Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

MAJID BEKKAS, IIRO RANTALA, VIKTORIA TOLSTOY, JOACHIM KUHN / MATEUSZ SMOCZYNSKI, MARIUS NESET νέες κυκλοφορίες της ACT Music + Vision

MAJID BEKKAS / MAGIC SPIRIT QUARTET: S/T [ACT Music & Vision, 2020]
Ρίχνω μια ματιά στο δισκορυχείον στα άλμπουμ στα οποία έχει συμμετάσχει ο μαροκινός πολυοργανίστας, συνθέτης και τραγουδιστής Majid Bekkas και για τα οποία έχουμε γράψει τις σχετικές κριτικές. Τούτα είναι τα “Dance of the Demons” [Compost, 2018] των Web Web και “In All” [Morgenland, 2010] των Marula. Το πρώτο ήταν / είναι ένα αριστούργημα, ενώ και το δεύτερο άλμπουμ είναι ένα εξαιρετικό crossover. Μ’ αυτές τις δύο πολύ καλές συστάσεις προχωρώ, λοιπόν, στο παρόν CD των Majid Bekkas / Magic Spirit Quartet (Majid Bekkas φωνή, guembri, ούτι, ηλεκτρική κιθάρα, Goran Kajfeš τρομπέτα, κρουστά, Jesper Nordenström πιάνο, όργανο, σύνθια, spinet piano, Stefan Pasborg ντραμς, κρουστά, tuned gongs), το οποίο από την αρχή, από το πρώτο κομμάτι, το 12λεπτο “Aicha”... τρίζει δόντια.
Το track είναι παραδοσιακό, ο σκοπός και τα λόγια δηλαδή, αλλά οι επεμβάσεις που έχουν γίνει από το σχήμα στο επίπεδο της δομής, της εξέλιξης, αλλά και της μελωδικο-αρμονικής προσέγγισης είναι εντυπωσιακές. Αναφερόμαστε σ’ ένα εξαιρετικό κομμάτι ethnic-jazz, ethnic-fusion, που θα μπορούσε να προέρχεται από τις «άγριες» μέρες των seventies. Τα ίδια ισχύουν και για το επόμενο “Hassania”, που είναι σύνθεση του Bekkas, φέρνοντας στη μνήμη ανάλογα θέματα των Γερμανών Embryo από τα χρόνια του ’70. Στο παραδοσιακό “Bania” εντυπωσιάζει η μπασογραμμή (αν και κανονικό μπάσο δεν υπάρχει στο setting), που δίνει στην ηχογράφηση έναν spiritual χαρακτήρα, οικοδομώντας μαζί με τα ντραμς, ένα περιβάλλον εντός του οποίου μπαίνει η φωνή και τα υπόλοιπα όργανα με τις συμβατικές ή και ηλεκτρονικές ατασθαλίες τους. Track-σήμα κατατεθέν, με hints από Embryo, Missus Beastly και Nass El Ghiwane (το περίφημο μαροκινό γκρουπ των seventies –υπάρχουν και σήμερα– που έκανε γνωστό τον σύγχρονο fusion-μαροκινό ήχο στην Ευρώπη εκείνη την εποχή).
Όμως και τα τέσσερα επόμενα tracks είναι το ένα καλύτερο από το άλλο. Στο “Chahia taiba”, σύνθεση επίσης του Bekkas, ο μαροκινός ουτίστας δημιουργεί ένα «ταξιδιάρικο» track, με υπόγεια δύναμη, ενώ στο παραδοσιακό 10λεπτο “Mrhaba”, όλα τα βασικά συστατικά του ethnic-fusion είναι εδώ παραταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Το αποτέλεσμα; Μια εκπληκτική στιγμή – από ένα άλμπουμ, που με κάθε κομμάτι του σε «στέλνει» όλο και περισσότερο. H φωνή (του Bekkas) πρωταγωνιστεί στο προτελευταίο track, βρίσκοντας όμως άξια συμπαράσταση στην τρομπέτα του Kajfeš.
Το άλμπουμ θα ολοκληρωθεί με το 5λεπτο “MSQ”, “Magic Spirit Quartet” δηλαδή, μια σύνθεση και των τεσσάρων μελών του γκρουπ, που φανερώνει απλώς και την αξία τους και σαν «μονάδες». (Ο Kajfeš, γεννημένος στην Στοκχόλμη, αλλά με κροατική καταγωγή, έχει έξοχες εγγραφές με την Subtropic Arkestra μεταξύ άλλων, ο Nordenström, μέλος κι αυτός της Subtropic Arkestra, έχει συνεργαστεί με Nils Landgren κ.ά., ενώ ο Δανός Stefan Pasborg έχει παίξει με Carsten Dahl Experience, Ibrahim Electric κ.λπ.).
