Δεν χρειάζεται να πω (ή μήπως χρειάζεται;) ποιος είναι ο τουμπίστας
Γιάννης Ζουγανέλης (1938-2006) και ποια είναι τα κατορθώματά του. Ας σημειώσω
λοιπόν πως πρωτάκουσα συνειδητά την τούμπα τού
μεγάλου παίκτη στην «Ρεζέρβα» [
Lyra,
1979] του Σαββόπουλου (ο πρώτος στίχος από το «Αουντουαντάρια» λέει:
‘Τούμπα
ειν’ ο Γιάννης Ζουγανέλης…’), ενώ αργότερα πρόσεξα το παίξιμό του στο “
Sweet Movie” [Πολύτροπον/
Lyra, 1974] και στα «Πέριξ» [Πολύτροπον/
Lyra, 1974] του Χατζιδάκι.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 έτυχε ν’ ακούσω τη σύνθεση του Θόδωρου Αντωνίου “
Six Likes” από το άλμπουμ «1η +
2η Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής» [
EMI/
His Master’
s Voice, 1973], ενώ στο τέλος
της δεκαετίας έπεσε στα χέρια μου κι εκείνος ο δίσκος με την τούμπα και την
καρέκλα στο εξώφυλλο, αλλά με τον μουσικό απόντα [
Concert Athens, 1989]. Υπέροχοι ήχοι
από
Bach μέχρι
Grieg
και από Takács μέχρι
Paganini.
Στην πορεία άκουσα, βρήκα και διάβασα περισσότερα. Ο Γιάννης Ζουγανέλης
ακουγόταν σε σημαδιακούς δίσκους της δεκαετίας του ’70, όπως στην «Τετραλογία»
[
EMI/
Columbia, 1974] του Δήμου Μούτση, στα
«Νέγρικα» [
MINOS, 1975]
του Μάνου Λοΐζου, στον «Θεσσαλικό Κύκλο» [
EMI/
Columbia,
1974] και στα «Ανεξάρτητα» [
EMI/
Columbia, 1975] του
Γιάννη Μαρκόπουλου, στο φερώνυμο
LP της Μαρίζας Κωχ [
CBS, 1978]… Ακουγόταν ακόμη στα δύο
LP «4η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης
Μουσικής» [
EMI/
His Master’
s Voice, 1973] ερμηνεύοντας τα
έργα «Κράτημα» του Μιχάλη Αδάμη και «Ζαλούχ» του Δημήτρη Δραγατάκη.

Εκείνη περίπου την εποχή (στις αρχές της δεκαετίας του ’90)
είχε πέσει στα χέρια μου κι ένα τεύχος του περιοδικού Μουσική, το υπ’ αριθμόν 26, από τον Ιανουάριο του 1980, στο οποίον
ο Γιάννης Ζουγανέλης έβγαζε τα εσώψυχά του, σε μία εξαιρετική συνέντευξη στον Χάρη
Βρόντο· ο οποίος Βρόντος σημείωνε στην εισαγωγή: «Βγήκε στη σύνταξη, πριν λίγο καιρό, ο τουμπίστας της Κρατικής
Ορχήστρας Αθηνών κι όλοι περιμέναμε στη θέση αυτή να δούμε τον Γιάννη
Ζουγανέλη. Όμως ο αυτοκράτωρ Μα.Χα. φαίνεται να μην εκτιμά καθόλου την
παγκόσμια αναγνωρισμένη προσωπικότητα του Ζουγανέλη και για τούτο –αντ’ αυτού–
τοποθέτησε στην ΚΟΑ έναν υπενωμοτάρχη της Χωροφυλακής! Δεν θέλουμε να
πιστέψουμε ότι η αιτία αυτής της αδικίας βρίσκεται στην συνδικαλιστική δράση
του Γιάννη Ζουγανέλη. Ότι δηλαδή ο κ. Χατζιδάκις, πικραμένος από την
αγωνιστικότητα και την αγάπη του Ζουγανέλη για τους συναδέλφους του και τα
δίκαια αιτήματά τους, τον αγνόησε. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι οι λόγοι είναι
κάπως καλλιτεχνικοί. Το ήθος άλλωστε του κ. Χατζιδάκι αυτό δηλώνει!».
Τον Φεβρουάριο του 1997 συνάντησα τον Γιάννη Ζουγανέλη στο
σπίτι του, κάπου στην Άνω Ηλιούπολη, με αφορμή (τότε) μία επανεμφάνισή του στο
πάλκο, δίπλα στην Βούλα Σαββίδη. Είχαμε πει πολλά, πάρα πολλά, κι ένα μικρό
μόνο μέρος εκείνης της κουβέντας είχε μεταφερθεί στο Jazz & Τζαζ (τεύχος 48), τον αμέσως
επόμενο μήνα (Μάρτιος 1997). Στα επόμενα χρόνια και μέχρι τον θάνατό του, τον
Αύγουστο του 2006, ο Γιάννης Ζουγανέλης απασχόλησε ελάχιστα το πάλκο και τη
δισκογραφία, με την τελευταία εμφάνισή του να καταγράφεται στο άλμπουμ τού
Αλέξη Βάκη «Λείπουν Όλα Κι Είναι Εδώ» [Καθρέφτης/Τροχός, 1999].

Τον Νοέμβριο του 2006, λίγους μήνες δηλαδή μετά το θάνατο
τού κορυφαίου τουμπίστα, το Jazz & Τζαζ
κυκλοφόρησε ένα ειδικό τεύχος (το 164) αφιερωμένο στην τέχνη του. Στα κείμενα,
οι Γιάννης Πατίλης, Γιώργος Ε. Παπαδάκης, Αλέξης Βάκης, Θόδωρος Αντωνίου και
Διονύσης Σαββόπουλος έγραψαν για τον απόντα μουσικό, ενώ στο CD που συνόδευε το τεύχος ακούγονταν
17(!) κομμάτια στα οποία η τούμπα του Γιάννη Ζουγανέλη πρωταγωνιστούσε.
Κομμάτια γνωστά (του Χατζιδάκι, του Σαββόπουλου κ.ά.), αλλά και ανέκδοτα
(ανάμεσα και το σπανιότατο “Six Likes”
του Αντωνίου).
Τα θυμήθηκα όλα αυτά προσφάτως. Κι επειδή τα θυμήθηκα, να κι
ένα αδημοσίευτο απόσπασμα από την κουβέντα μας (τον Φεβρουάριο του ’97), που
για μένα έχει ιδιαίτερη και διαχρονική αξία. Ελπίζω και για εσάς…
Γνωρίζω ότι είχατε
σχέση με την Πάτρα. Μεγαλώσατε και ζήσατε στις λαϊκές γειτονιές της πόλης, των
χρόνων του ’50… Άλλη, όμως, η μουσική του λαού και άλλη αυτή που είχατε στο μυαλό
σας…
Εγώ περισσότερο ευχαριστιόμουνα όταν έπαιζα ελαφρά ή λαϊκή
μουσική παρά στα κοντσέρτα. Να το ξέρεις αυτό. Ήταν και είναι τέτοια η σύσταση
της ψυχής μου. Η μουσική για μένα δεν υπήρξε ποτέ σκοπός. Ήταν μέσο για να δω
τα πράγματα ολόκληρα. Η ψυχή μου όμως πάντοτε ήταν εκεί. Στη γειτονιά μου. Αυτό
δε σημαίνει όμως ότι θα της χαριζόμουν. Για παράδειγμα, τη μητέρα μου δεν την
εκτιμούσα για τις μουσικές της προτιμήσεις. Μπορεί να με γέννησε και να
εξαρτιόταν η ζωή μου από αυτήν. Δεν σημαίνει όμως αυτό ότι θα ενστερνιζόμουν
τις ιδέες και τις προτιμήσεις της.
Παίξατε λοιπόν λαϊκή
μουσική. Ζήσατε, από το πάλκο, τη λαϊκή διασκέδαση…
Τον κόσμο, το ακροατήριο το ντρεπόμουν. Ακόμα και τώρα. Δεν
θεωρώ τον εαυτό μου αρμόδιο να μιλήσει από καθέδρας. Και είναι έδρα η μουσική.
Η καρέκλα του σολίστα είναι έδρα. Στην ελαφρά και τη λαϊκή μουσική αισθάνομαι
άνετα, γιατί εκεί δεν πάω για να διδάξω τον κόσμο, αλλά για να τον διασκεδάσω.
Ίσως, μας πέρασαν από μικρούς την εντύπωση ότι ο λόγος της κλασικής μουσικής
είναι διδακτικός και για λίγους. Δεν ισχύει αυτό. Εγώ όταν παίζω μπροστά στον
κόσμο αισθάνομαι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο απολογούμενος. Οι αγωνίες και
οι ενοχές μου, γι’ αυτό που έπαιξα και κράτησε ο κόσμος, δεν μετριάζονταν ούτε
από τους επαίνους, ούτε από τις καλές κριτικές. Την ώρα που έπαιζα ποτέ δεν
ευχαριστήθηκα. Μόνο αποστασιοποιούμενος μπορούσα να νοιώσω τη χαρά του
παιξίματος.
Δηλαδή;
Θα σου πω ένα περιστατικό. Θυμάμαι κάποτε με είχε πάρει
τηλέφωνο ο Βαγγέλης Χριστόπουλος, ένας πολύ καλός ομποΐστας και μου λέει:
«Άνοιξε το ραδιόφωνο Γιάννη σ’ εκείνο το σταθμό, για ν’ ακούσεις έναν
καταπληκτικό τουμπίστα». Ανοίγω εγώ λοιπόν ν’ ακούσω και μένω μ’ ανοιχτό το
στόμα. Τι έπαιζε! Γλύκα, ευφροσύνη, γέμισε η καρδιά μου. Όταν τελείωσε το
κομμάτι άκουσα ότι ήμουν εγώ. Τότε πραγματικά ευχαριστήθηκα.
Γνωρίζω από μια
παλαιά συνέντευξή σας στο περιοδικό Μουσική (τεύχος 26, 1/1980) πως είχατε
συγκρουστεί με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον ΕΣΣΥΜ κ.ά. Παλαιές ιστορίες υποθέτω,
αλλά με διαχρονική ουσία…
Όταν δουν άνθρωπο να διαπρέπει, αγαπητέ, σε οποιοδήποτε
χώρο, σπεύδουν όλα τα κατεστημένα κοράκια, αυτό το μόνιμο διευθυντήριο, να
οικειοποιηθεί και ν’ αρπάξει ό,τι προλάβει. Μέσα σ’ αυτό το παιγνίδι δεν
παίζουν μόνον οι ντόπιοι στρατολόγοι, αλλά και ξένοι. Γερμανοί, Άγγλοι, Αμερικάνοι,
τα Ινστιτούτα, διάφοροι. Ο ρόλος των ξένων ινστιτούτων, εδώ σ’ εμάς
τουλάχιστον, ήταν εμφανής. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν στρατολόγοι των
καλών δυνάμεων, όπου και υποτροφίες έπαιρναν και υποστήριξη είχαν για να
βγάλουν το έργο τους προς τα έξω. Ασφαλώς, όταν ένας άνθρωπος σου προσφέρει
κάτι, ως υποχρέωση, οφείλεις κι εσύ να του προσφέρεις κάτι. Με την έννοια αυτή
γινόταν και γίνεται πολιτική. Η πατρίδα μας δεν είχε ποτέ ανεξάρτητη πολιτική,
έτσι ώστε να φροντίσει τα δικά της πράγματα. Αφού λοιπόν η πολιτική ήταν
εξαρτημένη, μοιραία και ο πολιτισμός ακολουθούσε τον ίδιο δρόμο. Στην
Ελληνοαμερικανική Ένωση έχω παίξει. Στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Στο Γκαίτε επίσης.
Έχω κυνηγηθεί ανηλεώς απ’ αυτό το χώρο, που εδώ τουλάχιστον εκπροσωπούσε τότε ο
ΕΣΣΥΜ (Ελληνικός Σύνδεσμος Σύγχρονης Μουσικής). Αυτός με περιάδραξε κατ’ αρχάς,
τιμώντας με. Αν έπαιζα μια μπούρδα σύγχρονη, η κατεστημένη κριτική έγραφε
διθυράμβους. Αν έπαιζα ένα μελωδικό κομμάτι μ’ έθαβε. Βέβαια, επειδή γινόταν
αυτό που γινόταν με την τούμπα, όποτε ζητούσα να παίξω με μια ελληνική ορχήστρα
έπαιξα. Όταν όμως έφυγα από τον ΕΣΣΥΜ και όταν διέρρηξα τις σχέσεις μου με τον
Χατζιδάκι κόπηκαν τα πάντα.
Δύσκολα ορθώνεται κάποιος
απέναντι στους μαικήνες. Εσείς το πράξατε, όχι χωρίς συνέπειες… Χαθήκατε…
Στον τόπο αυτόν δεν ζούμε ελεύθεροι. Υπάρχει μια μαφία, ένας
συνασπισμός μετριοτήτων, οι οποίες αναγορεύονται με τον καιρό σε αξίες. Η
συντήρηση αυτών των «μύθων» είτε εν ζωή, είτε μετά θάνατον, είναι μέρος μιας
πολιτικής που θέλει το λαό καθηλωμένο. Άντε τώρα εσύ να μιλήσεις, αν μιλήσει ο
κύριος τάδε. Τι να πεις; Δεν υπάρχει σεβασμός, δεν υπάρχει τίποτα. Να σου πω τι
υπάρχει; Φασισμός. Ο φασισμός του πολιτισμού.
Τώρα, αν έχω χαθεί τα τελευταία χρόνια, αυτό οφείλεται στο
ότι δεν με κάλεσε ποτέ κανένας να εμφανιστώ. Να σου πω κάτι; Έχω αποφασίσει να
έχω φίλους ανθρώπους που δεν χρειάζομαι. Όσο τους χρειαζόμουν, οι ίδιοι αυτοί
ήταν εχθροί μου. Ξαφνικά έγιναν φίλοι μου. Καθένας είναι αυτό που είναι και
άγια κάνει. Κι αυτοί, κι εγώ. Μέχρι τα πενήντα μου, που έμεινα νέος, πίστευα
ότι θα μπορέσω ν’ αλλάξω τον κόσμο. Από τη στιγμή που έφυγε αυτή η έννοια, ότι
είμαι ισόθεος δηλαδή, τους αγάπησα όλους κανονικά και τελείωσε η ιστορία.
