Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

για τον LARS HOLLMER… τους SAMLA MAMMAS MANNA, τους Ruins και τα ρέστα… (ειδικό κεφάλαιο)

Πριν από μερικές μέρες πήρα ένα e-mail από ένα φίλο Σουηδό, ο οποίος με πληροφορούσε για το πόσο σημαντικοί παραμένουν ακόμη και σήμερα για την τοπική avant/prog σκηνή οι Samla Mammas Manna. Μάλιστα, ο θάνατος, το 2008, του βασικού τους keyboard player, συνθέτη και τραγουδιστή Lasse ή Lars Hollmer υπήρξε «γεγονός», το οποίο δεν… ξεπερνιέται εύκολα· υπό την έννοια ότι δημιουργούνται συνεχώς νέα δεδομένα στην προσπάθεια αποσαφήνισης του έργου αυτού του μεγάλου συγκροτήματος. Την 20η Μαρτίου, στο Teater 3 της Στοκχόλμης, θα οργανωθεί μία tribute night για τον Lars Hollmer, στην οποία θα εμφανιστούν οι Ιάπωνες Ruins –ο δικός τους ντράμερ Tatsuya Yoshida υπήρξε, όπως έμαθα, έσχατο μέλος των Samla Mammas Manna–, οι Klotet από την Ουψάλα (ιδιαίτερη πατρίδα και των Samla), σ’ ένα ύφος κοντά σ’ εκείνο των Fläsket Brinner και βεβαίως των Samla Mammas Manna, οι Yra, μία σουηδο-ιαπωνική συνεργασία, που προβάλλεται μέσω των Tatsuya Yoshida, Ulf “Rockis” Ivarsson και Coste Apetrea (θα παρουσιάσουν, ανάμεσα σε άλλα, και συνθέσεις του Hollmer), καθώς και οι τοπικοί Mats Morgan Band.
Πριν πω λίγα λόγια για τους Σουηδούς, ας παραθέσω μια γνώμη για ένα άλμπουμ των Ruins, το “Tzomborgha” [Magaibutsu, 2002], που το έχω καιρό στη δισκοθήκη, και το οποίο τώρα το ξανάκουσα με αφορμή το γεγονός.
Από τα ηγετικά σχήματα του ιαπωνικού core, οι Ruins είναι ένα εντελώς ιδιόμορφο duo αποτελούμενο από τους Tatsuya Yoshida ντραμς, φωνή και Hisashi Sasaki μπάσο. Η ιδιομορφία τους δεν στηρίζεται απλώς στο ότι είναι duo, αλλά στο είδος, τον τρόπο και το κλίμα της μουσικής που δημιουργούν – αδύνατον, σε κάθε περίπτωση, να πιστέψεις πως ό,τι ακούς προέρχεται από δύο μόλις άτομα. Με 25ετή ιστορία, με εντυπωσιακές ζωντανές εμφανίσεις (οι φωτογραφίες λένε τη μισή αλήθεια), με περισσότερα από 15 άλμπουμ στην κατοχή τους, με παγκόσμια underground αναγνώριση (ηχογραφήσεις για την Tzadik του John Zorn, την Megaphone και την Shimmy-Disc – ετικέτες σύμβολα του χώρου), οι Ruins, δηλαδή ο Tatsuya σε πρώτη φάση, μοιάζει να είναι σφόδρα επηρεασμένοι από τους Magma (το “Djubatczegromm” θα μπορούσε να ήταν κάποιο παραλειπόμενο από τα sessions του “Udu Wudu”), τους Area (στο “Wanzhemvergg” ακούς το φάντασμα του Demetrio Stratos), τους This Heat, τους King Crimson, τους Mothers of Invention και βεβαίως τα συγκροτήματα του Rock In Opposition – όλα τούτα, φυσικά, ανακατεμένα με την τραχύτητα και το θόρυβο του punk. Το δικό τους hardcore, που γεννιέται μέσα από την αμεσότητα λόγου και έργων, μέσα από τις υψηλές ταχύτητες με τις οποίες ρολάρει ο Tatsuya και φυσικά μέσα από την μπάσο-πολυπραγμοσύνη του Hishashi (οφείλουμε να πιστέψουμε πως οι «κιθαριές» και οι «οργανιές» που ξεσκίζουν κάθε τόσο τα ηχεία, βγαίνουν άπασες από ένα μπάσο!) έχει κι ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο – καθότι Ιάπωνες, που… να βαράνε στο γάμο του Καραγκιόζη δεν υπάρχουν.
Ας συμπληρώσω μόνον πως ruins, γενικώς, αποκαλούνται πέτρινα μνημεία παλαιών πολιτισμών, κυρίως των Ινδιάνων της Κεντρικής Αμερικής. Έτσι, και κατά έναν τρόπο, οι Tatsuya και Hisashi, αντιμετωπίζουν τη δική τους μουσική ως μία αντανάκλαση της κοσμικής δύναμης που περικλείει η πέτρα, άγραφο σύμβολο της ιστορίας και της εξέλιξης του φυσικού κόσμου.
Στη φωτογραφία ο Lars Hollmer από τo session του "Klossa Knapitatet"
Samla Mammas Manna λοιπόν, κι από που να ξεκινήσω… Το γκρουπ σχηματίστηκε στην Ουψάλα εκεί προς το 1969-70, με πρωταρχικά μέλη τους Hasse Bruniusson ντραμς, φωνή, Lasse Krantz μπάσο, Lars Hollmer πλήκτρα, φωνή και Henrik Oberg κρουστά. Τον Αύγουστο του 1970, μήνες πριν ηχογραφήσουν το πρώτο τους LP, συμμετέχουν στο… σουηδικό Woodstock, το Festen Pa Gardet (20-23/8) μαζί με τους Trad Gras och Stenar, τους Handgjort, τους Gudibrallan, τους Flasket Brinner, τους Turid και άλλους διαφόρους – όσοι γνωρίζουν έστω και τα στοιχειώδη γύρω από σουηδικό rock των seventies νοιώθουν την αξία αυτών των ονομάτων – κερδίζοντας τις εντυπώσεις και βεβαίως ένα συμβόλαιο με την εταιρία Silence, στην οποία θα γράψουν το πρώτο φερώνυμο άλμπουμ τους, την άνοιξη του ’71. Παράξενη δουλειά, καταφανώς επηρεασμένη από τους Mothers of Invention – τη βασική επιρροή όλου του swedish progressive εκεί στα early seventies. Επιρροές που ξεκινούν από τη διαχείριση των οργανικών και των φωνητικών μερών, αλλά και από τη δράση του λόγου. Η spacey-freaky, τύπου Gong, διάθεση ορισμένων κομματιών (“Vidgat lage”), αφορά οπωσδήποτε ένα δεύτερο πυλώνα αναφορών, σε κάθε περίπτωση άμεσα αφομοιωμένου από τη σουηδική πραγματικότητα.
Οι Ramlosa Kvallar. Ο Hollmer δεξιά με το ακορντεόν, αριστερά ο Apetrea με το μπουζούκι.
Στο “Maltid” του ’73 είναι πλέον στο γκρουπ ο κιθαρίστας Coste Apetrea. Η μουσική τους αρχίζει να «ξεφεύγει», αποκτώντας σιγά-σιγά τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία, που θα τους έκαναν παγκοσμίως γνωστούς λίγα χρόνια αργότερα. Ο ρόλος του Hollmer είναι καθοριστικός όσον αφορά στον ήχο του γκρουπ - ένα post modern, για τότε, fusion, ικανό να ντύσει τις πολύπλοκες συνθέσεις της μπάντας. Το “Klossa Knapitatet” του ’74 ήταν ακόμη πιο ιδιοσυγκρασιακό. Η μπάντα παίζει ένα απροσάρμοστο progressive rock, που δεν ταυτίζεται με τίποτα γνωστό. Ούτε ακριβώς Canterbury sound, που τότε «έδινε κι έπαιρνε», ούτε κάτι από τ’ άλλα κοινά στρατηγικά fusions. Εντάξει, ο Zappa είναι πάντα μιαν αναφορά (όχι τόσο εκείνος του “Apostrophe”, όσο εκείνος των… late sixties), όμως διακρίνεται κι ένα φάσμα επιρροών, που άρχεται από το βαριετέ και τον καμπαρέ ήχο του Μεσοπολέμου, για να καταλήξει στις σουηδικές πόλκες και τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό. Μετά από τρία άλμπουμ στην Silence, οι Samla μεταβαίνουν στην Musiknatet Waxholm ή MNW όπως είναι πιο γνωστή, για την ηχογράφηση του τέταρτου “Snorungarnas Symfoni” (1976)· εδώ σε συνεργασία με τον Αμερικανό Gregory Allan FitzPatrick. Ο FitzPatrick ήταν μέλος της τοπικής σκηνής ήδη από τα μέσα του ’60, όταν πήγε για τουρισμό στη Σκανδιναυία και «κόλλησε». Συνεργάστηκε με τους Atlantic Ocean (ήταν μέλος τους δηλαδή), τους Handgjort και τους Tillsammans, πριν δώσει στους Samla τη Συμφωνία του. Πιο τυπικό ως άκουσμα (εν σχέσει δηλαδή με το “Klossa…” ή το “Maltid”), το “Snorungarnas Symfoni”, θα μπορούσε να θυμίζει τόπους-τόπους ακόμη και Al Stewart (δεν είναι κακό αυτό, ίσα-ίσα αν μιλάμε για άλμπουμ όπως το “Orange”). Στην μπάντα εκτός των ήδη γνωστών Bruniusson, Krantz, Hollmer και Apetrea συμμετείχαν ακόμη οι Kalle Eriksson τρομπέτα και Artan Wallander σαξόφωνα. Κλασικό prog-rock, με ωραία (μελωδικά) θέματα, όπως το “Andra satsen”. Το 1977 βρίσκει τους Samla ψιλοδιαλυμένους. Οι Coste Apetrea κιθάρες, μπουζούκι, Kalle Eriksson τρομπέτα, φλάουτο, Lasse Hollmer ακορντεόν και Ulf “Artan” Wallander σαξόφωνα, κρουστά φαίνεται πως εγκαταλείπουν το γκρουπ, σχηματίζοντας τους Ramlosa Kvallar, μαζί με τον περκασιονίστα Bill Ohrstrom. (“Ramlosa Kvallar” ήταν ο τίτλος ενός κομματιού από το “Klossa Knapitatet”). Αυτοί θα βγάλουν ένα LP στη Silence το 1977, το οποίο εντάσσεται μέσα στο γενικότερο ethnic-prog σκηνικό, που τότε απασχολούσε ευρέως όλη τη Σκανδιναυία. Οι ήχοι από την Αφρική (“Sega”), τα Βαλκάνια (“Bogdan dansar”) και την Ανατολική Ευρώπη (“Esten”) αποτελούν το νέο τόπο δράσης των σουηδών μουσικών, οι οποίοι για άλλη μια φορά τα «χώνουν». Απολαυστικός ο χορός του Bogdan… δηλαδή του Θόδωρου.
Όντας «παράλληλο» project οι Ramlosa Kvallar, συμπίπτουν με την επαναδραστηριοποίηση των Samla, οι οποίοι τώρα αυτοαποκαλούνται Zamla Mammaz Manna. Είναι η εποχή που αρχίζει να μπαίνουν στο πνεύμα του RIO, καθώς κάποια στιγμή τους ανακαλύπτει ο Chris Cutler, αρχίζοντας να διανέμει τους δίσκους τους στη Βρετανία μέσω της Recommended. Νέα πρόσωπα είναι ο κιθαρίστας Eino Haapala και λίγο αργότερα ο ντράμερ-τραγουδιστής Vilgot Hansson. Η μουσική τους γίνεται ακόμη περισσότερο ριζοσπαστική, πλημμυρισμένη από avant και improv στοιχεία, δίχως ποτέ να χάνει το ενδιαφέρον της. Δημιουργικός αυτοσχεδιασμός λοιπόν, πάντα μέσα σ’ ένα ευρύ rock πλαίσιο, που τους φέρνει κοντά, απλώς κοντά… με τις υπόλοιπες μπάντες της κίνησης: τους Henry Cow (Αγγλία), τους Stormy Six (Ιταλία), τους Univers Zero (Βέλγιο) και τους Etron Fou Leloublan (Γαλλία). Περίπου τότε (1978) κυκλοφορούν τα άλμπουμ “For Aldre Nybegynnare” και “Schlagerns Mystik”, αμφότερα στην Silence, τα οποία είχαν γράψει τη διετία 1976-77, βγάζοντάς τα ως 2LP. [Πρέπει να βρω το χρόνο να τα ξανακούσω, γιατί δεν τα θυμάμαι καλά]. Τότε ήταν, όταν μέσω του RIO δίνουν συναυλίες σε διάφορες χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Δυτική Γερμανία και αλλού). Το 1980 δίνουν ένα ακόμη LP στην Silence (“Familesprickor”), το οποίο δεν έχω ακούσει. Από ’κει όμως και μετά η ιστορία τους κάπως περιπλέκεται… ή, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι σ’ εμένα τόσο οικεία· με μία διαφορά. Το άλμπουμ των… Von Zamla “Zamlaranamma” [Urspar, 1982], το οποίο, ξεχασμένο κάπου – δε θυμάμαι πως έφθασε στα χέρια μου – εντοπίστηκε στο ράφι. Η σύνθεση της μπάντας εκείνη την εποχή ήταν: Denis Brely μπασούν, όμποε, βαρύτονο, φλάουτο, Jan Garret μπάσο, κιθάρες, κρουστά, Eino Haapala κιθάρες, μπάσο, μαντολίνο, τσέλο, κρουστά, Lars Hollmer πιάνο, όργανο (το είχε ακόμη…), ακορντεόν, κρουστά. Εξαιρετικό. Ένα από τα καλύτερα, που παρέδωσε ποτέ αυτή η ομάδα μουσικών. Ηχογραφημένο το φθινόπωρο του ’82, το “Zamlaranamma” πιάνει τους… Von Zamla σε φάση έξαρσης. Οι συνθέσεις βγάζουν απίστευτη δύναμη, οι ενοργανώσεις παρότι δεν είναι fully-electric σπέρνουν πανικό, ενώ οι αλλαγές και οι εξοντωτικοί ρυθμοί (που «ανεβαίνουν» τσιτωμένοι) δεν σ’ αφήνουν ν’ ανασάνεις. Ακούγοντας το άπιαστο “Doppler”, σύνθεση του Hollmer, νοιώθεις σαν να τζαμάρουν οι Henry Cow με τον Klaus Schulze. Αδιανόητο κομμάτι… όπως και τόσα άλλα…