IIRO RANTALA / THE DEUTSCHE KAMMERPHILHARMONIE BREMEN: Playing Gershwin [ACT Music & Vision, 2020]
Ο φινλανδός πιανίστας Iiro Rantala είναι μία από τις κολώνες της ACT – το έχουμε ξαναγράψει αυτό. Έχει πολλά άλμπουμ εκεί, που όλα χαίρουν των καλυτέρων εντυπώσεων. Ο Rantala είναι ένας πιανίστας με τζαζ-όραμα, και γενικότερα με όραμα, και αυτό φαίνεται στα διάφορα άλμπουμ του, στα ποικίλα projects τα οποία προχωράει και δισκογραφεί. Τον Ιούνιο του 2018 είχαμε αναφερθεί, με καλά λόγια, στο CD του “Mozart, Bernstein, Lennon” [ACT], που είχε ολοκληρωθεί με την συμβολή της Deutsche Kammerphilharmonie Bremen (DKB) – μιαν ορχήστρα την οποίαν ο Rantala συναντά ξανά, για τις ανάγκες του άλμπουμ του(ς) “Playing Gershwin”. Ηχογραφημένοι λοιπόν τον Ιανουάριο του 2019, Rantala και DKB, προβαίνουν στη συγκρότηση ενός μεγαλεπήβολου, θα τον λέγαμε, δίσκου, ο οποίος, όμως, τους δικαιώνει.
Όπως λοιπόν σ’ εκείνο το CD τού ’18 ο Rantala είχε ερμηνεύσει Mozart, Bernstein, Lennon, αποδίδοντας και δικές του συνθέσεις, έτσι και σ’ αυτό προχωρά σε νέες ερμηνείες πάνω στο έργο του George Gershwin, αναλαμβάνοντας να φέρει ξανά στο τώρα τοιούτα συμφωνικά αριστουργήματα, σαν τα “Rhapsody in Blue” (17:27) σε παλαιά ενορχήστρωση του Ferde Grofé (1892-1972) και “Porgy and Bess Suite” (16:23) στην ενορχήστρωση του Oliver Groenewald (ενός άξιου, σύγχρονου γερμανού τρομπετίστα, συνθέτη και arranger). Μάλιστα, μετά από τα δύο τούτα βασικά tracks, το άλμπουμ θα ολοκληρωθεί με πέντε ακόμη, πιο μικρής διάρκειας συνθέσεις τού ίδιου τού Rantala, που στέκονται κι αυτές το ίδιο ψηλά και δεν ακούγονται παράταιρα.
Σημαντική η συμβολή, εδώ, του βιολιστή Antti Tikkanen στα πασίγνωστα μέρη από το “Porgy and Bess” (“Summertime”, “It aint necessarily so”...), με τον Groenewald να βασίζεται στην ενορχήστρωση του θρύλου Jascha Heifetz για βιολί και πιάνο, μεταγράφοντας όμως, επί του προκειμένου, για ορχήστρα.
Λαμπρές εκτελέσεις κλασικών θεμάτων του George Gershwin έχουμε στο “Playing Gershwin”, αλλά εξ ίσου λαμπρές είναι και οι συνθέσεις τού Rantala, που, χωρίς να είναι αναγκαστικώς επηρεασμένες από τον Gershwin, δομούν και αυτές ανάλογα δυναμικά και λυρικά περιβάλλοντα. Ορισμένες, δε, εμφανίζουν και κάποια «κινηματογραφικά» επικά στοιχεία (“Hard score”), ενώ άλλες είναι πιο χαμηλών τόνων, νεορομαντικές, και με περισσή απλότητα στην ανάπτυξή τους (“Freedom”).
Σε γενικές γραμμές ένα ακόμη αξιόλογο άλμπουμ από τον Iiro Rantala, που αποδεικνύεται, για μιαν ακόμη φορά, «σίγουρο χαρτί».
VIKTORIA TOLSTOY: Stations [ACT Music & Vision, 2020]
Το προηγούμενο άλμπουμ τής Viktoria Tolstoy, το “Meet Me at the Movies” [ACT, 2017] είναι τρία χρόνια παλαιό. Λογικό, λοιπόν, το να αναμένεται κάτι νεότερο από την σουηδή τραγουδίστρια, που την έχουμε δει και στην Ελλάδα «ζωντανά», και που πάντα ξέρει να κάνει ενδιαφέρονται «επαγγελματικά» άλμπουμ, συνδυάζοντας τζαζ τραγούδι με pop κ.λπ. Και κάπως έτσι και στο πιο πρόσφατο CD της, το “Stations”, η Tolstoy, που πάντα ξέρει τι εστί επιτυχημένη ποιοτικώς και εμπορικώς συνταγή, έχει πράγματα να πει.
