Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

ΜΑΝΩΛΗΣ ΡΑΣΟΥΛΗΣ 28/9/1945-5;/3/2011

«Στη δική σου αμαρτία είμαστ’ όλοι απαρτία…»

Όποτε ακούω αυτό το τραγούδι βουρκώνω…
Συγκλονιστικός ο Ρασούλης (και ο Ξυδάκης και ο Παπάζογλου).

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

GREEK EXTREMITIES

Kerkville είναι το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του κιθαρίστα Μιχάλη Μοσχούτη και “Days” (2010) είναι ο τίτλος της πρώτης του δουλειάς, στην Triple Bath του Θέμη Παντελόπουλου.Χειριζόμενος διάφορες κιθάρες, όπως κλασική, ακουστική, ηλεκτρική, lap steel, pedal steel και σ’ ένα κομμάτι πιάνο, ο Μοσχούτης υφαίνει ποικίλους ηχοκόσμους, για καθέναν εκ των οποίων μπορεί ν’ αναζητήσεις συγκεκριμένες αναφορές. Δεν είναι αυτό το πιο σημαντικό. Το σημαντικότερο είναι η επιτυχής απόπειρα του μουσικού-περιβαλλοντιστή να χρησιμοποιηθούν, σ’ ένα άλμπουμ, τα διαφορετικά κιθαροχρώματα προς την κατεύθυνση ενός επικοινωνιακού συνεχούς. Το “Days” είναι ένα καθαρό κιθαριστικό έργο, το οποίο θα μπορούσε να ενδιαφέρει – ας το πούμε έτσι – ευρύτατη γκάμα ακροατών. Ξεκινώντας από τους παλαιότερους που γέρασαν με Mike Oldfield και πηγαίνοντας προς τους πιο νέους, που θα γεράσουν με Christian Fennesz.
Επαφή: www.triplebath.gr Ο Coti, ο γνωστός μας Coti K., επιχειρεί με το 45λεπτο “Onda” [Triple Bath, 2010] να δημιουργήσει ένα τύπου electro περιβάλλον, χρησιμοποιώντας μόνον το βυσματομένο κοντραμπάσο του. Χωρίς να μετέρχεται δηλαδή καμμίας electro φόρμουλας, δίνει στο κύμα μία τέτοιαν αύρα (είναι αλήθεια πως, αν δεν γνωρίζεις, δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για την ηχητική πηγή του), η οποία θα μπορούσε να αναπαριστά ένα απολύτως φυσικό φάσμα συχνοτήτων (θάλασσα, αέρας, στοιχειώδεις θόρυβοι)· ό,τι έφθανε, δηλαδή, στ’ αυτιά του… ατενίζοντας το Αιγαίο, από την Ιστέρνια της Τήνου. Παρά ταύτα, αν κάποιος επιθυμήσει να κλείσει τα μάτια του, αφήνοντας ελεύθερες τις πληροφορίες του Coti στην αέναη κίνησή τους, τότε είναι πολύ πιθανόν να καταλήξει στο ακριβώς αντιδιαμετρικό σημείο. Στην αποτύπωση, ενίοτε, μιας βιοτεχνικής εκτροπής, με πρώτη ύλη κάτι περισσότερο χειροπιαστό από τα… όνειρα.
Επαφή: www.triplebath.grΔύο άλμπουμ του πειραματιστή Μαρίνου Κουτσομιχάλη στο δικό του label Αγχιβατείν. Στο 44λεπτο “Trevor Jones Studio Sessions Vol.1”, ηχογραφημένο στο φερώνυμο στούντιο, στο York της Αγγλίας, o Κουτσομιχάλης επιχειρεί να περιγράψει έναν τρόπο μέσω του οποίου ο ήχος (ό,τι παράγει μία… δομή γεννητριών) θα μπορούσε να επηρεάσει την αισθητική και τη φυσική ενός χώρου και προφανώς του υποκειμένου, που βρίσκεται στο χώρο και που γίνεται μάρτυς του ηχητικού συμβάντος. Η μουσική, ο ήχος καλύτερα, μπορεί να λειτουργήσει στο επίπεδο της υποβολής, βοηθούμενος, ενίοτε, και από κάποιες αυθόρμητες τεχνικές… αυθυποβολής.
Στο “Peripatetic”, o Κουτσομιχάλης, με τις σοβαρές σπουδές στο Music Research Centre, του Πανεπιστημίου του York (είναι, επίσης, ενεργό μέλος του ΚΣΥΜΕ), επιχειρεί μία προσεδάφιση στην καθημερινότητα – δίχως το γεννητριακό μέρος να… καίγεται – έτσι όπως «προσωποποιείται» αυτή μέσω field recordings, που συνέβησαν στα πάρκα, τους δρόμους, τις αγορές, τις αίθουσες, τις… τις… του Άμστερνταμ, της Αθήνας, του Βερολίνου, του Λονδίνο ή αλλού. Το 44λεπτο πλάνο παρακολουθείται με κλειστά μάτια.
Επαφή: www.marinoskoutsomichalis.com Οι Cranc υπάρχουν, δισκογραφικώς, από το 2000. Τότε, είχε τυπωθεί από τη Δίσκοι ΕΔΩ του Κωστή Δρυγιαννάκη το πρώτο τους CD, υπό τον τίτλο “All Angels”. Δέκα χρόνια αργότερα ξανασυναντούμε τους Rhodri Davies άρπα, Angharad Davies βιολί και Νίκο Βελιώτη τσέλο, σε μια νέα ηχογραφική περιπέτεια, που τιτλοφορείται “Copper Fields” και η οποία κυκλοφορεί, τώρα, από την absurd του Νικόλα Μαλεβίτση. Τo άλμπουμ, διάρκειας 55 λεπτών, είναι ηχογραφημένο στις Βρυξέλες τον Μάιο του ’08 και αποτελεί μία ακόμη απόπειρα καταγραφής ενός θορυβώδους ambient. Τα τρία όργανα, το βιολί, η ηλεκτρική άρπα και το τσέλο, είτε παράγουν bowed είτε e-bowed νότες, εκπέμποντας σε γειτονικές περιοχές, συμβάλλουν προς τη δημιουργία ενός κλίματος αβεβαιότητας, το οποίον επιτείνεται από την αυθόρμητη και αδέσμευτη προσέγγιση. Η, δι’ ακουστικών, ακρόαση είναι ταξίδι.
Επαφή: www.noise-below.org

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ άκρα ταπείνωσις

Είναι δύσκολο ν’ απομονώσω το έργο του Κορνήλιου Διαμαντόπουλου από τον ίδιον το δημιουργό του. Και ο λόγος είναι απλός. Με τον Κορνήλιο γνωριζόμαστε από 15ετίας, ως συνεργάτες κατ’ αρχάς στο Jazz & Τζαζ, έχοντας κάνει πάμπολλες κουβέντες, έχοντας ανοίξει δεκάδες ζητήματα μέσα στα χρόνια, γύρω από θέματα που αφορούν στην Τέχνη, αλλά όχι μόνο σ’ αυτήν. Ο Κορνήλιος είναι άνθρωπος-καλλιτέχνης με πλατιά γνώση. Δεν είναι μόνο συνθέτης, μουσικός, κομικογράφος, εικαστικός και τεχνοκριτικός (πέντε ιδιότητες, που μοιάζει να κυριαρχούν στις ενασχολήσεις του), αλλά κι ένας οξυδερκέστατος συνομιλητής, από τον οποίον θ’ ακούσεις πάντα πρωτότυπα ή παράξενα πράγματα, ενδεδυμένα με μια φυσική ευγένεια, διανθισμένα, συγχρόνως, μ’ ένα λεπτό, ιδιότυπο χιούμορ. Αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά (που είναι σχετικά το ένα του άλλου), η οξυδέρκεια, η πρωτοτυπία, η ευγένεια και το χιούμορ δηλαδή, φρονώ πως αποτελούν και τον πυρήνα του ταλέντου του. Είναι, αν θέλετε, και τα χαρακτηριστικά των μουσικών του, έτσι όπως ξετυλίγονται εκείνες μέσα από το τελευταίο του CD, που έχει τίτλο «Σκηνικές (& Κλινικές) Περιπτώσεις»· μίαν απολύτως προσωπική έκδοση, χρηματοδοτημένη, φυσικά, από τον ίδιον.Το άλμπουμ, που διαρκεί περί τα 68 λεπτά αποτελεί τον καθρέφτη (έναν καθρέφτη, μάλλον) της συνθετικής εργασίας του Κορνήλιου Διαμαντόπουλου, την τελευταία 25ετία. Περιλαμβάνει, δε, όπως χαρακτηριστικώς γράφει ο ίδιος στο οπισθόφυλλο «θεατρικές, κινηματογραφικές, ραδιοφωνικές, χοροθεατρικές, ετερόκλητες, ποικίλες, πολυστυλιστικές, συνθέσεις… δείγματα γραφής από ολότελα διαφορετικές περιστάσεις και ανάγκες πάσης φύσεως». Το ίχνος, το εύρος αναζητήσεων του καλλιτέχνη είναι, νομίζω, σαφές. Ο Κορνήλιος, ως ένας δημιουργός, που γνωρίζει απολύτως τα όρια πλεύσης του – το να γνωρίζεις πώς να κινείσαι εκτός ορίων, σε εξαναγκάζει, εκ των πραγμάτων, στην πιο σκληρή οριοθέτηση – έχει αντιληφθεί και κατανοήσει το ρόλο και το είδος των διαφορετικών μορφών, τις οποίες καλείται να υπηρετήσει, προτείνοντας γι’ αυτές (τις μορφές) συγκεκριμένες ηθικές επιλογές. Στο “Paradise lost or found” (11:43), μουσική από τη φερώνυμη animation ταινία της Αρτέμιδος Αλκαλάη – μία απλή, στοιχειώδης, και άρα έξυπνη, απεικόνιση της… επαναστατικής διαδικασίας –, ο Κορνήλιος Διαμαντόπουλος ετοιμάζει ένα, το ίδιο, στοιχειώδες θέμα («οι συνθέσεις βασίζονται σε μια ελάχιστη αφετηρία τεσσάρων φθόγγων», όπως γράφει ο ίδιος), προσφέροντας περαιτέρω ένα πανέμορφο παιδικό τραγούδι, από τα ωραιότερα που έχω ποτέ ακούσει. (Δεν ξέρω γιατί, αλλά ανακάλεσα στη μνήμη μου το ανατριχιαστικό Fleance των Third Ear Band, από το “Macbeth” του Roman Polanski).
Στο «Αυτός Δεν Είναι Αυτή», επίσης μικρού μήκους φιλμ σε σκηνοθεσία Τάσου Ρηγόπουλου («μια 15λεπτη σουρεαλιστική κωμωδία μεταμορφώσεων»), ο Διαμαντόπουλος χειριζόμενος ο ίδιος πιάνο, σύνθι, φλογέρες, μπαγλαμά, σφυρίχτρες, λοιπά ιδιόφωνα και κάνοντας φωνητικά, διαμορφώνει ένα απολύτως απρόβλεπτο 4λεπτο, με το βοκαλιστικό του τμήμα να κινείται σε extreme περιβάλλοντα. Απεναντίας στο «Πω, πω, αγωνία!!!», μουσική για ένα θρίλερ, που ποτέ δεν γυρίστηκε, το τετρακάναλο σύνθι αφήνει κάτι από την giallo αισθητική των Goblin. Σε άλλα θέματα, όπως ας πούμε στην 5λεπτη «Πόζα» (στην πραγματικότητα ήταν ημίωρη) για σόλο koto (το ιαπωνικό σαντούρι, ή, αν θέλετε η ιαπωνική επιδαπέδια άρπα), ο Κορνήλιος μοναχικώς τελετουργεί, ενώ στην… αρχαιοελληνική «Πομπή» τα αρχαιοελληνικά στοιχεία είναι καλώς κρυμμένα πίσω από τα αναγνωρίσιμα μεσαιωνικά-αναγεννησιακά μοτίβο (από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του άλμπουμ). Το σόλο κοντραμπάσο με δοξάρι (χειρίζεται ο Georg Janker) στο “Eva - Out of their Symbols”, από τη χοροθεατρική “Eva” της Ρούλας Καραφέρη, είναι ενδεικτικό της ολιστικής αντιμετώπισης του οργάνου από τον Κορνήλιο (και βεβαίως από τον οργανοπαίκτη), την ώρα κατά την οποίαν στο “Synergiart” τα street-jazz ηχοχρώματα, σε συνδυασμό με την χιπ-χοπάδικη απαγγελία δίνουν τη δυνατότητα στο συνθέτη να δημιουργήσει ένα 4λεπτο κομψοτέχνημα (πλησίον της «σιγανίδειας» αισθητικής). Δύο ακόμη θέματα που μου προξένησαν εντύπωση ήταν το «Άκρα ταπείνωσις», εκεί όπου το υπερβατικό κλίμα επιτυγχάνεται μέσω της αντιστικτικής συμβολής 12… ηλεκτρονικών πνευστών και το 11λεπτο “Neanderthal”, στο οποίο ο Διαμαντόπουλος, μέσα από πολλαπλές φωνητικές εγγραφές, παραδίδει το πιο απρόβλεπτο έργο των «σκηνικών (& κλινικών) περιπτώσεων», επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του σε αρχέτυπες φωνολογικές περιοχές.
Το περίπου κλείσιμο με το «Jazz Στο Κόκκινο», από το σήμα της σχετικής ραδιοφωνικής εκπομπής τού Κορνήλιου Διαμαντόπουλου στον Κόκκινο 105,5 (2008-09), ακούγεται στ’ αυτιά μου σαν μία ανάδυση στο τώρα, κάπως σαν μιαν υπενθύμιση των καθημερινών μας υποχρεώσεων. Ό,τι ακούσαμε, δεν ήταν παρά το σάρωμα μιας απόλυτης φανταστικής (ραδιοφωνικής) μπάντας, σ’ έναν απολύτως φανταστικό (μη ραδιοφωνικό) κόσμο.

ΜΑΓΙΣΣΑ

Είναι το καλύτερο τραγούδι που είπε ποτέ ο Γιώργος Πολυχρονιάδης. Η «Μάγισσα» έχει μουσική δική του και στίχους του Κώστα Πεΐδη. Υπάρχει δε στο πρώτο προσωπικό LP του «Γιώργος Πολυχρονιάδης» [Olympic SBL 1112, 1975]. Εδώ ακούμε το τραγούδι από την εκτέλεση του single, που είχε προηγηθεί…

TORBEN WALDORFF american rock beauty

Ο δανός κιθαρίστας Torben Waldorff, που είναι μέλος της νεοϋορκέζικης οικογένειας της artistShare, παραμένει ένας κιθαρίστας με καταφανές jazz και rock υπόβαθρο. Δεν είναι αλήθεια πως τα δύο αυτά είδη τα συντήκει απαραιτήτως (υπάρχουν βεβαίως και fusions), απλώς επιχειρεί στο έσχατο “American Rock Beauty” [artistShare AS0102, 2010], άλλοτε με καθαρό jazzy finger-picking και άλλοτε με βλοσυρά rock soli, να περιγράψει διαφορετικές συναισθηματικές-αναμνησιακές καταστάσεις. Παίζοντας από καιρό με την ίδια σχεδόν μπάντα, ο Waldorff μοιάζει να συνθέτει για πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους. Τον τενορίστα Danny McCaslin (από την Maria Schneider Orchestra και το Dave Douglas Quintet), τον μπασίστα Matt Clohesy (από τις μπάντες των Semus Blake, Ingrid Jensen και Geoff Keezer) και τον ντράμερ Jon Wikan (από το ίδιο κύκλωμα), ενώ μαζί του βρίσκεται και ο νεοφερμένος πιανίστας-οργανίστας Jon Cowherd. Υπάρχουν, δε, στις συνθέσεις του ορισμένα βασικά γνωρίσματα.Κατ’ αρχάς, οι όχι ευκαιριακές μελωδίες. Έπειτα, μιαν αίσθηση άσματος, που αφήνουν οι περισσότερες εξ αυτών – απότοκο, αν θέλετε, του προηγούμενου. Περαιτέρω, το σαφές παρεμβατικό κομμάτι των μουσικών στους αυτοσχεδιασμούς. Το εισαγωγικό “Shark” θα το χαρακτήριζα fusion, μια και ο Waldorff εναλλάσσει παιξίματα, έχοντας στο πλευρό του τον τενορίστα McCaslin. Το “Shining through”, μία mid-tempo σύνθεση, που θα μπορούσε να θυμίζει, αρχικώς, κάτι από τον ήχο της Νέας Ορλεάνης, για να μπει στην πορεία σε μία περισσότερο country διαδρομή… Το “Waves” είναι μία περίτεχνη jazz σύνθεση με ωραιότατους δακτυλισμούς, ενώ στο “American rock beauty” καταγράφονται κλασικά rock… ανεβοκατεβάσματα, τοποθετημένα πάνω σ’ ένα slow tempo. Εντύπωση προξενεί το… βραζιλιάνικο “Song-ella”, με τον πιανίστα Cowherd να έχει πρωτεύοντα ρόλο και τον οργανίστα… Cowherd να του φτιάχνει groovy background. Το “Scape” που κλείνει το άλμπουμ καταδεικνύει το ταλέντο του Waldorff στο κτίσιμο και την εναλλαγή ποικίλων ατμοσφαιρών, τις οποίες ναι μεν υπογραμμίζουν τα παιξίματα, αλλά βασικά προκαλεί ο ίδιος.
Επαφή: www.waldorff.com