Και πώς θα πορευτεί ο
κόσμος, ο καθημερινός άνθρωπος κύριε Ζουγανέλη; Το κόστος πολλές φορές είναι
βαρύ…
Ο καθένας από εμάς δεν γεννιέται γνωρίζοντας τα πάντα. Στο
δρόμο μαθαίνουμε όλοι. Μπαίνοντας λοιπόν σε μια πορεία, ανυποψίαστος ων, όπως
οφείλουμε να είμαστε όλοι, και με καλή διάθεση, άρχισα να παρατηρώ διάφορα. Η
υποψία είναι ψυχική δηλητηρίαση και ό,τι δηλητηρίαζε την ψυχή μου, εγώ δεν το
έβαζα μέσα εξ ενστίκτου. Επομένως, λοιπόν, και το κριτήριό μου ήταν αυτό,
επειδή ήμουν ανυποψίαστος και καλής προαίρεσης, άρα για να μ’ ενοχλεί αυτό ή το
άλλο σήμαινε ότι μ’ ενοχλούσε πραγματικά. Έτσι, διαπίστωσα στο δρόμο ότι και
αυτά που εγώ θεωρούσα είδωλα δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά δημιουργήματα μιας
μακραίωνης πλύσης εγκεφάλου. Το ερώτημα που τελικά μπαίνει είναι αυτό. Ποιος θ’
αναπνεύσει σ’ αυτό το χώρο; Όταν ένας τόπος δεν ανανεώνει το πνευματικό του
υλικό και μένει για πενήντα χρόνια με τους ίδιους και τους ίδιους ανθρώπους καταλαβαίνεις
τι τύχη θα έχει; Είναι νομίζεις τυχαία η δυστυχία μας;
Εσείς όμως είχατε τη
δυνατότητα να πετάξετε πάνω από τις μικρότητες, ως καλλιτέχνης εννοώ. Ήσασταν
ένα αυτοδύναμος οργανοπαίκτης. Παίζατε σχεδόν χωρίς αντίπαλο. Είχατε γυρίσει
όλο τον κόσμο. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές…
Χμμμ. Όλοι μου έλεγαν: «Ρε συ, τι απευθύνεσαι στον έναν και τον
άλλον για να σου γράψουν έργα για τούμπα, γράψε τα εσύ, ποιος θα τα γράψει
καλύτερα;». Ξέρεις, είχα από μικρός πάντα ένα δέος για τα πράγματα. Άλλο το
δέος και άλλο η παραδοχή των ειδώλων. Δέος οφείλουμε να έχουμε στα πράγματα, σ’
αυτά που δεν γνωρίζουμε. Όποιος δεν έχει δέος είναι στερημένος. Ιδιαίτερα στην
Τέχνη, που είναι απλησίαστη και που μπορεί ανά πάσα στιγμή να δώσει ζωή ή να
πάρει ζωή.
Παίζω τούμπα τόσα χρόνια. Θα χρειάζονταν άλλα τόσα για να
γίνω συνθέτης. Βεβαίως αυτοσχεδιάζω πάντα με την τούμπα κι έχω γράψει και γι’
αυτή, με τη διαφορά όμως ότι δεν μ’ ενδιαφέρει να προβάλλομαι ως συνθέτης.
Σκέψου ότι το πιο εύκολο πράγμα είναι να γίνεις συνθέτης. Είναι μια
αμφιλεγόμενη υπόθεση. Γράφεις και δεν κρίνεσαι. Κρίνει ο χρόνος. Αν όμως σου
παίξω τούμπα ή βιολί ελεεινά και τρισάθλια δεν θα πεις «άφησε το χρόνο να το
κρίνει». Εδώ υπάρχουν βασικοί κανόνες. Στη σύνθεση δεν υπάρχουν. Γι’ αυτό και
επιβιώνουν διάφοροι. Οι μόνοι που δεν επιβιώνουν είναι οι συνθέτες. Οι περί τη
σύνθεση τη βγάζουν καθαρή. Οι περί την Τέχνη επιβιώνουν, οι ανήκοντες εις την
Τέχνη δεν επιβιώνουν. Και δεν είναι μόνο έτσι στην Τέχνη, είναι έτσι στη ζωή.
Από την άλλη όμως δεν χρειάζεται να την έχουμε και ανάγκη, γιατί τα πάντα γύρω
μας είναι Τέχνη. Η φύση εννοώ. Η Τέχνη έχει ως αποστολή αγαπητέ να κάνει
καλύτερο τον άνθρωπο. Αν το καταφέρνει έχει καλώς. Αν δεν το καταφέρνει ας πάει
να γαμηθεί και η Τέχνη και οι περί την Τέχνη.