Το “Stations” αποτελείται από σκανδιναυικά και αμερικάνικα tracks, για να πούμε τα πράγματα ως έχουν. Τα ευρωπαϊκά tracks είναι πρωτότυπα ή διασκευές σε τραγούδια τοπικών τραγουδοποιών (π.χ. το “Stations” είναι από το ρεπερτόριο της Stina Nordenstam, το “The streets of Berlin” ανήκει στο ρεπερτόριο της Sinne Eeg), ενώ τα αμερικάνικα είναι κλασικές versions σε τραγούδια που έχει πει η Nancy Wilson (το “The Old Country” από το LP της με το Cannonball Adderley Quintet στην Capitol, το 1961, το “The great city” από το προσωπικό LP τής WilsonSomething Wonderful”, επίσης στην Capitol, το 1960) και ακόμη η Shirley Horn (το Heres to life” από το φερώνυμο CD της, στην Verve, το 1992) και ο Bob Dylan (το “Million miles” από το “Time Out of Mind” του 1997). Υπάρχει επίσης μια διασκευή στο στάνταρντ “Poinciana”.
Όλα αυτά τα ενοποιεί και η φωνή της Tolstoy, αλλά και η ορχήστρα, που έχει για μπροστάρη τον πιανίστα Joel Lyssarides, με τους Krister Jonsson κιθάρα, Mattias Svensson μπάσο και Rasmus Kihlberg ντραμς (συν τον «παλαιό» Nils Landgren, που κάνει φωνητικά στο “I should run” της Ida Sand) να συμπληρώνουν το team.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών, και έτσι όπως ακούγεται στο “Stations”, είναι πολύ καλό και κατά τόπους εξαιρετικό. Και τα σουηδικά tracks είναι πρώτης τάξεως (με κορυφαίο όλων το “Where the roads end” των Lyssarides / Landgren), αλλά τα αμερικάνικα είναι το... κάτι παραπάνω, καθώς οι προσεγγίσεις τους από την Tolstoy και τους συνεργάτες της δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες.
Jazz, blues, pop και κλασικό αμερικανικό songbook σε πρώτο πλάνο και σε υψηλό επίπεδο. Αυτό είναι το υλικό τού “Stations”.
JOACHIM KÜHN / MATEUSZ SMOCZYŃSKI: Speaking Sound [ACT Music & Vision, 2020]
Από τα χρόνια του ’60 στη σκηνή ο γερμανός πιανίστας Joachim Kühn δεν χάνει την ευκαιρία να δηλώνει «παρών» και στη δισκογραφία συχνά, συχνότατα, έχοντας να προτείνει, πάντα, κάτι διαφορετικό. Κάτι ενδιαφέρον.
Στο “Speaking Sound” ο Kühn συνεργάζεται με τον πολωνό βιολιστή Mateusz Smoczyński, έναν νεότερο μουσικό, με πολύ καλές συστάσεις, τον οποίον γνώρισε για πρώτη φορά στη σκηνή το 2009 (στο Zbigniew Seiferts Violin Concerto στην Κρακοβία). Εννέα χρόνια αργότερα, το 2018, οι Kühn και Smoczyński θα συναντιόντουσαν ξανά σε μια παράσταση στο Κατοβίτσε, και ήταν εκεί όπου ο Kühn θα διαπίστωνε την τρανή εξέλιξη του πολωνού μουσικού, καλώντας τον στο σπίτι του, στην Ιμπίθα, προκειμένου να ηχογραφήσουν. Και όντως. Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε στο Salinas Studio, στο ισπανικό νησί, τον Απρίλιο του 2019, και είναι αυτή ακριβώς η ηχογράφηση που τώρα μεταφέρεται στη δισκογραφία.
Πρόκειται για ένα άλμπουμ των δύο φυσικά, του Kühn (πιάνο) και του Smoczyński (βιολί και βαρύτονο βιολί), στο οποίο οι δύο μουσικοί αποδίδουν δικές τους συνθέσεις (βασικά του Kühn), μα και μερικές versions. Πιο συγκεκριμένα διασκευάζονται το “No.40” του Gurdjieff, το “Schubertauster” του Vincent Peirani και το “Im better off without you” του Rabih Abou-Khalil (από ένα παλαιότερο άλμπουμ της Enja, που υπέγραφαν οι Abou-Khalil, Kühn και Cagwin).