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

LITTLE WING OF REFUGEES

Ο τίτλος εγείρει αναμνήσεις· κατ’ αρχάς στους fans του progressive rock και όλων των παραφυάδων του. Ένα label κι ένα mail order, ένας κατάλογος, η Little Wing of Refugees (LWoR) από την Regensburg της παλαιάς Δυτικής Γερμανίας (από ’κει ξεκίνησε, αργότερα πήγε στην Kastl), που είχε ισχυρή παρουσία τουλάχιστον για μια δεκαετία στις… τσέπες και τις καρδιές των μουσικόφιλων.Ειδικευμένη από το 1981 στις αυθεντικές εκδόσεις βινυλίων της περιόδου 1963-1977, σχεδόν από κάθε γωνιά του κόσμου, η LWoR θα προβεί το 1988 (και) στη δημιουργία μιας ετικέτας, στην οποία, μέσα σε δέκα χρόνια, θα τυπωθούν καμιά 30αριά LP (και ολίγα CD), αναντίρρητα φετίχ (ως τίτλοι τουλάχιστον) των απανταχού rock δισκοθηκών. Άλμπουμ, τα οποία ήταν, είναι και θα παραμείνουν πανάκριβα στις original εκδόσεις τους και τα οποία αναπαράγονταν με προφανή λατρεία. Οι άνθρωποι της LWoR τύπωναν φυσικά σε παρθένα βινύλια (από τότε), χρησιμοποιούσαν τα καλύτερα μηχανήματα αναπαραγωγής, προσφέροντας, εν τέλει, εγγραφές τις οποίες μόνον οι Ιάπωνες συναγωνίζονταν (συνήθως). Αν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να με κάνει να γκρινιάξω, τούτο θ’ αφορούσε μόνο στην αρτίστικη πλευρά των εξωφύλλων, τα sleeve concepts. Δεν ήταν του γούστου μου. Και όχι γιατί δεν αναπαράγονταν τα original covers – τούτο ήταν το λιγότερο –, αλλά γιατί τα καινούρια (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) ήταν «ψυχρά». Ήταν κάπως… Ένας φίλος, μάλιστα, δεν μπορούσε ούτε να τα βλέπει. Κι εμένα δεν μου άρεσαν, αλλά όχι έως εκεί. Εδώ αγοράζω σκέτους δίσκους (χωρίς εξώφυλλο εννοώ), εκεί θα κόλλαγα…Κοιτάζοντας, τώρα, τον κατάλογο της LWoR από το rate your music (http://is.gd/4BlCLJ) σκέφθομαι πως το καλύτερο LP που πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν στην περίπου δεκαετή εκδοτική τους δραστηριότητα οι Γερμανοί ήταν το “Weiss der Teufel” των Rufus Zuphall. Δεν επρόκειτο μόνο για killer άλμπουμ, αλλά είχε και μιαν εγγραφή, που ηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου σαν τις… σάλπιγγες της Ιεριχούς. Δε θέλω, φυσικά, να υποτιμήσω το καταπληκτικό “Tips Zum Selbstmord” των Necronomicon, που το ευχαριστήθηκα στην once in a lifetime επανέκδοση της Amber Soundroom, το 2005 – γιατί η LWoR το είχε δώσει αρχικώς ως μέρος του 4πλού πακέτου “Vier Kapitel”, που ήταν πανάκριβο –, αλλά δίσκους σαν εκείνο τον πρώτο των Rufus Zuphall δεν ξανάβγαλε· παρότι θα έβαζα επίσης πολύ ψηλά και το “Assassin” των Pinnacle. Να το πω και το επόμενο· ή μάλλον να το μεταφέρω.
Οι Rufus Zuphall είχαν για έδρα το Aachen. Στην ίδια πόλη, δίπλα στα σύνορα με το Βέλγιο και την Ολλανδία, τότε, το 1972, είχε βρεθεί και ο Νίκος Παπάζογλου με το συγκρότημα Ζηλωτής. Είχα διαβάσει παλαιά στον Ήχο (πρέπει να ήταν περί τα μέσα του ’80, ίσως και λίγο πιο μετά) πως ο Παπάζογλου γνώριζε τους Rufus Zuphall – το έλεγε ο ίδιος – έχοντας βρεθεί, κιόλας, στην ίδια σκηνή μ’ εκείνους. (Πρέπει να κάνω γερή ανασκαφή, για να βρω το τεύχος και για να μεταφέρω επακριβώς τα λόγια του).Η LWoR, όπως ανέφερα και πιο πάνω, εκτός από τις παραγωγές διαχειριζόταν κι ένα από τα καλύτερα mail orders της εποχής. Ο πρώτος κατάλογος που έπεσε στα χέρια μου προερχόταν από το 1990 (είναι αυτός ο μαύρος που βλέπετε πάνω) και είναι, ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα (του eΒay κ.λπ.), άλλο πράγμα. Ήταν χωρισμένος σε τέσσερα κεφάλαια (“Sixties”, “Rhythm n’ Blues”, “Seventies”, “Deutschrock”), με τις τιμές, σε γερμανικά μάρκα, να είναι συχνά απλησίαστες. Μπορούσε κάποιος να δει να πωλούνται απίστευτα άλμπουμ, τα οποία, ακόμη και ως τίτλοι, δεν έλεγαν τίποτα σε πολλούς από ’μας εκείνη την εποχή (αρκετά, τ’ ακούσαμε χρόνια αργότερα όταν επανεκδόθηκαν). Ουκ ολίγα, βεβαίως, έφευγαν μετά από δημοπρασία (γραπτές προσφορές δηλαδή, που έληγαν κάποια δεδομένη στιγμή), όπως το “Scolopendra” των Ιταλών Alluminogeni, το φερώνυμο των Ben, το “Just Another Diamond Day” της Vashti Bunyan, το “Three Parts to My Soul” των Dr.Z, τα LP των Ιαπώνων Flower Travelling Band, το “Io Come Io” των Rovescio della Medaglia μαζί με το βαρύ μετάλλιο, το “Burning Up Years” των Νεοζηλανδών Human Instinct, το φερώνυμο των επίσης Νεοζηλανδών Space Farm…
Με τον… Ειρηνικό η LWoR είχε αναπτύξει από νωρίς κάποιον ισχυρό δεσμό. Μάλιστα, αργότερα, απέκτησε και παράρτημα στην πόλη Mount Maunganui, στο βόρειο τμήμα της Βορείου Νήσου της Νέας Ζηλανδίας. Έτσι εξηγείται, δηλαδή, γιατί η γερμανική εταιρία επανεξέδιδε άλμπουμ διαφόρων σχημάτων από ’κει (Human Instinct, Space Farm, Farmyard, Billy T.K.’s Powerhouse) και βεβαίως για το πλήθος των σχετικών LP (από Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία), που εμφάνιζε στους καταλόγους της. Σ’ εκείνη τη λίστα του 1990, είχε δώσει μάλιστα και τη 12άδα με τα σπανιότερα αυστραλο-νεοζηλανδέζικα LP του rock… Να πω μόνον πως το “Just a Poor Boy” του Mike Furber, που φιγουράρει στην πρώτη θέση, το επανεξέδωσε σε CD η Radioactive πριν από λίγα χρόνια και μπορεί να βρίσκεται ακόμη στο κέντρο της Αθήνας με 5 ευρώ… Στον κατάλογο της LWoR μπορούσε να βρει κανείς δίσκους από πάμπολλες χώρες (κυρίως όμως από την Αμερική, τη Βρετανία και την Γερμανία) σε τιμές για όλα τα πορτοφόλια. Τα ακριβά ήταν ακριβά, αλλά υπήρχαν και δεκάδες άλμπουμ μέχρι τα 10-15 χιλιάρικα – που ήταν ένα ας το πούμε λογικό ποσό για τα nineties –, και τα οποία ήταν μάλλον δύσκολο να τα εντόπιζες στις ίδιες τιμές, την ίδιαν ώρα στην Αθήνα. Φυσικά, υπήρχαν και ελληνικά LP ανάμεσα. Οι Γερμανοί είχαν πληροφορηθεί για τους Socrates τουλάχιστον από το 1990-91, αφιερώνοντάς τους ολόκληρη σελίδα (κάτι που δεν το έκαναν για πολλά γκρουπ), και ακόμη για την Μαρίζα Κωχ, τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Εξαδάκτυλο, το «Ζωντανοί στο Κύτταρο», εννοείται για τους P.L.J Band, που έβγαιναν έξω από τα δικά τους χρονικά όρια, αλλά έδειχναν κατανόηση… Ο κατάλογος ήδη από τα τελευταία χρόνια των nineties είχε αρχίσει να φθίνει. Λιγότερες σελίδες (από 48, 44, μετά 40 και πιο μετά 36…), λιγότερα ενδιαφέροντα άλμπουμ. Περί τα μέσα του 2001 βγήκε η τελευταία τυπογραφημένη λίστα του Μικρού Φτερού των Προσφύγων με έγχρωμο εξώφυλλο (τη βλέπετε αριστερά), για να κλείσει οριστικά η ιστορία τον Απρίλιο του 2002 με μία… Α3 διπλωμένη φωτοτυπία. Είχα ρίξει κι εκεί, για τελευταία φορά, τον όβολό μου. Ολίγα ευρουδάκια για το “Places I Know” του Mike Cooper στην Dawn…
“Every thing must go”, όπως έγραψαν κι οι ίδιοι.

JAZZ & TZAZ 216

Με τον Jan Garbarek στο εξώφυλλο – και με το σχετικό κείμενο του Γιώργου Χαρωνίτη, επ’ αφορμής της εμφάνισης του νορβηγού σαξοφωνίστα στην Αθήνα, την 9 Απριλίου – κυκλοφορεί το καινούριο τεύχος του Jazz & Τζαζ.Στα θέματα… ο Γιάννης Μουγγολιάς γράφει για δύο καλλιτέχνες της ACT, τη σοπρανίστα Froy Aagre και τον πιανίστα Vijay Iyer, o Βαγγέλης Αραγιάννης επικεντρώνεται σε έξι πρόσωπα της σύγχρονης jazz, τους Jason Robinson, Joey Sellers, Matt Weston, Ben Miller, Juozas Milasius και Jeff Aug, ο Θανάσης Μήνας ασχολείται με τον Gregg Allman, με αφορμή το νέο του CD “Low Country Blues”, αλλά και τα 40 χρόνια από το “Live at Fillmore” των Allman Brothers, o Σπύρος Σερλεμές καταγράφει τις απόψεις του για την επίσημη δισκογραφία του Captain Beefheart, ενώ εγώ γράφω για τη γερμανική εταιρία Out Here Rec, που ασχολείται με τον νέον ήχο της Αφρικής. Υπάρχουν, επίσης, δύο συνεντεύξεις. Ο Κορνήλιος Διαμαντόπουλος συζητά με τον περκασιονίστα Αλέξανδρο Χρηστίδη, κι εγώ με τον λαϊκό τραγουδοποιό (που παρουσιάζει και ωραίο rock) Τηλέμαχο Ζαγρέα. Επίσης Jazz Eye (Elton John/ Leon Russell, Fonal Records…), Jazz & Λογοτεχνία, δισκοκριτικές, blues boom!, επανεκδόσεις, Πράξεις Λόγιας Μουσικής, δισκορυχείον (μ’ ένα ελληνικού ενδιαφέροντος jazz LP, που είχε κυκλοφορήσει στη σοβιετική Ουκρανία, το 1978).Στο CD “At His Very Best” κλασικές ηχογραφήσεις του Duke Ellington και της Ορχήστρας του (με Cootie Williams, Rex Stewart, Juan Tizol, Barney Bigard, Johnny Hodges, Ben Webster, Jimmy Blanton…) από τις αρχές των forties.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

ΑΡΓΥΡΗΣ ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ the rhythm guitarist

O Αργύρης Κουλούρης είναι ο καλύτερος Έλληνας ρυθμικός κιθαρίστας. Όχι πως δεν απέδειξε ότι διαπρέπει και ως lead (ας είναι καλά το σόλο του στο “Do it” από το “666” των Aphrodite’s Child), αλλά ως ρυθμικός ήταν κάτι παραπάνω. Βεβαίως, η ρυθμική κιθάρα δεν έχει την προβολή τής lead, ως λιγότερο εντυπωσιακή στο πάλκο, όμως η συμβολή της στο soul και funk rhythm section, και βεβαίως στο rock (John Lennon, Keith Richards, για να μείνουμε μόνο σ’ αυτούς τους δύο) είναι θεμελιώδης.Η περίπτωση του Αργύρη Κουλούρη είναι ξεχωριστή. Ρυθμικός κιθαρίστας στους Sky Rockets (τέλη ’64-αρχές ’65), στους Minis (αρχές ’66), στους Juniors (άνοιξη ’66), στους Cinquetti (καλοκαίρι ’67), στο συγκρότημα τού Tony Pinelli και τού Βαγγέλη Παπαθανασίου (φθινόπωρο ’67), πήρε μέρος στην ηχογράφηση του άλμπουμ του Γιώργου Ρωμανού “In Concert & In the Studio” [Zodiac, 1968], στα στούντιο τραγούδια της δεύτερης πλευράς, πριν αφήσει τούς φίλους του στο συγκρότημα τού Βαγγέλη Παπαθανασίου λόγω Στρατού (συμπλήρωναν οι Ντέμης Ρούσσος και Λουκάς Σιδεράς), οι οποίοι μεταβαίνοντας στη Γαλλία, θα προχωρούσαν στον... μύθο των Aphrodite’s Child. Ο Κουλούρης θα πάρει μέρος, στη συνέχεια, στην ηχογράφηση και του επόμενου άλμπουμ του Γιώργου Ρωμανού «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα» στη Zodiac, το 1969-70 (η ρυθμική του κιθάρα στο φερώνυμο κομμάτι είναι trademark), πριν την κάνει κι αυτός για Γαλλία, αποδεχόμενος πρόταση του Βαγγέλη Παπαθανασίου για συμμετοχή στους Aphrodite’s Child, βάζοντας κιθαριστική πλάτη στις εγγραφές του “666” (τέλη ’70 - αρχές ’71).
Την ίδιαν εποχή όμως (1970-71), το όνομα του Κουλούρη εμφανίστηκε και σε δύο (γαλλικά) 45άρια. Και τα δύο φτιαγμένα για την BYG Records του Έλληνα («μισός» Έλληνας για την ακρίβεια) Jean Georgakarakos και των Γάλλων Jean-Luc Young και Fernand Boruso (από τα αρχικά των Boruso, Young, Georgakarakos, προέκυψε η ονομασία BYG).
To πρώτο 45άρι το υπέγραφαν κάποιοι Inter-Groupie Psychotherapeutic Elastic Band και περιείχε τα κομμάτια Floating/ Coloured butterfly [BYG 129 031 L], ενώ το δεύτερο κάποιοι Alpha Beta, περιλαμβάνοντας τα κομμάτια Astral abuse/ Who killed? [BYG 129 032 L]. Τα σίγουρα στοιχεία γι’ αυτούς τους δύο σχηματισμούς είναι εκείνα που παρέχουν τα 45άρια, τα οποία λογικώς βγήκαν ταυτόχρονα προς τα τέλη του '70 ή αρχές του '71.
Το πρώτο κομμάτι των Inter-Groupie Psychotherapeutic Elastic Band, το “Floating”, το υπογράφει κάποιος A. Loafer, ενώ το δεύτερο, το “Coloured butterfly” o Αργύρης Κουλούρης (Α. Koulouris). Τo ύφος είναι δε εκείνο που ταυτοποίησαν οι έλληνες μουσικοί στο Παρίσι στις αρχές των seventies (Δημήτρης Ταμπόσης, Λουκάς Σιδεράς, Σταμάτης Σπανουδάκης, Χάρης Χαλκίτης, Axis…), αν και προσωπικώς ανακαλώ στη μνήμη μου ακόμη και John &amp Yoko/ Plastic Ono Band. (Πάντως το “Angela”, το τραγούδι για την Angela Davis, που μού φέρνει στο νου το “Floating” ηχογραφήθηκε από John Lennon και Yoko Ono τουλάχιστον ένα χρόνο αργότερα).
Στο δεύτερο 45άρι, εκείνο των Alpha Beta, η παρουσία του Βαγγέλη Παπαθανασίου είναι σαφής. Το πρώτο κομμάτι, το “Astral abuse”, το υπογράφουν οι Vilma (Λαδοπούλου), Papathanassiou, Koulouris και είναι ένα «τρελαμένο» psych κομψοτέχνημα, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, που άφησε η ελληνική παροικία στο Παρίσι εκείνα τα χρόνια. Τα φωνητικά της Βίλμας Λαδοπούλου, πιθανώς να έδωσαν την ιδέα στον Παπαθανασίου (αν προηγήθηκαν) για εκείνα στο "666" με την Ειρήνη Παπά, ενώ το ρυθμικό υπόβαθρο, μαζί με τις κοφτερές κιθάρες του Κουλούρη, και βεβαίως τα γεμίσματα από τα πλήκτρα του Vangelis εκτοξεύουν το κομμάτι στο διάστημα. Το δεύτερο κομμάτι, το “Who killed?”, που υπογράφουν οι Papathanassiou και Giorgio Gomelsky δεν υπολείπεται σε δύναμη, προαναγγέλοντας αν θέλετε το “Earth” (1973).Την ίδιαν εποχή ο Αργύρης Κουλούρης συμμετέχει στα άλμπουμ “Beautiful Lies” [Philips 6325 008, 1972] του Stamatis (Σταμάτης Σπανουδάκης), “One Day” [Polydor 2393 039, 1972] του Λουκά Σιδερά (γράφοντας μάλιστα, σε στίχους του Κώστα Φέρρη, το φερώνυμο τραγούδι που ακούστηκε, τότε, και στην Ελλάδα), “Fire and Ice” [Philips 6332 032, 1972] του Ντέμη Ρούσσου (στο άλμπουμ έπαιζε κιθάρες και λαούτο, έχοντας γράψει τρία τραγούδια – θ’ ακολουθούσε η στενή συνεργασία Κουλούρη-Ρούσσου), “The Dragon” [Charly, rec. 6/1971] και “Earth” [Vertigo 6499 693, 1973] του Βαγγέλη Παπαθανασίου, αλλά και σε sessions των Charles Aznavour, Gilbert Bécaud, Johnny Hallyday, Dalida, Michel Sardou…, όπως ο ίδιος είχε πει σε μια συνέντευξή του στον Χρήστο Ξανθάκη (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 6/4/1997).
Στην ίδια συνέντευξη στην Κ.Ε. ο Κουλούρης ανάμεσα σε άλλα έλεγε και το εξής: «Έκανα δικό μου δίσκο το '73, “Magic Power” τον λέγανε και χάλασε κόσμο στη Γαλλία. Ήμουνα άτυχος, όμως, γιατί η εταιρεία που τον κυκλοφόρησε έκλεισε για κάποιο λόγο και δεν κατάφερα να ξεχωρίσω». Προσωπικώς, δίσκο των Magic Power από το '73 δεν έχω ποτέ συναντήσει. Αμφιβάλλω, δε, και αν υπάρχει. Το μοναδικό LP των Magic Power που ξέρω βγήκε στην εταιρία GF2 Productions του Gerard Fallec (είχε ανακατευτεί και στο "666"), προέρχεται από το 1980, και είναι σε καλό euro-disco στυλ. Μάλιστα, το 12ιντσο Lady Midnight/ Livin’ for the moment [GF2 3000, 1979], όπως και το 45άρι A lot to learn/ The waiting game [GF2 2003, 1980] έκαναν επιτυχία· ιδίως το πρώτο. (Και τα τέσσερα κομμάτια των singles υπάρχουν στο LP).Επίσης, μνείας αξίζουν το ελληνικό 45άρι Τα βουνά θα πάρω/ Η αγάπη, η αλήθεια κι η ελπίδα [Polydor 2061 111, 1971], που περιείχε δύο τραγούδια σε στίχους Σέβης Τηλιακού (το flip side έχει δυνατό παίξιμο στις ρυθμικές και lead κιθάρες) και το οποίον ο Αργύρης Κουλούρης υπέγραφε ως σκέτο Αργύρης και ακόμη το γαλλικό Summertime/ Walrus music [Motors MT 4077, 1976?] του… γκρουπ Solid Silver. Η διασκευή τού Κουλούρη στο “Summertime” είναι πολύ καλή (early disco-funky με scat vocals)...Πάντως, το πιο κουφό LP που έχει υπογράψει ο Αργύρης Κουλούρης είναι το «Σ’ Αναζητώ» του Χρήστου (Ζαβακόπουλου) [Rio Records RIO 100], που είχε τυπωθεί στην Αγγλία, το 1983. Το είχα βρει παλιά στο Μοναστηράκι και –τώρα που το βλέπω– απορώ γιατί να το είχα γυρίσει από την πίσω πλευρά (καθότι, μόνο στην πίσω πλευρά του εξωφύλλου αναφέρεται το όνομα Κουλούρης) και δεν το είχα προσπεράσει στο ψάξιμο. Καμμιά φορά συμβαίνει και το απίθανο… Τα κομμάτια είναι ελαφρά, βασικά, ακούγονται κάποιες ενδιαφέρουσες μελωδίες («Η μουσική»), αλλά το όλον πράγμα δε μου κάνει (κυρίως λόγω του επίπλαστου 80s ήχου). Α, και δεν έχω ακούσει το τελευταίο(;) άλμπουμ του Αργύρη Κουλούρη, τις «Αργιριδιαδρομές» [Mercury?, 1997], που είχε δώσει και την αφορμή για ’κείνη τη συνέντευξη στην K.E., στην οποίαν ανάμεσα σε άλλα διάβαζες: «Εμένα μου άρεσαν όλα τα είδη της μουσικής, μ’ άρεσε να τ’ αγγίζω όλα. Το ροκ το είχα δει με μια άλλη άποψη. Με συγκινούσε πιο πολύ το σοφτ ροκ, που ήτανε πιο τεχνικό, γιατί το κανονικό ροκ, το χαρντ, ήτανε κάπως περιορισμένο. Θυμάμαι που είχε έρθει ο Κλάπτον για να παίξει με τους Juniors και του έδειχνα διάφορες φράσεις στην κιθάρα. Συζητάγαμε και με ρώταγε ‘πως κάνεις αυτό, πως κάνεις εκείνο’»… Άιντε πάλι…
Να και το "Δυο μικρά γαλάζια άλογα", το οποίο ενσωματώνω για το ρυθμικό παίξιμο του Αργύρη Κουλούρη. Η πρώτη κιθάρα (η ακουστική) είναι, λογικώς, του Ρωμανού, η δεύτερη, η ρυθμική, πάνω στην οποία στηρίζεται όλο το κομμάτι (αριστερό κανάλι), του Κουλούρη και η τρίτη, η lead (δεξί κανάλι στην αρχή), του Αλέκου Καρακαντά...

180 γραμμάρια

Για την Music On Vinyl έχω ξαναγράψει. Ολλανδική εταιρία, που τυπώνει σε audiophile βινύλια 180 γραμμαρίων κλασικά άλμπουμ του pop/ rock/ jazz παρελθόντος, σεβόμενη το άπαν. Δύο γνώμες για την ώρα…Η πρώτη αφορά στο “Raw Power” (1973) των Iggy and The Stooges, το τρίτο, δηλαδή άλμπουμ του Iggy Pop, που ηχογραφήθηκε στο Λονδίνο το φθινόπωρο του ’72 και πυροδότησε (περισσότερο από κάθε άλλο) την punk έκρηξη στο Νησί, στα μέσα της δεκαετίας. (Δεν ήταν μόνος του, φυσικά – δεν ξεχνώ τους Pink Fairies, ας πούμε –, αλλά ο Iggy ήταν Iggy). Η ολλανδική εταιρία κόβει, λοιπόν, σε 2LP το “Raw Power” (το ένα με το original mix του David Bowie και το άλλο με το απείρως βαρύτερο mix του Iggy Pop από το 1997, το οποίο απορρίφθηκε στην εποχή του), τυπώνει ένα 16σέλιδο full color booklet και παραδίδει στο μουσικόφιλο κοινό ένα ωραίο πακέτο, που δοκιμάζει (όπως έλεγαν παλιά) άπαντα τα στερεοφωνικά.
Μέλος της MainMan Management, του παραγωγού Tony Defries (μαζί και οι Lou Reed, David Bowie, Mott the Hoople…), o Iggy Pop – με τους Stooges διαλυμένους κατά βάση –, θα βρεθεί στο Λονδίνο, έχοντας δίπλα του τον δεύτερο κιθαρίστα του στο γκρουπ, από το ’71, τον James Williamson, και βεβαίως τον David Bowie· κάτω από την «προστασία» του οποίου, γενικώς, βρισκόταν. Αναζητώντας, βασικά, παίκτες, για το νέο του LP απορρίπτει τον Twink (τρομάρα του), γιατί δεν ήταν τόσο… aggressive (δύο φορές τρομάρα του) και καλεί από την Αμέρικα τον Ron Asheton (1948-2009), που έπαιζε κιθάρα και τώρα θα έπιανε το μπάσο, αλλά και τον αδελφό του Scott Asheton, που χτύπαγε τα ντραμς στα δύο προηγούμενα “Stooges” άλμπουμ. Μ’ αυτή τη line-up θα μπουν οι… νέοι Stooges στα στούντιο της CBS στο Λονδίνο, για να γράψουν το “Raw Power”, έναν απόλυτο punk δυναμίτη, ακόμη κι αν αναφερόμαστε στις πιο «μπαλαντικές» στιγμές του (“Gimme danger” στην πρώτη πλευρά, “I need somebody” στη δεύτερη). Τι άλλο; Τίποτ’ άλλο.
Ολλανδική εταιρία η Music On Vinyl δεν θα μπορούσε να ξεχάσει ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα που εμφανίστηκαν ποτέ στη χώρα – νομίζω; –, τους Shocking Blue, επανεκδίδοντας σε 180 γραμμαρίων βινύλιο το τρίτο LP του συγκροτήματος, που είχε τίτλο “Scorpio’s Dance” (1970), προσφέροντας 4 ακόμη bonus tracks. Οι Shocking Blue σχηματίστηκαν το 1967 από τους Robbie Van Leeuwen κιθάρα, Fred de Wilde φωνή, Klaasje van der Wal μπάσο, Frank Nodelijk όργανο και Cornelis van der Beek ντραμς. Χωρίς τον οργανίστα, ως κουαρτέτο, γράφουν το πρώτο τους LP [Polydor, 1968], και με την Mariska Veres (που είχε πάρει τη θέση του Fred de Wilde) το LP “At Home” [Pink Elephant, 1969] μέσα στο οποίο υπήρχε το “Venus”, ενώ, το 1970, με την κλασική τους συνθεση (Robbie, Mariska, Klaasje, Cornelis) δίνουν το “Scorpio’s Dance”, ένα από τα ωραιότερα άλμπουμ της καριέρας τους. Παρ’ όλα αυτά – και είναι περίεργο – από το LP δεν βγήκε ούτε ένα single (αφού το “Scorpio’s dance/ Sally was a good old girl” κόπηκε, απ’ ό,τι φαίνεται, μόνον ως promo). Το άλμπουμ άνοιγε, μετά από μια μικρή εισαγωγή, με το r&b “Alaska country”, το οποίο απογειώνεται από τα φωνητικά της Mariska και το break από τη φυσαρμόνικα. Η version στο “Sally was a good old girl” του Hank Cochran, έτσι όπως αποδίδεται, επιταχυνόμενα, τους πάει γάντι, ενώ το “Daemon lover” δείχνει, απλώς, το προφανές(;). Οι Shocking Blue δεν ήταν η μπάντα του ενός big hit, αλλά ένα εξαιρετικό συγκρότημα που άξιζε και αξίζει να απασχολεί ολόκληρη τη rock κοινότητα (ας ξεκινήσουμε απ’ αυτήν). Το “Little cooling planet” μπορεί να μη βρίσκεται στο ύψος του “Mighty Joe” (που υπάρχει στην έκδοση της Music On Vinyl ως bonus), αλλά είναι καλό τραγούδι. Ακόμη καλύτερο ήταν όμως το folk-rock gem στο… πρώτο μέρος και το τρίτο μέρος (με το exotica break στη μέση) “I love voodoo music”, με την Mariska Veres (1947-2006) να δείχνει πως τα κατάφερνε εξ ίσου καλώς και στις χαμηλόφωνες μπαλάντες. Το… ψυχεδελικό κλείσιμο με το “Water boy”, τον Robbie να παίζει σιτάρ και την Mariska να τραγουδά με τη γνωστή της «έπαρση» ή μάλλον σιγουριά, είναι ό,τι πρέπει. Στα bonus, εκτός του “Mighty Joe” η τραγουδάρα “Send me a postcard” καθώς και το single από την ίδιαν εποχή (1970) “Hello darkness/ Pickin’ tomatoes”.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

MARCUS SHELBY soul of the Movement

Ρίχνοντας κανείς μια ματιά σε προηγούμενες δουλειές τού μαύρου κοντραμπασίστα Marcus Shelby, αντιλαμβάνεται αμέσως γιατί η λέξη «μαύρος», στην περίπτωσή του, βαραίνει· βαραίνει εν σχέσει με το έργο του εννοώ. Ο Shelby δεν συνθέτει/ ερμηνεύει/ παρουσιάζει, απλώς, μία μουσική της φυλής του (jazz στην… ελεύθερη δύναμη), αλλά επιχειρεί, μέσω αυτής ακριβώς της μαυρότητας, να εμβαθύνει σε προσφιλή αγωνιστικά ιδεώδη. Οδηγός του, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί παρά να είναι αρχικώς η Ιστορία, και βεβαίως το ταλέντο του. Αλλά, ας ξεκινήσω από την πρώτη.
Στο προηγούμενο άλμπουμ του “Harriet Tubman” [Noir, 2008], για το οποίον είχε γράψει στο Jazz & Τζαζ ο Βαγγέλης Αραγιάννης (δείτε κι εδώ… http://is.gd/kj260i), o Shelby είχε επικεντρωθεί στην περίπτωση της Harriett Tubman, μίας σημαντικής αγωνιστικής προσωπικότητας που έζησε κυρίως τον προπερασμένον αιώνα, και που εξακολουθεί να χαίρει τρανής εκτίμησης στη διαβασμένη μαύρη κοινότητα, ενώ στο πιο προηγούμενο, που είχε τίτλο “Port Chicago” [Noir, 2006] καταπιανόταν με το δυστύχημα της 17/7/1944 στο λιμάνι Port Chicago της California, όταν κατά τη διάρκεια φόρτωσης πυρομαχικών που όδευαν για τις πολεμικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στον Ειρηνικό, εκείνα εξερράγησαν, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 320 ναύτες-εργάτες, στην πλειονότητά τους μαύροι.Έτσι, κάπως, και στο έσχατο CD του “Soul of the Movement, Meditations on Dr. Martin Luther King, Jr.” [Porto Franco, 2011] ο Marcus Shelby αφορμάται από την περιπέτεια των αφρο-αμερικανικών πολιτικο-κοινωνικών δικαιωμάτων στα χρόνια του ’50 και του ’60, προκειμένου να δημιουργήσει ένα σύγχρονο έργο για πολυμελή ορχήστρα (στην εγγραφή πήραν μέρος 22 μουσικοί), βασισμένο συνειδησιακώς στα ψαξίματά του σε αρχεία και ινστιτούτα (Martin Luther King Jr. Research and Education Institute at Stanford University κ.ά.) και ηχητικώς στη «μεγάλη μαύρη μουσική» που του παρεδόθη (spirituals, Charles Mingus, Curtis Mayfield…), επεκτείνοντας τα διδάγματά της εντός των δικών του συνθέσεων. Έτσι, δεν είναι μόνον τα κλασικά “Fables of Faubus” και “We’re the winner”, τα οποία οικειοποιείται με απαράμιλλη άνεση η ορχήστρα του, είναι και το “Emmett Till” (πρόκειται για τον μαύρο πιτσιρίκο, που «φάγανε» στο Νότο, το 1955, επειδή φλέρταρε μία λευκή), το “Black cab” (αναφέρεται στο μποϊκοτάζ των μαύρων στα λεωφορεία, από τα τέλη του 1955 και για 381 μέρες, και κυρίως στους οδηγούς, που τους βοηθούσαν να μετακινηθούν προς τις δουλειές τους, τα σχολεία κ.λπ. – εξαιρετικό blues, με τη φωνή του Kenny Washington), το “Trouble on the bus” (αφιερωμένο σε όσους αγωνίστηκαν ν’ αλλάξουν τις συνθήκες μετακίνησης των μαύρων στο Νότο και κυρίως στον… freedom rider Bayard Rustin), το “Birmingham: Project C” (αναφορά στο πλάνο, υπό τον Dr. King, Project C και στην προσπάθεια υπεράσπισης του μαύρου σώματος και της ψυχής στο Birmingham της Alabama, το 1963)…
Η μουσική ελεγεία του Marcus Shelby, έτσι όπως αναπτύσσεται στο “Soul of the Movement”, ξεπερνά τα προφανή αισθητικά ζητήματα, αγγίζοντας τα όρια της «αποστολής». Δεν υπάρχει ουδείς λόγος να ξεχάσεις. Εκεί, ή όπου αλλού…
Επαφή: www.portofrancorecords.com/shelby

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

EVAN PARKER, PAUL LYTTON δύο μικρόφωνα

Ρίχνοντας μια ματιά στο βιβλίο του Francesco Martinelli Evan Parker, Discography [Bandecchi & Vivaldi Editore, Pontedera 1994], το session “collective calls (urban) (two microphones)” – έτσι καταγράφηκε σε άλμπουμ από την Incus [5], ηχογραφημένο στο Λονδίνο, το διήμερο 15-16 Απριλίου του 1972 –, υπήρξε το εικοστό τέταρτο στην καριέρα του free-improv σαξοφωνίστα.
Είχαν προηγηθεί συναντήσεις, αλλά και δίσκοι, κατά σειρά, με τα/τους Spontaneous Music Ensemble, Peter Brotzmann Octet, Chris McGregor Brotherhood of Breath, Tony Oxley Quintet, Peter Brotzmann Sextet, Manfred Schoof, Music Improvisation Company, Pierre Favre Quartet, Terry Durham, Instant Composer’s Pool, Basil Kirchin, Alex Schlippenbach Trio και φυσικά η πρώτη εμφάνισή του στην Incus, με τους Derek Bailey και Han Bennink – το άλμπουμ “The Topography of the Lungs” δηλαδή, ηχογραφημένο στο Λονδίνο την 13/7/1970.
Η εταιρία Incus ήταν αυτοδιαχειριζόμενη, φτιαγμένη βασικά από μουσικούς – τους Derek Bailey, Tony Oxley και τον ίδιον τον Evan Parker, τους οποίους συνέδραμε οικονομικώς ο Michael Walters – και η οποία μπήκε με όρεξη στην παραγωγή, εκεί στις αρχές του ’70 προσφέροντας, πλην του “Topography of the Lungs”, το “Solo Guitar” [Incus 2, rec. 2/1971] του Derek Bailey, καθώς και το “Iskra 1903” [Incus 3/4, rec. 5/1972] του φερώνυμου γκρουπ (Derek Bailey, Barry Guy, Paul Rutherford), πριν ακολουθήσει το “Collective Calls”, για το οποίο γράφω τώρα λίγα λόγια.
Απολύτως ενταγμένο μέσα στο κλίμα, το πλαίσιο και την αισθητική του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, που είχε διαμορφωθεί στο Νησί από την εποχή των AMM και των Spontaneous Music Ensemble, το “Collective Calls” είναι ένα έργο, το οποίο ακόμη και σήμερα ακούγεται με απόλυτο ενδιαφέρον. (Τουλάχιστον τούτο διαπίστωσα, προσωπικώς, βάζοντας το LP στο πικάπ μετά από πολλά χρόνια). Το πρώτο track έχει τίτλο “Peradam” και ως εισαγωγή μοιάζει ιδανικό. Τα… ολέθρια φυσήματα του Evan Parker, ο οποίος χειρίζεται σοπράνο και τενόρο, βαδίζουν παραλλήλως με την… υπόκωφη συνοδεία του Paul Lytton, τα sound effects του οποίου, και κυρίως τα χτυπήματά του με το πόδι, προσδίδουν στο κομμάτι ένα αδυσώπητο βάθος. Το “Cat’s flux” είναι… υφέρπον. Περισσότερο, δε, εκείνα που πρωταγωνιστούν είναι τα effects και τα γρυλίσματα, προσαρμοσμένα σ’ ένα περιβάλλον θριλερικής υποβολής. Ηλεκτρακουστικό ναι, jazz (υπό οιαδήποτε έννοια) το λιγότερο. Το 13λεπτο “Shaker” συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο, πριν αρχίσει ν’ ανεβάζει στροφές, υποβοηθούμενο και από κάποιο χαλί, που μοιάζει να προέρχεται από κασετόφωνο, που ηχογραφείται παραλλήλως με τα υπόλοιπα όργανα. Το… υποτονικόν του πράγματος, σπάει με τα πιατίνια και την μπότα του Lytton, που αδυνατούν όμως να σκεπάσουν τις ηχητικές δολιοφθορές του Parker. Το διάρκειας 1:12 “Left of the neo-left” κλείνει την πρώτη πλευρά. Στην b side καταγράφονται δύο μεγάλης διάρκειας κομμάτια και δύο μικρής. Τα “Lytton perdu” (13:25) και “Some mother blues” (8:30) είναι δύο περιπετειώδης συνθέσεις (άπασες ανήκουν στους Lytton/ Parker), με τα σαξόφωνα του Parker να ακούγονται σαν να είναι ηχογραφημένα σε άλλο δωμάτιο του στούντιο (με κακή μόνωση) και τον Lytton (υποθέτω και τον Parker) να «γεμίζουν» με ποικίλα percussions, sound effects και θορύβους από αυτοσχέδια όργανα.
Οι δύο μουσικοί θα δισκογραφήσουν έκτοτε ουκ ολίγες φορές, είτε ως duo (“At The Unity Theatre”, 1975), είτε σε trio με τον George Lewis ή τον Barry Guy (κυρίως), είτε με μεγαλύτερες ορχήστρες (The London Jazz Composers’ Orchestra). Το βρετανικό free-improv στις απόλυτες δόξες του.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

DJ CHRISTOS KATSAITIS main mix...

Ο τίτλος της συλλογής Ayobaness! - The Sound of South African House (2010) της γερμανικής Out Here Rec τα λέει όλα. Ο νέος μαύρος ήχος της Νότιας Αφρική – που δεν είναι και τόσο νέος, αφού προϊόντος του χρόνου, αφήνει πίσω του τη ψυχική ανάταση και την αισιοδοξία, που επέφερε το τυπικό πέρας του apartheid το 1994, μπαίνοντας, πια, βαθειά στο πρόβλημα – εδώ, σε μια φάση απόλυτης έξαψης, διεκδίκησης κοινωνικής και φυσικά χορευτικότητας.Νοτιοαφρικανικό house λοιπόν, από τα ντανσφλόρια του Johannesburg, του Durban και των άλλων μεγάλων πόλεων της χώρας, σε συνδυασμό με πρόσφορες… township funky πρακτικές και την πολυποίκιλη, βεβαίως, τοπική ρυθμολογία. Το κράμα, που ονομάστηκε kwaito, και που εκφράστηκε στη shangan, τη zulu και την xhosa, είναι εκείνο που κατά βάση πρωταγωνιστεί στη μαύρη νεανική κοινότητα την τελευταία 17ετία. L’Vovo Derrango, Pastor Mbhobho (ο… τρελός παπάς, με τον ύμνο του στυλ “Ayobaness”), DJ Cleo, DJ Mujava (από τα προάστια της Pretoria), Shana, μία φωνητική ομάδα, για την οποία δουλεύει, φτιάχνοντας μουσικές και γράφοντας στίχους, ο DJ Christos Katsaitis («μορφή» του νοτιο-αφρικανικού house), DJ Clock & Big Nuz (από το Durban με το single “Xavatha”)… Για άπαντα τα θέματα υπάρχει στη συλλογή αναλυτικότατο 20σέλιδο booklet. Εδώ, όμως, ένα ολίγον παλαιότερο κομμάτι του συμπατριώτη… Φθάστε το μέχρι τέρμα…

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

παραμύθια με τη ρίγανη

Έριξα μια ματιά στη συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου στον Γιώργο Δημητρακόπουλο, στην τελευταία Athens Voice (τ.336, 3-9/3/2011). Ο δημοσιογράφος προϋπαντεί τον καλεσμένο του, γράφοντας πως ο Σαββόπουλος είναι «Ιδανικός αφηγητής. Πάντα ήξερε να λέει ιστορίες».
Η δική μου γνώμη είναι πως ο Σαββόπουλος δεν είναι καθόλου καλός αφηγητής, γιατί σε real time ποτέ δεν κρέμεσαι από τα χείλη του. Όσα λέει είναι προβαρισμένα, ενώ άλλα τα επαναλαμβάνει με μαθηματική ακρίβεια μέσα στα χρόνια, στις κατά καιρούς συνεντεύξεις του. Μη συγχέουμε τα τραγούδια του, που, φυσικά, δεν είναι όλα «ιστορίες» –προσωπικώς θα έλεγα πως τα περισσότερα και τα καλύτερα δεν είναι «ιστορίες»– με το επικοινωνιακό χάρισμα, που μπορεί να έχουν χιλιάδες καθημερινοί άνθρωποι, γνωστοί στις παρέες του καθενός μας. Ο Σαββόπουλος είναι πάντα «κουμπωμένος» και δύσκολος στην επικοινωνία. Τούτο το λέω εμπιστευόμενος την προσωπική μου αίσθηση, που αγγίζει και την εμπειρία. Αλλά επειδή η αίσθησή μου δεν λέει τίποτα σε κανέναν άλλον πλην εμού, ευρύτερη αξία έχουν τα λόγια ενός ανθρώπου που γνώριζε τον Σαββόπουλο από πολύ κοντά, και που κάποτε είχε πει τα παρακάτω. Αναφέρομαι, βεβαίως, στον Τάσο Φαληρέα.
«Ο Σαββόπουλος έχει έναν τρόπο να συζητάει με τους φίλους του. Δεν έχει κανένα τρόπο να συζητάει με οποιονδήποτε άλλο. Αυτό είναι το πρόβλημά του. Από τη στιγμή που γίνεται δημόσιο πρόσωπο, είναι ο πιο άτεχνος άνθρωπος που υπάρχει. Είναι ο πιο αντικοινωνικός χαρακτήρας που κυκλοφορεί. Οτιδήποτε πει, από την ώρα που δημοσιοποιείται, είναι καθαρά συμπτωματικό και προέρχεται από πανικό»
(Ήχος & Hi-Fi, τεύχος 243, 6/1993).
Τελευταίως, πληροφορούμαστε πως ο Σαββόπουλος μετετράπη ξαφνικά σε… εθνικό παραμυθά. Και με αφορμή τη «Θεογονία» του ξαναγίνεται ο σχετικός ντόρος. Στην εν λόγω συνέντευξη στην A.V. λέει απίστευτα πράγματα· με τον δημοσιογράφο, φυσικά, ν’ ακούει, αλλά χωρίς να παρεμβαίνει (τι διάβολο, με e-mail έκανε τη συνέντευξη;).
Επειδή ο Σαββόπουλος είναι ανίκανος πια να γράψει και το παραμικρό τραγούδι (το έχει πει και ο ίδιος για τον εαυτό του), καταφέρεται εναντίον του τραγουδιού, μ’ έναν τρόπο που δεν μπορεί παρά να εγείρει απορίες (το λιγότερο).
Απαντώντας στη χαζή ερώτηση «Τι ρόλο μπορεί να παίξουν σήμερα τα τραγούδια για να ξεπεράσουμε την κρίση;», ο Σαββόπουλος απαντά:
«Προς θεού, όχι άλλα τραγούδια! Όχι άλλοι τραγουδιστές-προφήτες. Πολύ τραγουδήσαμε στην Ελλάδα, χρειάζεται και λίγη περισυλλογή, δεν νομίζετε;».
Δεν ξέρω σε ποιους τραγουδιστές-προφήτες αναφέρεται ο Σαββόπουλος και, κυρίως, δεν ξέρω, αν εντάσσει και τον εαυτό του στη συγκεκριμένη «προφητική» ομάδα. Εκείνο, όμως, που είναι σαφές είναι πως χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ το τραγούδι· τη μουσική και το στίχο. Και κυρίως χρειαζόμαστε το τραγούδι, που προσπαθεί να διακρίνει το φως πίσω από τ’ αποκαΐδια.
Το ρόλο που έπαιξε ο Σαββόπουλος με το τραγούδι του τη δεκαετία 1965-75, ο ίδιος δεν τον αναγνωρίζει σήμερα σε κανέναν. Μιλάμε για την απόλυτη εγωπάθεια. Φυσικά, κανείς δεν πρόκειται να τον ακούσει. Κανείς δε θα σιωπήσει, εξ όσων έχουν την ορμή να βγουν και να τραγουδήσουν εκείνο που τους καίει.
Μία δεύτερη χαζή ερώτηση –«ποια θα μπορούσε να είναι η διέξοδος από την κρίση;»– απαντάται μ’ έναν τρόπο διφορούμενο, για να μην πω… τριφορούμενο.
«Θα σας πω αυτό το κουλό που λέγανε παλιά στις δημόσιες υπηρεσίες (σ.σ. ακόμη το λένε). ‘Τι να σας πω, κι εγώ υπάλληλος είμαι’».
Κάνει πλάκα ο Σαββόπουλος, αποφεύγοντας ν’ απαντήσει, σε στυλ καφενείου, σε μια κοινότοπη ερώτηση; Ρίχνει τα βέλη του κι αυτός, κεντράροντας στο γνωστό… παγκαλικό στόχο τού «όλοι μαζί τα φάγαμε»; Θεωρεί και ο ίδιος τον εαυτό του ως «μέρος» του προβλήματος; Όλα θα είχαν δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Αντί, λοιπόν, ο Δημητρακόπουλος να επιμείνει πάνω σ’ αυτό, το προσπερνά, προκειμένου να διατυπώσει την απόλυτη ερώτηση κλισέ: «Ποιος είναι ο ρόλος των διανοουμένων σήμερα; ». Για ν’ απαντήσει ο Σαββόπουλος:
«Χάθηκε δικαιολογημένα κάθε εμπιστοσύνη στους διανοουμένους, στους καθηγητές, στους δημοσιογράφους και στους τραγουδιστάδες του λαού». 
Για τους διανοούμενους που δεν σιωπούν τα είχα πει κι εδώ (http://is.gd/vUy4yK) και δεν υπάρχει λόγος να ξαναγράψω τα ίδια. Έχω, όμως, μιαν απορία. Γιατί τσουβαλιάζει ο Σαββόπουλος τους πάντες, διανοουμένους, καθηγητές, δημοσιογράφους, τραγουδιστάδες του λαού, δίχως να λέει ποιους εννοεί; Σίγουρα δεν εννοεί τον Ράμφο (καθότι αναφέρεται σ' αυτόν παρακάτω). Αλλά δεν κατάλαβα; Μόνον ο Ράμφος μιλάει; Δεκάδες άνθρωποι μιλάνε και γράφουν στις εφημερίδες και στο δίκτυο, επιχειρώντας να φωτίσουν το γιατί φθάσαμε εδώ που φθάσαμε και κυρίως για το τι θα πρέπει να γίνει από τούδε και στο εξής. Γιατί χάθηκε η εμπιστοσύνη προς όλους; Ποιους βολεύει η συνολική απαξία; Μην απαντήσω, είναι προφανές. Ή μάλλον ν’ απαντήσω. Σε όσους κυβερνούν ή ετοιμάζονται να κυβερνήσουν ή να ξανακυβερνήσουν με 17 και με 20%. Οι ευθύνες δεν είναι ποτέ συλλογικές. Κάποιοι έχουν μεγαλύτερο μερίδιο, κάποιοι μικρότερο και κάποιοι δεν έχουν καθόλου. Και αυτό ισχύει και για τους διανοούμενους και για τους… τραγουδιστάδες του λαού.
Διονύση Σαββόπουλε έχεις το κουράγιο, τη διάθεση, τη θέληση να πεις ονόματα; Περιμένει ο κόσμος ν’ ακούσει. Ποιοι είναι οι (καθεστωτικοί) διανοούμενοι, δημοσιογράφοι και τραγουδιστάδες, που έχουν απολέσει και την παραμικρή εμπιστοσύνη; Πες το, να τ’ ακούσουμε απ’ το στόμα σου. Παίξε, αν θέλεις, κι εσύ μια φορά για να δυσαρεστήσεις. Μίλησε –αφού θες να μιλήσεις– καθαρά, και όχι με αναμασήματα. Πες μας για τους Λύκους κι άσε κατά μέρος τις Κοκκινοσκουφίτσες…

Υ.Γ. Προς τα τέλη της δεκαετίας του '80 θυμάμαι ένα τραγούδι, που είχε γράψει ο Δημήτρης Λέκκας σε στίχους Δημήτρη Βενιζέλου, και το οποίο -αν δεν κάνω κάποιο λάθος- τραγουδούσε ο Γιάννης Παλαμίδας. Ήταν μία πολύ ωραία funk/rock εκδοχή της "Θεογονίας".
"Από το Χάος, τη Γη και τον Έρωτα/ πρώτα γεννήθηκε το Έρεβος κι η Νύχτα/ κι όταν το Έρεβος κι η Νύχτα κάναν έρωτα/ γεννήθηκε η Μέρα κι ο Αιθέρας. Απ' τη Νύχτα γεννήθηκαν κι άλλα παιδιά, χωρίς το σπέρμα κάποιου άντρα/ η Τύχη, η Μοίρα, η Εκδίκηση, ο Σαρκασμός, ο Πόνος, η Απάτη"...
Δεν νομίζω να βγήκε ποτέ σε δίσκο...

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

YEDEN ανατολικο-βαλκανικά…

Ο νεο-παραδοσιακός ήχος, εκείνος που κυριάρχησε στις world σκηνές, ιδίως στη δεκαετία του ’90 – την εποχή του ethnic ξεσαλώματος – εξακολουθεί ν’ απασχολεί τη μουσική ομήγυρη. Τούτο κάτι σημαίνει. Σημαίνει, βασικά, πως όσοι ξεκίνησαν, τότε, να τον υπηρετούν, συνεχίζοντας να ανταποκρίνονται στην ανάγκη για ένα ουσιαστικό δόσιμο, βρίσκονται τώρα κάπως μόνοι. Είναι η… μοναξιά του αποφασισμένου καλλιτέχνη, του ταγμένου δημιουργού, που δεν εξαρτά την προσφορά του από τα κελεύσματα του καιρού, αλλά μονάχα από τις βαθύτερες εσωτερικές του ανάγκες. Αυτή η αίσθηση – που δεν πρόκειται για αίσθηση, αλλά για βεβαιότητα – μου δίνεται, καθώς ακούω το άλμπουμ των Yeden [nomeolvides-co. Records, 2010], ενός ελληνικού συγκροτήματος, που κινείται στο χώρο των παλαιών ακουσμάτων, προσφέροντας ένα 2CD (διάρκεια περί τα 95 λεπτά) αποκλειστικώς δικών του συνθέσεων.Αν και κάποια από τα ονόματα των (ελλήνων) μουσικών – έτσι όπως περιεργάζομαι το όμορφο χάρτινο εξώφυλλο –, μου φαίνονται γνωστά, όπως ας πούμε εκείνο του Χρήστου Μπάρμπα, είναι ο Ισπανός Efren Lopez, εκείνος που με συνδέει με το παρελθόν του ήχου, και πιο συγκεκριμένα με τους L’Ham de Foc· ένα από τα καλύτερα ισπανικά γκρουπ του είδους. Παραλλήλως με τους L’Ham de Foc, ο Lopez αρχίζει να ταξιδεύει προς τα μέρη μας (Ελλάδα, Τουρκία) και να συνεργάζεται με μουσικούς, όπως οι Ross Daly, Mehmet Erenler, Erol Parlak, Yurdal Tokcan, Necati Celik, Στέλιος Πετράκης, Θύμιος Ατζακάς, Μαρία Θωίδου, το (ελληνικό) γκρουπ Ex Silentio, αλλά και με τους Χρήστο Μπάρμπα και Ελένη Καλλιμοπούλου, μέλη αμφότεροι των Yeden, επεκτείνοντας προς Ανατολάς τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες. Ποιοι είναι οι Yeden λοιπόν, έτσι όπως αναφέρονται τα ονόματά τους στο εξώφυλλο του CD; Οι Χρήστος Μπάρμπας νέι, καβάλ, μπανσούρι, φλογέρα, Ελένη Καλλιμοπούλου πολίτικη λύρα, λάφτα, Efren Lopez κιθάρες, ταρ, σάζι, ραμπάμπ, λαούτο, μπεντίρ, στάμνα, Παναγιώτης Πούλος λάφτα, σάζι, Θωμάς Κωστούλας διάφορα κρουστά, Δημήτρης Τασούδης τύμπανα και Pendram Khavarzamini τομπάκ. Ένα αμιγώς ακουστικό γκρουπ δηλαδή, που επιχειρεί – θα έλεγα, έτσι, με κάποια γενικότητα –, στις μουσικές της νοτιο-ανατολικής Μεσογείου.
Το αποτέλεσμα είναι εκείνο που πρέπει να είναι, από το πρώτο κιόλας άκουσμα. Το “Vima vima” (σύνθεση της Καλλιμοπούλου) σε συνεπαίρνει με τον διονυσιακό ρυθμό του και τα παράλληλα γεμίσματα από τον κεμεντσέ και τα πνευστά, το «Γύρω στις δώδεκα» (σύνθεση του Μπάρμπα) εμφανίζει μιαν αρχοντιά πλησίον εκείνης της κλασικής οθωμανικής μουσικής, ενώ το “Pente” ως σύνθεση (της Καλλιμοπούλου), και κυρίως ως απόδοση, θα το χαρακτήριζα ως ένα κάπως… avant θέμα, με την έξοχη κιθαριστική εισαγωγή του Lopez, τη δίλεπτη κρουστή χαμηλόφωνη «ομοβροντία», αλλά και το δυναμικό ομαδικό κλείσιμο. Κατ’ αναλογίαν το “Tutus sevenade”, μία τρίλεπτη σύνθεση του Παναγιώτη Πούλου, διατηρεί, εν πυκνώσει, όλα εκείνα τα μαγικά στοιχεία που αναγνωρίζουμε στις βορειο-ελλαδικές (πείτε τες και βαλκανικές) παραδοσιακές μουσικές. Όλα στο πρώτο CD. Στο δεύτερο CD τα τρία μεγάλης διάρκειας θέματα κυριαρχούν. Κατ’ αρχάς στο 15λεπτο «Πέρασμα» του Χρήστου Μπάρμπα η εισαγωγή με το νέι, η χρήση των κρουστών, αλλά και ο τρόπος που αναπτύσσεται η σύνθεση μας παραπέμπουν στις τρανές μουσικές της Ανατολίας, εκεί όπου το βαθύ τσιγγάνικο στοιχείο αποτελεί κινητήρια δύναμη. Το 15λεπτη «Φαάνθη» (επίσης σύνθεση του Μπάρμπα) είναι ένα εξαιρετικό κομμάτι (θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω αμέριστα ψυχεδελικό), με άψογη μελωδική γραμμή και ιλιγγιώδη παιξίματα· από τις κορυφαίες στιγμές του “Yeden”. Αλλά και το 12λεπτο «Το μουστάκι της Μόνα Λίζα» (σύνθεση των Efren Lopez, Σοφίας Παπαγεωργίου, Χρήστου Μπάρμπα) δεν υπολείπεται. Απεναντίας, η κάπως προχωρημένη απόδοσή του το κάνει ακόμη πιο ελκυστικό στ’ αυτιά μου· κοντά στα «τραβηγμένα» φολκλορικά των Σουηδών Archimedes Badkar και Ramlosa Kvallar.
Επαφή: www.myspace.com/yedenmusic

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

PUBLIC ENEMIES sunny

Η Karin Krog είναι μια τραγουδίστρια, την οποίαν έχω παρακολουθήσει σε όλη της την πορεία – από τις αρχές του ’60 έως τις μέρες μας. Στα μέσα των sixties, η Krog, που γραφόταν και ως… Krogh, συνεργαζόταν μ’ ένα από τα καλύτερα r&b νορβηγικά γκρουπ, τους Public Enemies. Μαζί είχαν γράψει δύο 45άρια, το ένα με τα τραγούδια “Sunny/ We’re gonna move to the outskirts of town” [Sonet T-9525, 1966]. Το “Sunny” ήταν φυσικά ο pop ύμνος του Αφροαμερικανού Bobby Hebb, που τον ερμήνευσαν άπαντες. Από τον Frank Sinatra και τον Duke Ellington, μέχρι τον Nick Cave και τους Boney M.Κάποτε, το είχα βρει αυτό το τραγούδι (που είναι διαχρονικό αγαπημένο) με την Karin Krogh και τους Public Enemies σ’ ένα split σουηδικό 45άρι, αποτελούμενο από τέσσερα κομμάτια, τεσσάρων διαφορετικών ονομάτων: Karin Krogh & Public Enemies ‘Sunny’, The Hitmakers ‘Last train to Clarksville’/ Robert Parker ‘Barefootin’, Suzie & Big Dee Irwin ‘I can’t get over you’ [Juke JSEP-5557, 1966]. Τώρα, το θυμήθηκα. Κι επειδή το βρήκα στο YouTube έγραψα αυτό το μικρό σημείωμα…