Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2025

ΕΡΕΒΟΣ ανόητες έχθρες – ένας σπουδαίος δίσκος από το χθες ξανά στη γύρα

Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται τους Έρεβος, ένα αθηναϊκό συγκρότημα που ηχογραφούσε για την Wipe Out! Records, στη δεκαετία του ’90. (Προσωπικώς, τους θυμάμαι ακόμη και από την παρθενική εμφάνισή τους στο “Fragmenta II” του fanzine Στις Σκιές του Β-23). Οι Έρεβος είχαν βγάλει τρία άλμπουμ τότε, την «Επόμενη Μέρα» το 1991, το «Αίμος» το 1995 (mini ήταν αυτό) και το «Ανόητες Έχθρες» το 1999, ενώ τώρα (2024), 25 χρόνια αργότερα, επανεμφανίζονται, ας το πούμε έτσι, με την βινυλιακή επανέκδοση του τελευταίου, που κυκλοφορεί σε 200 αντίτυπα από την Άσυλο Ονείρων Records.
Οι Έρεβος (Λάμπρος Σφυρής φωνή, πλήκτρα, Μιχάλης Γαλαίος κιθάρες, στίχοι, Γιώργος Γαλαίος μπάσο, Χάρης Παπαβασιλείου ντραμς) ήταν ένα από τα πολύ καλά ροκ συγκροτήματα της εποχής –των nineties εννοώ–, που χαρακτηριζόταν (η εποχή) από την πληθώρα των κυκλοφοριών και την πανσπερμία των αισθητικών αναζητήσεων. Ίσως τα 90s να είναι η μοναδική δεκαετία στην ιστορία του ελληνικού ροκ, στην οποία κυκλοφορούσαν «τα πάντα». Εύρισκες ό,τι ήθελες. Σίξτις αναβιωτές σε garage και psychedelic sounds, προγκρεσιβάδες, κλασικούς ελληνόφωνους σε στυλ Σιδηρόπουλου, εϊτάδες, πάνκηδες, γκοθάδες, ηλεκτρονικάριους, εθνικ-άδες, τύπου grunge, χιπ-χοπάδες... τα πάντα. Οπωσδήποτε μέσα σ’ αυτό χάος υπήρχαν σχήματα που ξεχώρισαν, και που σήμερα θεωρούνται αυτό που λένε «εμβληματικά», αλλά υπήρξαν και μπάντες, που ήταν πραγματικά καλές και που σήμερα ελάχιστοι ή εν πάση περιπτώσει λίγοι φαίνεται να τις θυμούνται. Μία τέτοια ήταν οι Έρεβος – με την επανέκδοση του «Ανόητες Έχθρες» να μας δίνει τώρα την ευκαιρία για μια επανεκτίμηση. Λέω την λέξη «επανεκτίμηση», επειδή έχω την υποψία πως είχα γράψει, τότε, γι’ αυτούς στο Jazz & Τζαζ (δύσκολο, τούτη τη στιγμή, να το επιβεβαιώσω).
Το πρώτο που θα πω είναι πως το άλμπουμ είναι πολύ καλό. Κατ’ αρχάς ακούγεται τελείως φρέσκο, χωρίς τις σκόνες της 25ετίας, και αυτό σημαίνει κάτι. Σημαίνει πως οι Έρεβος είχαν φτιάξει τότε ένα δίσκο με πολλές αναφορές-επιρροές, τον οποίον, όταν τον ακούς, σήμερα, να μην μπορείς εύκολα να τον κατατάξεις. Μπορεί να τον εκλάβεις, θέλω να πω, για παραγωγή των 90s, μα, στη σειρά, και όλων των επόμενων δεκαετιών. Άρα λοιπόν έχουμε να κάνουμε με κάτι από το χθες, που να είναι την ίδια στιγμή και σύγχρονο – και αυτό δεν είναι, σώνει και καλά, αναμενόμενο.
Το παίδεμα, περαιτέρω, στα λόγια είναι ένα από τα ατού των Έρεβος – λόγια που ισορροπούν ανάμεσα σε μια κάποια ποιητικότητα και σε πιο άμεσες και λαϊκότερες περιγραφές, φέρνοντας στη μνήμη, ενίοτε, κάτι από την στιχουργική των Μωρά στη Φωτιά ή των Γενιά του Χάους. Όχι, οι Έρεβος δεν είναι ένα τυπικό punk συγκρότημα, και βασικά δεν είναι τίποτα το «τυπικό». Έχουν δικό τους ύφος και δική τους προσωπικότητα. Εντάξει, επιρροές, όπως είπα, υπάρχουν πολλές και από διαφορετικά στυλ, αλλά εκείνο που υπερισχύει όλων (κι ας είναι ασαφές) είναι το... greek rock.
Ακούγοντας και ξανακούγοντας το «Ανόητες Έχθρες» μπορώ να βεβαιώσω πως εδώ δεν υπάρχει ούτε ένα κομμάτι μέτριο, πως οι άνθρωποι είναι πολύ καλοί μουσικοί κατά πρώτον (πράγμα που... βγάζει μάτι στο σχεδόν instro «Σώπα», που «σκοτώνει») και πως είναι σίγουροι για τον εαυτό τους, ακόμη και όταν σκαρώνουν ένα electro-rock εκεί στο τέλος (το “Porcelina”), που είναι ένα από τα ωραιότερα ανάλογα ελληνικά που θα μπορούσες, ποτέ, ν’ ακούσεις. Έχουν προηγηθεί κομματάρες, βεβαίως, σε πιο ροκ φόρμες, σαν την «Οργή» –να μην τις ονοματίσω όλες, γιατί θα πρέπει να γράψω για όλα τα tracks του δίσκου–, που αποδεικνύουν το γιατί οι Έρεβος ήταν γκρουπάρα, και γιατί η επανέκδοση του «Ανόητες Έχθρες» ήταν κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη.
Επαφή: https://asilooniron.bandcamp.com/album/-

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2025

2ISLANDER με αφορμή το πρόσφατο άλμπουμ του στην B-otherSide Records

2ISLANDER: Catnip [B-otherSide Records, 2024]
2islander είναι βασικά ο κιθαρίστας και τραγουδοποιός Διονύσης Μαράτος, αλλά ίσως η ονομασία αυτή να αναφέρεται και σε ολάκερο το σχήμα, που ακούγεται εδώ, στο LPCatnip”. Ποια είναι τα υπόλοιπα μέλη; Να τα ονόματά τους: Thalia Pitsi φωνή, Giannis Matsoukas ντραμς, Periklis Aliopis φλούγκελχορν, τρομπέτα, Spyros Papadimitropoulos cajon και Dimitra Katsoulieri τσέλο, με τον Μαράτο να παίζει κιθάρες, μπάσο, μπάντζο και να τραγουδά επίσης. Ακόμη στην ηχογράφηση του “Catnip” συμμετέχουν και δύο επιπρόσθετοι μουσικοί, ο ηχολήπτης Σάκης Μπάστας, που παίζει μπάσο, πλήκτρα, και ο Eirinaios Lagoutaris, που ακούγεται σε βιολί σ’ ένα track.
Ο 2islander δεν είναι πρωτοφανέρωτος τραγουδοποιός. Έχει κι άλλα άλμπουμ (δες και στο επόμενο review) και σε κάθε περίπτωση μέσα απ’ αυτό το δισκογραφημένο υλικό του έχει κάνει σαφείς τις αισθητικές αναζητήσεις του. Το βασικό πεδίο λοιπόν, εντός του οποίου ασκείται ο 2islander, είναι η folk-rock μπαλάντα. Περισσότερο εκείνη με τις americana αναφορές, παρά η άλλη των... ελισαβετιανών προτύπων.
Πρόκειται εν ολίγοις για απλά τραγούδια, αλλά καλοφτιαγμένα και περιποιημένα, με τα ακουστικά parts να έχουν πολύ ενδιαφέρον, όταν ακούγονται εμφανέστερα και περισσότερο, όπως συμβαίνει με το “Sleepdriving” για παράδειγμα, που διαθέτει στίχους «του δρόμου» και μελωδία με hook ή για τα “Small fading lights” και “5515” με τα ωραία ερωτικά λόγια, και τις μελωδικές γραμμές που φέρνουν στη μνήμη... Danny Whitten.
Γενικώς, όλα τα τραγούδια του 2islander αναπτύσσονται με... φυσικούς τρόπους, είναι ανεπιτήδευτα εννοώ, ακούγονται κάπως σαν θρόισμα (εδώ κολλάει το «φυσικοί τρόποι»), έχοντας, συγχρόνως, μια όντως πολύ καλή φωνή για να τα υπηρετήσει (εκείνη της Θάλειας Πίτση).
Δύσκολα θα βρεις τραγούδι εδώ, που να μην δένει με προηγούμενο και το επόμενό του (πλην των A1 και B6, που δεν έχουν προηγούμενο και επόμενο, αντιστοίχως, εννοείται), κάποιο που να ακούγεται «άσχετο» με όλα τα υπόλοιπα. Και είναι εν τέλει αυτό το κλίμα της απλότητας, της λιτότητας και της καθαρότητας, των επιρροών και των αναφορών, που κάνουν το “Catnip” ένα μικρό(;) διαμάντι. 300 αριθμημένα αντίτυπα, με ένθετο – σε μια ακόμη παραγωγή με νόημα της B-otherSide Records.
Επαφή: https://www.b-otherside.gr/
2ISLANDER & DORA PJ: Healing Transformations [Melon Music, 2022]
Ο 2islander είναι ο Διονύσιος Μαράτος (κιθάρες, μπάσο, φωνή, ντραμς) όπως προείπαμε και η Dora PJ είναι η Δώρα Παπαγιαννάκη (φωνή). Αυτοί οι δύο άνθρωποι, με τη βοήθεια του ντράμερ Βασίλη Κουτσομπίνα και του Σπύρου Παπαδημητρόπουλου σε κάποια φωνητικά θα ηχογραφούσαν το 2022 (υποθέτω), στο Noisebox στούντιο της Πάτρας με ηχολήπτη τον Σάκη Μπάστα, το δεύτερο άλμπουμ τους “Healing Transformations” (είχε προηγηθεί το “Chronicle of a Touch” το 2021).
Το σχήμα αυτό κινείται στο χώρο του σύγχρονου rock, με νύξεις prog rock, prog folk ή και pop rock ακόμη (στο “Good enough”), με τα επτά μάλλον μικρής διάρκειας τραγούδια του, 4λεπτα και 5λεπτα κυρίως, να εξελίσσονται με τον πρέποντα τρόπο. Θέλω να πω πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα σχήμα, με συγκεκριμένες και καταγραμμένες ικανότητες και στον στίχο, και στη μουσική, και στις ερμηνείες, και στα παιξίματα, με τα τραγούδια να αφήνουν πολύ ισχυρά vibes, να ακούγονται σίγουρα και με όλες τις προσήκουσες εντάσεις, αλλαγές κ.λπ. Οπωσδήποτε η δουλειά που γίνεται στο Noisebox (και το έχουμε επισημάνει και πάλι αυτό) είναι πρώτης τάξεως, αλλά αν τα τραγούδια των 2islander & Dora PJ ήταν μέτρια ας πούμε, με τίποτα δεν θα μπορούσε να αναδειχθούν έτσι όπως εδώ αναδεικνύονται. Είναι η πρώτη ύλη με άλλα λόγια εκείνη που ξεχωρίζει – σ’ ένα άλμπουμ, που μπορεί να διαρκεί μόνο μισή ώρα, έχοντας τον τρόπο, όμως, να σε γεμίζει, ως ακροατή, ακόμη και από την πρώτη ακρόασή του. Όχι κάτι το σύνηθες αυτό.
Επαφή: https://2islander.bandcamp.com/album/chronicle-of-a-touch

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2025

ΞΑΝΘΟΥΛΑ ΝΤΑΚΟΒΑΝΟΥ riζituals

Όπως διαβάζουμε σ’ ένα βιογραφικό της, που υπάρχει στο διαδίκτυο... η Ξανθούλα Ντακοβάνου (Xanthoula Dakovanou) είναι τραγουδίστρια, συνθέτρια και στιχουργός, με διεθνή δισκογραφία στο χώρο των μουσικών παραδόσεων των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου, και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ’κείνο που αποκαλούμε «μουσικές του κόσμου». Στο «δισκορυχείον» υπάρχει μόνο μία αναφορά στην Ντακουβάνου, όταν, παλαιά, το 2011, είχαμε γράψει για τον γαλλικό δίσκο τού Trio Tzane “Gaitani” [naïve, 2010], μέλος του οποίου ήταν η συγκεκριμένη μουσικός.
Φυσικά, μέσα στα χρόνια, η Ντακοβάνου είχε κι άλλες παρουσίες στη δισκογραφία (εδώ ή στη Γαλλία), πριν φθάσουμε στο περυσινό “riζituals” [Mousa, 2024] – ένα άλμπουμ με διασκευασμένα ριζίτικα τραγούδια (κυρίως), που ακούγεται στ’ αυτιά μας κάπως «προχωρημένο».
Το λέμε τούτο, επειδή η Ντακοβάνου έχει προχωρήσει, επί του προκειμένου, σε ορισμένες καινοτομίες. Η πρώτη, προφανέστατη και πιο βασική απ’ όλες, είναι πως αυτή, μία γυναίκα, ερμηνεύει ένα αντρικό ρεπερτόριο. Έπειτα, τα τραγούδια είναι ενορχηστρωμένα. Ακούγονται όργανα δηλαδή, και είναι κάτι αυτό, που αντιβαίνει στην παράδοση του ριζίτικου. Έπειτα είναι κι εκείνο το “rituals”, της τεχνητής λέξης “riζituals”, που συνδέει τα ριζίτικα με μια τελετουργική «απεικόνισή» τους –ισχύει, τουλάχιστον στα μεγαλύτερα σε διάρκεια tracks–, που δεν είναι ούτε αυτή αναμενόμενη. Χοντρικώς, όλα όσα θα δυσαρεστούσαν τους καθαρολόγους, είναι εκείνα που προσδίδουν, τελικώς, στο “riζituals” τη δική του ταυτότητα.
Το άλμπουμ, σαν digipak, είναι περιποιημένο σε κάθε διάστασή του. Ξεκινώντας από τα εξωτερικά στοιχεία του, το εξώφυλλο, το πολυσέλιδο τρίγλωσσο (ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά) ένθετο, και περνώντας στα ηχογραφικά – τα οποία, συνιστούν, εν ολίγοις, μία άψογη παραγωγή. Φυσικά, οι μουσικοί που παίρνουν μέρος στο “riζituals” έχουν την πρώτη θέση, με τα παιξίματα και τις ενορχηστρώσεις τους, αλλά και το τεχνικό κομμάτι του ήχου δεν είναι υποδεέστερης σημασίας. Έχει γίνει, εννοούμε, πολύ καλή δουλειά στα AntArt Studios της Αθήνας, στο διάστημα Ιανουάριος-Μάρτιος 2024, μα και στα Vasmaris Studios στο Ηράκλειο, με τη μείξη και το mastering να προσδίδουν στον δίσκο αυτά τα, σε κάθε περίπτωση, θετικά γνωρίσματά του.
Οπωσδήποτε η φωνή της Ντακοβάνου είναι το κυρίαρχο στοιχείο των “riζituals” (ακούγεται επίσης και η Eugenia Toli Damavoliti), καθότι οι ερμηνείες, της πολλές φορές, είναι καθηλωτικές, όμως και η συνεισφορά της οργανικής ομάδας δεν είναι μικρότερη. Και είναι οι Dimitris Sideris λαούτο, ενορχηστρώσεις, φωνή, Sofia Efkleidou τσέλο, φωνή, Giorgos Zacharioudakis φλάουτο, κρητική γκάιντα, Solis Barki κρουστά, Christina Kouki σαντούρι, Argiro Reppa φωνή, συν το Anemi Vocal Ensemble, που προσδίδουν στα “riζituals” τα χαρακτηριστικά ενός «έργου».
Ιδίως τα τέσσερα πιο μεγάλης διάρκειας κομμάτια, το 8λεπτο «Αυγερινός», το 7λεπτο «Κόρη λυγερή», το 11λεπτο «Μια κόρη ρόδα μάζωνε», συν το 9λεπτο «Rizituals σούστα» εκεί στο τέλος, αποτελούν τα ωραιότερα δείγματα του άλμπουμ και, βασικά, της απόπειρας της Ντακουβάνου να προσφέρει μια πλήρη εργασία πάνω στο ριζίτικο ή, αν προτιμάτε, με αφορμή αυτό να προτείνει κάτι άλλο – ασυζητητί αισθητικώς εμπεριστατωμένο και τεχνικώς υψηλού επιπέδου.
Επαφή: https://www.facebook.com/XanthoulaDakovanou1/

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

ΝΟΑΗ PREMINGER μπαλάντες

Καιρό είχαμε να γράψουμε review, για κάποιο προσωπικό άλμπουμ του τενορίστα Noah Preminger. Θέλω να πω πως παλαιότερα γράφαμε πιο συχνά γι’ αυτόν, ενώ τελευταία φορά που συνέβη κάτι τέτοιο ήταν τον Οκτώβριο του ’19, όταν θα ανεβάζαμε κριτική για το CD του “Zigsaw: Music of Steve Lampert” [Private Pressing].
Το άλμπουμ που στρίβει τώρα στο player αποκαλείται Ballads[Chill Tone Records, 2025] –σαφέστερος τίτλος είναι μάλλον δύσκολο να υπάρξει– και περιλαμβάνει μόλις επτά tracks, τα οποία αποδίδουν οι Noah Preminger τενόρο σαξόφωνο, Julian Shore πιάνο, Kim Cass μπάσο και Allan Mednard ντραμς. Ένα κουαρτέτο λοιπόν, με τον Preminger επικεφαλής, που ακούγεται σε τέσσερα πρωτότυπα, συν τις τρεις versions στα Stans mood” του Al Cohn, “Carry me Ohio” του Mark Kozelek (των Sun Kil Moon) και “Someone to watch over me” του George Gershwin.
Εκείνο που παίζει ρόλο, στο εν λόγω άλμπουμ, και επί του οποίου είναι στραμμένη η προσοχή του γκρουπ, είναι η οικοδόμηση μιας χαλαρά δυναμικής και ταυτοχρόνως περφεξιονιστικής ατμόσφαιρας. Ο τίτλος “Ballads” είναι φορτισμένος, θέλω να πω, στην jazz history, με πολλά άλμπουμ να έχουν στον τίτλο τους τη λέξη – άλμπουμ, στα οποία μεγαλούργησαν jazzmen της κλάσης ενός John Coltrane ή ενός Nat King Cole. Υπάρχει, λοιπόν, το παρελθόν που βαραίνει, αλλά υπάρχει και το παρόν τεσσάρων μουσικών, που έχουν απόλυτη συνείδηση του καθήκοντός τους – να δημιουργήσουν, με άλλα λόγια, έναν soulful δίσκο, που, πάνω στις αργές ταχύτητές του, να συντονίζονται τα ευγενέστερα των αισθημάτων.
Όλες οι συνθέσεις, πρωτότυπες και διασκευασμένες, ρέουν με απόλυτη συνέπεια και ευφράδεια, με τους μουσικούς να παίζουν με υπόγεια δύναμη –το αντιλαμβάνεσαι στα χτυπήματα των ντραμς πρώτα-πρώτα– αν και απολύτως ελεγχόμενη, καθώς οι «μπαλάντες» του Noah Preminger είναι έτσι φτιαγμένες (και) για να σε συνεπαίρνουν. Ακούς, ας πούμε, την καταπληκτική σύνθεση “In our 20s”, εκεί στην μέση του δίσκου, και αντιλαμβάνεσαι αμέσως την κλάση, την παιδεία και την ωριμότητα τούτων των πρώτης τάξεως μουσικών.
Επαφή: www.noahpreminger.com

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2025

πέντε βιβλία για τη μουσική, που κυκλοφόρησαν τον τελευταίο καιρό – αφορούν το ελληνικό τραγούδι, το ροκ και το πανκ

Τα βιβλία για τη μουσική αποτελούν μια παράλληλη ανάγκη όλων των μουσικόφιλων. Συνοδεύουν τις ακροάσεις, καταθέτουν απόψεις, προβάλλουν και αναπτύσσουν τεκμήρια και ιστορίες, αποσαφηνίζοντας εν τέλει γεγονότα και καταστάσεις. Πέντε τέτοια βιβλία της πρόσφατης παραγωγής παρουσιάζουμε στη συνέχεια.
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/pente-biblia-gia-ti-moysiki-poy-kykloforisan-ton-teleytaio-kairo

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2025

οι LOCAL HEROES μας χαιρετούν βαλκανικά

Οι Local Heroes είναι ένα αθηναϊκό κουιντέτο, που έχει ως βασικά μέλη τούς Alexandros Dandoulakis κιθάρα, Yorgos Dousos κλαρίνο, Menelaos Moraitis τούμπα, Vassilis Panagiotopoulos τρομπόνι και Angelos Polychronou κρουστά (υπάρχει και ο Dimitris Klonis ντραμς σε τρία tracks), και που τον Γενάρη του 2024 κυκλοφόρησε αυτόν τον φερώνυμο, και υποθέτω, παρθενικό δίσκο του. Λέμε για ένα digipak CD [Private Pressing, 2024], στο οποίο καταγράφονται εννέα συνθέσεις (έξι πρωτότυπα και τρεις versions), που είναι σχεδόν όλες ορχηστρικές. Σχεδόν όλες; Ναι, επειδή στο “27” έχουμε λόγια (ποίημα) του Δανδουλάκη, τα οποία απαγγέλλονται από τον καλό ηθοποιό Μανώλη Μαυροματάκη.
Οι Local Heroes είναι και πολύ καλοί μουσικοί και πολύ καλοί συνθέτες επίσης. Το κρατάμε αυτό. Το άλμπουμ τους μπορεί να ακούγεται κάπως «ξεπερασμένο» σήμερα (λέμε τώρα), καθότι είναι πολύ του ethnic-rock και του ethnic-funk, και θα ταίριαζε σαν ήχος καλύτερα στα 90s, τότε όταν μεσουρανούσαν οι Mode Plagal και άλλα αναλόγου τύπου συγκροτήματα (Πυρός Αιθήρ κ.λπ.).
Σήμερα, θέλω να πω, το να παίζεις... βαλκανικό rock και funk, μπορεί να θεωρείται κάπως ξεκάρφωτο – αν και η εποχή το «σηκώνει». Η εποχή, εννοώ, «σηκώνει» τα πάντα. Μουσικά κινήματα δεν υπάρχουν πια, και αν υπάρχουν δεν μπορούν να επηρεάσουν τα πλήθη, όπως τα επηρέαζαν παλαιά, οπότε...ό,τι και να παίξεις μέσα είσαι. Το κριτήριο, εν τέλει, φαίνεται να είναι ένα και μόνον. Το να κάνεις το κέφι σου. Οπότε, αν αυτό το κάνεις με καταφανές γούστο, εμφανίζοντας περίσσευμα ταλέντου, τότε είσαι μάγκας, και άξιος, και οφείλεις να αδιαφορείς για το αν είσαι σύγχρονος, μοντέρνος, σημερινός ή... οπισθοδρομικός.
Το “Local HeroesCD διαθέτει τρία πνευστά (κλαρίνο, τούμπα, τρομπόνι), κιθάρα και κρουστά. Αντί για μπάσο διαθέτει τούμπα δηλαδή, με τα πνευστά να κρατάνε σχεδόν όλον τον ήχο, δίνοντάς αυτό το τόσο ευφρόσυνο balkan ηχόχρωμα, ανεξαρτήτως αν οι μελωδίες είναι λίγο ή περισσότερο βαλκανικές.
Μέτριο κομμάτι δεν υπάρχει εδώ, και αν λάβεις κατά νου πως τα τρία παραδοσιακά (“Emvatirio Smyrnis”, “Mais Vlastis”, “Patinada”) συμπλέκονται αθόρυβα με τα έξι πρωτότυπα (“Tsifteteli tou Herbie”, “Love theme”, “Tou Pavlou”, “Kalokairaki”, “27”, “Ou zo”) τότε το μόνο που σου μένει να κάνεις είναι να... βγάλεις το καπέλο σου στους Local Heroes, στέλνοντας το δισκάκι τους κατ’ ευθείαν στη λίστα με τα πιο... ευχάριστα της χρονιάς.
Επαφή: https://localheroesmusic.bandcamp.com/album/local-heroes

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2025

JON IRABAGON προσομοιώνοντας την τεχνητή νοημοσύνη

Από τους πιο σημαντικούς σαξοφωνίστες (τενόρο και σοπρανίνο) του καιρού μας, ο φιλιππινεζο-αμερικάνος Jon Irabagon μας έχει απασχολήσει πολλές φορές στο blog – και μέσω προσωπικών δουλειών του και βεβαίως μέσω της παρουσίας του σε άλλους σχηματισμούς (Mostly Other People Do the Killing, Patricia Brennan Septet, John Yaos Triceratops, Barry Altschuls 3Dom Factor, Gordon Grdina Septet κ.λπ.), που έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στους χώρους της σύγχρονης «ψαγμένης» jazz. Το πιο νέο, προσωπικό αυτή τη φορά, άλμπουμ του Irabagon έχει τίτλο Server Farm [Irabbagast Records, 2025], περιλαμβάνει πέντε δικές του συνθέσεις και είναι ηχογραφημένο στο Big Orange Sheep του Brooklyn, στις 12 Μαρτίου του 2023.
Έχει κάποιες ιδιαιτερότητες το CD αυτό. Κατ’ αρχάς το αποδίδει ένα μεσαίο σχήμα δέκα μουσικών και εδώ είναι τα ονόματά τους: Jon Irabagon τενόρο, σοπρανίνο, εφφέ, συνθέσεις, Mazz Swift βιολί, φωνή, Peter Evans τρομπέτα, φλούγκελχορν, Miles Okazaki κιθάρα, Wendy Eisenberg κιθάρα, Matt Mitchell πιάνο, fender rhodes, prophet-6, Michael Formanek ακουστικό μπάσο, Chris Lightcap ηλεκτρικό μπάσο, Dan Weiss ντραμς και Levy Lorenzo kulintang (ινδονησιακό ιδιόφωνο κρουστό), laptop, ηλεκτρονικά, βιμπράφωνο. Βασικά πρόκειται για το πιο «κλασικό» ας το πούμε έτσι κoυαρτέτο του Irabagon (με τον πιανίστα Mitchell, τον μπασίστα Lightcap και τον ντράμερ Weiss), που επεκτείνεται προς άλλες σφαίρες δια της παρουσίας των υπολοίπων έξι μουσικών.
Έπειτα είναι ο τρόπος που συνθέτει ο Irabagon προσομοιάζοντας την διαδικασία σ’ εκείνη της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ). Ο τίτλος του δίσκου, η φωτογραφία του εξωφύλλου και οι κάπως προγραμματικοί τίτλοι των πέντε συνθέσεων (“Colocation”, “Routers”, “Singularities”, “Graceful exit”, “Spy”), πιθανώς να παραπέμπουν κάποιους σε κάτι σχετικό.
Τι συμβαίνει εδώ; Δεν είμαι απολύτως βέβαιος πως το έχω καταλάβει. Φαίνεται, λοιπόν, πως ο Irabagon, κατ’ αρχάς, ερεύνησε το ηχογραφικό παρελθόν των μελών του σχήματός του, άκουσε και μελέτησε τον τρόπο που έπαιζαν και τους ζήτησε σε μια επόμενη φάση να αποδώσουν φράσεις και μοτίβα, που κάθισε και έγραψε ο ίδιος για κάθε έναν από τους μουσικούς του. Αυτοί θα τα έπαιξαν προφανώς, με τον Irabagon να τα επαναχρησιμοποιεί ως βάση, για τις δικές του οριστικές συνθέσεις, προσαρμοσμένες πάντα στο συγκεκριμένο σύνολο, και με απόλυτη δυνατότητα ελευθερίας στην τελική φάση, όταν θα «έμπαιναν» και τα δικά του παιξίματα. Τέλος πάντων με μια μιμητική διαδικασία του τρόπου που λειτουργεί η AI, ο Irabagon επιχείρησε να εκφράσει όχι μόνον τις δικές του συνθετικές αγωνίες, αλλά και να απαντήσει σε μια σειρά προκλήσεων, που είχαν να κάνουν με την ενσωμάτωση της φωνής και των εφφέ στο ηχητικό πλαίσιο ή με το δικό του post-production σε σχέση με τα σαξόφωνα. Θέλω να πω πως το “Server Farm” ολοκληρώθηκε μετά την ηχογράφησή του, μετά το editing και το mixing.
Τώρα, αυτό που ακούμε, εδώ, δεν είναι εύκολο να περιγραφεί. Σίγουρα υπάρχουν συνθέσεις, στο “Server Farm”, που φέρνουν στη μνήμη διάσημα, κατά καιρούς, μεσαία σύνολα της jazz, όπως για παράδειγμα εκείνα της Carla Bley, παρότι στην πράξη οι συνθέσεις του Irabagon κινούνται σε ποικίλες κατευθύνσεις, ενσωματώνοντας ρυθμολογίες της νοτιο-ανατολικής Ασίας (με χρήση φιλιππινέζικων και ινδονησιακών κρουστών), πρακτικές της σύγχρονης μουσικής (με σύνθετα ρυθμικά patterns), «ζαππισμούς» και «ελινγκτον-ισμούς» και άλλα τινά, που προσδίδουν στο τελικό αποτέλεσμα μια αλλόκοτη, αλλά οπωσδήποτε ξεχωριστή όψη.
Επαφή: www.jonirabagon.com

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

ALMUFARAKA τρεις φωνές κι ένας ντράμερ

Almufaraka αποκαλείται ένα σχήμα, το οποίον αποτελείται από τρεις φωνές (Gaëlle Debra, Patrick Guionnet, Maryline Pruvost) κι έναν ντράμερ – τον γνωστόν μας, από τις ποικίλες συνεργασίες και κυκλοφορίες του, Peter Orins. Όλη η μουσική, που ακούμε στοMaster of Disorder [Circum-Disc, tour de bras, 2024], είναι πρωτότυπη οπωσδήποτε, σίγουρα αυτοσχεδιαστική, στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της, δημιουργημένη από τους τέσσερις improvisers τον Απρίλιο του ’24, όταν και θα ηχογραφείτο σ’ ένα στούντιο της γαλλικής πόλης Lille.
Το πρωτότυπο, εδώ, δεν έχει να κάνει μόνον με την απλή... πρωτοτυπία των συνθέσεων, μα με το γεγονός πως και τα οκτώ κομμάτια του
CD απαρτίζονται μόνον από φωνές και ντραμς. Τούτο το ιδιαίτερο γνώρισμα μας προσανατολίζει, βεβαίως, σε σχέση με το τι τελικώς θ’ ακούσουμε στο “Master of Disorder”, το οποίο δείχνει να ανταποκρίνεται πλήρως στους κανόνες και στις επιδιώξεις μιας ηχητικής περιπέτειας.
Φωνές έχουμε λοιπόν εδώ, αλλά όχι αναγκαστικώς τραγούδι. Έχουμε, θέλω να πω, απόπειρες τραγουδίσματος, φωνολογικές δραστηριότητες κατά βάση, άναρθρες πολλές φορές (και σε κάποιες μόνον περιπτώσεις έναρθρες), που τονίζουν, σε κάθε περίπτωση, το αναπόδραστον της επικοινωνίας. Το λέμε τούτο υπό την έννοια πως η επικοινωνία θα είναι πάντα το ζητούμενο, με την διαφορά πως, εδώ, επιτυγχάνεται αυτή μ’ έναν τρόπο ιδιόμορφο, σχεδόν προγλωσσικό ή τέλος πάντων αρχαϊκό – με τους τέσσερις συντελεστές να «παντρεύουν» κάποιες σχετικώς σύγχρονες αντιλήψεις βοκαλιστικού αυτοσχεδιασμού με τον κρουστό υπαινιγμό ή την κρουστή ομοβροντία.
Σίγουρα το άκουσμα του “Master of Disorder” δεν είναι εύκολο, σίγουρα απαιτεί την προσήλωση του εξοικειωμένου ακροατή, σίγουρα η... αφρικανικότητά του είναι επίσης δεδομένη, ενώ είναι βέβαιο πως όποιος ή όποια αποφασίσει να «βουτήξει», τελικώς, σε τούτη την αναπαράσταση του ηχητικού πρωτογονισμού δεν θα χάσει τον χρόνο του/της.
Επαφή: https://circum-disc.bandcamp.com/album/master-of-disorder

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2025

ARMAGOS το ταξίδι της ζωής

Κλεισμένο σε μια θήκη DVD το νέο άλμπουμ του Armagos –συνθέτης πιανίστας κ.λπ. για άλμπουμ του οποίου έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο παρελθόν– έχει τίτλο The Journey of Life [cdbaby, 2025] και αποτελείται από δώδεκα ορχηστρικά tracks, που αποτελούν προφανώς δικές του συνθέσεις.
Η ορχηστρική μουσική είναι μια διαφορετική οντότητα από το τραγούδι. Άλλοτε πιο «εύκολη» και άλλοτε πιο «δύσκολη». Το τραγούδι δεν είναι εύκολο πράγμα, γιατί συνδυάζει μουσική, στίχο, ενορχήστρωση και ερμηνεία, ενώ το καλό τραγούδι είναι ακόμη πιο δύσκολο ως συνθήκη. Αντιθέτως η (σκέτη) μουσική δεν έχει λόγο (μπορεί να έχει φωνή, αλλά όχι λόγο) και ερμηνεία, οπότε φαινομενικά είναι πιο «εύκολη». Ο συνθέτης έχει να αντιμετωπίσει μόνον τον εαυτό του. Φυσικά, ειδικότερες δυσκολίες υπάρχουν. Θα πρέπει η μουσική να έχει μια ροή, να δημιουργεί συναισθήματα, «εικόνες», να μπορεί να σε ταξιδεύει ή να σε διασκεδάζει ή να σε προκαλεί. Να σε κάνει να ονειροπολείς ή και να σκέφτεσαι. Και σε κάθε περίπτωση δεν είναι «εύκολο» να γράφεις μουσική, που να λειτουργεί, καίρια, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο.
Ο Armagos είναι ένας συνθέτης που γνωρίζει το θέμα (σκέτη) μουσική, και ξέρει πώς να το αντιμετωπίσει χρονικά και χωρικά. Εννοώ και ως προς την διάρκειά του, αλλά και ως προς τους χώρους που καταλαμβάνει. Και εδώ, στο “The Journey of Life” οι αναφορές του Armagos είναι πολλές και ποικίλες – από το rock μέχρι την βυζαντινή μουσική, και από τις μουσικές με τις... οθωμανικές επιρροές, έως το κρητικό μέλος. Υπάρχουν βεβαίως και τα ανάλογα όργανα, που ακούγονται εδώ (λύρα από την Πόλη, λύρα από την Κρήτη, παραδοσιακό φλάουτο, κλαρίνο, μαζί με κιθάρα, μπάσο, ντραμς, σύνθια και τζουρά), αλλά κυρίως υπάρχει η ενότητα ενός έργου, που ακούγεται από την αρχή έως το τέλος του, χωρίς σκαμπανεβάσματα.
Επαφή: www.armagosmusic.com

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2025

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 627

11/2/2025
Από την αντιπαραβολή της ταινίας του Ντίνου Κατσουρίδη "Έγκλημα στα Παρασκήνια" (1960) με το ομώνυμο βιβλίο του Γιάννη Μαρή... "Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου" [LiFO Books, 2024] 

10/2/2025
Νομίζω το 2029 θα εμφανισθεί και βίντεο με Τζων Λέννον-Γιόκο Όνο, από το Αλάτι και Πιπέρι του Φρέντυ Γερμανού το 1969...

10/2/2025
Είναι ένα απ' τα τραγούδια της ζωής μου. Το ακούω συνεχώς πάνω από μισό αιώνα...
https://www.youtube.com/watch?v=o9WbetNsVQs

10/2/2025
Νίκος Μαμαγκάκης - Σαν μιλάς φοβεροί σεισμοί
https://www.youtube.com/watch?v=wo49-_5Ww7w

8/2/2025
Αυτό το μήνα συμπληρώνονται 50 χρόνια από τα «10 Χρόνια Κομμάτια» του Διονύση. Δεν ξέρω αν θα κάνω κείμενο, όπως έχω κάνει για Φορτηγό, Περιβόλι, Μπάλλο και Βρώμικο Ψωμί. Κανονικά πρέπει, αλλά με απασχολούν και άλλα μαζί κι έχω μπλέξει. Ίσως κάνω αργότερα, άλλο μήνα, δεν ξέρω... Έχω πολλά στο κεφάλι μου, και αυτά τα άρθρα θέλουν καθαρό μυαλό. Δεν είναι για προχειρογραψίματα.
Επειδή έβγαλα το βινύλιο και το άκουσα απόψε για πολλοστή φορά θα πω κι αυτό σε σχέση με τα «10 Χρόνια Κομμάτια». Είπα και στο προηγούμενο ποστ για την Μπέλλου.
Μάγκες μου η στροφή του Χριστιανόπουλου «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας / ποτέ δε λένε την αλήθεια / ο κόσμος υποφέρει και πονά / κι εσείς τα ίδια παραμύθια» είναι απλά συγκλονιστική. Τι έγραψε ο άνθρωπος! Και τι θάρρος χρειάζεται ένας τραγουδοποιός που το κάνει τραγούδι αυτό το πράμα, ακυρώνοντας ταυτοχρόνως τον εαυτό του.
Κανονικά μετά από ένα τέτοιο τραγούδι θα έπρεπε όλοι οι τραγουδοποιοί να πήγαιναν, μαζικά, και να έκαιγαν τα μπλοκάκια τους (της εφορίας εννοώ).

8/2/2025
Αν δεν αποκαλούσε o Τάσος Φαληρέας (λανθασμένα για μένα) την Σωτηρία Μπέλλου underground, στη «Μουσική Γενιά» το ’72, δεν υπήρχε περίπτωση να τη βάλει ο Σαββόπουλος να τραγουδήσει το «Ζεϊμπέκικο» (μ' αεροπλάνα και βαπόρια) στα «10 Χρόνια Κομμάτια».
Η δική μου γνώμη είναι πως η Μπέλλου το καταστρέφει το τραγούδι (και όταν είπε μετά από την ηχογράφηση... αχ ρε Διονύση μ’ έβαλες και τραγουδάω ποπ... ήξερε τι έλεγε, ήξερε ότι ήταν έξω από τα νερά της – αρκεί να δεις την έκφρασή της για να καταλάβεις).
Τέλος πάντων, η εκτέλεση από ’κει δεν συγκρίνεται με τίποτα με την εκτέλεση του Διονύση από το «Βρώμικο Ψωμί». Η νύχτα με τη μέρα. Η Μπέλλου ήταν μεγάλη τραγουδίστρια, αλλά η καλύτερη στιγμή της στη Μεταπολίτευση δεν ήταν ούτε ο Σαββό, ούτε ο Μούτσης. Ήταν ο Ηλίας Ανδριόπουλος στα «Λαϊκά Προάστια». Εκεί ήταν συγκλονιστική. «Ζεϊμπέκικο» ακούμε μόνο από «Το Βρώμικο Ψωμί».
[Τάσος – Διονύσης – Σωτηρία στη φωτό]

8/2/2025
Βασικά τρέμει ο κwλος τους μη γίνει τίποτα στο νησί και αποκαλύψει η φύση πολεοδομικά εγκλήματα. Και τότε, μόνο, θα τρέχουνε δήθεν-τάχα για να βρούνε τα πώς και τα γιατί, επιρρίπτοντας ευθύνες σε... σταθμάρχες.

7/2/2025
Πριν από δυο μέρες πέθανε ο Mike Ratledge, στα 81 του, πιανίστας, κιμπορντίστας και βασικός συνθέτης των Soft Machine, στην καλύτερη περίοδο του γκρουπ, εκεί στην αρχή της δεκαετίας του ’70. Το γράψανε διάφοροι φίλοι εδώ μέσα, έβαλα λάικ, όπου έβλεπα ανάλογο ποστ και... ξεμπέρδεψα.
Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’80 είχα αγοράσει όλους τους δίσκους των Soft Machine (ακόμη και το χειρότερο όλων, το “Land of Cockayne” του 1981), ενώ στη δεκαετία του ’90 θα αγόραζα και όλα σχεδόν τα CD με τις ανέκδοτες ηχογραφήσεις τους (είχα κάνει κι ένα πολύ καλό άρθρο στο Jazz & Τζαζ γι’ αυτά). Στους περισσότερους από εκείνους τους δίσκους η παρουσία του Ratledge ήταν καθοριστική.
Έχουν περάσει τα χρόνια, και μου φαίνονται όλα, πια, τόσο απομακρυσμένα. Πρέπει να έχω να βάλω το “Third” και το “Fourth” στο πικάπ πάνω από 30 χρόνια. Συγκροτήματα, για τα οποία κάποτε έκανα σαν τρελός, τώρα δεν μου λένε απολύτως τίποτα. Δεν ξέρω γιατί. Αλλάζουν τα γούστα μας μέσα στα χρόνια; Ακούσαμε τα δύσκολα όταν ήμασταν παιδιά, και για χρόνια μετά, και τώρα θέλουμε κάτι πιο άμεσο, πιο βατό και πιο κατανοητό; Ίσως...
Σίγουρα ο Ratledge δεν έφτιαχνε τέτοια μουσική. Ήταν βαρβάτος συνθέτης, πολύ διαβασμένος, και από τους ελάχιστους, που μπορούσαν να γράψουν ταυτόχρονα συνθέσεις που να μην είναι ούτε ροκ, ούτε τζαζ, ούτε αβανγκάρντ, αλλά ένας εντελώς προσωπικός συνδυασμός τους. Γι’ αυτό τους Soft Machine τους ακούγανε πολλοί και από διαφορετικά στρατόπεδα. Γιατί ήταν επηρεασμένοι απ’ όλα αυτά, δίχως να αντιγράφουν τίποτα, φτιάχνοντας τη δική τους μοναδική μουσική. Ήταν πιο ρηξικέλευθοι, για μένα, απ’ όλους. Και από τον Miles Davis και από τον Frank Zappa. Και ο Ratledge, σ’ αυτή την ομάδα (με Hopper, Wyatt και Dean) ήταν αυτός που κινούσε πρώτος τα νήματα.
Σκέφτομαι πως αν ήμουν, τώρα, 30 χρονών θα έγραφα σεντόνια για τους Softs, με αφορμή τον χαμό του Mike Ratledge. Έχω και βιβλία και περιοδικά και βεβαίως τους δίσκους, που θα μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω, για να γράψω κάτι δυνατό –για κείνη τη φάση τους, του “Third” και του “Fourth” βασικά–, αλλά πια δεν έχω το κουράγιο. Δεν είμαι σ’ αυτή τη διάθεση. Μου φαίνονται όλα μακρινά – σαν να μην με αφορούν πια.
Δεν... ξέρω, αλλά όταν ξαναγίνω 25, γιατί θα ξαναγίνω, –τώρα ας πούμε είμαι... 15 και γι’ αυτό ακούω ξανά Σαββόπουλο και Σταύρο Ζώρα– θα ήθελα να επανέλθω στα παλιά μου ακούσματα, και να περάσω άλλη μια ζωή με Mike Ratledge και Soft Machine. Θέλω να δω αν θα τα καταφέρω...