Το κλίμα στο “Speaking Sound” δεν μπορείς να το χαρακτηρίσεις κυρίως jazz, παρότι, φυσικά, υπάρχουν και τέτοια στοιχεία. Πιο πολύ είναι classical, με ελαφρές avant ή και world απολήξεις, λελογισμένο αυτοσχεδιασμό, και σε κάθε περίπτωση «σοβαρή» κλιμάκωση. Σαν ήχος, δε, ταιριάζει περισσότερο στο κλίμα-ECM θέλω να πω, παρά σ’ αυτό της ACT.
Υπάρχει βεβαίως λυρισμός (στις συνθέσεις του Gurdjieff και του Rabih Abou-Khalil π.χ.), αλλά υπάρχουν και πιο «σύγχρονες» πρακτικές, περισσότερο cool και αποστασιοποιημένες, που «παγώνουν» με την ομορφιά τους (και που αφορούν στη σύνθεση του Peirani, όπως και σε ορισμένα από τα πρωτότυπα).
Πάντως ο Joachim Kühn, σαν «δάσκαλος», αφήνει πολλά περιθώρια (τα περισσότερα ασυζητητί) στον «μαθητή» του Mateusz Smoczyński, προκειμένου να εκφραστεί και τούτο δεν αποβαίνει εις βάρος της εγγραφής. Απεναντίας...
MARIUS NESET / LONDON SINFONIETTA: Viaduct [ACT Music & Vision, 2019]
Γνωστός στους παροικούντες τόσο από τις ποικίλες εγγραφές του στην ACT, όσο και από τις ζωντανές παρουσίες του στη χώρα (είχε εμφανισθεί, για παράδειγμα, στο Jazz + Πράξεις στην Πάτρα, το 2015), ο Marius Neset είναι ένας νορβηγός σαξοφωνίστας (τενόρο, σοπράνο) με ήδη αναγνωρισμένο παρελθόν και με πάντα ελπιδοφόρο μέλλον. Είναι η ηλικία του τέτοια (ο Neset είναι 35 ετών), που μας οδηγεί να το γράψουμε αυτό.
Στο πιο πρόσφατο CD του, το “Viaduct”, ο Neset συνεργάζεται με την London Sinfonietta, μια 19μελή ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Geoffrey Paterson και ακόμη με τέσσερις ακόμη μουσικούς, που αποτελούν τους σταθερούς τζαζ συνεργάτες του. Λέμε για τους: Ivo Neame πιάνο (από Phronesis), Jim Hart βιμπράφωνο, μαρίμπα, κρουστά, Petter Eldh κοντραμπάσο και Anton Eger ντραμς, κρουστά (επίσης από Phronesis).
Στο παρόν άλμπουμ ο Neset παρουσιάζει βασικά ένα έργο του, το “Viaduct”. Ένα έργο, που χωρίζεται σε δύο μέρη (πρώτο και δεύτερο) και κάθε μέρος σε άλλα υπομέρη (έξι το πρώτο και τέσσερα το δεύτερο). Τα δύο μέρη χωρίζονται από ένα κενό, αλλά στα υπομέρη επί της ουσίας δεν υπάρχουν κενά.
Το “Viaduct” δεν μπορεί να περιγραφεί εύκολα, επειδή σαν έργο είναι μακρύ στο χρόνο και περνά από διάφορα στάδια, και επιμέρους (αισθητικές) καταστάσεις.
Γενικώς θα γράφαμε για ένα έργο που επιχειρεί σ’ ένα περιβάλλον «σύγχρονης μουσικής», εντός του οποίου έχει οπωσδήποτε παρουσία και η jazz.
Το άκουσμα είναι άλλοτε βαρύ, δραματικό, απαιτητικό κ.λπ., ενώ άλλοτε είναι πιο ευχάριστο, με λυρικές απολήξεις, ρομαντικές μετατροπές και λεπτά, ενορχηστρωτικά φινιρίσματα. Άλλοτε μοιάζει με συμφωνική τζαζ, ενώ άλλοτε αναδεικνύει τις «κλασικές» και τις «σύγχρονες κλασικές», αγχωτικές, διαστάσεις του.
Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μιαν άλλη πρόταση του Marius Neset, που διατηρεί βεβαίως την αίσθηση του μεγαλεπήβολου, δίχως ταυτοχρόνως να χάνει την επαφή της και με άλλα περισσότερο καθημερινά (λαϊκά) ηχητικά συστατικά. 

Η ACT Music + Vision εισάγεται από την AN Music

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου