Terri Lyne Carrington, Mikis Theodorakis, Jerry Bergonzi, Joe Lovano, Robin Eubanks, Panayotis Lalezas and Lefteris Bournias.
Το πιο νέο άλμπουμ λοιπόν του Λευτέρη Κορδή, είναι ένα ωραίο διπλό digipak (2CD), που διαθέτει, συγχρόνως, concept (θέμα). Όπως διαβάζουμε στο back cover:
«Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και η κίνηση των συνθέσεων στις “Aquarelles” (νερό και χρώμα) έχουν να κάνουν με την πληθωρική φύση του παιδικού πνεύματος, έτσι όπως την έχω βιώσει σε ορισμένους ανθρώπους και φαινόμενα μέσω της τέχνης, των διδασκαλιών και της υπέροχης έμπνευσής τους, που είναι μεγαλύτερη από την ίδια τη ζωή. Αυτές οι συνθέσεις είναι οι εκφράσεις των εμπειριών μου από την πρόσληψη του παιδικού πνεύματος και των δώρων της δύναμής του να μεταμορφώνει τον πόνο σε ομορφιά, χάρη και θεραπευτική ενέργεια».
Έτσι, αναφερόμαστε σε μια σειρά συνθέσεων του Λ. Κορδή (εννέα στο πρώτο CD και επτά στο δεύτερο), που τιτλοφορούνται “Aquarella”, διαθέτοντας περαιτέρω και επεξηγηματικούς υποτίτλους, που κάτι σημαίνουν για τον συνθέτη (“9 y/o Lefteris” ήτοι ο Λευτέρης στα εννιά του χρόνια) ή κάπου τις αφιερώνει (“Theo Angelopoulos”, “Mikis Theodorakis” κ.λπ.).
Κατ’ αρχάς να πούμε πως το άλμπουμ είναι ηχογραφημένο σε τρεις διαφορετικές sessions (στο PBS Studios / Westwood, MA, στο home studio του συνθέτη και στο Wellspring Sound Recording Studios / Acton, MA) και πως σ’ αυτό συμμετέχει μια πλειάδα οργανοπαικτών, που καλό θα ήταν να τους αναφέρουμε. Πρόκειται λοιπόν για τους: Jerry Bergonzi τενόρο σαξόφωνο, Λευτέρη Μπουρνιά κλαρίνα, Edmar Colon σοπράνο σαξόφωνο, Χάρη Λαμπράκη νέι, Dan Fox τρομπόνι, Todd Brunel, Brian Landrus μπάσο κλαρίνο, Brad Barrett, James Dale, Jorge Roeder μπάσο, Dor Herskovits, Eviatar Slivnik ντραμς, Bertram Lehmann, Κώστα Μερετάκη κρουστά, Yulia Musayelyan φλάουτα, Isaac Romagosa κιθάρα, συν τον Λευτέρη Κορδή, που χειρίζεται πιάνο και πλήκτρα. Φυσικά, όλοι αυτοί οι μουσικοί δεν ακούγονται όλοι μαζί, αλλά αναλόγως των επιμέρους απαιτήσεων, sessions κ.λπ.
Οι συνθέσεις του Λευτέρη Κορδή έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά. Κατ’ αρχάς υπάρχουν οι μνήμες (παιδικές και άλλες) από την Ελλάδα, που μετασχηματίζονται σε ανάλογα ηχοχρώματα, δια μέσου του νέι (“Aquarella 1”) ή του κλαρίνου (“Aquarella 2”, “Aquarella 11: Yannis Vasilopoulos”). Υπάρχει η μεσογειακή μελωδία, ηχοχρώματα πιο ελαφρά και βεβαίως απ’ όλους αναγνωρίσιμα, και φυσικά υπάρχει η jazz και το blues, η latin-jazz, η romance, ακόμη και το ελληνικό τραγούδι θα λέγαμε, για να μην πούμε ακόμη και για το ελληνικό τοπίο. Πολλά εξ αυτών δεν μπορεί παρά να συνδέονται επίσης με μνήμες (παιδικές ή άλλες), οι οποίες ανακατεμένες με τις πιο σύγχρονες αναφορές προσδίδουν στις συνθέσεις του Λευτέρη Κορδή εκείνα τα κάπως πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, που έχουν να κάνουν με την αφηγηματικότητα (νιώθεις πως πίσω από κάθε track κρύβεται μια ιστορία), τον λυρισμό τους οπωσδήποτε, και σίγουρα με την υψηλή αισθητική τους. Το λέμε, γιατί συνθέσεις σαν τις “Aquarella 9: Theo Angelopoulos” και “Aquarella 10: Mikis Theodorakis” διαθέτουν μιαν αφοπλιστική ευφράδεια, που συνδέεται κατ’ ευθείαν με την αυθεντικότητα και το κάλλος.
Φυσικά, και σαν πιανίστας (και κιμπορντίστας) ο Λευτέρης Κορδής είναι πάντα εκεί, ώστε να υποστηρίξει τις συνθέσεις του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, μεταφέροντας με τις μελωδικές γραμμές του όχι μόνο τη νοσταλγία για τον χρόνο που πέρασε, μα και την ανάγκη να εκφραστεί, τώρα, μ’ έναν τρόπο σημερινό, που να μην αποκλείει ποτέ την ομορφιά και το θεραπευτικό της άγγιγμα [“Healing (2021-2023)”].
Περαιτέρω δεν μπορεί να είναι μικρή, και δεν είναι, η συνεισφορά όλων των υπολοίπων οργανοπαικτών στη συγκρότηση του ήχου στο Aquarelles / Celebrating the Inner Child”, ο οποίος, και σε συνδυασμό με την τεχνική ποιότητά του, δημιουργεί όλες εκείνες τις προϋποθέσεις της απολαυστικής ακρόασης.
Ένας σπουδαίος δίσκος σύγχρονης τζαζ μουσικής, λοιπόν, από τον Λευτέρη Κορδή και τους συνεργάτες του, που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις πιο προβεβλημένες παραγωγές του είδους.
Επαφή: https://lefteriskordis.bandcamp.com/album/aquarelles-celebrating-the-inner-child-vol-1

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2024

RICHARD NELSON MAKROKOSMOS ORCHESTRA το νέο μεγάλο σχήμα ενός σημαντικού κιθαρίστα και bandleader

Σημαίνων κιθαρίστας και βασικά bandleader, ο Richard Nelson είναι ένα πρόσωπο με τη δική του ιστορία στον χώρο της jazz στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν κι έχει «κινηθεί» και με μικρά σχήματα, ο Nelson ειδικεύεται στα πιο μεγάλα ensembles – όπως το έχουμε διαπιστώσει εξάλλου κι εμείς εδώ στο blog, γράφοντας κριτικές για το άλμπουμ του “Deep River” [Heliotrope Records, 2015] με την Aardvark Jazz Orchestra ή και για το “Pursuit” [Heliotrope Records, 2011] με το Richard Nelson Large Ensemble.
Το τωρινό μεγάλο σχήμα, μέσω του οποίου μας κοινοποιεί την πιο πρόσφατη δουλειά του ο Richard Nelson, αποκαλείται Makrokosmos Orchestra και αποτελείται από δεκατέσσερα μέλη. Ο Nelson παίζει ηλεκτρική κιθάρα και διευθύνει βεβαίως, με την ορχήστρα να απαρτίζεται από... άπειρα πνευστά (φλάουτα, τενόρο, άλτο και σοπράνο σαξόφωνα, κλαρίνο και μπάσο κλαρίνο, γαλλικό κόρνο, τρομπέτες, ευφώνιο, μπάσο τρομπόνι) και ακόμη από πλήκτρα και sound design, συν, φυσικά, μπάσο, ντραμς και κρουστά.
Πνευστά, κιθάρα και ρυθμικό τμήμα λοιπόν αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας τις συνθέσεις τού Richard Nelson στο Dissolve” [Adhyâropa Records, 2024], που είναι τρεις στον αριθμό, οι “Dissolve” (15:16), “Float” (11:38) και “Cohere” (12:24) και οι οποίες κινούνται μέσα σ’ ένα ιδιόμορφο contemporary jazz πλαίσιο.
Στην πρώτη κάνουν ιδιαίτερη αίσθηση τα λάτιν κρουστά (Rex Benincasa), το γκρουβάτο μπάσο (Ken Filiano), το πολύ δυναμικό ντράμιν (Scott Neumann) και το «νευρικό» τενόρο (Adam Kolker), που πυροδοτεί το συνολικό άκουσμα με όλο το ensemble, προοδευτικά, να χτυπάει κόκκινο. Έξοχη σύνθεση με επιστημονική ανάπτυξη.
Στο μεσαίο “Float” κάνει εντύπωση στην αρχή το relaxed τέμπο με το σοπράνο (Tim ODell) και στη συνέχεια με το βαρύ groovy funky υπόστρωμα, με το σόλο του Richard Nelson στην ηλεκτρική, πριν την τελική χαλαρή επαναφορά.
Τέλος, στο έσχατο “Cohere” είναι το ηλεκτρικό πιάνο (Arco Sandoval) που κάνει τη διαφορά, ενώ κάνει ξανά εντύπωση το ρυθμικό τμήμα (μπάσο, κρουστά, ντραμς), που για σχεδόν δύο λεπτά ακούγεται «μόνο του», με την τρομπέτα (Jakob Varmus) να κυριαρχεί στο τελευταίο μέρος.
Ακούω χειροκροτήματα στο κλείσιμο, που σημαίνει πως η Richard Nelson Makrokosmos Orchestra είναι ζωντανά ηχογραφημένη στο ShapeShifter Lab του Brooklyn.
Επαφή: www.richardnelsonmusic.com, www.adhyaroparecords.bandcamp.com

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

η αξιαγάπητη Ιταλίδα ηθοποιός Sandra Milo, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, περιπλανιέται στην Αθήνα την άνοιξη του 1967 – o πατέρας της κόρης της ήταν Έλληνας, εβραϊκής καταγωγής, ενώ και η ίδια ήθελε να πολιτογραφηθεί Ελληνίδα

Ο θάνατος της Sandra Milo στα 90 χρόνια της, στις 29 του περασμένου Ιανουαρίου, δεν πέρασε απαρατήρητος από τα ελληνικά μίντια, καθώς όλα θα αναπαρήγαγαν το δελτίο Τύπου τού ΑΠΕ-ΜΠΕ, που αναφερόταν στη «φελινική» ηθοποιό –καθώς η Millo εμφανιζόταν σε δύο από τις πιο σημαντικές ταινίες του Federico Fellini, το “8 ½” (1963), παίζοντας δίπλα στον Marcello Mastroianni και την χρωματικά ονειρική “Giulietta degli spiriti” (1965), συμπρωταγωνιστώντας με την Giulietta Masina–, χωρίς να γίνει λόγος, κάπου, για τη σχέση της ιταλίδας ηθοποιού με την Ελλάδα.
Η
Sandra Milo, στα σίξτις, συνδεόταν με τον Έλληνα, εβραϊκής καταγωγής και σημαντικό παραγωγό της ιταλικής κινηματογραφίας Moris Ergas (Μόρις Έργκας), που είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη το 1922.
Από την ιταλική wiki μαθαίνουμε πως ο Ergas είχε μια δύσκολη ζωή ως νέος, λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, καθώς στα χρόνια του Πολέμου, θα περιπλανιόταν από χώρα σε χώρα (Ελλάδα, Σερβία, Αλβανία, Ιταλία) και βασικά από στρατόπεδο συγκέντρωσης σε φυλακή, πριν ξεκινήσει να δημιουργεί τη σημαντική πορεία του ως παραγωγός κινηματογραφικών ταινιών, στην Cinecittà, μετά τα μέσα του ’50.
Η πρώτη πολύ μεγάλη ταινία στην οποία συναντάμε τον Moris Ergas ως παραγωγό είναι το πολεμικό δράμα του Roberto RosselliniIl generale Della Rovere” από το 1959 («Χρυσό Λιοντάρι» στην 20η Mostra, στη Βενετία). Η ταινία, που πραγματεύεται συναρπαστικά τον μετασχηματισμό ενός μικροαπατεώνα, που δουλεύει για τους γερμανούς κατακτητές, σε ήρωα της αντίστασης, όταν η Ιταλία βρισκόταν υπό κατοχή, το 1944, είχε προβληθεί σε πρώτο χρόνο στην Ελλάδα, ενώ «όλοι» θα την βλέπαμε, και σε αποκαταστημένες κόπιες, όταν θα παιζόταν ξανά στις αίθουσες το 2017. Εκεί, σ’ αυτήν την ταινία, συμπρωταγωνίστρια του Vittorio De Sica (που κρατούσε τον κεντρικό ρόλο) ήταν η Sandra Milo (που ήδη σχετιζόταν με τον Moris Ergas).
Φυσικά ο Ergas, ως παραγωγός, θα δούλευε και για άλλες ταινίες, έχοντας για πρωταγωνίστρια την Sandra Milo, όπως τις «Κοκκέτες Πολυτελείας» (1960) σε σκηνοθεσία Antonio Pietrangeli, “Vanina Vanini” (1961) ξανά του Roberto Rossellini κ.λπ., ενώ θα έριχνε χρήματα και σε αρκετές ακόμη, χωρίς την Milo μπροστά από τις κάμερες, σαν τις “Kapò” (1960) του Gillo Pontecorvo και “Una vita violenta” (1962) σε σενάριο Pier Paolo Pasolini.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/cinema/otan-i-axiagapiti-italida-ithopoios-santra-milo-periplaniotan-stin-athina-tin-anoixi

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

MOPPA ELLIOTT δύο σπουδαία άλμπουμ, από μία μορφή της σύγχρονης jazz

MOPPA ELLIOTT’S ADVANCING ON A WILD PITCH: Disasters Vol.ΙΙ [Hot Cup Records, 2024]
Ο Moppa Elliott είναι ο μπασίστας των Mostly Other People Do the Killing (MOPDtK), αλλά όχι μόνον, καθώς τον έχουμε συναντήσει (και εδώ στο blog) τόσο σε προσωπικά άλμπουμ του, όσο και ως συνεργάτη των Jοn Lundbom, Sam Kulik, Bryan Murray και Jon Irabagon ανάμεσα σε άλλους.
Ένα από τα γκρουπ που «τρέχει» ο Elliott είναι και το Advancing on a Wild Pitch, ένα σύνολο που το απαρτίζουν οι Sam Kulik τρομπόνι, Charles Evans βαρύτονο σαξόφωνο, Danny Fox πιάνο, Moppa Elliott μπάσο και Christian Coleman ντραμς και το οποίον επανεμφανίζεται τώρα, στην δισκογραφία, με το “Disasters Vol.II” (το πρώτο άλμπουμ του προέρχεται από το 2019).
Υπάρχει “Disasters Vol. I”; Φυσικά. Έτσι λεγόταν το άλμπουμ των MOPDtK, από το 2022 (υπάρχει review από την 1η Μαρτίου εκείνου του έτους) και τούτο εδώ αποτελεί, κατά μίαν έννοια, τη συνέχειά του.
Σ’ αυτό λοιπόν το CD, το back cover του οποίου είναι... σκέτο sixties (σχεδιαστικά εννοούμε), ο Moppa Elliott παρουσιάζει επτά δικές του συνθέσεις, οι οποίες ονοματίζονται από πόλεις, περιοχές και χωριά της Pennsylvania (“Powelton Village”, “Cobbs Creek”, “Marcus Hook”, “The Donora Smog”, “Mud Run”, “Van Meter”, “Dimock”), τα οποία συνδέονται με κάποιες καταστροφές, φυσικές ή μη, που έχουν συμβεί στη συγκεκριμένη Πολιτεία, μέσα στα χρόνια (το ίδιο είχε συμβεί, εξάλλου, και με τις ονομασίες των tracks στο “Vol. I”).
Το οπισθόφυλλο, για να έρθουμε στο προκείμενο, δεν είναι τυχαίως σχεδιασμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο. Παραπέμπει ασυζητητί στις μουσικές του δίσκου, στις συνθέσεις του Moppa Elliott, που διαθέτουν όλες σίξτις-άρωμα.
Παίζουν με τα στυλ τού χθες τόσο οι MOPDtK, όσο και τα μέλη των MOPDtK, αποτίνοντας ποικίλους φόρους τιμής – και αυτό το έχουμε ακούσει / απολαύσει ξανά στο παρελθόν (στο “Blue” του 2014 π.χ., όταν θα απέδιδαν πιστά, πολύ πιστά, το “Kind of Blue” του Miles Davis).
Εδώ, βεβαίως, στο “Disasters Vol.ΙΙ” των Advancing on a Wild Pitch, το υλικό είναι πρωτότυπο – παρότι αυτό ακούγεται εντελώς... sixties! Εννοούμε πως όλες οι συνθέσεις τού Moppa Elliott περιστρέφονται γύρω από το bop και το hard bop. Και κάπως έτσι είναι το blues εκείνο που κυριαρχεί , προσαρμοσμένο σε διάφορα tempi, σε tracks, όπως στο “Marcus Hook”, που είναι αργό, ή στο “The Donora Smog”, που είναι πιο ανεβασμένο.
Κάθε κομμάτι, εν τω μεταξύ, μπορεί να ανακαλεί θερμά στοιχεία από την ιστορία της jazz, από τα mid-40s έως και τα mid-60s, φέρνοντας στη μνήμη όχι μόνο τα μικρότερα σχήματα (φερ’ ειπείν τα κουαρτέτα των sixties), μα και τα μεγαλύτερα σύνολα, τις ορχήστρες π.χ. (όταν οι σολίστες βγαίνουν «μπροστά» και ακούγονται με λιτή συνοδεία).
Μουσικοί με ήδη σπουδαίο παρελθόν (για τους οποίους θα βρεις πολλά στο blog), οι Sam Kulik (τρομπόνι), Charles Evans (βαρύτονο) και Danny Fox (πιάνο) είναι εν ολίγοις καταπληκτικοί σε κομμάτια σαν το “Mud Run” ή το μινόρε “Van Meter”, εκεί όπου το ρυθμικό τμήμα των Moppa Elliott και Christian Coleman δημιουργεί, πάντα, τα κατάλληλα υπόβαθρα.
Καταπληκτική old-school jazz, από μια μπάντα σπουδαίων σύγχρονων συνθετών και εκτελεστών, που έχουν την παράδοση της αγαπημένης τους μουσικής στο τσεπάκι τους.
MOPPA ELLIOTT’S ACCELERATION DUE TO GRAVITY: Jonesville / Music By And For Sam Jones [Hot Cup Records, 2024]
Ένα άλλο σχήμα τού Moppa Elliott, πέρα από τους Advancing on a Wild Pitch, νονέτο αυτή τη φορά, είναι και οι Acceleration Due to Gravity. Αυτοί εμφανίστηκαν μ’ ένα άλμπουμ το 2019, ενώ τώρα ένα επόμενό τους, είναι αφιερωμένο στον μεγάλο κοντραμπασίστα της jazz Sam Jones (1924-1981).
Ο Jones είναι γνωστός και από την προσωπική δισκογραφία του, στην Riverside και άλλες εταιρείες, μα και από τις συνεργασίες του με τους Tiny Bradshaw, Nat Adderley, Cannonball Adderley, Gene Ammons, Lou Donaldson και δεκάδες άλλους. Και κάπως έτσι στο “Jonesville” ο Moppa Elliott θα παρουσιάσει επτά συνθέσεις (τέσσερις πρωτότυπες δικές του και τρεις του Sam Jones), δημιουργώντας επί της ουσίας ένα νέο tribute σε μια μεγάλη τζαζ περίπτωση, με τεράστια συνεισφορά σε πάλκα και ηχογραφήσεις για περισσότερο από 25 χρόνια.  
Ακολουθώντας τη συνήθεια να τιτλοφορεί τα κομμάτια που παρουσιάζει δανειζόμενος ονομασίες από πόλεις και περιοχές της Pennsylvania, o Elliott μάς παρουσιάζει εδώ τα “Delaware water gap”, “Unity”, “Cedar Run” και “Jonesville”, μαζί με τις versions στα “Choice”, “Miami drag” και “Stack of dollars”, δημιουργώντας για μιαν ακόμη φορά ένα τέλειο και οπωσδήποτε σφόδρα απολαυστικό άκουσμα.
Βεβαίως υπάρχει εδώ το σχήμα Acceleration Due to Gravity, δηλαδή οι Bobby Spellman τρομπέτα, Dave Taylor τρομπόνι, Matt Nelson άλτο σαξόφωνο, Stacy Dillard τενόρο σαξόφωνο, Kyle Saulnier βαρύτονο σαξόφωνο, Ava Mendoza κιθάρα, George Burton πιάνο, Moppa Elliott μπάσο και Mike Pride ντραμς, όμως η γενική επιστασία, η γνώση και το πάθος, με τα οποία «ντύνει» κάθε νέο δίσκο του ο Elliott, είναι εκείνα που προεξοφλούν το εκπληκτικό τελικό αποτέλεσμα.
Είτε συζητάμε για τις πρωτότυπες συνθέσεις, είτε έχουμε να κάνουμε με τα διασκευασμένα κομμάτια, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Το Jonesville”, σαν δίσκος, διαθέτει μόνο κομματάρες, με τις ενορχηστρώσεις να τα σπάνε και με τα παιξίματα όλων ανεξαιρέτως των μουσικών να δημιουργούν τελείως εκστατικές καταστάσεις. Κοινώς απολαμβάνεις με ανοιχτό το στόμα!
Επαφή: www.hotcuprecords.com

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ – ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ δούλος ιερός του έρωτα: τα τρία σπάνιας ποιότητας τραγούδια τους, που ερμήνευσε ο Δημήτρης Ψαριανός το 1982

Το «Κέντρο Διερχομένων», που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1982, ήταν ένας από τους τελευταίους αληθινά μεγάλους «έντεχνους» δίσκους της Lyra – δίσκους, εννοούμε, που παρέπεμπαν στην τρανή εποχή του είδους, στη δεκαετία του ’70.
Έχουμε, δηλαδή, την παρουσία ενός καταξιωμένου συνθέτη και τραγουδοποιού, όπως ήταν ο Νίκος Μαμαγκάκης (1929-2013) και ενός το ίδιο καταξιωμένου φιλολόγου, λογοτέχνη και ποιητή, του Γιώργου Ιωάννου (1927-1985), ο οποίος για πρώτη φορά θα δοκίμαζε να γράψει στίχους, για να γίνουν τραγούδια.
Γιώργος Ιωάννου
Το άλμπουμ περιλάμβανε έντεκα κομμάτια, έξι στην πρώτη πλευρά του βινυλίου και πέντε στην δεύτερη, είχε
gatefold cover, με στίχους, φωτογραφίες και credits εντός, και βεβαίως ταιριαστό, όπως θα αποδεικνυόταν, εξώφυλλο του Γιάννη Τσαρούχη. Όπως διαβάζουμε... ο πίνακας του εξωφύλλου ανήκει στην σειρά «ζεϊμπέκικα», έχει τίτλο «ναύτης χορεύει ζεϊμπέκικο με δύο καπέλλα κρεμασμένα» και είναι φιλοτεχνημένος με την τεχνική γκουάς, στις 7 Φεβ. 1981 – δηλαδή ενάμιση χρόνο πριν από την κυκλοφορία του δίσκου. Το εξώφυλλο διέθετε «ανοιχτό» φόντο, που σε κάθε περίπτωση ήταν προτιμότερο από το μαύρο της τελευταίας CD-επανέκδοσης.
Στον δίσκο θα τραγουδούσαν ο Δημήτρης Ψαριανός, μέγιστος ερμηνευτής, ο οποίος είχε συνεργαστεί ξανά με τον Νίκο Μαμαγκάκη στο άλμπουμ «Σκλάβοι Πολιορκημένοι» [Lyra, 1974], που βασιζόταν σε ποίηση του Κώστα Βάρναλη, και ακόμη ο Δημήτρης Κοντογιάννης και η Ελευθερία Αρβανιτάκη – με τους δύο τελευταίους να είναι κάπως παράξενες, σε πρώτη φάση, επιλογές.
Ο Κοντογιάννης ήταν ένας λαϊκός τραγουδιστής με μεγάλο hook εκείνη την εποχή. Μέλος της Ρεμπέτικης Κομπανίας από τα μέσα του ’70, ο Κοντογιάννης τραγουδά, το 1978-79, για την Lyra, στα LP «Εκδίκηση της Γυφτιάς» και «Τα Δήθεν» (αμφότερα των Ξυδάκη-Ρασούλη), συμμετέχει στα «Τραγούδια της Χαρούλας» [MINOS, 1979] του Μάνου Λοΐζου και στην «Ρεζέρβα» [Lyra, 1979] του Διονύση Σαββόπουλου, ενώ είναι βασικός ερμηνευτής και στο «Οι Κυβερνήσεις Πέφτουνε Μα η Αγάπη Μένει» [Lyra, 1981] των Νικολόπουλου-Ρασούλη.
Ακόμη μέσα στο ’82, και πριν από την κυκλοφορία του «Κέντρου Διερχομένων», ο Κοντογιάννης θα τραγουδούσε στο «Παίξε Χρήστο Επειγόντως» [MINOS] ξανά των Νικολόπουλου-Ρασούλη, έχοντας δώσει και το προσωπικό του live «Μια Βραδιά στου Σαμπάνη» [Lyra].
Κοντολογίς λέμε για δίσκους και τραγούδια, που θα πουλούσαν δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα και που θα ακούγονταν παντού στη χώρα (σε ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, συναυλίες, ρεμπετάδικα, ταβέρνες κ.λπ.). Με άλλα λόγια, ο Δημήτρης Κοντογιάννης είναι χωμένος με τα μπούνια μέσα στο νεολαϊκό, που εκείνη την εποχή στηρίζει, δημοσιογραφικά, και με όλες του τις δυνάμεις, το περιοδικό «Ντέφι».
Χαρακτηρίζω την παρουσία του Κοντογιάννη «παράξενη» στο «Κέντρο Διερχομένων», γιατί θα περίμενα από τον Νίκο Μαμαγκάκη να επιλέξει έναν λιγότερο «σταμπαρισμένο» λαϊκό τραγουδιστή της εποχής. Το ότι επιλέγεται τελικά ο Κοντογιάννης σημαίνει πως ο δίσκος ήταν φτιαγμένος για να κάνει την εμπορική διαδρομή του πουλώντας και μέσα στο νεολαϊκό περιβάλλον – κάτι μάλλον δύσκολο, αφού τόσο οι μουσικές του Μαμαγκάκη όσο και οι στίχοι του Ιωάννου υπερέβαιναν τα στεγανά του χώρου.
Από κοντά και η νεο-εμφανιζόμενη, τότε, Ελευθερία Αρβανιτάκη. Κι αυτή μια «παράξενη» επιλογή και μάλλον τολμηρή, καθώς η Ελευθερία (έτσι την ξέραμε τότε, με το μικρό όνομά της) είχε πενιχρότατη δισκογραφία, καθώς θα ακουγόταν μόνο σαν «συμμετοχή» στα «Ρεμπέτικα Βράδια» του Γιώργου Ξηντάρη, το 1980 και στα «Μπαράκια» του Βαγγέλη Γερμανού το ’81, ενώ θα τραγουδούσε βεβαίως και στο πρώτο LP τής Οπισθοδρομικής Κομπανίας «Στης Ξανθής, στο Αιγινήτειο...», ως τακτικό μέλος της – δίσκος, που θα κυκλοφορούσε τον Απρίλη του ’82. Ανερχόμενη το δίχως άλλο η Ελευθερία Αρβανιτάκη, με το επώνυμό της πια, θα έδινε τις ερμηνείες της ζωής της στο «Κέντρο Διερχομένων».
Προσωπικά ακούω (στο ραδιόφωνο αρχικά) και αγοράζω το «Κέντρο Διερχομένων» την εποχή που βγαίνει στα δισκάδικα. Σίγουρα στις αρχές του ’83 ακούω τον δίσκο συνεχώς και εντυπωσιάζομαι από τις συνθέσεις του Νίκου Μαμαγκάκη, από τα λόγια του Γιώργου Ιωάννου και από τις ερμηνείες της Αρβανιτάκη και του Ψαριανού. Και καθώς επανέρχομαι, μέσα στα χρόνια, πολλές φορές σ’ αυτόν τον καταπληκτικό δίσκο λέω πως «κολλάω» (και παραμένω εκεί «κολλημένος») στα τρία τραγούδια, που θα έλεγε στο άλμπουμ ο Δημήτρης Ψαριανός. Δεν υποτιμώ κανένα από τα υπόλοιπα κομμάτια (ούτε όσα θα έλεγε ο Δημήτρης Κοντογιάννης φυσικά), αλλά εκείνα τα τρία τραγούδια ήταν, είναι και παραμένουν, από κάθε άποψη, το κάτι άλλο!
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/kentro-dierhomenon-enas-apo-toys-teleytaioys-megaloys-entehnoys-diskoys-tria-spanias

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2024

GORDON GRDINA δύο νέα άλμπουμ ενός πολύ σημαντικού σύγχρονου jazzman

Καναδός συνθέτης, αυτοσχεδιαστής, κιθαρίστας και ουτίστας, o Gordon Grdina είναι ένας μουσικός που το ψάχνει διαρκώς εκδίδοντας μαζικά δίσκους – για αρκετούς εκ των οποίων έχουμε γράψει, φυσικά, στο blog.
Εσχάτως κυκλοφόρησαν δύο πολύ ενδιαφέροντα CD τού Gordon Grdina και γι’ αυτά θα πούμε τα σχετικά αμέσως...
GRDINA / LILLINGER: Duo Work [Attaboygirl Records, 2024]
Στο άλμπουμ αυτό συναντάμε τον Gordon Grdina, που χειρίζεται κιθάρα και midi κιθάρα, να συνεργάζεται, σε σχήμα ντούο, με τον ντράμερ και περκασιονίστα Christian Lillinger. Οι δύο μουσικοί δεν συνευρίσκονται (στην δισκογραφία) τώρα για πρώτη φορά, καθώς έχει υπάρξει η παρουσία τους στο άλμπουμ “Klotski” (2021) των Gordon Grdinas Square Peg – μια εκπληκτική δουλειά, για την οποίαν είχαμε γράψει τα ανάλογα σε ανάρτηση της 26 Νοε. του 2021. Σ’ αυτό το εντυπωσιακό fully ηλεκτρικό μοτίβο κινείται και το “Duo Work”, ένας δίσκος δώδεκα κομματιών (οκτώ κοινά, που έχουν να κάνουν με αυτοσχεδιασμούς και τέσσερις συνθέσεις του Grdina), που διαρκούν συνολικώς 38 λεπτά.
Μέσα λοιπόν σ’ αυτή τη μάλλον σύντομη διάρκεια οι Grdina και Lillinger κατορθώνουν να δημιουργήσουν μιαν ηχητική κατάσταση, οπωσδήποτε συναρπαστική, απρόβλεπτα δυναμική με φοβερά παιξίματα στις κιθάρες (με χρήση distortions) και καταιγιστική ντραμιστική ακολουθία, ικανή να σμπαραλιάσει τα ηχεία.
Και τούτο συμβαίνει όχι γιατί οι συνθέσεις είναι απλά έντονες, αλλά και γιατί τα παιξίματα χτυπάνε διαρκώς «κόκκινο», με την μπότα να δημιουργεί ένα θορυβώδες κοντίνουο και με τις κιθάρες να απλώνονται ελεύθερα, πάνω σ’ ένα τελείως ρευστό και σίγουρα πολυρυθμικό ντραμιστικό στρώμα.
Υπάρχουν στιγμές, κοντολογίς, στις οποίες η ένταση αγγίζει έως και «μεταλλικές» καταστάσεις, με το ηχητικό σύμπλεγμα να κινείται κάπου ανάμεσα στο improv / experimental fusion και το noise – δίχως τούτο να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και κομμάτια με πιο στρωτή, αλλά πάντα απρόσμενη αφήγηση όπως είναι το “Impala” για παράδειγμα.
Έξοχο άλμπουμ, που αρχίζει και τελειώνει δίχως να το καταλάβεις...
GORDON GRDINA’S THE MARROW: With Fathieh Honari [Attaboygirl Records, 2024]
Η αγάπη του Gordon Grdina για την αραβική μουσική είναι δεδομένη – και είναι κάτι αυτό, που το έχει αποδείξει ο καναδός μουσικός όλα αυτά τα χρόνια με τις πολύτιμες και ιδιαίτερες ηχογραφήσεις του. Για ορισμένα από τα «αραβικά» άλμπουμ του Grdina έχουμε ήδη γράψει στο blog, όπως για το “Night’s Quietest Hour” (2022) με την μπάντα Haram ή το “Pendulum” (2021), και είναι κάτι αυτό, που θα συνεχίσουμε να το κάνουμε, αφού το ενδιαφέρον τού συγκεκριμένου μουσικού για τους ήχους τής Ανατολής είναι δεδομένο και διαρκές.
Έχουμε λοιπόν να στρίβει στο player το τρίτο CD των Gordon Grdinas The Marrow, που αποκαλείται “With Fathieh Honari” – άλμπουμ, που σηματοδοτεί τη συνεργασία του Grdina, και της μπάντας του, με την ιρανή τραγουδίστρια Fathieh Honari.
Ποιοι αποτελούν τους Marrow, πέραν του Grdina, που εδώ χειρίζεται αποκλειστικά ούτι, και της Honari; Οι Mark Helias μπάσο, Hank Roberts τσέλο και Hamin Honari κρουστά. Πρόκειται λοιπόν για ένα κουιντέτο, που ειδικεύεται, εδώ τουλάχιστον, στην οικοδόμηση και απόδοση ενός τζαζ κλίματος, με προφανείς eastern-persian αναφορές.
Το υλικό, εν τω μεταξύ, μπορεί να αποτελείται από μόλις πέντε tracks (ανάμεσα δύο συνθέσεις του Grdina, μία σύνθεση του Hossein Samadi, μία του Parviz Yahaghi και μία παραδοσιακή) και να έχει διάρκεια περί τα 43 λεπτά – παρά ταύτα δεν απεμπολείται η ευκαιρία της κατάδειξης όψεων τής σημερινής ιρανικής ή ιρανικών αναφορών μουσικής, σ’ ένα δυτικό ακροατήριο (σε μιαν εποχή όπου η μεγάλη και ιστορική χώρα της Ανατολής έχει τοποθετηθεί από τη Δύση στον «άξονα του κακού»).
Ειδικότερα, τώρα, στα δύο δικά του tracks (“Not of them”, “Break the branch”) ο Gordon Grdina μελοποιεί στίχους του πέρση ποιητή Rumi (1207-1273), ενώ και τα υπόλοιπα τρία tracks διαθέτουν τραγούδι-λόγο από τους Karim Fakour και Bijan Taraghi (αμφότεροι σύγχρονοι ιρανοί ποιητές), όπως βεβαίως και το παραδοσιακό “Balushi”.
Το άκουσμα είναι όμορφο, ζωντανό, συναισθηματικό, λυρικό και στη βάση του απλό, υπό την έννοια πως η jazz και ο ανάλογος αυτοσχεδιασμός συνυπάρχουν εδώ περισσότερο ως «ιδέα», παρά ως κάτι πολύ συγκεκριμένο και χειροπιαστό.
Και είναι αυτή η απλότητα και βεβαίως τα συνακόλουθα παιξίματα (συν το τραγούδισμα), που δεν είναι καθόλου απλά στην εξέλιξή τους, εντυπωσιάζοντας στα μεγαλύτερα σε διάρκεια tracks, όπως στο 12λεπτο “Not of them”, για παράδειγμα, προσδίδοντας στο “With Fathieh Honari” μιαν αποκαλυπτική διάσταση.
Επαφή: www.gordongrdinamusic.com, https://gordongrdina.bandcamp.com/