Ρίχνοντας μια ματιά στην Wikipedia για το τι «χοντρό» μπορεί μετά να συνέβει, διάβασα τα ακόλουθα: "In 1999, the band reformed under their original name for a one-off release entitled Kaka. And in 2002 they reunited again, but this time with the Japanese musician Yoshida Tatsuya on drums, for some acts and for their latest album ‘Dear Mamma’. The band played its first and only concerts in the US in August 2003, at the annual Progday festival in North Carolina and a couple of other dates. In 2005 the band had the honour of opening the first day of the international progressive rock festivalthat takes place in Moscow, Russia, ‘InProg 2005’. Hollmer died in December 2008…".Όποιος ενδιαφέρεται για πιο πολλά ας ρίξει ματιά στο http://en.wikipedia.org/wiki/Lars_Hollmer.

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

με αφορμή τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ…

Μπορεί να δίνω την εντύπωση του οργανωμένου, αλλά δεν είμαι και τόσο. Δουλεύω, βασικά, με το μυαλό. Με τη μνήμη. Δεν κρατάω περιποιημένα αρχεία, απλώς, ρίχνω σε χαρτόκουτα ό,τι έντυπο ή απόκομμα μ’ ενδιαφέρει. Ούτε λυώνω στο downloading – o σκληρός μου είναι άδειος –, ακούω μόνο σε real time, από το δίκτυο, κάτι που μπορεί να το ψάχνω και το οποίον κρίνεται απαραίτητο, τη δεδομένη στιγμή, ώστε να προχωρήσει κάποιο κείμενο· δεν το αποθηκεύω. Δεν μ’ ενδιαφέρει να έχω «τα πάντα». Μ’ ενδιαφέρει να μπορώ ν’ ακούσω κάτι, για κάποιο λόγο, την ώρα που πρέπει. Προσφάτως έψαχνα να βρω ένα LP (παραγωγής «χουντικού» ΕΟΤ), το οποίο σίγουρα το έχω – το έχω αγοράσει δηλαδή –, ενός γάλλου, νομίζω, συνθέτη, στο οποίο ανακατεύονται concrete ήχοι από ελληνικά σπήλαια (Διρός, Βουλιαγμένη – νομίζω), με ηλεκτρονικά και άλλα διάφορα. Δεν μπορώ να το βρω… Κάποια στιγμή θα εμφανιστεί μπροστά μου, αλλά τότε ίσως να μην το χρειάζομαι…
Ραδιόφωνο πρωτοέκανα το 1987. Δεν είχα ποτέ την "τρέλα" του ραδιοφωνατζή. Μ’ ενδιέφερε όμως να δώσω στον κόσμο «παράξενα» πράγματα, δεμένα μ’ έναν τρόπο, ώστε να γίνονται αποδεκτά. Να βάλω, ας πούμε Γιάννη Χρήστου (τον «Επίκυκλο»), πριν από Sphinx (το “Three musketeers”), και μετά από Γεράσιμο Λαβράνο («Το τουίστ της βασίλισσας»). Κατά καιρούς το κατόρθωσα. Οι εκπομπές στον Κόκκινο, ήταν οι τελευταίες που επιχείρησα. Μια-δυο μού άρεσαν πολύ. Τις είχα προετοιμάσει με (λίγα) κείμενα σημειωμένα, και με στοχευμένες επιλογές. Θυμάμαι την εκπομπή που συνέπεσε με τα γεγονότα του Δεκέμβρη (του ’08). Τραγούδια, με πολιτικό περιεχόμενο, «ξένα» και «άγνωστα» κυρίως – είχα μεταφράσει στίχους κ.λπ. –, που τα είχα δέσει ωραία (νομίζω).
Την εκπομπή με τα τούρκικα την είχα κατά νου από την αρχή. Προσπάθησα μάλιστα να την προγραμματίσω, με όποιον κίνδυνο μπορεί να ενέχει κάτι τέτοιο. Λειτουργούν συγκυρίες. Δεν πρέπει ν’ αδιαφορούμε γι’ αυτές. Παρ’ ότι θεωρώ τον εαυτό μου «ανοιχτό», δεν θ’ αποκαλούσα ποτέ την Κωνσταντινούπολη «Ιστανμπούλ». Όχι γιατί με διακρίνει κάποιος, έστω κι ελάχιστος, εθνικισμός (του ανεκδιήγητου «πάλι με χρόνους με καιρούς…»), αλλά γιατί σέβομαι τις μνήμες των ανθρώπων, που εκδιώχτηκαν κακήν κακώς από ’κει στα χρόνια του ’50, και περπατάνε δίπλα μου. Προγραμματίζεις μιαν εκπομπή για την τουρκική μουσική και πέφτεις πάνω σε μιαν αερομαχία στο Αιγαίο ή σε κάποιο άλλο γεγονός, με νεκρούς ή τραυματίες. Τι κάνεις; Την πραγματοποιείς την εκπομπή ή την αναβάλεις. Εγώ λέω «την αναβάλεις». Δεν μου αρέσουν οι κοσμοπολιτισμοί του κώλου. Οφείλεις να σέβεσαι τον πόνο που κυματίζει πλάι σου.
Τελευταίως, μάς έχει πάρει η κάτω βόλτα με τα Ecofin τα Eurogroup κι όλες αυτές τις αηδίες, που ανταλλάσσουν τις ζωές μας μοιράζοντας ξεροκόμματα (δεν θα μας κάτσουν στο λαιμό…), κι έχουμε λησμονήσει τ’ αυτονόητα. Τη δύναμη της μουσικής που μπορεί να μας φέρει κοντά με τους ανθρώπους· τους δικούς μας, τους Τούρκους, τους Πακιστανούς ή όποιους άλλους (δεν μπορεί να το κάνει αυτό ούτε ο κινηματογράφος, ούτε το θέατρο, ούτε η γλυπτική, ούτε η ζωγραφική…). Να διασχίσουμε μαζί τις λεωφόρους τ’ ουρανού, και ν’ αγναντέψουμε το πέρα…
Ευχαριστώ, λοιπόν, τα παιδιά που επανέφεραν την καλή «τουρκική» εκπομπή στο προσκήνιο – τον φίλο που την έγραψε, τον FH που έκανε τον κόπο και την ανέβασε http://fantastikoihxoi.blogspot.com/2010/02/turkish-delight.html. Προσθέτω μόνο ένα κομμάτι. Είναι το “Suya giden allι Gelin” των Cem Karaca & Apaslar (1967). Πρόκειται για το τραγούδι που είχε ανοίξει εκείνο το πρόγραμμα… Την αρχή μου…

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

ΕΛΛΗΝΕΣ ROCKERS ΣΤΗ ΡΟΔΕΣΙΑ από τα αζήτητα...