7/2/2025
Το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς, στο χώρο μας, στο χώρο του πολιτισμού, να το πούμε έτσι, είναι η κυκλοφορία της αυτοβιογραφίας του Σαββόπουλου. Μπήκα σήμερα στο σάιτ της Πολιτείας, για να δω πώς πάμε και διαπίστωσα ότι το βιβλίο του Σαββό είναι παντού πρώτο, σε 2μηνο, 6μηνο και 12μηνο, που σημαίνει, πρακτικά, πως όλοι τρώμε τη σκόνη του. Και σωστά δηλαδή. Αναμενόμενο. Και έτσι έπρεπε και πρέπει.
Για να πάμε όμως και στα δικά μας. Στις «Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου» [LiFO Books, Οκτ. 2024] και στο «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, Απρ. 2024], που συμπληρώνουν τέσσερις και δέκα μήνες κυκλοφορίας αυτές τις μέρες, αντιστοίχως.
Στις πωλήσεις 2μήνου, 6μήνου και 12μήνου οι «Cult Όψεις...» βρίσκονται στις θέσεις 25, 14 και 42, ενώ το «Ραντεβού...» στις αντίστοιχες χρονικές περιόδους είναι στις θέσεις 64, 61 και 8.
Το «Ραντεβού...» έχει κάνει τον κύκλο του, είναι σχεδόν εξαντλημένο στην πηγή, ενώ και οι «Cult Όψεις...» μετά από τέσσερις σχεδόν μήνες κυκλοφορίας πουλάνε καλά και σταθερά.
Να δώσουμε στα βιβλία μία ακόμη ώθηση – και ιδίως στις «Cult Όψεις...». Είναι καλά βιβλία κι έχουν πράγματα να πούνε σε όλους τους μουσικόφιλους και τους κινηματογραφόφιλους.
Σας ευχαριστώ πολύ.

6/2/2025
Ο Σαββόπουλος είχε ακούσει τραυλό ραδιοπειρατή και γι’ αυτό είχε γράψει τότε, παλιά, το «Κολλάω και τραυλίζω, αν είναι να στο πω» (το «κολλάω και τραυλίζω» δεν το έλεγε ο Σαββό για τον εαυτό του, το έλεγε ο πειρατής). Δεν το διαβάζεις στο βιβλίο αυτό, εδώ το λέμε τώρα... Aπό τα κορυφαία τραγούδια της Ρεζέρβας. Ωραία ροκιά, ευχάριστη, σε τελειωμένες ροκ εποχές. 
https://www.youtube.com/watch?v=yztirfPRqFI

6/2/2025
Η Danielle Loder στην ταινία "Αναζήτησις..." (1972) του Ερρίκου Ανδρέου. "Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου" [LiFO Books, 2024]

5/2/2025
Πριν από κάτι χρόνια, τον Μάιο του 2019, είχα γράψει ένα κείμενο σχετικό με τον Διονύση Σαββόπουλο και την ταινία “Le Casse” (1971) του Ανρί Βερνέιγ ή μάλλον (σχετικό) με τα γυρίσματά της. Το κείμενο εκείνο είχε τίτλο «ΔIΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ το σνομπάρισμα σε Ζαν-Πολ Μπελμοντό και Ομάρ Σαρίφ, στο Rodeo του 1971» και στηριζόταν σε μια φωτογραφία – αυτήν που βλέπετε κι εδώ.
Οι ηθοποιοί της ταινίας (όπως τους βλέπουμε καθιστούς στη φωτό), δηλαδή ο Ομάρ Σαρίφ, η Νικόλ Καλφάν, μια άγνωστη ενζενί ανάμεσά τους, ο Ρομπέρ Οσέν και ο Ζαν-Πολ Μπελμοντό (ονοματάρες τώρα, όχι αστεία) είχαν πάει στο Rodeo, για ν’ ακούσουν το «Ντιρλαντά», που χάλαγε κόσμο τότε στη Γαλλία (και σε «όλο τον κόσμο»), απ’ αυτόν που θα το έκανε παγκόσμια επιτυχία, τον πρώτο διδάξαντα να πούμε, τον Διονύση Σαββόπουλο. Όμως ο Σαββό τους σνόμπαρε και δεν έπαιξε το κομμάτι. Πιθανώς να είχε τα δίκια του. Να ήταν στενοχωρημένος από την απίθανη τροπή που είχε πάρει το θέμα με τον απίστευτο καλύμνιο καπετάνιο (τους ενός τραγουδιού), που τον έσερνε άδικα στα δικαστήρια, αλλά το τραγούδι θα έπρεπε να το πει προς χάριν των υψηλών πελατών του. Τελικά η ξένη κουστωδία θα πήγαινε στο Stork, για να το ακούσει από την Μαρινέλλα.
Όταν θα έγραφα εκείνο το κείμενο κάποιοι φίλοι «σαββοπουλικοί» θα διάβαζαν τον τίτλο και θα μ’ έπαιρναν τηλέφωνο λέγοντάς μου πως η λέξη «σνομπάρισμα» ήταν υπερβολική και πως δεν θα έπρεπε να την γράψω. Ότι προσέδιδα στον Σαββόπουλο, τέλος πάντων, μια ιδιότητα, που δεν την είχε αναγκαστικά, και πως σε κάθε περίπτωση χτυπούσε άσχημα. Δεν μάσησα. Την άφησα στο μπλογκ...
Διαβάζω τώρα την αυτοβιογραφία του Διονύση Σαββόπουλου «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα». Την έχω ήδη διαβάσει δύο φορές στα πεταχτά, ενώ τώρα την διαβάζω και πιο προσεκτικά – κρατώντας και κάποιες σημειώσεις. Ίσως φανούν χρήσιμες στο μέλλον, αλλά μπορεί και όχι. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει αυτό που θα πω τώρα.
Ο Σαββόπουλος στο βιβλίο «ξεγυμνώνεται» για διάφορα ζητήματα. Λέει πολλά πράγματα που έχουν ενδιαφέρον και για τα καλλιτεχνικά ζητήματα και για άλλα θέματα. Εντάξει, εγώ τα οικογενειακά του δεν θέλω να τα σχολιάσω –είμαι της παλιάς άποψης τού «τα εν οίκω μη εν δήμω»–, αλλά δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω το θάρρος του, για πολλά απ’ αυτά που λέει. Λέει λοιπόν, ανάμεσα σε άλλα πολλά, πως υπήρξε σνομπ και απόμακρος σε διάφορες φάσεις στη ζωή του και πως έχει μετανιώσει γι’ αυτό.
Αυτό το επεισόδιο που διηγείται με την Βέμπο και τον Τραϊφόρο π.χ. στο Rodeo του ’70 δεν είμαι σίγουρος αν το είχα ξαναδιαβάσει – το λέω, γιατί πολλά από τα επεισόδια είναι γνωστά από τις πάμπολλες συνεντεύξεις και αφηγήσεις του Σαββό μέσα στα χρόνια. Τέλος πάντων είχαν πάει οι 60χρονοι, τότε, καλλιτέχνες στο κλαμπ, με τον Σαββόπουλο να αδιαφορεί επιδεικτικά για την παρουσία τους («ήμουν ολόκληρος μια αστάθεια, μια αβεβαιότητα, είχα ανάγκη κάποιας επιβεβαίωσης... τους σνόμπαρα – μόνο τους φίλους μου ήθελα»).
Όχι, για τη φάση με τους ηθοποιούς από την ταινία “Le Casse”, στον ίδιο χώρο, δεν λέει κάτι στο βιβλίο. Απλώς, επειδή ευλογούμε και τα γένια μας εδώ πέρα, αισθάνθηκα κάπως δικαιωμένος για ’κείνο το «σνομπάρισμα», που είχα γράψει το 2019, δεχόμενος την μήνιν των φίλων μου.

5/2/2025
Λίγες μέρες μετά το σεισμό του ’81 (24 Φλεβάρη) ο Ρασούλης έχει έτοιμο το στίχο, ο Νικολόπουλος βάζει τη μουσική και ο Νταλάρας τραγουδάει:
«Πες τε να ’ρθουν σεισμολόγοι είναι σοβαροί οι λόγοι / γιατί μπήκες στην καρδιά μου θα συμβεί σεισμός βαθιά μου». 
Ο μέγας Ρασούλης φτιάχνει έτσι στο τσακ-μπαμ ένα καταπληκτικό στίχο, κάπως σαν topical song, ξορκίζοντας το κακό, με τρόπο μοναδικό. Μετατρέπει, δηλαδή, τον πανικό του μεγάλου σεισμού, σε κάτι προσωπικό, εσωτερικό του καθενός, που συνδέεται με τον έρωτα, και που βγάζει μόνον ελπιδοφόρα συναισθήματα.
Αυτό σημαίνει καλλιτέχνης, Να μετατρέπεις το σκοτάδι σε φως – και το αντίθετο καμιά φορά. Εντάξει, και ο Νικολόπουλος τεράστιος, και ο Νταλάρας «μια χαρά». Είναι ένα τραγούδι θέλω να πω, το «Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει», που με καθόρισε σαν έφηβο. Πήγαινα και σε πάρτυ από 13 χρονών, αλλά μόνο όταν βγήκε το κομμάτι αυτό ένοιωσα ότι αληθινά διασκέδαζα, ξέδινα, μεταμορφωνόμουνα στις ταβέρνες και τα ρεμπετάδικα της εποχής.
Δεν ξέρω αν είμαι ο πιο αντικειμενικός κριτής γι’ αυτό το δίσκο, αλλά ακόμη και το εξώφυλλο, που πρέπει να ήταν ιδέα του Ρασούλη, το θεωρώ μεγαλειώδες – με τη Βουλή να μπατέρνει και να γίνεται κάπως σαν τον Πύργο της Πίζας, θες από τον Εγκέλαδο, θες από τα σιχτίρια του κόσμου – γιατί ήμασταν ακόμη επί δεξιάς, όταν βγήκε ο δίσκος και ο κόσμος ήταν ακόμη στριμωγμένος. Ούτε «Ελευθεροτυπία» δεν μπορούσες να κουβαλήσεις στο σχολείο –στην έπαιρνε ο λυκειάρχης–, ενώ και ο περιπτεράς που στην πουλούσε, σε κοίταγε με μισό μάτι.

5/2/2025
Ευχαριστώ πολύ τον Νίκο Σαραντάκο, ο οποίος, με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο του Δημήτρη Κολλάτου, γράφει στο μπλογκ του «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» για τις «Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου» [LiFO Books, 2024].
https://sarantakos.wordpress.com/2025/02/05/kollatos/

4/2/2025
Εν τω μεταξύ η γελοιότητα της κατάστασης με τους επιστήμονες δεν παλεύεται. Αντί να βγει ένας επίσημος κρατικός επιστημονικός φορέας και να βγάλει μια ανακοίνωση για το θέμα –και να είναι αυτή– έχουμε το θλιβερό φαινόμενο να λέει ο καθένας τα δικά του. Βέβαια και οι κρατικοί φορείς δεν ξέρω πόσο αξιόπιστοι μπορεί να είναι (ο κόσμος έχει χάσει την εμπιστοσύνη του για τα πάντα, και λόγω Τεμπών, και λόγω αμέτρητων άλλων στο παρελθόν), αλλά εν πάση περιπτώσει, ρε φίλε, ας μαζευτούνε οι κορυφαίοι σεισμολόγοι της χώρας και να βγάλουνε μια ανακοίνωση. Εδώ πέρα έχουμε τον καθένα με το μαγαζάκι του και όποιον πάρει ο χάρος... Τι να πεις...

4/2/2025
Θυμηθήκανε και τον Παντελή Ζερβό, που έχασε, λέει, τη 12χρονη κόρη του στο σεισμό του '56, στη Σαντορίνη, και χρόνια μετά κατάλαβαν ότι τη θάψανε ζωντανή (λέει). Εν τω μεταξύ τίποτα, κανένα ντοκουμέντο πουθενά. Καμία δήλωση σε πρώτο χρόνο, κάτι. Και όχι δεν πρόκειται να το κάνω εγώ. Δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου το θέμα, αλλά αυτοί που τα γράφουνε αυτά τα πράματα δεν ντρέπονται λιγάκι... έτσι όπως τα γράφουνε; Μπααα....

KEIJI HAINO / NATSUKI TAMURA αναπάντεχη συνεργασία

Να εδώ μια τελείως αναπάντεχη ή έστω κάπως αναπάντεχη συνεργασία ανάμεσα σε δύο ιάπωνες μουσικούς, που, ο καθένας στο χώρο του, είναι κάτι πολύ μεγάλο. Λέμε για τον κιθαρίστα Keiji Haino και για τον τρομπετίστα και μαζί percussion player Natsuki Tamura.
Η συνεύρεσή τους συνέβη στο φεστιβάλ Aremo Koremo, που έλαβε χώρα στο Pit Inn, στην Shinjuku του Tokyo, τον Ιανουάριο του 2024 και είναι αυτή ακριβώς η ζωντανή συνεργασία, που καταγράφηκε σε τούτο το περιποιημένο CD (περιποιημένα, με obi, ένθετα κτλ., είναι όλα τα CD της Libra Records), κάτω από την ονομασία What Happened There?” (2025). Βασικά λέμε για ένα track (με τίτλο ίδιο με εκείνον του δίσκου) διάρκειας τριάντα έξι περίπου λεπτών (στο CD, όταν το τοποθετείς στο player ξεχωρίζουν τέσσερα tracks), στο οποίο ακούς κιθάρα, τρομπέτα, φωνές και κρουστά.
Το παράξενο εδώ είναι πως πριν απ’ αυτό το live δεν είχαν παίξει ποτέ μαζί οι Haino και Tamura, και πως για πρώτη φορά θα δοκίμαζαν να συνυπάρξουν πάνω στη σκηνή του Pit Inn, σ’ ένα μαραθώνιο φεστιβάλ προχωρημένης μουσικής, που είχε υπό την επίβλεψή του το γνωστό ζευγάρι Fujii-Tamura.
Συνέβη λοιπόν, και είναι αυτό που ακούμε στο “What Happened There?”... και αν αναρωτιέστε, κι εσείς, τι ακριβώς συνέβη ή τι περίπου συνέβη σ’ εκείνο το live, μας το περιγράφουν, εδώ, οι Haino και Tamura, όσο πιο καλά μπορούν.
Μουσική ελεύθερη βεβαίως, αυθόρμητη και αυτοσχεδιαστική, γεμάτη από τις εμπειρίες στα πάλκα και τα στούντιο των δύο μουσικών – που μπορεί, εκ πρώτης, να φαίνονται αταίριαστοι, αλλά, στην πράξη, έχουν πολλά κοινά σημεία. Το λέμε, επειδή και οι δύο παίζουν πάνω στις κόψεις των ξυραφιών, «παντρεύοντας» rock, jazz, avant-garde, free-improv, experimental και abstract μουσική και άλλα διάφορα βεβαίως, με πρώτο όλων την «ιαπωνικότητα» –δεν είναι άσχετο αυτού το γεγονός πως εδώ ακούμε πολύ ιαπωνικό λόγο, και από τους δύο performers, κάτι που, ασυζητητί, τους φέρνει ακόμη πιο κοντά– προτείνοντας αμφότεροι μία παράσταση, ένα ακρόαμα τέλος πάντων καθηλωτικό, στη μεγαλύτερη διάρκειά του, με στιγμές αληθινά απογειωτικές, που μπορεί να σε φέρνουν μέχρι και στα όριά σου σαν ακροατή.
Ξέρουν οι Ιάπωνες απ’ αυτά, όσο ελάχιστοι άλλοι στον κόσμο.
Επαφή: www.natsukitamura.com