Παραθέτω έναν κατάλογο με συγκροτήματα που έδρασαν στη Ροδεσία (νυν Ζιμπάμπουε) στα sixties και τα seventies, και τα οποία είχαν συμπατριώτες μας στις συνθέσεις τους. Eπειδή ελληνικό ροκ (δηλαδή ροκ παιγμένο από Έλληνες) είναι κάτι πολύ περισσότερο απ' ό,τι νομίζεται...
1. ANTIOCH
Circa: 1974 – 1976. Home town: Salisbury. Members: Nigel Dams vocals, guitar & keyboards, Ryan Van Coller vocals, guitar & keyboards, Harvey Ward bass & vocals, Nick Matzukis drums & vocals.
2. BESERK
Circa: 1969. Home town: Fort Victoria. Members: Kevin "Dutch" Van der Westhuizen bass & vocals, Jim Dawson lead guitar & vocals, Tony Geranios drums.
3. CLASSIC FOUR
Circa: 1974 – 1975. Home town: Bulawayo. Members: Rob Walmsley organ, Adrian King guitar, Richard Bridgeford bass guitar, Peter Price drums. Replacement members: Andy Demetriou, John Edwards bass.
4. COLLECTION
Circa: ?. Home town: Bulawayo. Members: Colin Payne lead guitar & lead vocals, Rudi Goema keyboards & trumpet, Paul Amato guitar, saxophone & flute, Bernie Alan-Brown saxophones, Adrian King guitar. In 1969, Colin Payne, Adrian King and Paul Amato left. With replacements the new line-up became: Ronnie Robshaw guitar, Jock Cameron bass (ex-Tall Boys), Rob Cushman saxophone, Mike Westcott vocals, Colin Payne vocals, Andy Demetriou lead guitar, flute & saxophone, Adrian King rhythm guitar, Jock Cameron bass guitar, Rob Walmsley organ, rhythm guitar & trumpet, Bernie Alan Brown sax & trombone, Peter Price drums.
5. DHARMA
Circa: 1970's. Home town: Salisbury. Members: Mike Lennas, Dave Lloyd, Dave Schofield, Charlie (?) drums.
6. ERIC DIVARIS & THE TONE SETTERS
Circa: 1967. Home town: ?. Members: Eric Divaris vocals, keyboards & drums, Manuel Francisco bass, drums & vocals, Carol Flack keyboards, vibes & vocals, Derek Pershouse bass, drums & vocals. The band gigged extensively in Durban and toured South Africa. Recordings: They released one single: Take Your Hands Off My Body (1968).
7. FEEDBACK
Circa: 1973. Home town: Gwelo. Members: Nick Lostrom vocals, Brian Jakubec keyboards, Mossie Hill drums, Mike (Beb) Othitis guitar, Paddy Keogh guitar, Manager: Tom Whitney.
8. FRICTIONCirca: ?. Home town: Salisbury. Members: Graham Yates lead vocals, Kyle Lee lead guitar, Dennis Haunt rhythm guitar, Lorna Kopfman organ, John Vareldzis drums.
9. FURIESCirca: 1958. Home town: Salisbury. Members: Mike Westcott vocals, Duncan Harvey lead guitar, Mike Murray bass, Nick Gonifras drums. Dave “Squeege” Lewis, who was a member of the earlier line-up, left the band to join the Etonians in 1963. Pol Rogers joined later as saxophonist.
10. HERITAGE
Circa: ?. Home town: Salisbury. Members: Tony Divaris vocals & saxophone, Barney Helsdinger lead guitar, Johnny Divaris rhythm guitar, Christo Divaris bass guitar, Scap Cicero drums. Additional members: Will Wallace replaced Barney Helsdinger in 1973, John Dennis replaced Will Wallace in 1976. Popular band seen regularly at venues such as Club Tomorrow, Le Coq d’Or and the University Students’ Union. See also Mello Yello.
11. MELLO YELLO
Circa: ?. Home town: ?. Members: Tony Divaris, Johnny Divaris, Christo Divaris, Keith Lander, Roy Jackson.
12. MUSEUM
Circa: 1973-1974. Home town: ?. Members: Andy Demetriou vocals, Louis Ribero guitar, Barry Irwin bass, Keith Hutchinson keyboards, Brahm Malherbe drums. The band played progressive rock but did not survive for long. Brahm Malherbe played for a time with legendary South African band, Hawk, and his brother, Calvin, with Rubbaband.
13. OTIS WAYGOOD BLUES BAND
Circa: 1968. Home town: Bulawayo. Members: Rob Zipper guitar, saxophone, harmonica, vocals, Alan Zipper bass, Ivor Rubenstein drums, Leigh Sagar lead guitar, Martin Jackson flute, Angus McLean piano, Bennie Miller guitar. Otis Waygood were the finest exponents of blues Southern Africa has ever had. The forerunner of Otis Waygood Blues Band was Blues Crusade, heavily influenced by John Lee Hooker and Muddy Waters-style of blues. In November 1969, Rob & Alan Zipper, Ivor Rubenstein and Leigh Sagar moved to South Africa and undertook a self-organised countrywide tour. This exposure led to their being signed up by the Clive Calder-Ralph Simon management team. Singer and flautist, Martin Jackson, had a brief spell in the line-up during this period but left in November 1970 and was replaced by Harry Poulos. Bennie Miller had left Rhodesia by this time and had come down to join Otis Waygood, replacing Poulos. Otis Waygood’s blues-jazz fusion made them one of the top live bands of the early 70's but, unfortunately, their releases failed to do them real justice. Nevertheless, “Fever” must rate as one of the finest singles ever released in South Africa. In 1971 the group travelled to the United Kingdom. After several years of playing the British clubs, as Otis Waygood, they change their name to Isiah. Little was heard of them until 1974, when re-naming themselves again as Immigrant, they added three caribbean musicians to their line-up and pursued a more reggae-based sound. Ivor Rubenstein has since joined another British reggae outfit. Recordings: Singles: “Fever” (1970) on Parlophone, “Everything I Am” (1970) on Decca (Possibly a UK release). Albums: “Otis Waygood Blues Band” (1970) on Parlophone, “Simply” (1971) on Parlophone, “Ten Light Claps And A Scream” (1971) on Parlophone. They were also featured on the compilation album: Rock Today With The Big Heavies And Mixed Bag (1971) on Parlophone.
14. PINK CHAMPAGNECirca: ?. Home town: ?. Members: Andy Demetriou lead guitar, Paul Amato rhythm guitar, Leslie Winderbaum bass, Rob Walmsley organ, Norman Oakley drums.
15. PLATO’S REPUBLIC (για την ονομασία)
Circa: 1969-1971. Home town: ?. Members: Tommy (Sean) Goddard lead vocals, Keith Small lead guitar, Ric Accorsi keyboards, John Kirsten bass, Frank Reynolds drums.
16. SAINTS
Circa: 1965. Home town: ?. Members: Norman Oakley drums, Rob Walmsley guitar, Andrew Demetriou bass (see also Museum), Darryl Margoritis organ.
17. SAPPHIRES Circa: 1960-1964. Home town: Bulawayo. Members: Flo Phillotheou lead guitar, John Kirkham bass, Chris Warner rhythm guitar & vocals, Chad Somerville drums.
18. SYNAPSE Circa: 1977-1978. Home town: Salisbury. Members: Graham Yates lead vocals, Kyle Kee lead guitar, vocals, Dennis Haunt rhythm guitar, Victor Kee bass guitar, Lana Kopman keyboards, John Vereldzis drums.
19. THATCH
Circa: 1970. Home town: Fort Victoria. Members: Jim Dawson guitar & vocals Paul (?) bass, Penny Demitriou keyboards, Graham Mondo drums.
http://www.rhodiemusic.com/bands.htm

HENRY GRIMES κλήση

Θυμάμαι ακόμη τη συνέντευξη του μπασίστα Henry Grimes (The Wire, issue 227, 1/2003) στον άνθρωπο που τον «ανακάλυψε», κάποιον jazz-fan ονόματι Marshall Marrotte, σ’ ένα ξενοδοχείο του L.A. Εξαφανισμένος κοντά 33 (τότε) χρόνια, πρεσαρισμένος για κάποιο διάστημα από μανιοκατάθλιψη και παντελώς έξω από τα πράγματα, ο Grimes αγνοούσε πως ο Albert Ayler και κάμποσοι ακόμη μουσικοί με τους οποίους είχε βρεθεί στο πάλκο –Don Cherry, Ed Blackwell, Sonny Sharrock, Billy Higgins, Jimmy Lyons, Charles Moffet– ήταν ήδη πεθαμένοι.
Σε σχετικά καλή κατάσταση όταν «ανακαλύφθηκε» και με το νέο να πέφτει με σφοδρότητα στο jazz circuit, ο Grimes δεν θ’ αργήσει να ξαναβρεθεί στη γύρα, ν’ αποκτήσει πάλι φίλους και ακόμη περισσότερους θαυμαστές, παίζοντας και ηχογραφώντας με συχνότητα, σχεδόν όπως και τότε (συνεργασίες με τους Dennis Gonzalez, David Murray, Hamid Drake, Marc Ribot, Rashied Ali, Marshall Allen, Fred Anderson, Marilyn Crispell, Ted Curson, Andrew Cyrille, Bill Dixon, Dave Douglas, Andrew Lamb, Joe Lovano, William Parker, John Tchicai, Cecil Taylor, με τον οποίο συναντήθηκε τον Οκτώβριο του 2006, για πρώτη φορά, έπειτα από 40 χρόνια, κ.ά.). Το μοναδικό «προσωπικό» άλμπουμ του Henry Grimes από τα sixties (rec. 28/12/1965), που είχε τίτλο “The Call” [ESP 1026] τύπωσε ξανά πρόπερσι η ESP-Disk', θυμίζοντάς μας ακόμη ένα έργο «διαμάντι» από ’κείνη την ιστορική περίοδο.
Ο Bernard Stollman, σ’ ένα μικρό σημείωμα στο μέσα μέρος του digipak, γράφει πως αντί το LP/CD να καταχωρίζεται στο όνομα του Grimes, θα ήταν πιο δίκαιο να υπογραφόταν από τους Henry Grimes και Peter Robinson, ομού. Μπορεί και να έχει δίκιο. Είναι, όντως, μεγάλη η συμβολή του (λευκού) κλαρινετίστα Robinson, όχι μόνο συνθετικώς (υπογράφει δύο από τα έξι θέματα), όσο κυρίως στην οριστική διαμόρφωση του ήχου του τρίο – συμπληρώνει ο ντράμερ Tom Price –, ώστε κάτι τέτοιο να λέγεται τελικώς, δίχως υποψία υπερβολής. Βεβαίως, ο ρόλος του μπασίστα δεν μπορεί να υποτιμηθεί και αν κάτι τέτοιο συμβαίνει ευθύνεται περισσότερο η ηχογράφηση και η (μη) παραγωγή του Stollman – με την εντελώς αρχαϊκή αποτύπωση του κοντραμπάσου – παρά η «φευγάτη» φαντασία και οι (ινδικοί) τρόποι του Grimes.
Σε μια γρήγορη ματιά που έριξα εκ των υστέρων στο internet είδα κριτικούς από Ευρώπη και Αμερική να υπερθεματίζουν για το “The Call” (πεντάστερα κ.λπ.). Λογικό. Μόνον έναν διάβασα, ο οποίος αποφαινόταν μ’ «ένα» αστέρι. Όχι για τη μουσική, αλλά για να τα «ρίξει» στον Stollman. O οποίος – όπως ισχυριζόταν – έδωσε εφάπαξ, πριν σαράντα τόσα χρόνια, δέκα δολάρια στον Grimes και έκτοτε ούτε σέντσι.
Πάντα, όμως, είναι η μικρή ζωή που δανείζεται φθηνά από τη μεγάλη τέχνη...

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

AIEAOA… επειδή είναι Αποκριά

Το έμαθα αργά. Το 2005. Ένα τραγούδι που πάντα το γούσταρα, αλλά μονίμως το σιχαινόμουνα (πως γίνεται αυτό; – γίνεται όταν το καλύτερο «φαΐ» το τρως 20 φορές την ημέρα, επί δύο μήνες το χρόνο, για 20 χρόνια), το “A.I.E. A Mwana” των Ζαϊρινών(;) Black Blood, ένα τραγούδι σύμβολο για το Πατρινό Καρναβάλι, είναι επί της ουσίας γαλλικό, στην πρώτη εκτέλεσή του από το 1971 έχει ιαπωνικούς, ή περίπου ιαπωνικούς, στίχους, το ερμήνευε κοριτσίστικη χορωδία, ενώ ως δημιουργοί του αναφέρονται οι Jean Kluger και Daniel Vangarde, υπεύθυνοι ενός project υπό τον τίτλο “Yamasuki”. Όλα αυτά τα περίεργα είχα την ευκαιρία να τ’ ανακαλύψω, απολαμβάνοντας τον «Θαυμαστό Κόσμο του Yamasuki» [FR. Biram, 1971/ UK. Finders Keepers, 2005], ένα μουσικό μπαλετάκι που έγραψαν οι βέλγοι/γάλλοι κομποζιτέρ στα Medeleine Studios των Βρυξελών (εκεί όπου σκόραραν οι Placebo του Marc Moulin στα early seventies), και το οποίο κατέληξε να κάνει καριέρα (το μπαλετάκι), στα… λαϊκά clubs του St.Tropez, διασκεδάζοντας γάλλους παραλήδες.
Και όμως αυτό το ταπεινό δισκάκι με την αφέλεια χυμένη σε κάθε μικρομελωδία του, τη γλύκα πασπαλισμένη σε κάθε fuzz-άκι, το μετρονομημένο πάθος του αφημένο σε κάθε ρεφρενάκι και την εξυπνάδα του διαλυμένη σε κάθε κουπλεδάκι (ναι υπάρχει «έξυπνη μουσική» και είναι αυτή), αυτό λοιπόν το δισκάκι, το γεμάτο από μουσικά ψήγματα κατηχητικού ή καλοκαιρινής κατασκήνωσης, θα σας οδηγήσει δίχως να το καταλάβετε, στην ιδιωτική σας Shangri-La. Αν, πάλι, το σκάλισμα είναι πιο ρηχό και ψάχνετε, απλώς, για κάτι που μπορεί να σας προσφέρει κάποια (απειράριθμα) samples, εδώ θα χτυπήσετε φλέβα. To “Aieaoa” είναι ένα. Δεν είναι όμως το μόνο. Ακολουθούν το “Seyu sayonara”, το “Yokomo”, το “Abana bakana”, το “Kono samourai”, το “Yamamoto kakapote”. Από ’κει λοιπόν πήραν το ριμπάουντ οι Black Blood, για να συντρίψουν τις ντισκο-πίστες το 1975 στην Ευρώπη και βεβαίως στην Ελλάδα, αφού το LP τους “Chicano”, στο οποίο ακουγόταν το “A.I.E.(a mwana)”, βγήκε τότε από την Music Box.Μάλιστα, λίγο αργότερα το τραγούδησε στη γλώσσα μας και ο Λάκης Τζορντανέλλι, ως «Αγοράζω παλιά» σε στίχους Σέβης Τηλιακού. Πάντως η καλύτερη εκτέλεση του τραγουδιού δεν ήταν των… Bananarama, αλλά των Wall of Steel, επίσης από το 1975. Αυτή η εκδοχή υπάρχει στο πολύ καλό LP “Tonight at the Disqotheque” [FR. Kedzie ή CAN. Smile], το οποίο φαίνεται να υπογράφουν οι σπουδαίοι Lafayette Afro Rock Band, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα (Krispie and Company, Wall of Steel, New City Jam Band), μαζί με δυο-τρεις ακόμη (Roy Gaines, Francois Nyombo…). Το κομμάτι είναι «ξερό», έχει σεισμικό rhythm section (απείρως βαρύτερο από ’κείνο των Black Blood), και δύο αεράτα σόλο στο τρομπόνι(!) και το φλάουτο(!), που το πάνε αλλού. Καταπληκτικό. Νομίζω κατεβαίνει από κάπου… έστω και ως ringtone. Και κάτι ακόμη. Σ’ ένα best των Lafayette Afro Rock Band που κυκλοφόρησε το 1999, υπάρχει το “A.I.E.(a mwana)” και μάλιστα στην εκτέλεση των Wall of Steel. Λογικό, αφού επρόκειτο για το ίδιο γκρουπ...Μία άλλη afro-disco-funk ομήγυρη που έδρασε στη Γαλλία στα mid-seventies (γιατί στη Γαλλία έκαναν, βασικά, καριέρα οι Black Blood και οι Lafayette Afro Rock Band), ήταν οι Kongas. Αυτοί σχηματίστηκαν εκεί γύρω στο 1974, για να παρουσιαστούν ως η απόλυτη “rocking jungle-burlesque” μπάντα. Μέλη της ήταν οι Γαλλο-ιταλοί Jean-Marc Cerrone ντραμς (πούλησε υπερβολικά και στην Ελλάδα, μερικά χρόνια αργότερα), Patrick Sesti όργανο, Sylvain Claude κιθάρες, Serge Tonini κρουστά, o γάλλος μπασίστας Andre Allet και ο τυνήσιος περκασιονίστας Norbert Journo. Το πρώτο τους LP, υπό τον τίτλο “Afro Rock”, που βγήκε στην Barclay το ’74, έβγαλε μερικά εξαιρετικά tracks, όπως το απόλυτο… αποκριάτικο hit “Jungle”, το “Anikana-o” και κάποια ακόμη. Επειδή τα κομμάτια ήταν όντως πολύ καλά οι Kongas τα ξαναπαρουσίασαν το 1978 με νέο mix, βάζοντάς τα περισσότερο μέσα στην disco τρέλα. Κι έτσι όμως η αξία τους φαίνεται.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ...

"Κι όμως καλά θυμάμαι
τις όψεις τούτων των ανθρώπων...
Δεν ήταν δικοί μου;
Δεν μου φώναζαν ζήτω, κάποτε;"
(Σαίξπηρ: Ριχάρδος ο Β')

KOMEDA PROJECT Requiem

Η αρχή έγινε το 2007 με το “Crazy Girl” (WM), το πρώτο CD του Komeda Project, το πλημμυρισμένο από συνθέσεις του παντοτινού αστέρα της euro-jazz Krzysztof Komeda (1931-1969). Σαράντα χρόνια μετά οι μουσικές του πολωνού δημιουργού εξακολουθεί να απασχολούν την παγκόσμια τζαζ ομήγυρη, προκαλώντας νέες τοποθετήσεις, νέες ερμηνείες κι εκδοχές.Κυρίως στην Ευρώπη, μα και στην Αμερική, το έργο του Komeda ανακαλύπτεται και πάλι από νέους μουσικούς, οι οποίοι εντοπίζουν σε αυτό την σπάνια, μελωδική, ρομαντική φινέτσα, τις περίτεχνες αρμονίες, την εσωτερική ψυχολογική συνοχή˙ χαρακτηριστικά, όλα, ενός corpus, στο οποίον αν εισχωρήσεις δύσκολα ξεφεύγεις. Οι Krzysztof Medyna τενόρο σοπράνο και Andrzej Winnicki πιάνο – μουσικοί, βεβαίως, με πλήθος συνεργασιών και εμφανίσεων στην πατρίδα τους, πρώτα-πρώτα – είναι από ’κείνους που έχουν το… φυσικό προσόν της κατανόησης της «πολωνικής ψυχής». Αυτό, τους παρέχει, οπωσδήποτε, μιαν ελευθερία στην ανάπτυξη των διασκευών τους, μοιράζοντας οι ίδιοι πρωταγωνιστικούς ρόλους και στα υπόλοιπα μέλη του κουιντέτου, τον τρομπετίστα Russ Johnson, τον μπασίστα Scott Colley και τον ντράμερ Nasheet Waits. Ηχογραφημένο στο Brooklyn τον Απρίλιο του ’09, το “Requiem” (WM) διατηρεί εντός του μία πένθιμη αίσθηση – άρχεται, εξάλλου, από το τριμερές “Nightime, daytime requiem”, το οποίο συνετέθει από τον Komeda, όπως λέει ο μύθος, με αφορμή το θάνατο του John Coltrane, το 1967 –, δίνοντάς μας την ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε κομμάτια, όπως το “Ballad for Bernt” (από το “Μαχαίρι Στο Νερό” του Roman Polanski) και κυρίως το “Astigmatic”, από το φερώνυμο LP του Komeda στη Muza, ηχογραφημένο τον Δεκέμβριο του ’65. Βεβαίως, εδώ, δεν έχουμε την γιγαντιαία 23λεπτη εκδοχή, αλλά ένα συμπυκνωμένο 9λεπτό «σώμα», μέσα στο οποίο δεν μπορεί παρά να φέγγει εκείνη η σπάνιας ομορφιάς, δραματική γραμμή των πνευστών· μόνη της, σχεδόν, αναδεικνύει το συγκεκριμένο κομμάτι ως ένα από τα πιο σημαντικά που γράφτηκαν ποτέ στην Ευρώπη. Στο ίδιο ελεγειακό κλίμα κινούνται και οι δύο πρωτότυπες συνθέσεις (του Winnicki), η “Elutka” και η “Anubis”, δείχνοντας πως οι πολωνοί μουσικοί, αλλά και οι Αμερικανοί που τους συνοδεύουν, βρίσκονται όλοι εντός του βαθέος κλίματος «απωλείας», που συνεπάγεται η επαφή με το έργο αυτού του σημαντικότατου, «σκοτεινού» στη ψυχή, δημιουργού, που άκουγε στο… ψευδεπώνυμο Komeda.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

MAYO THOMPSON with SVEN-AKE JOHANSSONS QUINTETT Shotgun Wedding

Απίστευτη συνεργασία. Δηλαδή και να μου το έλεγαν θα δυσκολευόμουν να το πιστέψω – αν και αυτό δεν έχει σημασία. O «ιστορικός» ντράμερ της FMP (συν ό,τι άλλο) στα seventies και τα eighties Sven-Ake Johansson, να συνδημιουργεί ένα άλμπουμ, το "Shotgun Wedding" [yellowbird, 2009/rec.2003] με τον κύριο Mayo Thompson, τον Τεξανό που ηγήθηκε των Red Crayola στα sixties, που γνωρίστηκε (τότε) με τον Μάνο Χατζιδάκι, που έκανε το πολύ ενδιαφέρον προσωπικό “Corky’s Debt to His Father” το 1970 (από το οποίον εγώ νομίζω πως επηρεάστηκε ο Χατζιδάκις, ενορχηστρώνοντας τα «Πέριξ»), περνώντας εν συνεχεία στην κολεκτίβα Art & Language, στις λονδρέζικες εταιρίες Radar και Rough Trade, αλλά και σε ουκ ολίγες άλλες «ιδιoμορφίες», συνεργαζόμενος με συγκροτήματα και εικαστικούς· όπως τον Γερμανό Albert Oehlen, ο οποίος και έκανε την επαφή με τον Σουηδό. Οπωσδήποτε μία προσωπικότητα του ευρύτερου μουσικού γίγνεσθαι, ο Mayo Thompson (που πριν 2-3 χρόνια είχε περάσει και από την Αθήνα), είναι ο τραγουδοποιός εκείνος (γιατί είναι και αυτό…), που θα μπορούσε, θεωρητικώς, να «δέσει» μ’ έναν free ντράμερ, όπως είναι ο Johansson. Τα κάπως απροσάρμοστα – ιδίως μετά το ’70 – τραγούδια του Thompson παρέχουν την… υγρή βάση, επί της οποίας θα αυτοσχεδίαζε το κουιντέτο (Matthias Bauer μπάσο, Axel Dorner τρομπέτα, Rudi Mahall μπάσο κλαρίνο, Sten Sandell πιάνο, οι υπόλοιποι), γεμίζοντας τα χρονικά κενά, με improv παρεκκλίσεις. Και όμως, αν ρίξει κανείς μια ματιά στο track list (καλόν είναι να σημειώσω πως το υλικό, που αποδίδεται εδώ, δεν είναι καινούριο, αλλά το γνωστό του Thompson - διασκευές δηλαδή) θα διαπιστώσει πως τα πέντε από τα εννέα θέματα προέρχονται από την πρώιμη εποχή των Red Crayola, του “Corky’s debt…” και των Saddlesore – μένω με την απορία πώς θα ηχούσε το πολυαγαπημένο “Horses”, αλλά και το κλασικό “Hurricane fighter plane” – από τότε, δηλαδή, που η τραγουδοποιία του Τεξανού ήταν περισσότερο συμβατή με το «κανονικό». (Τα υπόλοιπα τέσσερα αφορούν σε τρία tracks από το “Kangaroo?” του ’81 και σε ένα από το “Black Snakes” του ’83).
Μία γενική παρατήρηση θα είχε κάνει με τον τρόπο που προσαρμόζει ο Thompson τη φωνή του στα jazz μέτρα, και, ιδίως, πως συντάσσεται εκείνη (η φωνή) με ένα μη ροκάδικο σχήμα. Το αποτέλεσμα τον δικαιώνει σχετικώς σε κομμάτια όπως το “Coconut Hotel” από το “God Bless The Red Krayola…” του ’68, ή το “Transparent radiation” από το “The Parable of Arable Land” του ’67 (με την κιθάρα να έχει ρόλο εδώ και τον «θόρυβο», ή, μάλλον, την οργανική κακοφωνία να αναπαριστά το παλιό χάος), ενώ τον δικαιώνει, πλήρως θα έλεγα, σε κομμάτια, όπως το “Plekhanov” από το… οχτωβριανό “Kangaroo?”. [Αν και, προσωπικώς, θα προτιμούσα, από το ίδιο άλμπουμ, το “A Portrait of V.I. Lenin In The Style Of Jackson Pollock, part II”, εκεί όπου ο Thompson βάζει τον Βλαδίμηρο Ίλιτς να λέει το κυνικό, αλλά σωστό (μην το κουβεντιάσουμε τώρα - εκτός αν θέλετε): “If you think culture’s revolution, stick it up your arse”. Δηλαδή… εάν νομίζεις πως η κουλτούρα είναι επανάσταση, τότε χώστηνε στον κώλο σου].

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

JAZZ & TZAZ 203

Καινούριο Jazz & Τζαζ στα περίπτερα, με ύλη που δύσκολα θα βρείτε αλλού. Στα θέματα: o Γιάννης Μουγγολιάς εστιάζει στην περίπτωση του πιανίστα και συνθέτη της jazz Marc Copland, ο Δημήτρης Κατσουρίνης συνομιλεί με το νέο καμάρι της soul, τον Αμερικανό Eli “Paperboy” Reed, ενώ ο Βαγγέλης Αραγιάννης είναι σε επαφή με τρεις σημαντικούς «μπιγκ-μπαντιστές» του καιρού μας, τον Mace Francis, τον Tim Davies και τον Chris Jentsch. Μαζί με τον Δημήτρη Θωμά υπογράφω ένα κείμενο-αφιέρωμα σε δύο κυρίες της παρελθούσης ελληνικής folk (με τις όποιες progressive αποχρώσεις), την Ρίκα Δεληγιαννάκη και την Ευγενία Συριώτη, για να επικεντρωθώ, τέλος, στον rock «Ήχο του Βερολίνου» (Ton Steine Scherben, Lied des Teufels...) την περίοδο του Τείχους (1961-1989) – ιδίως στη σκοτεινή ανατολικογερμανική πλευρά του (Butlers, Die Sputniks, Team 4, Klaus Renft Combo...). Αυτό το κείμενο μού παρέχει αφορμή και για το «δισκορυχείον» του τεύχους, το αφιερωμένο σ’ έναν έλληνα μουσικό, που διέπρεψε στην παλαιά Ανατολική Γερμανία, στα χρόνια του ’60. Έκπληξη; Για όσους δε γνωρίζουν την περίπτωση, σίγουρα... Στην ύλη ακόμη και όλα τα κλασικά: jazz eye (ο Θανάσης Μήνας γράφει για το Portico Quartet, ο Κώστας Παπαθανασίου για το νεαρό γερμανό πιανίστα Jurgen Friedrich κ.ά.), Τζαζ & Λογοτεχνία (ο Σάκης Παπαδημητρίου για τους Gilad Atzmon, Ketil Bjornstad και Καζούο Ισιγκούρο), blues boom!, επανεκδόσεις κ.λπ. Στο CD ο Γιώργος Χαρωνίτης προτείνει πιανιστικό post-bop (Bill Evans, Randy Weston, George Wallington, Cecil Taylor κ.ά.).

FOKO Kohntarkosz

Αν και με τις, έως τότε, επισήμως δισκογραφημένες δουλειές του, το “An Expressionist’s View” του 1995 και το “Confession” του 1999, ο θεσσαλονικιός guitar player Foko είχε δώσει στίγμα σαφές – μία all around κιθαριστική ματιά, με διαθέσεις συγκροτημένων ρήξεων, έναντι του rock, του latin-rock, του blues, του ηλεκτρισμένου blues, του λαϊκού, του παλιού λαϊκού (διάβαζε «Χιώτης») κ.ο.κ. – ήλθε, καιρό αργότερα (2007), για όσους, ενδιαμέσως, δεν τον είχαν παρακολουθήσει live, να ανατρέψει εκ νέου το κιθαριστικό του οικοδόμημα, ωθώντας όλη την «κατασκευή» προς τα άκρα. Συναισθηματικά, αισθητικά, τεχνικά, οτιδήποτε... Ακούω, πάλι… Αυτό που πράττει στο “Live” ο Foko και που, πιθανώς, να το έχουν επιχειρήσει κατά καιρούς διάφοροι φημισμένοι συνάδελφοί του (σίγουρα ο Henry Kaiser – το «πιθανώς» αναφέρεται στους Fred Frith, Raoul Bjorkenheim και Keiji Haino μεταξύ άλλων) είναι να παίξει «ζωντανά», σόλο, ηλεκτρική κιθάρα ηχογραφημένη σε πραγματικό χρόνο, δίχως overdubs, προηχογραφημένα ή προετοιμασμένα μέρη, τη απουσία, ταυτοχρόνως, οποιασδήποτε κομπιουτερομηχανής, στηριγμένος αποκλειστικώς στο όργανο, στους ενισχυτές και τα effects. Εκείνο που έχει σημασία και αξία, κάτι που πρέπει να το τονίσω από την αρχή, δεν είναι τόσο η «απόφαση» του μουσικού αυτή καθ’ αυτή που... αγιάζει το μέσο, όσο το αποτέλεσμα της όλης προσπάθειας. Μια προσπάθεια που εμφανίζει «αρχή, μέση και τέλος», μακρυά από εγωκεντρικούς πειραματισμούς και ακρότητες-αυτοσκοπούς. Το “Live” περιέχει πάνω απ’ όλα καίρια μουσική, που δεν «κλωτσάει» τον αμύητο, στηριγμένη στο πάθος, τη δύναμη και το ταλέντο ενός έλληνα κιθαρίστα με αγέρωχη «υπόγεια» καριέρα. Στο άλμπουμ/CD-R υπάρχουν οκτώ θέματα, διάρκειας 55 λεπτών, κάποια εκ των οποίων είναι εκδοχές συνθέσεων του Foko από τις προηγούμενες δουλειές του (Confession, Shamaral, Martian mambo, Your love) – γεγονός που δείχνει ότι ο μουσικός δεν απαξιώνει το παλαιότερό του έργο προς χάριν μιας... εκτίναξης στο μέλλον με «κενά μνήμης» – κάποια, καινούριες ιδέες που δουλεύονται και κάποια (δύο σε ένα) θυελλώδεις διασκευές, που σηματοδοτούν διαχρονικές αγάπες. Κατά πρώτον, το Kohntarkosz των Magma (προσκύνημα στην original πενιά ένας mega-guitarist, του Βρετανού Brian Godding) και το πάντα ανατριχιαστικό Oh well των Fleetwood Mac (του Peter Green δηλαδή), τα οποία δείχνουν, αν μη τι άλλο, την κιθαριστική παιδεία ενός μουσικού που άγεται από το blues, για να καταλήξει κάπου, πέρα...

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

HAR-YOU PERCUSSION GROUP νταπ και κάτω…

Γνώριζα την ύπαρξη αυτού του άλμπουμ από παλιά· από τους καταλόγους της ESP, που τυπώνονταν στα back covers στις επανεκδόσεις βινυλίων της. Ήξερα επίσης την τεράστια συλλεκτική αξία του αυθεντικού LP, η οποία ακόμη και τώρα, σε περίοδο «κρίσης» (ουστ…), αγγίζει τα 1000 δολάρια! Όμως, επειδή η τσέπη μου έχει πάτο, μόλις πρόπερσι κατόρθωσα ν’ ακούσω κάτι απ’ αυτό το φλογερό latin-funk, afro-cuban, jazz, soul έργο (ναι, όλα τούτα), όταν ο γνωστός βρετανός Jazzman τύπωσε σε 45άρι(!) τα “Welcome to the party” και “Feed me good” για τις ανάγκες των clubs (και τις δικές μας). Μικρό, φυσικά, το... καλό, μπροστά στην πλήρη επανέκδοση του “Sounds of the Ghetto Youth”, που μας χάρισε λίγο καιρό αργότερα η ESP-Disk. Να πως έχει η ιστορία... Οι κοινωνικές, νεανικές αναταραχές στο Harlem που πήραν άσχημη τροπή το καλοκαίρι του ’64 – δεν είναι ώρα για λεπτομέρειες – ώθησαν την κυβέρνηση Johnson να δώσει ακόμη περισσότερα λεφτά, μέσω της, ήδη δραστηριοποιούμενης από το 1962, οργάνωσης HARYOU (Harlem Youth Opportunities Unlimited) προς την κατεύθυνση «κατευνασμού» των παθών μέσω προγραμμάτων εκπαίδευσης, απασχόλησης, επανένταξης και τα τοιαύτα. Ιδιαίτερο κονδύλι πήγε φυσικά στο, αγαπητό στη νεολαία, κομμάτι της μουσικής εκπαίδευσης, επί του οποίου προΐστατο ο μαύρος congolero Montego Joe (με προσωπική δισκογραφία στην Prestige, συνεργάτης των Art Blakey, Ahmed Abdul-Malik, Yusef Lateef κ.ά.). Κάποια στιγμή ο Montego Joe θα πλησιάσει τον Bernard Stollman, το αφεντικό της ESP, ο οποίος δίχως να το σκεφθεί πολύ θα δώσει το ok (όχι... ω του θαύματος, αν θυμηθούμε τον τρόπο με τον οποίον λειτουργούσε η εταιρία) για μία δισκογραφική αποτύπωση του «προγράμματος κατάρτισης», ανοίγοντας την πόρτα του στούντιο στην «κρουστή» πιτσιρικαρία· παιδιά δηλαδή από 16 έως 19 ετών, τα οποία δίδασκε ο Montego Joe. Έλειπε, βεβαίως, το υπόλοιπο συγκρότημα, αλλά που το πρόβλημα; Γρήγορα θα βρεθούν πιανίστας, φλαουτίστας, αλτίστας, κιθαρίστας, τρομπετίστας, μπασίστας... και να ένα πλήρες σχήμα, έτοιμο να δημιουργήσει το δικό του μύθο. Το άλμπουμ, που κυκλοφόρησε το 1967, μπορεί να πέρασε απαρατήρητο – την ίδια τύχη είχαν, ως γνωστόν, κι άλλες εγγραφές της ESP – ήρθε όμως και γι’ αυτό, καιρό μετά, η ώρα της δικαίωσης. Το ανέσυραν οι DJs, το πλήρωσαν οι λεφτάδες, τυπώθηκαν τα 45άρια, βγήκε η CD-reissue... Η μαγεία, και η μαγκιά ταυτοχρόνως, του “Sounds of the Ghetto Youth” είναι ότι καταγράφει με σεισμογραφική ακρίβεια τον άδολο παλμό ενός κομματιού της αφρο-αμερικανικής, αλλά και της πορτορικανικής νεολαίας του Harlem, οι... αντιπροσωπείες των οποίων βρίσκουν εδώ πρόσφορο έδαφος ίνα απλώσουν την κοινή τους φλόγα. Timbales, bongos, congas, cowbells, claves, λοιπά percussions, όλα παρατεταγμένα και συντονισμένα στο ρυθμό του ghetto – φυσικό συμπλήρωμα του gangsta rap άλμπουμ της Folkways από το 1959 (τι πως τι!) “Street and Gangland Rhythms: Beats and Improvisations By Six Boys In Trouble” – έτοιμα να σμπαραλιάσουν με την πακτωμένη δύναμή τους κάθε «απρόσεκτο» ηχείο.
Τι τα θέλετε; Αυτή είναι η κατάληξη (τούτης) της μουσικής - για μένα μιλάω. Η άσφαλτος να γίνεται χαλί και το «σιδερικό» δισκάκι...

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

MARCO DI MARCO italian libraries etc.

Η ιστορία τόν θέλει σπουδαίο, αλλά παραγνωρισμένο· και, όπως φαίνεται, είναι και τα δύο. Ο λόγος για τον ιταλό πιανίστα Marco Di Marco (γενν. στην Μπολόνια), ο οποίος μας συστήνεται εδώ μέσω του πρώτου και του τρίτου άλμπουμ του, ηχογραφημένα το 1970 και το 1974 αντιστοίχως. Σπάνιες, αλλά με νόημα, στιγμές μιας διεθνικής ιταλικής jazz, τις οποίες μάς κάνει τώρα γνωστές η εταιρία Arision. Στο “Un Autunno A Parigi” η μουσική αφορά σε piano-trio (Jacky Samson μπάσο, Charles Saudrais ντραμς, Marco Di Marco πιάνο). Πρόκειται για ένα καθαρά acoustic groovy άκουσμα, που χρωστά πολλά όχι μόνο στο ιταλικό ταμπεραμέντο του Di Marco, αλλά και στο εν γένει latin/ brasilian αίσθημα, το οποίο καλλιεργεί με σύνεση ο πιανίστας, τη βοηθεία ενός πολύ ενεργητικού rhythm section – δανεισμένο, εδώ, από τον (ελληνο)γάλλο φίλο του Georges Arvanitas. Όπως στην περίπτωση του Arvanitas, αλλά και λοιπών νοτιο-ευρωπαίων πιανιστών, έτσι και σ’ αυτήν του Di Marco, η jazz δεν είναι ένα ερμητικό πλαίσιο αυτο-αναφοράς, αλλά ο τρόπος τού να είσαι πρωτίστως διασκεδαστικός· π.χ. μέσω μιας ακριβής ρομάντζας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μια τέτοια φόρμα, την οποία θα χαρακτήριζα, καθόλου υποτιμητικώς, ως «εστιατορίου», που, παραλλήλως, αντιστρατεύεται τον διανοουμενισμό και την πρωτοπορία (απλός αρμονικός σχεδιασμός, catchy μελωδίες, χορευτικότητα), βρίσκεται, σήμερα, στην πρώτη γραμμή ενδιαφέροντος του jazz-researching. Όσο πιο περίπλοκη θα γίνεται η εποχή, τόσο πιο αρχετυπικός θα γίνεται ο ήχος της (το... σκεπτόμενο pop τμήμα του έστω). Το παρελθόν δεν προσφέρεται – αν αυτό, κακώς, άφησα να εννοηθεί. Ιδέες προσφέρει μόνο. Στο “Together In Paris” του ’74, ο Marco Di Marco διαλέγεται με μία δυνατή «πίσω σειρά» του αμερικανικού άλτο, τον Chris (όχι τον Phil) Woods· θα μπορούσε κανείς να τους μπερδέψει. Συνθέσεις μοιρασμένες ανάμεσα στους δύο μουσικούς – οι οποίοι συνοδεύονται, εδώ, από ένα πλήρες σχήμα (μπάσο, ντραμς, conga, bongos) – παρέχουν την ευκαιρία, και στους δύο, να αποδείξουν την αγάπη τους όχι μόνο για τα λατινοαμερικανικά ηχοχρώματα (της Βραζιλίας συμπεριλαμβανομένης), αλλά και για κάποιους δυτικο-αφρικανικούς ρυθμούς, ερμηνεύοντας ένα hip (με βάση τις τωρινές ανάγκες) υλικό. Είναι κυρίως το fender rhodes του Di Marco, οπωσδήποτε τα χτυπήματα του Yaffa Seydou στα bongos, αλλά και κάποια space patterns (“Theme for Ginevra”) που προσφέρουν ένα «άνοιγμα» στο “Together In Paris” ικανό ώστε να καταστεί σημερινό. Παίζει ένα ρόλο κι η συλλεκτικότητα, αφού το original LP αναζητείται μετά μανίας. Άμα τη επανεκδόσει, ίσως ν’ αναζητείται περισσότερο... Από την ατελείωτη σειρά των ιταλικών libraries LPs των mid-seventies ακούω τώρα το “Il Mondo dei Giovani” του πιανίστα Max Rocci και των Φίλων του [Arision], πρωτοτυπωμένο για το label Cenacolo το 1975. Κλασικές φόρμες και ακόμη κλασικότερος ήχος ηλεκτρικής (αλλά και ακουστικής ενίοτε) jazz, στηριγμένης πάντα στο piano-playing του Rocci, είναι το βασικό γνώρισμα του “Il Mondo dei Giovani” – ένα άλμπουμ το οποίο κινείται είτε κοντά σε funky-disco κατευθύνσεις τύπου “Cocoa funk” (Carlos Franzetti), είτε κοντά στα hard bop πλαίσια ενός Bobby Timmons ή ενός Sonny Clark. Δυο-τρία κομμάτια ξεχωρίζουν και έχουν ήδη κάνει την πορεία τους στο DJ-circuit. Πρώτο ανάμεσά τους το εισαγωγικό “Colorombo” και ακόμη τα “Night travel” και “Niagara falls” (το τελευταίο με την καταρακτώδη bass line και την ωραία παρουσία της ηλεκτρικής κιθάρας). Το όνομα του γκρουπ είναι άσχετο και, κατά πάσα πιθανότητα, το ίδιο άσχετος φαντάζει και ο τίτλος του άλμπουμ. Περί τίνος πρόκειται; Για το 4ο νούμερο της ιταλικής library σειράς Rotary από τα mid-seventies, στην οποίαν ηχογραφούσαν αναγνωρισμένοι ιταλο-συνθέτες (έτσι λέει ο μύθος) χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα· εδώ υπογράφει κάποιος κύριος Farlocco. Με άκρες στη γείτονα χώρα, η βρετανική Arision μάς προσφέρει αυτήν την σπανιώτατη εγγραφή, που έχει σαφέστατη καλλιτεχνική αξία. Ποιος κρύβεται πίσω από τη μάσκα Farlocco; Ίσως ο Marco Di Marco, ίσως ο Amedeo Tommasi, ίσως κάποιος τρίτος... σημασία πια δεν έχουν τα ονόματα, αλλά το ηχητικό περιεχόμενο. Ως γνωστόν τα library LP δεν έχουν, αναγκαστικώς, ένα ενιαίο ύφος. Συχνά μοιάζουν με συλλογές, τα θέματα των οποίων μπορεί μεν να υπηρετούν μία κάποια «εφαρμογή», αλλά ταυτοχρόνως διατηρούν τη χρηστική τους αυτοτέλεια. Έτσι, και στο νούμερο 4 της Rotary, το “Jazz Video”, υπάρχουν κομμάτια «συμβατικά», άλλα περιτυλιγμένα ελαφρώς από σύνθια, κάποια «φανκάτα» με ωραίο fender rhodes, κάποια διασκορπισμένα σ’ ένα τύπου sixties euro-acid περιβάλλον (spy scores και τα συναφή)... Μάζευε κι ας ειν’ και ρόγες... Το “Be Arisionbale” παραμένει μία καλή περίπτωση γνωριμίας με τον πρωτότυπο της ήχο της Arision. Ένα label – αλλά όχι ένα κι ό,τι νά’ναι – που εκμεταλλεύτηκε το καινούριο σκηνικό των breakbeats (σε house ή jazz σκηνικό), παρουσιάζοντας σύγχρονα ονόματα από την ηπειρωτική Ευρώπη, την Ιαπωνία και βεβαίως τη Μεγάλη Βρετανία, πασπαλισμένα με obscurities του παρελθόντος. Παρότι το υλικό προέρχεται από την περίοδο 2001-2003, άρα ολίγον περατωμένο όσον αφορά στην κλαμπίστικη εφαρμογή του, εντούτοις υπάρχουν tracks που μπορεί να νικήσουν το χρόνο, όπως το “I am with you” του Hajime Yoshizawa (nippon bossa, αλλά με φωνητικά από τους Chris Frank και Nina Miranda - ξέρεις τώρα... Da Lata, Smoke City, Zeep) ή το funky “Flightime” του Hopper (aka Luke Parkhouse), γνωστός από την μπασο-ντραμιστική γραμμή των 4Hero. Ακούγονται, περαιτέρω, και οι: Xantone Blacq, Bakazou, DharmaOne, Consequences, Cuica, Domu, Big Bang και DuoTone (για όσους δεν κουράζονται από την ονοματοδοσία).

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

TOM MAHAIRAS η απίστευτη ιστορία ενός έλληνα acid-head και ο… βιβλικός μετασχηματισμός του

Έμαθα για πρώτη φορά την ύπαρξη αυτού του Eλληνοαμερικανού πάστορα-τραγουδοποιού (Έλληνα βασικά, αφού γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1949), τον Δεκέμβριο του ’98, όταν έφθασε στα χέρια μου μία λίστα πώλησης δίσκων από το Βέλγιο. Εκεί, εδιατίθετο το άλμπουμ “Seekers of the Truth” [Janco JP-7256] από το 1972, στην υπερβολική τιμή των 7,5 χιλιάδων φράγκων (περί τα 180 ευρώ δηλαδή, για να έχουμε μία τωρινή εικόνα). Ο δίσκος έμεινε απούλητος σε πέντε διαδοχικές λίστες, για να φύγει, τελικώς, μετά από 10 μήνες στην τιμή των 6 χιλιάδων φράγκων (περί τα 140 ευρώ - δεν τον αγόρασα εγώ). Εκείνο που είχε ενδιαφέρον πέραν από το αλισβερίσι ήταν οπωσδήποτε το μικρό κείμενο που συνόδευε την καταχώρηση. «Άγνωστο αμερικανικό psych-folk άλμπουμ. Στην πρώτη πλευρά παρουσιάζονται τα ‘στοιχειωμένα’, αλλά ενδιαφέροντα acid/folk/rock τραγούδια του Tom, ενώ στην δεύτερη ο Tom και η σύζυγός του καταθέτουν την εμπειρία τους από τα ναρκωτικά, και ειδικότερα το LSD…».
Χτυπώντας στο google τα σχετικά «κλειδιά» ανασύρεις περί τα 170 sites που αναφέρονται στον Tom Mahairas, αλλά ελάχιστα που επικεντρώνονται στο μουσικό του παρελθόν. Στο ένα απ’ αυτά, ένα ενδιαφέρον site γύρω από το θέμα «rock και ναρκωτικά» υπάρχει ένα εγκωμιαστικό σχόλιο για το άλμπουμ το οποίον κατέληγε: «είναι γνωστό ότι μόνο 4 κόπιες διακινούνται αυτή τη στιγμή στα παζάρια, αν και μόνον τέσσερις πρέπει να είναι όσοι ενδιαφέρονται γι’ αυτό το άλμπουμ». Σίγουρα, τώρα, θα γίνουν περισσότεροι…
Το “Seekers of the Truth”, βγαλμένο για την εταιρία Janco από την Tarzana του L.A., είναι ένα περίεργο, όπως καταλάβατε, άλμπουμ. Στην πρώτη πλευρά ο Tom Mahairas παρουσιάζει πέντε δικές του μπαλάντες, σε ενορχήστρωση (πιάνο, φυσαρμόνικα, ακουστικές κιθάρες, μπάσο, hammond, φλάουτο…) κάποιου Glenn Christianson, οι οποίες, έτσι όπως ακούγονται, φέρνουν στο νου τα αναλόγου ύφους άλμπουμ καλλιτεχνών της εποχής, όπως του Arthur Lee Harper π.χ. ή του Aaron Lightman (πιο κοντά σ’ αυτόν). Το αποτέλεσμα είναι όμορφο και τα τραγούδια ενδιαφέροντα – πέραν των στίχων που αφορούν, όλοι, την εποχή της… μετανοίας (“Lost, “Seekers of the truth”, “The death of Christ”, “God and man” – το ωραιότερο, “The will of god”). Η δεύτερη πλευρά είναι ό,τι θ’ αποκαλούσαμε spoken word. Τρεις αφηγήσεις, δύο του Tom και μία της συζύγου του Vicky, acid girl κι αυτή στα νειάτα της (ποζάρουν στο οπισθόφυλλο μαζί με το μωρό τους), γύρω από τις εμπειρίες με το LSD, τη μεταστροφή και βασικά το χριστιανικό κήρυγμα, όσον αφορά στην απαξίωση της παλιάς ζωής και στην αναζήτηση, πια, της βιβλικής αλήθειας. Καταπληκτικό το εξώφυλλο, με τον Tom να κρατάει τη Bίβλο με φόντο το Manhattan. Kλείνει, εδώ, το πρώτο κομμάτι της ιστορίας… Το δεύτερο ανοίγει όταν ανακάλυψα, πριν από λίγα χρόνια, το επόμενο και (ίσως...) τελευταίο άλμπουμ του Tom Mahairas, το “Transformation” – για το οποίο, σημειωτέον, μ’ ένα πρώτο ψάξιμο, δεν βρήκα τίποτα στο internet! Ξεκινώντας από το εξώφυλλο, θα έλεγα πως κι εκείνο «μέτραγε». Οκτώ μικρές φωτογραφίες του Mαχαίρα από τότε που ήταν μωρό, τσολιαδάκι, hippie με κιθάρα, σε άγριο stuff, με μακριά μαλλιά, κύριος με γραβάτα, όρθιος στην πλατεία να κηρύττει το λόγο του θεού. Το 1968 συνέβει στη ζωή του η μεγάλη αλλαγή. «Γνωρίζει» το Χριστό, αποτοξινώνεται από τα ναρκωτικά μέσα από μιαν επώδυνη διαδικασία, για την οποία μιλά στο “Seekers of the Truth”, παντρεύεται τελικά τη Vicky, κάνει στο μεσοδιάστημα πέντε παιδιά (μία… τρόπον τινά οικογενειακή φωτογραφία υπάρχει στο οπισθόφυλλο), για να γίνει κάποια στιγμή παπάς στο Manhattan, στην Εκκλησία της Βίβλου. Τα περισσότερα sites του διαδικτύου αφορούν στο κηρυγματικό του έργο! «Μετασχηματισμός» λοιπόν, ένα LP από τα τέλη των seventies, ή μήπως από το 1981(;) – αν κρίνω και από το ενδυματολογικό στυλ της οικογένειας. Μία λέξη μόνο. Ο Tom Mahairas, έτσι όπως τον ακούω εδώ, είναι ένας εξαιρετικός τραγουδοποιός. Μπορεί τα στιχάκια του να έχουν εκείνη την ευγενή αφέλεια του xian folk-rock (στην Ελλάδα, ένας από τους λίγους που έκαναν ένα αντίστοιχο, καλό, άλμπουμ ήταν ο Σταμάτης Σπανουδάκης – αναφέρομαι στον «Πρώτο Μουσικό» στη Seagull του Γιαννίκου, το 1977), όμως οι μουσικές του είναι πανέμορφες. Υπέροχες μελωδίες, με κέφι και γνώση ενορχηστρωμένες από τον ίδιον και τον συνεργάτη του Bill Clemmons. Μάλιστα, στην μπάντα συμμετείχαν ουκ ολίγοι ελληνοαμερικανοί και έλληνες μουσικοί – James Mahairas ακορντεόν, Phaedon Kaloterakis πιάνο, Alex Kantartzis βιολί, Victor Prizgintas κλαρινέτο, recorders. Τραγούδια εν τέλει, τα οποία, πέραν των στίχων, είναι ζηλευτά οπωσδήποτε (“The good shepherd”, “He is coming”, “Thessaloniki”). Να πω ακόμη ένα κουφό. Ο Φαίδων Καλοτεράκης - αλλά και ο Κανταρτζής, όπως με πληροφόρησε ο Νίκος Κ. - υπήρξε (είναι) μέλος του xian rock γκρουπ Πάροικοι(!), με τους οποίους έχει γράψει τέσσερις δίσκους στην Ελλάδα φυσικά. Βρέθηκε στη New York και ηχογράφησε με τον Μαχαίρα; Why not? (Διάβασα στο βιογραφικό του πως στο διάστημα 1978-1986 έκανε θεωρητικές σπουδές στη μουσική, στη Βοστώνη και το Τορόντο). Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ο Tom Mahairas ήταν πραγματικός καλλιτέχνης, όχι παπαροκάς. Η ζωή του Tom έτσι όπως ίδιος την παρουσιάζει στο http://www.citivision.org/contact/tombio.htm
I was born, Anastasios Mahairas, September 22, 1949, in Thessaloniki,Greece. When I was 8, I immigrated to New York City. It was hard to learn the language and the rules of my new surroundings. When rock and roll arrived on the scene in the 1950’s I was motivated to begin my own band. All I began to care about was making it big and feeling good! Pleasure soon dictated everything I did. During the 60's I embraced the Hippie Lifestyle. My girlfriend, Vicky, and I considered ourselves "Seekers of the Truth." Any new idea that came along we would try. In desparation to escape the sin and pain of New York City I made my way up to Lake George. I met a young man named Bruce and he invited me to Word of Life Island. There I met Bob and I asked him, “Do you know where Jesus is?”. Bob sat on a rock with me and introduced me to Jesus Christ by reading to me John 3:16. Bowing my head I prayed, “Lord, please forgive me for all my ego, self, and pride. I put all of it down and I ask you, Lord Jesus, to come into my heart and change my life. From now on you can have total control of my life. Just tell me what to do and I'll do it”. I knew I had finally found the Truth and the meaning of life! I called Vicky, (today, she is my wife, and we have 5 beautiful children and 6 grandchildren), and told her I met Jesus and shared with her how she could meet Him. You, too, can experience first hand the transforming power of the Gospel, but you must decide! Would you repent and turn from your sin today and accept God's forgiveness, salvation and love? Tom's Time Line
1949 - Born Anastasios Mahairas in Thessaloniki, Greece
1957 - Migrates to New York
1965 - Becomes submerged in the drug culture and the hippie movement
1968 - Conversion at Word of Life
1970 - Graduates from Institute of Christian Service, Bob Jones University
1971 - Marries Victoria Riccardella
1974 - Begins Manhattan Bible Church
1977 - Begins Spanish Ministry
1978 - Founded Manhattan Christian Academy
1982 - Founded Transformation Life Center
1985 - Founded New York Gospel Outreach
1987 - Founded The Love Kitchen
1996 - Founded Citivision, Inc.
1998 - Purchases 250 acres of camp property Hudson Valley Region
Κάτι μου λέει ότι στην περίπτωση του Τομ Μαχαίρα θα επανέλθω...

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΑΠΑΔΑΜΟΥ του διαβόλου τα λυχνάρια

Γυρίζω συχνά στον… τόπο του εγκλήματος και ξαναρίχνω στις μασίνες παλιά δισκάκια, που φαίνεται να τά’χω λησμονήσει. «Φαίνεται» λέω, γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν εξαφανίζεται, τίποτα δεν αποσιωπάται. Κάπου, λοιπόν, ανίχνευσα τον υποψίθυρο κι ακολούθησα τα ίχνη… ενός Νοέμβρη του 2000. Δύσκολα βγαίνουν λέξεις, όταν θες να γράψεις για τον Ισίδωρο Παπαδάμου· κι αυτό γιατί το έργο του δεν προσφέρεται για κρίσεις. Αυτό συμβαίνει, όχι γιατί δεν σου δίδονται οι αφορμές για να το πράξεις, αλλά γιατί φαίνεται να είναι τόσο στενά συνδεδεμένο, αυτό το έργο, με το γενικότερο πλαίσιο δράσης του μερακλή μουσικού, ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να το αντιμετωπίσεις χώρια. Η ζωή και η τέχνη, στην περίπτωση του Ισίδωρου Παπαδάμου, είναι ένα μείγμα αδιαχώριστο. Απ’ όπου και να πιείς θα γλυκαθείς και θα πικραθείς το ίδιο…
Ο Παπαδάμου πορεύεται στον κόσμο, ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης, μέσω μιας αριστοκρατικής σεμνότητας. Διατηρεί στο ακέραιο το δικαίωμά του να διαχειρίζεται τον πνευματικό του κόπο όπως ο ίδιος θέλει, όχι γιατί εκείνα τα οποία θα του παρείχε το εμπορικό κύκλωμα θα ήταν λίγα και δεν θα του αρκούσαν, αλλά γιατί αισθάνεται ότι και αυτά τα ολίγα ακόμη τού είναι τελείως άχρηστα. Έτσι, με μια κίνηση προσωπικού «αδειάσματος» – αποποιούμενος την περιθωριακή γραφικότητα – σμιλεύει ένα άλμπουμ το οποίον, από μορφικής και τεχνικής πλευράς, δείχνει να μην έχει να ζηλέψει τίποτα απολύτως από την κοινώς εννοούμενη παραγωγή. Ωραίο έγχρωμον εξώφυλλο, 12σέλιδο ένθετο περιέχον τους στίχους των τραγουδιών και άλλες χρήσιμες πληροφορίες, ωραία ηχοληψία και εγγραφή, από καρδιάς παίξιμο απ’ όλους ανεξαιρέτως τους φίλους-συνεργάτες. Και η ουσία; Ο δίσκος δεν πουλιόταν, αλλά διδόταν δωρεάν από τον ίδιον τον συνθέτη σε όποιον επικοινωνούσε μαζί του… Εκείνος ο μποεμισμός δεν έκρυβε εντός του ουδεμία αλαζονεία. Απεναντίας… Επρόκειτο για μία πράξη πρωτο-χριστιανικής ευγένειας, ικανή να διαλύσει στην πορεία ό,τι σκιάζει τη ψυχή του δημιουργού, συρρικνώνοντας το ανταποδοτικόν του πράγματος στα όρια του αμελητέου. Το ίδιον αμελητέα εξακολουθεί να φαντάζει, για την περίπτωση Παπαδάμου, και η διαφορά ανάμεσα στην πραγματικότητα που ζει και την τέχνη που κοινωνεί. Με το φακό που θα εστιάσει κάποιος στη ζωή του, θα εστιάσει και στην τέχνη του. Έτσι, τέχνη και ζωή θ’ αποκαλύψουν το πλήρες βάθος τους μόνο μετά θάνατον, αφήνοντας το χρόνο ν’ αποφασίσει για το άξιο που θα μείνει. Το λέει, με εκπληκτικά εύστοχο τρόπο, ο ίδιος ο συνθέτης: «Θ’ αφήσω πια το νου ν’ αναπαυθεί/ της τελετής μου θα’χει λήξει πια η ώρα/ μα στην καρδιά μου κάτι ωραίο/ θά’χει ήδη τυπωθεί/ και θα γυρίσω ήπια/ χωρίς παράπονα στο τιποτένιο τώρα».
Ο αληθινός δημιουργός «πεθαίνει» μέσα στο έργο του αποβάλλοντας τα ασήμαντα, κρατώντας όσα του χρειάζονται όχι για την ίδια τη ζωή, αλλά για το νόημά της.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

τα ΣΗΚΩΜΕΝΑ ΦΡΥΔΙΑ… γιαλαντζί καμπαρετζούδων

Δεν μου αρέσουν οι τραγουδίστριες με τα σηκωμένα φρύδια, που τριπλασιάζουν το μάτι, απομυθοποιώντας την τελευταία αμαρτία. Δεν μου αρέσουν τα τάνγκο στα μέγαρα, ούτε τα καμπαρέ στα μπάντμιντον. Πολλώ δε μάλλον όταν… αναλαμβάνονται και επαναλαμβάνονται ως περιοδικά φαινόμενα. Οφείλουμε να προστατεύσουμε, εγκαταλείποντάς τα στους θρόνους της ιστορίας, όλα τα λαϊκά ακροάματα που τίμησαν τη μη θεαματική πλευρά της ζωής. Καμμία προσομοίωση δεν μπορεί να μετατρέψει το καλντερίμι σε μοκέτα, το φθηνό πιοτό σε black label, τα κίτρινα δάκτυλα σε... ολοκληρωμένη περιποίηση. Τουλάχιστον αν επιτρεπόταν το κάπνισμα… κι ας ανάβω το μήνα δυο τσιγάρα...