Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

ο ΜΑΝΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ σε τζαζ στάνταρντ

Ένας Έλληνας jazz πιανίστας, που συγχρόνως τραγουδά; Ναι, και δεν είναι καθόλου συνηθισμένη (ούτε εύκολη) η περίπτωση. Μερικά βασικά βιογραφικά, σε τρίτο πρόσωπο, έτσι όπως τα παραθέτει ο ίδιος ο Μάνος Αθανασιάδης στο site του (www.manosathanasiadis.com) κρίνονται ως απαραίτητα, προκειμένου να πάμε παρακάτω: «Ο Μάνος Αθανασιάδης γεννήθηκε στην Αθήνα. Ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τη μουσική και το πιάνο σε ηλικία 6 ετών με το συνθέτη Γ. Κουρουπό και στη συνέχεια με τις Νύλιαν Περέζ και Μαρία Ευστρατιάδη. Σπούδασε Ανώτερα Θεωρητικά (Αρμονία-Αντίστιξη-Ενορχήστρωση) με το μαέστρο και συνθέτη Γ. Ιωαννίδη και φούγκα και σύνθεση με το συνθέτη Ε. Κοκκόρη. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα διεύθυνσης ορχήστρας με τον Φ. Παπαδόπουλο. Σπούδασε με εσωτερική υποτροφία στο μοντέρνο τμήμα του Ωδείου Φ. Νάκας από το 1993-97 με τον Τ. Πατερέλη. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα αυτοσχεδιασμού με τον Μάρκο Αλεξίου. Το 1999 παρακολούθησε μαθήματα στο Μιλάνο με τον ιταλό πιανίστα Ε. Pieranunzi και μετέπειτα με τον αμερικανό πιανίστα Benny Green, καθώς και σεμινάρια τεχνοτροπίας μοντέρνας σύνθεσης του 20ου αιώνα με τον Θ. Αντωνίου. Από το 1996 εργάζεται ως καθηγητής Jazz Πιάνου και Aνώτερων Θεωρητικών στο Ωδείο Φ. Νάκας. Από το 1995 συνεργάζεται με γνωστούς έλληνες καλλιτέχνες, ενώ εμφανίζεται συχνά σε διάφορα jazz σχήματα, αλλά και με το δικό του trio σε αθηναϊκά clubs. Στο διάστημα 2002-2008 συνεργάστηκε με το σύνολο Cammer-ton, όπου εμφανίστηκαν σε πολλά φεστιβάλ και συναυλιακούς χώρους (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών κ.ά.). Το Σεπτέμβριο του 2007 παρουσίασαν σε δικές του ενορχηστρώσεις, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, αποσπάσματα από τα Sacred Concerts του Duke Ellington στο πλαίσιο του 7ου Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής στην Πάτμο. Μέσα στην Άνοιξη του 2012 κυκλοφορεί το πρώτο του album με τίτλο “Everybody Swings” με γνωστά jazz standards σε δικές του arrangements».
Προφανώς, το Everybody Swings[Jadeo Music/Ankh] είναι μία από τις τελευταίες «εξόδους» τού Μάνου Αθανασιάδη, ένα άλμπουμ τραγουδιστικής όπως την αποκαλούμε jazz, που έρχεται να πάρει θέση ανάμεσα στις υπόλοιπες (που δεν είναι και λίγες, αναλογιζόμενοι τη συγκυρία) κυκλοφορίες του είδους. Ποίου είδους; Μα της jazz των Ελλήνων. Της jazz που αποδίδεται από έλληνες μουσικούς. Ένα τρίο λοιπόν αποτελούμενο από τον Μάνο Αθανασιάδη πιάνο, φωνή, τον Περικλή Τριβόλη κοντραμπάσο και τον Σπύρο Παναγιωτόπουλο ντραμς, ένα τρίο που μετατρέπεται σε κουαρτέτο με την προσθήκη του Τάκη Πατερέλη (άλτο σαξόφωνο σε δύο κομμάτια), και που αποφασίζει να αναμετρηθεί με μερικά από τα γνωστότερα τραγούδια της ιστορίας. Τραγούδια των Cole Porter, Irving Berlin, Harold Arlen, Fats Waller (και Harry Brooks και Andy Razaf), Ray Henderson (και Mort Dixon) κ.ά., τραγούδια όπως τα “Night and day”, “Ive got you under my skin”, “Cheek to cheek”, “Ive got the world on a string”, “Aint misbehavin’”, “Bye bye blackbird” κ.λπ., τα οποία δεν είναι απλώς πολλάκις ακουσμένα, αλλά και ερμηνευμένα από τις μεγαλύτερες φωνές της ιστορίας. Μια-δυο αλήθειες λοιπόν… 
Αν θέλεις να κάνεις το κέφι σου, αποδίδοντας jazz τραγουδιστικά standards, τότε το ρεπερτόριο είναι ένα – και είναι αυτό. Και επί του προκειμένου το τρίο τού Μάνου Αθανασιάδη τα καταφέρνει μια χαρά. Ο ίδιος ως «φωνή» είναι επαρκής (με περισσότερες δυνατότητες στις χαμηλές), ενώ και ως ερμηνευτής προσπαθεί, και το καταφέρνει, να μην προδώσει αυτά τα πασίγνωστα τραγούδια (τα οποία, σημειωτέον, τα σέβεται περισσότερο απ’ όσο –πολύ– τους πρέπει). Το rhythm section είναι εκεί για να στηρίξει την προσπάθεια (το ίδιο και ο Τάκης Πατερέλης), η ηχογράφηση είναι αρκετά καλή (Sierra studios), με το mix και το master να γίνονται στο Παρίσι (Custom studio) από τον Mark Haliday (έχει δουλέψει για τους Victoria Rummler, Francis Lockwood, Jean-Loup Longnon κ.ά.). Τι άλλο; Τι άλλο από το να περιμένουμε τον Μάνο Αθανασιάδη και με δικό του υλικό…

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

THE DUKE OF BURLINGTON criss-cross

Πριν λίγες μέρες συζητώντας μ’ ένα φίλο περί μουσικής και δίσκων μού ανέφερε ως «μεγάλη ανακάλυψη» το άλμπουμ των Duke of Burlington που είχε κυκλοφορήσει σε διάφορες χώρες της Ευρώπης το 1970. Κάπου είχε πετύχει μία ιταλική κόπια σε ετικέτα Signal [S-LP 300] –εκείνη με την καλόγρια στο εξώφυλλο– κι είχε μείνει έκπληκτος από κομμάτια όπως το “Flash” (Leander/Wace) τα δύο “Viva tirado” (Gerald Wilson), το “Bourrée” (Ian Anderson-Jethro Tull), το… ερωτογενές “L.S.D.” (Librae/ Solidi/ Denarii/ Lumni) και βεβαίως το… μεγαλειώδες “Criss-cross” (Lumni)· ένα από τα ωραιότερα rock κομμάτια με πιάνο –όπως μου είπε– που είχε ποτέ ακούσει. Δεν είχα παρά να συμφωνήσω.
Οι Duke of Burlington ήταν ένα (κάπως library) psych-pop σχέδιο του Ιταλού Mario Βattaini, ο οποίος… ενοχλημένος, πιθανώς, από τα φώτα της δημοσιότητας υπέγραφε τα ποικίλα projects που δημιουργούσε, πάντα, με διαφορετικά ψευδώνυμα. Όπως διαβάζουμε στην ιταλική Wikipedia χρησιμοποιούσε τα ψευδώνυμα Anoub και Lumni ως συνθέτης, ως στιχουργός το Alleroif, όταν σουίνγκαρε στο ακορντεόν (γιατί, βασικά, ήταν ακορντεονίστας και κιμπορντίστας) υπέγραφε ως Batman, ενώ όταν έβγαινε στη γερμανική αγορά υιοθετούσε το… Early Freeman und sein Orchester!! Το Duke of Burlington φαίνεται πως ήταν μια χαρά για τα pop-psych κομμάτια που αποφάσισε να συνθέσει ή να διασκευάσει ο Battaini σ’ εκείνο το LP παίζοντας όλα τα όργανα μόνος του και κάνοντας πάταγο· όχι ακριβώς με το LP, αλλά με τα σχετικά 45άρια που είχαν ως πρώτη πλευρά το “Flash” και ως δεύτερη κάποιο άλλο κομμάτι (το “30 60 90”, το “Soul stomp”, το “Criss-cross”…) και που είχαν ξεκινήσει να βγαίνουν από το 1969 και μετά. Το “Flash” μάλιστα, όπως διαβάζουμε πάντα στην ιταλική Wikipedia, επείχε ρόλο soundtrack σε τηλεοπτική διαφήμιση των ελαστικών επιδέσμων (επιγονατίδες κ.λπ.) Dr. Gibaud – κάτι που βοήθησε κατά πολύ στην… επέλασή του προς τις ευρωπαϊκές ντισκοτέκ (μετά το σχετικό… ξεβίδωμα δεν μπορεί παρά να πουλήθηκαν τόνοι από έμπλαστρα). Το κομμάτι, βεβαίως, δεν ήταν σύνθεση τού Battaini, αλλά των Βρετανών Mike Leander/ Robert Wace, η οποία είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά από τον… Μαρκήσιο του Κένσινγκτον (Marquis of Kensington) στο γερμανικό 45άρι “Sister Marie/ Flash” [CBS, 1967]. Ο Mike Leander ήταν φημισμένος παραγωγός και ενορχηστρωτής (είχε ενορχηστρώσει το “Shes leaving home” από το “Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band” – το μοναδικό track των Beatles που δεν είχε ενορχηστρώσει ο George Martin), ενώ ο Robert Wace ήταν manager των Kinks.
Οι ενορχηστρώσεις του Battaini ήταν πάντως εντυπωσιακές, για τα δεδομένα της εποχής, αλλά και της ευρύτερης pop αφήγησης. Το open drum στο “Flash”, η κολλητική πιανιστική γραμμή, η… ψυχεδελική κιθάρα, η ατμόσφαιρα του κομματιού γενικώς ήταν, άπαντα, εκτός συναγωνισμού. Και βεβαίως αν μιλάμε για το “Criss-cross”, που ήταν σύνθεση του Ιταλού, να πούμε τι; Το πιάνο ήταν όλα τα λεφτά – ένα πιάνο, που το ακούμε καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια να γεμίζει και να κάνει στράκες σ’ ένα latin-jazz/jazz-rolling στυλ. Αλλά και τα υπόλοιπα κομμάτια –πρωτότυπα ή διασκευές– δεν ήταν λιγότερο εντυπωσιακά. Ο ήχος π.χ. στα “Viva tirado” ξεφεύγει από εκείνον των Chicano, είναι πιο «στρογγυλός», το hammond παίζει χωρίς αιχμές, αλλά με βάθος, ενώ και η κιθάρα έχει πιο ουσιαστική παρουσία. Τέλος πάντων…
Το 45άρι Flash/ Criss-cross [Polydor 2061 031] είχε κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα, το 1970 ή ’71, κάνοντας την ίδιαν εντύπωση. Και τα δύο κομμάτια –αλλά ιδίως το “Criss-cross”, όπως μού έχουν πει οι παλαιότεροι– παίζονταν πολύ στα μπαρ και τις ντισκοτέκ, ενώ ένας φίλος υποστηρίζει πως το δισκάκι ακουγόταν και σε μιαν ελληνική ταινία τής περιόδου. Πιθανώς, δεν το γνωρίζω, αλλά δεν το αποκλείω. Να πω, ακόμη, πως παραγωγός των Duke of Burlington ήταν ο Gino! Ο Gino Cudsi, ο άνθρωπος που ηχογράφησε (μαζί με τους Γαλαξίες) το ιστορικό (και θρυλικό συνάμα) για τη μοντέρνα ελληνική σκηνή surf-garage 45άρι “Snap-snap-snap/ Cleopatra in bluejeens” [Polydor NHH 54 897, 1964] και που τραγούδησε μοντέρνο τραγούδι στη γλώσσα μας… χρόνια πριν από τους Olympians. (Καθότι όλο και σε κάποια… εφημερίδα θα διαβάσετε πως οι Olympians ήταν οι πρώτοι που έκαναν pop με ελληνικό στίχο). Αργότερα ο Gino, που είχε παράλληλη καριέρα στην Ιταλία, την Ισπανία, την Δυτική Γερμανία και βεβαίως την Ελλάδα ηχογράφησε και άλλα τραγούδια στην ελληνική (σε ετικέτες Polydor, Butterfly…), βρέθηκε πίσω από τους σκληρούς progsters Eden Rocs (που έχουν τραγουδάρες), τους επίσης σκληρούς Rog & Pip, έκανε τους δίσκους της Ρούλας (ένα κοριτσάκι που πρωταγωνιστούσε στη δισκογραφία και το σινεμά στα πρώτα χρόνια του ’70), για να γίνει πιο γνωστός (στα seventies πάντα) μέσω του ντούο Gino & LucilleLucile)… Σίγουρα κάτι θα ξέχασα…

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

ήχοι από την Κολομβία και το Τρίνινταντ

Η βρετανική Soundway συνεχίζει την εκδοτική και επανεκδοτική της δραστηριότητα, προσφέροντας latin, caribbean, afro, funk και afro-funk σχήματα και καλλιτέχνες (παλαιότερους και σημερινούς) απ’ όλον το γλόμπο. Ας επιχειρήσουμε να πάρουμε λίγο μυρωδιά γύρω από το τι συνέβαινε στην Κολομβία, τις πολύ προηγούμενες δεκαετίες...
Δεν πήγε να εγκατασταθεί για καλό ο Quantic στην λατινοαμερικανική χώρα αυτό είναι σίγουρο… Δεν ασχολήθηκε μόνο με το δικό του Combo Bárbaro, δεν διευθέτησε μόνον το προσωπικό του πάθος για τη μουσική της χώρας, αλλά έψαξε εις βάθος, ανέσυρε, επεξεργάστηκε, κατάταξε και εν τέλει ανθολόγησε σ’ ένα 2CD (και 3LP) για όλους μας –ok, δεν ήταν ο πρώτος– την ιστορία της λαϊκής μουσικής της χώρας, της cumbia και του porro. Κάπως έτσι το The Original Sound of Cumbia, με υπότιτλο “The History of Colombian Cumbia & Porro, As Told by the Phonograph 1948-79”, ανακηρύχθηκε ως ένα σύγχρονο project-μνημείο από τα Μέσα και τον Τύπο. Δεν ξέρω αν είναι. Εκείνο που ξέρω –και ακούω–, είναι ένα σύνολο 55 σκοπών και τραγουδιών (να το πω απάνθισμα; – ας το πω), που σε κερδίζουν με την απλότητα, τη μουσικότητα και βεβαίως τη χορευτικότητά τους.
Το πρώτο CD περιλαμβάνει ηχογραφήσεις από τις 78 στροφές (το κύριο μέρος πέφτει στη δεκαετία του ’50) και με τους δίσκους να τυπώνονται σε μικροποσότητες στην Αμερική και να εισάγονται στην Κολομβία, οδεύοντας για τη ραδιοφωνία και τα… καφενεία (που είχαν γραμμόφωνα και μπορούσε να τους μεταδώσουν). Ετικέτες; Πολλές και με ωραία ονόματα (Rico, Cu-Ca, Curro, Caribe, Rafalo, Zeida, Ondina, Tropical, Sello Vergara…). Ορχήστρες; Πολλές και με ακόμη ωραιότερα (Conjunto Los Rumberos, Rafel Yepes Crespo con sus Negros de la Region, Baldomero Urieles con Efrian Burgos y su Conjunto, Lalito y Conjunto Colombia, Los Hermanitos Ferreyra…) Αυτά και άλλα πολλά (και ειδικότερα) σημειώνει ο Quantic στις κατατοπιστικές σημειώσεις του ενθέτου. Στο δεύτερο CD ανθολογούνται πιο καινούριες εγγραφές (από την εποχή των δίσκων 33 και 45 στροφών), από εκείνες δηλαδή που δίνουν σταδιακώς στην cumbia την πιο σύγχρονη ακουστική εικόνα της. Ακούγονται κομμάτια των Alberto Pacheco, Lucho Campillo, Carlos Román, Toño Fernández, Anibal Velasquez κ.ά., ενώ στο ένθετο γίνεται λόγος για τον Luis Enrique Martinez, τον άρχοντα του vallenato (ένα παράκτιο στυλ συντεθιμένο από στοιχεία puya, son, meringue και paseo, όπως σημειώνει ο Quantic), την πρωτοκαθεδρία της Medellín ως ηχογραφικό κέντρο, την ανάπτυξη του porro στις πόλεις Sincelejo, Monteria και San Pelayo, την αγροτική cumbia του νότου και άλλα διάφορα ενδιαφέροντα· για όσους επιθυμούν, εν πάση περιτπωσει, να ρίξουν μία πρώτη σοβαρή ματιά στη μουσική τής λατινοαμερικανικής χώρας.
Ένα άλλο δισκάκι που έχει ενδιαφέρον (κυκλοφόρησε πέρυσι) ήταν τo Ifetayo ή “Love Excells All” της Black Truth Rhythm Band μιας άγνωστης μαύρης μπάντας από το Τρίνινταντ. Πρόκειται για μία σπάνια ηχογράφηση της τοπικής Philips από το 1976 που ξανατυπώθηκε σε CD και σε LP (με bonus ένα 1-sided 7ιντσο;) και η οποία αφορά σ’ ένα άλλο ηχητικό πλαίσιο του νησιού· πέραν από τη soca δηλαδή και τα ποικίλα παρακλάδια της. Οι Black Truth Rhythm Band δεν ήταν μία μπάντα που έπαιζε απλώς μαύρη μουσική, αλλά μία μπάντα που έπαιζε μαύρη μουσική με αφρικανικές επιρροές – κάτι που φαίνεται εκ πρώτης και στα ντυσίματα των μουσικών, στο εξώφυλλο του δίσκου. James Brown από την μια μεριά (και όσα άλλα αμερικανικά ονόματα, μπορεί ο καθένας να ανακαλέσει), αλλά από την άλλη κι ένα spiritual soul έως και afro-funk style, στηριγμένο στα conga-drums και ακόμη στην καλίμπα (καθοριστικός ο ήχος της στο “Save D musician”), το μπάσο και το φλάουτο τού Oluko Imo· του leader ας τον πούμε έτσι του συγκροτήματος (αργότερα μπήκε στους Egypt 80, ηχογραφώντας το 1988 το LPOduduwa” με τον Fela Anikulapo- Kuti). Υπάρχουν βεβαίως κομμάτια στο “Ifetayo” που ηχούν… καραϊβικώς (π.χ. το “Aspire”), ή ακόμη και… τζαμαϊκανικώς (“You people”), αλλά εκεί όπου το πράγμα αποκτά τις σωστές afro διαστάσεις του είναι στο εναρκτήριο “Ifetayo”, στο “Save D musician” που προαναφέραμε, στο “Kilimanjaro” (πολύ κοντά στο στυλ των Mombasa) και βεβαίως στο έσχατο 8λεπτο mid-tempoUmbala” (ουμπάλα και όχι… ούμπαλα) με το περιγραφικό παίξιμο στο όργανο, τα υπνωτικά φωνητικά και το ακρογωνιαίο rhythm section (με την ενισχυμένη κρουστή συνεισφορά). Ωραίο άκουσμα.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ η περιπέτεια μιας ταινίας

Με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στο Χυτήριο θυμήθηκαν ορισμένοι παλαιότερες περιπτώσεις λογοκρισίας και επεισοδίων με αφορμή κάποιο έργο Τέχνης. Εγώ λέω να θυμηθώ κάτι για το οποίο δεν έγραψε κανείς. Αλλιώς τι νόημα έχει, όταν γράφουμε όλοι τα ίδια και τα ίδια; Θα πάμε λοιπόν πολύ πίσω στο χρόνο, στο 1966, και στην περίπτωση της ταινίας του Δημήτρη Κολλάτου «Ο Θάνατος του Αλέξανδρου».
Την ταινία αυτή την είχα δει μικρός, στην κρατική τηλεόραση, στην πρώτη πασοκική τετραετία (1981-85) και θυμάμαι ακόμη πως μου είχαν κάνει τεράστια εντύπωση –έφηβος γαρ– οι κάπως μπρούτες ερωτικές στιγμές ενός ετοιμοθάνατου.  Το στόρι του έργου το αντιγράφω από το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου [Αιγόκερως, Αθήνα 1982].
«Ο Δημήτρης Κολλάτος με τον ‘Θάνατο του Αλέξανδρου’ προχωράει σε μερικές καινοτομίες που σοκάρουν τους θεατές. Ο μύθος του είναι απλός. Θυμίζει το ‘Θάνατο του παλληκαριού’ του Παλαμά. Ένας νέος πεθαίνει στο νοσοκομείο από λευχαιμία. Γύρω από αυτή την ιδέα πλέκονται διάφορα επεισόδια είτε σύγχρονα είτε παρελθόντα με φλας μπακ, που κύριο στόχο τους έχουν τον παραλογισμό του θανάτου. Ο Αλέξανδρος προσπαθεί να αντιδράσει σε μια παράλογη ροή των πραγμάτων και να κρατηθεί στη ζωή. Ετοιμοθάνατος αγωνίζεται να κάμει έρωτα με τη γυναίκα του και ταυτόχρονα, με φλας μπακ, επαναφέρεται στη θύμηση τού πρώτου έρωτά του σ’ ένα πορνείο. Η απόπειρά του είναι μάταιη. Ο θάνατος έρχεται. Στους φίλους αντανακλάται ο παραλογισμός του θανάτου. Τους είναι απίστευτο και όμως οι ίδιοι ζουν και κινούνται φυσιολογικά. Ο Κολλάτος τους παρακολουθεί ακόμα και στην τουαλέτα. Και όταν ο παραλογισμός θα νικήσει, ο κόσμος θα συνεχίσει να κινείται κανονικά».
Ο «Θάνατος του Αλέξανδρου» προβλήθηκε για πρώτη φορά στο 7ο Φεστιβάλ Κινηματογάφου Θεσσαλονίκης, στο διάστημα 22-28 Σεπτεμβρίου του 1966 και (δεν ξέρω αν πρέπει να γράψω «φυσικά») αγνοήθηκε από τα βραβεία. Αν και κάποιοι της κριτικής επιτροπής, την οποίαν αποτελούσαν οι Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Μάνος Χατζιδάκις, Γιάννης Τσαρούχης, Έλλη Λαμπέτη, Γιάννης Μπακογιαννόπουλος και Φιλοποίμην Φίνος, υποθέτω πως είχαν καλή γνώμη για την ταινία. Το γνωρίζω, σίγουρα, για τον Χατζιδάκι…
Δεν κάλυψα εγώ το στήθος τής Αρλέτ Μπωμάν
Πριν μερικά χρόνια είχα βρει ένα 16σέλιδο booklet στο Μοναστηράκι, που αναφερόταν στην ταινία κι ήταν γεμάτο από πληροφορίες, κριτικές και στοιχεία. Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει για το φιλμ:
«Η σημαντικωτέρα ταινία που προεβλήθη εις το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αληθινά πανίσχυρη παρουσία που με άφησε άναυδον με το θάρρος και την δύναμιν της συλλήψεώς της, ήταν η ταινία του Δημήτρη Κολλάτου 'Ο Θάνατος του Αλέξανδρου'. Αυτή είναι η αληθινά μεγάλη ταινία του φεστιβάλ. Ο Δημήτρης Κολλάτος είναι ο πρώτος Δραματουργός του ελληνικού κινηματογράφου».
Παρά τα καλά λόγια του Χατζιδάκι, αλλά και κάποιων εκ των κριτικών κινηματογράφου που παρευρέθησαν στην προβολή (από τις εφημερίδες Βραδυνή, Απογευματινή, Καθημερινή…) η ταινία αντιμετώπισε προβλήματα στη διανομή της. Πέρασε από πρωτοβάθμια λογοκριτική επιτροπή (την αποτελούσαν ο διευθυντής του Εξωτερικού Τύπου του Υπουργείου Προνοίας, ένας διευθυντής Οπτικών Μέσων, ο διευθυντής Αποδήμου Ελληνισμού, ο διευθυντής Ελέγχου Δημοσίων Θεαμάτων κι ένας Τμηματάρχης του Υπουργείου Παιδείας – δεν αναφέρω τα ονόματα, δεν έχει νόημα, αλλά τις ιδιότητες των ανθρώπων…), η οποία κατ’ ουσίαν απαγορεύει την δημόσια προβολή της, αφού ζητά να περικοπούν τέσσερις σκηνές. 
Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος (Ακαδημαϊκός και Υπουργός Παιδείας της υπηρεσιακής κυβέρνησης του Ιωάννη Παρασκευόπουλου από την 22/12/1966 έως την 3/4/1967 –μία μεγάλη εν πάση περιπτώσει μορφή των ελληνικών γραμμάτων– δηλώνει για τον Θάνατο του Αλέξανδρου): «Και ο ρεαλισμός έχει όρια. Ένας άρρωστος από λευχαιμία, που θα πεθάνη σε λίγα λεπτά, βάζει τη γυναίκα του να γυμνωθή εντελώς και προχωρεί σε πλήρη σεξουαλική ομιλία μαζί της. Αυτά ξεπερνούν κάθε αντοχή», ενώ ο Υφυπουργός παρά τη Προεδρία της Κυβερνήσεως Στεφάνου Στεφανόπουλου (17/9/1965- 22/12/1966) Δημήτριος Γεωργίου αποφαίνεται: «Ο Έλληνας νοικοκύρης δεν πρέπει να δη αυτή την ταινία. Οφείλω να προστατεύσω τον ελληνικό λαό από το φιλμ σας»
Φυσικά, ακόμη και κατά τη διάρκεια της προβολής στο Φεστιβάλ, τα προβλήματα για την ταινία δεν ήταν λίγα. Στην εφημερίδα Τα Νέα της 30/9/1966 διαβάζουμε πως ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, ο Ακαδημαϊκός και Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής υπενθυμίζω, αποχώρησε κατά τη διάρκεια της προβολής «περιφρονώντας το καθήκον του να παραμείνη στη θέση του ως το τέλος κάθε ταινίας και χωρίς να προβαίνη δημοσία σε σχόλια ή άλλες εκδηλώσεις υπέρ ή κατά του κρινομένου», ενώ στη Δημοκρατική Αλλαγή της 28/9/1966 διαβάζουμε πως «ενώ συνεχιζόταν ακόμη η προβολή του φιλμ ‘Ο Θάνατος του Αλέξανδρου’, οι παραγωγοί Τζέημς Πάρις και Κλέαρχος Κονιτσιώτης άρχισαν να θορυβούν ζωηρά, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους στον εξώστη και κατεβαίνοντας στην πλατεία με τις κραυγές ‘αίσχος, δεν είναι ταινία αυτή’ αξίωσαν από το κοινό να συμμερισθή την άποψή τους και να διακοπή η προβολή της ταινίας!!  Δημιουργήθηκε φυσικά πανδαιμόνιο, οι αντιδράσεις του κοινού στράφηκαν κατά των δύο παραγωγών και με την απαίτησή του (του κοινού) οι ταραξίες απεχώρησαν από την αίθουσα χωρίς να διακοπή η προβολή».
Ο Δημήτρης Κολλάτος που είχε άκρες στη Γαλλία είχε στείλει κόπιες στο Παρίσι εισπράττοντας τις θετικότατες κριτικές γνωστών γάλλων επαϊόντων της εποχής, όπως του ηθοποιού και θεατρικού σκηνοθέτη Jean Vilar, του δημοσιογράφου και κινηματογραφικού συγγραφέα-κριτικού Georges Sadoul, του συγγραφέα και δημοσιογράφου Claude Mauriac, του φιλoσόφου Roger Garaudy (τα επαινετικά λόγια όλων καταγράφονται αναλυτικώς στο 16σέλιδο booklet) κάτι που μάλλον «βοήθησε» την δευτεροβάθμιο επιτροπή λογοκρισίας που συστήθηκε λίγο καιρό αργότερα (αποτελούμενη από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Τύπου, έναν Αστυνομικό Διευθυντή, τον Πρόεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, κάποιον... Παπαδημητρίου ειδικών γνώσεων, τον Διευθυντή Ελέγχου Δημοσίων Θεαμάτων και μία… γραμματέα κάποια δίδα Στίππα!) να αποφανθεί υπέρ της δημόσιας προβολής του φιλμ, χωρίς καμμία περικοπή.
Στο booklet που βρήκα στο Μοναστηράκι ήμουν διπλά τυχερός, καθότι ανάμεσα στις σελίδες του υπήρχε κι ένα διπλωμένο Α4 φύλλο, που διαφήμιζε την δημόσια, πλέον, προβολή της ταινίας, τονίζοντας το «Χωρίς Περικοπές». Πραγματοποιήθηκε δε αυτή την 6/3/1967 στους κινηματογράφους Άστορ (Σταδίου) και Σελέκτ (Πατησίων). 
Δεν έχω πληροφόρηση για ενδεχόμενες αντιδράσεις και επεισόδια από θιγμένους… νοικοκύρηδες. Εξάλλου, τότε, δεν απασχολούσαν και τόσο αυτά τα ζητήματα (ο κόσμος είχε άλλα ζόρια), καθώς έληγαν συνήθως σε στενό κύκλο, παίρνοντας, τις πιο πολλές φορές, ήσυχα το δρόμο τους.
Και κάτι ακόμη. Μουσική στον Θάνατο του Αλέξανδρου είχε γράψει ο Γιάννης Μαρκόπουλος. Στο 16σέλιδο υπάρχει μία αναφορά σ’ αυτήν, δημοσιευμένη στην Καθημερινή τής 29/9/1966 (από την Ροζίτα Σώκου; – πιθανώς). Διαβάζουμε:
«Ο μουσικός Γιάννης Μαρκόπουλος θαυμάσια κατάλαβε το μοντέρνο στυλ της ταινίας και η μουσική του μας ξεκούρασε από τα ατέλειωτα εκείνα μπουζούκια και τις κιθάρες και τα ‘λαϊκά’ μοτίβα που είχαμε υποστή όλον τον τελευταίο καιρό, αναπόφευκτη πλέον συνοδεία και των καλυτέρων ταινιών μας. Και πολύ όμορφα κοροϊδεύει στην παρωδία από τα… ‘πράσινα’ φανάρια, και αυτή δίνει τον τόνο της τελικής ‘κηδείας’ και τον ρυθμό της ζωής που ξαναρχίζει».
Το απόσπασμα αυτό υπάρχει και στο οπισθόφυλλο τού soundtrack «Ο Θάνατος του Αλέξανδρου» [Philips 630 139 PL] που κυκλοφόρησε εκείνη την εποχή, ενώ ο ίδιος ο Μαρκόπουλος είχε γράψει για τη μουσική του (πάντα από το οπισθόφυλλο):
«Η μουσική στον Αλέξανδρο δεν είναι ένα τυπικό σχήμα που χρησιμεύει σαν υπογράμμιση ή σαν υπόκρουση. Προσπάθησα να συνθέσω ένα έργο αυτοδύναμο και ανεξάρτητο που στις προεκτάσεις του να συναντά τις θέσεις και το ύφος της ταινίας».
Το άλμπουμ «Ο Θάνατος του Αλέξανδρου» είναι ένα από τα σπανιότερα της ελληνικής δισκογραφίας (πουλήθηκε το Καλοκαίρι στο eBay στην τιμή των 1400 ευρώ!) και απορώ γιατί δεν έχει επανεκδοθεί έως ώρας σε… 180άρι βινύλιο (παρουσιάζει εξάλλου rock και avant ενδιαφέρον) από τις εταιρείες μας που ασχολούνται με τις επανατυπώσεις.
Να το πράξει κάποιος-κάποια τάχιστα.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

ΔΑΝΑΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ εικονικό βινύλιο

Στην τραγουδοποιό Δανάη Παναγιωτοπούλου έχω αναφερθεί κι άλλες φορές στο παρελθόν και αφορμή μού είχαν δώσει αντίστοιχα άλμπουμ της. Για το ντεμπούτο της «Οίκος Αντοχής» [Καθρέφτης, 2006] είχα επισημάνει τη δύναμή της στο στίχο καταλήγοντας πως... παρότι τα πάντα μπορεί να επιδέχονται βελτιώσεις, στρογγυλεύοντας το άλμπουμ της, μετατρέποντάς τον σε κάτι σαν... ροτόντα, η ίδια η δημιουργός, εντελώς αδιάφορη για ’κείνον τον επαγγελματισμό που θέτει σε κίνδυνο το αμόλυντο ταλέντο και την εν τω γεννάσθαι έμπνευση, επιμένει μέσω ενός... ρετουσαρισμένου demo να μας συστηθεί ως ολοκληρωμένη τραγουδοποιός. Τη σιγουριά της, πρώτα-πρώτα, οφείλουμε ν’ ανταμείψουμε.

Τρία χρόνια αργότερα και με αφορμή το “Homo Logotypus” [Yafka, 2009] σημείωνα πως… ο έρως, τα καθημερινά ζητήματα, η άνωθεν βία, η κάτωθεν βλακεία, και, από ’κει και πέρα, η… αποφορά και η απαξίωση ενός χαύνου ζην και φέρεσθαι ήταν τα ζητήματα που απασχολούσαν την Παναγιωτοπούλου, ενώ από μουσικής πλευράς… υιοθετούνταν τα ελεύθερα πλαίσια της jazz και των blues με τις ερμηνείες να… μεταφέρουν τη σιγουριά μιας καλλιτέχνιδας, που μετράει το κάθε τι πριν οπλίσει το λόγο της.
Στα ενδιάμεσα χρόνια, από το 2009 έως και σήμερα δηλαδή, η Δανάη Παναγιωτοπούλου θα βρεθεί να προβάρει τα καινούρια της τραγούδια σε διάφορα live, συνδεδεμένα πάντα με κάποιο κοινωνικό αιτούμενο (αρκετά εκ των οποίων έχουν ήδη την πορεία τους στο YouTube), θ’ απασχολήσει πολλούς (ακόμη και κάποιους που δεν την γνώριζαν έως τότε) με την ανοιχτή επιστολή της προς τον Διονύση Σαββόπουλο και σε όσα εκείνος είχε υποστηρίξει σε μια συνέντευξή του στον ANT1, τον Μάρτιο του ’11 –«Δωροδοκηθήκαμε από τον πολιτικό κόσμο για να τους ψηφίζουμε. Αυτό γινόταν με δανεικά όμως, δεν υπήρχαν στ’ αλήθεια τα λεφτά. Και κάποια στιγμή αυτό… τελειώσαν και τα δανεικά, και τώρα είμαστε σε μια δύσκολη κατάσταση» ακούστηκε να λέει ο Σαββόπουλος στη Μαρία Χούκλη, με την Παναγιωτοπούλου να τον εγκαλεί, βασικά, για τη χρήση του πληθυντικού, για το… μαζί τα φάγαμε δηλαδή–, ενώ εσχάτως θα δώσει στη δημοσιότητα και μια σειρά καινούριων τραγουδιών της, υπό τον τίτλο «Βεβηλώσεις - ένα εικονικό βινύλιο». Η παραγωγή (Yafka Records) φιλοδοξεί να παρουσιάσει τα κομμάτια αυτά, προσεχώς, μέσω μιας κανονικής κυκλοφορίας, αλλά για την ώρα μπορεί ν’ ακουστούν μόνο από το δίκτυο. Ας τα δούμε λοιπόν (αλλά βασικά ας τ’ ακούσουμε), καθότι όπως αναφέρεται και σ’ ένα σχετικό e-mail που έλαβα πριν λίγους μήνες… «η τρίτη εργασία της Δανάης Παναγιωτοπούλου θίγει μια σειρά από καίρια ερωτήματα, τόσο επί της ουσίας όσο και επί της ‘διαδικασίας’. Στις πρώτες ύλες της, πέρα από τη μουσική και το στίχο, προστέθηκε ο κόσμος της εικόνας ως μια τρίτη παράλληλη γραμμή. Το αποτέλεσμα είναι ένας ιστότοπος, όπου με αφετηρία ένα εικοσάλεπτο video, φτιαγμένο για το YouTube, ο ακροατής-θεατής-αναγνώστης μπορεί να ακολουθήσει μια σειρά από διαδρομές, με σταθμούς μέσα κι έξω από τον ιστότοπο, ανάμεσα σε πρωτότυπα κείμενα, εικόνες second hand κι έναν μικρό λαβύρινθο παραθεμάτων».
Μια εισαγωγή, ένα σόλο πιάνο και το πρώτο τραγούδι δεν είναι άλλο από το «Οι μέρες είναι πονηρές» (Χατζιδάκις-Γκάτσος), που είχε πρωτοπεί ο Μανώλης Μητσιάς στην «Αθανασία» (1976). Πρόκειται για ένα τραγούδι πασίγνωστο βεβαίως, που αποδίδεται με σέβας από την Παναγιωτοπούλου, οριοθετώντας ένα πλαίσιο (αισθητικό βασικά), γύρω από το οποίο θα κινηθεί το άλμπουμ. Η «Αρένα» αναπτύσσεται μέσα σ’ ένα περιβάλλον που υφαίνεται από διάφορες φωνές και θορύβους. Ένα πράγματι πρωτότυπο κομμάτι με ενδιαφέρουσα μελωδία και στίχους σαν και τούτους: «Θ’ αγιάσει ετούτος ο θυμός/ κι αν ξεχειλίσει ο ποταμός/ σπασμένα εκμαγεία/ θα πνίξουν τα μουσεία». Το επόμενο track αποκαλείται “TV” κι είναι ένα βίντεο του BBC· μια συνέντευξη ενός ανθρώπου ειδικών αναγκών, που έπεσε θύμα της βρετανικής αστυνομικής βίας. Στις «Βεβηλώσεις» η μουσική, οι στίχοι και η ερμηνεία ανήκουν στην Παναγιωτοπούλου, ο Άγγελος Αγγέλου και ο Παντελής Ραβδάς παίζουν πιάνο, ενώ ο Θανάσης Αρχανιώτης χτυπάει τα ντραμς. «Με έκτακτα μνημόσυνα και μύθους αβαθείς/ νοθεύουν τα μυστήρια της ζωής – λωτοφάγοι/ Δεν δίνομαι από επάγγελμα στην έλξη της πληγής/ ξεθάβω με τα νύχια μου διόδους διαφυγής». Η μελωδία είναι απλή, όπως απλές είναι οι μελωδίες και των κλασικών επαναστατικών σκοπών-προτύπων. Το επόμενο κομμάτι έχει τίτλο “Grafiti” (ακούγεται ο Μάνος Χατζιδάκις από τα σχόλια του Τρίτου κι ένα τραγουδάκι-σχεδίασμα, κάπως σαν καντάδα). «Τα πρώτα τριαντάφυλλα», είναι μια μπαλάντα με κιθάρα σε μουσική-στίχους-ερμηνεία Δανάης Παναγιωτοπούλου, στηριγμένη στον τρόπο του Βασίλη Νικολαΐδη («Τώρα φάνηκε το φιάσκο του σχεδίου/ αρθρώνεις άρνηση και την καρδιά σου σπας/ ήταν χρόνια να πεθαίνουμε σαν χώρα/ κι ό,τι μείνει να πεθάνει σαν κι εμάς»). Ας πω επί τη ευκαιρία, πως η Παναγιωτοπούλου είχε μεταφέρει στο τώρα την «Ιστορία της Μαρίας» του Νικολαΐδη, με αλλαγμένους στίχους προσαρμοσμένους στα έργα και τις ημέρες τού τέως πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου. Το τραγούδι της ήταν από εκείνα που ακούστηκαν πολύ το καλοκαίρι του ’11· στο Σύνταγμα και αλλαχού. Το 20λεπτο άλμπουμ θα ολοκληρωθεί με την «Ιστορία». Συν-ερμηνευτής εδώ ο Νίκος Χαλβατζής (γνωστός μας από το αξιόλογο «Γκόλεμ» κ.ά.). Απλό, όμορφο τραγούδι, παλαιάς –αλλά διαχρονικής– κοπής, που φέρει σε συμφωνία φάσης τον έρωτα με την ανάγκη για αλλαγή. Μοιάζει, και είναι, ιδανικό για κλείσιμο.
Η παραγωγή (Γιώργος Μητρόπουλος & Yafka Records οφφ σωρ), οι συμμετέχοντες, τα λόγια, οι μουσικές, οι εικόνες, τα κείμενα, το βίντεο συνηγορούν άπαντα προς μία ολοκληρωμένη εργασία, που πρέπει, αργά ή γρήγορα, συμπληρωμένη και επαυξημένη, να βρει το δρόμο προς τη δισκογραφία.
Επαφή: www.v-vinyl.com

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

η Ευρώπη αυτοσχεδιάζει

Δύο αναγνωρισμένοι γερμανοί αυτοσχεδιαστές, ο κλαρινετίστας Theo Jörgensmann και ο βιολιστής-viola player Albrecht Maurer, συνεργάτες στα πάλκα και τη δισκογραφία από 20ετίας, υπογράφουν από κοινού ένα άλμπουμ υπό τον τίτλο Melencolia [Nemu, 2011]. 
Ηχογραφημένο στο μεγαλύτερό του μέρος «με τη μία» σ’ ένα στούντιο της Κολωνίας τον Φεβρουάριο του ’11, το “Melencolia” αποτυπώνει όχι μόνο τις αναφορές και τις παρακαταθήκες (jazz, improv, avant, classical ή όποιες άλλες) των δύο μουσικών, όχι μόνο μία συγκεκριμένη ψυχική διάθεση, αλλά και τη συσχέτιση της μουσικής τους αρχικώς μ’ ένα ιστορικό έργο-κόσμημα της γερμανικής Αναγέννησης, την γκραβούρα Melencolia I (1514) του Albrecht Dürer (1471-1528) και εν συνεχεία μ’ ένα γλυπτό ενός νεότερου γερμανού καλλιτέχνη, τού Anselm Kiefer (γενν. το 1944), που έχει τον ίδιο τίτλο (Melencholia I). Η γκραβούρα (εικονίζεται, βασικά, ένας θηλυκός άγγελος που κρατάει το κεφάλι του) και το γλυπτό (ένα αεροπλάνο) έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους – ένα τετράεδρο, που, σε κάθε έργο, κάτι διαφορετικό συμβολίζει (στη δεύτερη περίπτωση υπενθυμίζει τις καταστροφές από τις αεροπορικές επιδρομές κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου βάσει των λεγομένων του Kiefer, ενώ για το τετράεδρο της γκραβούρας μόνον υποθέσεις μπορεί να γίνουν). Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο οι Jörgensmann και Maurer παραθέτουν μία σειρά δέκα «ασπρόμαυρων» συνθέσεων-αυτοσχεδιασμών, που αποτελούν, βασικά, έναν αισθητικό συνδυασμό της jazz του Jimmy Giuffre εποχής “Free Fall” (1962) και σπαραγμάτων «δωματίου» τύπου “Contrasts” – γραμμένα, υπενθυμίζω, το 1938 από τον Béla Bartók, για τους Joseph Szigeti βιολί και Benny Goodman κλαρίνο. Το αποτέλεσμα, που προφανώς στηρίζεται (και) στην από χρόνια (όπως ανέφερα στην αρχή) επικοινωνία των δύο μουσικών έχει την σημασία του.
Επαφή: www.nemu-records.com
Το (ιταλικό) GRIM –δηλ.το Musical Improvisation Research Group όπως αυτοαποκαλείται–, ιδρύθηκε από τους Mirio Cosottini και Alessio Pisani το 2005 έχοντας ως βασικό σκοπό να προωθήσει τον αυτοσχεδιασμό, στο επίπεδο της θεωρίας και της πράξης. Στις δραστηριότητες τού GRIΜ εντάσσονται τα σχήματα EASilence και EAOrchestraElectro Acoustic Orchestra δηλαδή), το Εργαστήρι Αυτοσχεδιασμού του Ωδείου της Padova, όπως και η δισκογραφική GRIMedia Records, ενώ τα μέλη του δεν είναι μόνον ενεργοί μουσικοί και performers, αλλά και συντάκτες κειμένων που αφορούν, πάντα, στον αυτοσχεδιασμό. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του GRIM εντάσσεται και το παρόν CD της EAOrchestra υπό τον τίτλο Likeidos (μια συνεργασία της GRIMedia Records και της γνωστής μας Amirani Records του σαξοφωνίστα Gianni Mimmo), μία αυθόρμητη εγγραφή που συνέβη κάπου στην Μπολόνια την 16/4/2011.
Η EAOrchestra είναι ένα πολυμελές σύνολο (στην ηχογράφηση παίρνουν μέρος δεκαπέντε μουσικοί) το οποίον στηρίζεται βασικά στα πνευστά (από τους δεκαπέντε οι δεκατρείς είναι πνευστοί, ενώ υπάρχει ένας κιθαρίστας κι ένας ντράμερ). Θα μπορούσε να μιλήσουμε για έναν τύπο big μπάντας δηλαδή, αν το ρεπερτόριο (συνθέσεις βασικά των Pisani/Cosottini, που χειρίζονται μπασούν και τρομπέτα αντιστοίχως) και κυρίως η διαχείρισή του δεν είχε να κάνει με κάτι περισσότερο εικονοκλαστικό και αποδομητικό, που λειτουργεί εις βάρος του «μεγάλου» ήχου, γειτνιάζοντας περισσότερο με τον όγκο των (μικρότερων) combos. Υπάρχουν συνθέσεις που καθορίζονται από ορισμένα απλά μελωδικά σχήματα, τα οποία στην πορεία λειτουργούν ως βάσεις για τον αυτοσχεδιασμό, άλλες (συνθέσεις) που μοιάζει να στηρίζονται σε εντελώς εν τω γεννάσθαι «σχήματα», προκαλώντας στην πορεία ποικίλων ειδών συνομιλίες (που ξεκινούν από τον ψίθυρο καταλήγοντας στην ταραχή), ενώ κάποιες φορές (τις λιγότερες) τα πράγματα μοιάζουν πιο οργανωμένα (στο φερώνυμο “Likeidos” π.χ.) με τα ηχοχρώματα δωματίου να συνδυάζονται με την έντεχνη euro-jazz αφήγηση.
Επαφή: www.grim-italia.it
Είχα γράψει παλιότερα για την πρώτη συνεργασία των Mimmo, Marshall, Guazzaloca (και της βοκαλίστα Leila Adu τότε), το άλμπουμ “The Shoreditch Concert”, που ήταν ηχογραφημένο στην St. Leonards Shoreditch Church στο Λονδίνο (30/10/2009). Οι μουσικοί επικοινωνούσαν εκμεταλλευόμενοι ποικίλες τεχνικές έκφρασης, οι οποίες σχετίζονταν άλλοτε με την πλήρη χρήση των οργάνων (το παίξιμο από μέσα στο πιάνο, τα clusters α λα Cecil Taylor…) και άλλοτε με συναισθηματικές καταστάσεις, που υποβάλλονταν ενδεχομένως από το χώρο ή δημιουργούνταν αυτοστιγμεί από ασήμαντες λεπτομέρειες. Σε κάθε περίπτωση το “The Shoreditch Concert” φανέρωνε το πάθος της ιταλικής Amirani Records να καταγράψει το στιγμιαίο, μ’ έναν τρόπο που ναι μεν να μην αποκλείει τις λυρικές φορτίσεις, αλλά από την άλλη να γειτνιάζει πάντα με τις προσλαμβάνουσες της στιγμής σ’ ένα ψυχοακουστικό επίπεδο.
Ένα χρόνο αργότερα (3/10/2010) οι Gianni Mimmo σοπράνο σαξόφωνο, Hannah Marshall τσέλο και Nicola Guazzaloca πιάνο συναντούνται, ως The Shoreditch Trio πλέον, στο Air Odéon Studio των Βρυξελών προκειμένου να καταγράψουν –υπό την τεχνική επίβλεψη ενός ιστορικού (εκ των 70s) improv ηχολήπτη, του Michael W. Huon– την καινούρια τους απόπειρα· τη «Σουίτα του Ηράκλειτου» και πέντε ακόμη συνθέσεις, συνολικής διάρκειας 61 λεπτών. Η «Σουίτα», που δείχνει να βασίζεται στο κλασικό ρηθέν του ίωνα φιλοσόφου «κανένας δεν μπορεί να διαβεί δυο φορές το ίδιο ποτάμι» (το «πάντα ρει» με άλλα λόγια) έχει όλα εκείνα τα στοιχεία της αυθόρμητης επικοινωνίας, που προϋποθέτει πάντως μία κοινή συναισθηματική βάση. Το “The remaining tail”, που ακολουθεί, ξεκινά με παίξιμο του Mimmo με τις τάπες, καθώς και τα «κούφια» clusters του Guazzaloca, για να εξελιχθεί προς ένα εν δυνάμει μελωδικό κομμάτι (με «σπασμένες» γραμμές από το τσέλο και το πιάνο). Το “Una lira per uno” ανακατεύει φωνητικά σπαράγματα, με υπαινικτικά παιξίματα από το τσέλο της Marshall και εκρηκτικό piano-playing, ενώ στα “Daily transience” και “Suggested reasons” ο Mimmo προβάρει και ανατρέπει μικρές μελωδικές φράσεις, δίνοντας τη δυνατότητα στους υπολοίπους να τον συνοδεύσουν σε όλη την παραγόμενη γκάμα (από την σχεδόν ησυχία, έως το θόρυβο). Το 11λεπτο “The vanishing circle”, με το οποίον κλείνει το άλμπουμ, παρέχει τη δυνατότητα στους τρεις μουσικούς-αυτοσχεδιαστές να ολοκληρώσουν ένα έργο μέσω μιας πυκνής, όσο και δραματικής αφήγησης.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

ο τουμπίστας ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΓΑΝΕΛΗΣ

Δεν χρειάζεται να πω (ή μήπως χρειάζεται;) ποιος είναι ο τουμπίστας Γιάννης Ζουγανέλης (1938-2006) και ποια είναι τα κατορθώματά του. Ας σημειώσω  λοιπόν πως πρωτάκουσα συνειδητά την τούμπα τού μεγάλου παίκτη στην «Ρεζέρβα» [Lyra, 1979] του Σαββόπουλου (ο πρώτος στίχος από το «Αουντουαντάρια» λέει: ‘Τούμπα ειν’ ο Γιάννης Ζουγανέλης…’), ενώ αργότερα πρόσεξα το παίξιμό του στο “Sweet Movie” [Πολύτροπον/Lyra, 1974] και στα «Πέριξ» [Πολύτροπον/Lyra, 1974] του Χατζιδάκι. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 έτυχε ν’ ακούσω τη σύνθεση του Θόδωρου Αντωνίου “Six Likes” από το άλμπουμ «1η + 2η Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής» [EMI/His Masters Voice, 1973], ενώ στο τέλος της δεκαετίας έπεσε στα χέρια μου κι εκείνος ο δίσκος με την τούμπα και την καρέκλα στο εξώφυλλο, αλλά με τον μουσικό απόντα [Concert Athens, 1989]. Υπέροχοι ήχοι από Bach μέχρι Grieg και από Takács μέχρι Paganini. Στην πορεία άκουσα, βρήκα και διάβασα περισσότερα. Ο Γιάννης Ζουγανέλης ακουγόταν σε σημαδιακούς δίσκους της δεκαετίας του ’70, όπως στην «Τετραλογία» [EMI/Columbia, 1974] του Δήμου Μούτση, στα «Νέγρικα» [MINOS, 1975] του Μάνου Λοΐζου, στον «Θεσσαλικό Κύκλο» [EMI/Columbia, 1974] και στα «Ανεξάρτητα» [EMI/ Columbia, 1975] του Γιάννη Μαρκόπουλου, στο φερώνυμο LP της Μαρίζας Κωχ [CBS, 1978]… Ακουγόταν ακόμη στα δύο LP «4η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής» [EMI/His Masters Voice, 1973] ερμηνεύοντας τα έργα «Κράτημα» του Μιχάλη Αδάμη και «Ζαλούχ» του Δημήτρη Δραγατάκη.
Εκείνη περίπου την εποχή (στις αρχές της δεκαετίας του ’90) είχε πέσει στα χέρια μου κι ένα τεύχος του περιοδικού Μουσική, το υπ’ αριθμόν 26, από τον Ιανουάριο του 1980, στο οποίον ο Γιάννης Ζουγανέλης έβγαζε τα εσώψυχά του, σε μία εξαιρετική συνέντευξη στον Χάρη Βρόντο· ο οποίος Βρόντος σημείωνε στην εισαγωγή: «Βγήκε στη σύνταξη, πριν λίγο καιρό, ο τουμπίστας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών κι όλοι περιμέναμε στη θέση αυτή να δούμε τον Γιάννη Ζουγανέλη. Όμως ο αυτοκράτωρ Μα.Χα. φαίνεται να μην εκτιμά καθόλου την παγκόσμια αναγνωρισμένη προσωπικότητα του Ζουγανέλη και για τούτο –αντ’ αυτού– τοποθέτησε στην ΚΟΑ έναν υπενωμοτάρχη της Χωροφυλακής! Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι η αιτία αυτής της αδικίας βρίσκεται στην συνδικαλιστική δράση του Γιάννη Ζουγανέλη. Ότι δηλαδή ο κ. Χατζιδάκις, πικραμένος από την αγωνιστικότητα και την αγάπη του Ζουγανέλη για τους συναδέλφους του και τα δίκαια αιτήματά τους, τον αγνόησε. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι οι λόγοι είναι κάπως καλλιτεχνικοί. Το ήθος άλλωστε του κ. Χατζιδάκι αυτό δηλώνει!».
Τον Φεβρουάριο του 1997 συνάντησα τον Γιάννη Ζουγανέλη στο σπίτι του, κάπου στην Άνω Ηλιούπολη, με αφορμή (τότε) μία επανεμφάνισή του στο πάλκο, δίπλα στην Βούλα Σαββίδη. Είχαμε πει πολλά, πάρα πολλά, κι ένα μικρό μόνο μέρος εκείνης της κουβέντας είχε μεταφερθεί στο Jazz & Τζαζ (τεύχος 48), τον αμέσως επόμενο μήνα (Μάρτιος 1997). Στα επόμενα χρόνια και μέχρι τον θάνατό του, τον Αύγουστο του 2006, ο Γιάννης Ζουγανέλης απασχόλησε ελάχιστα το πάλκο και τη δισκογραφία, με την τελευταία εμφάνισή του να καταγράφεται στο άλμπουμ τού Αλέξη Βάκη «Λείπουν Όλα Κι Είναι Εδώ» [Καθρέφτης/Τροχός, 1999].
Τον Νοέμβριο του 2006, λίγους μήνες δηλαδή μετά το θάνατο τού κορυφαίου τουμπίστα, το Jazz & Τζαζ κυκλοφόρησε ένα ειδικό τεύχος (το 164) αφιερωμένο στην τέχνη του. Στα κείμενα, οι Γιάννης Πατίλης, Γιώργος Ε. Παπαδάκης, Αλέξης Βάκης, Θόδωρος Αντωνίου και Διονύσης Σαββόπουλος έγραψαν για τον απόντα μουσικό, ενώ στο CD που συνόδευε το τεύχος ακούγονταν 17(!) κομμάτια στα οποία η τούμπα του Γιάννη Ζουγανέλη πρωταγωνιστούσε. Κομμάτια γνωστά (του Χατζιδάκι, του Σαββόπουλου κ.ά.), αλλά και ανέκδοτα (ανάμεσα και το σπανιότατο “Six Likes” του Αντωνίου).
Τα θυμήθηκα όλα αυτά προσφάτως. Κι επειδή τα θυμήθηκα, να κι ένα αδημοσίευτο απόσπασμα από την κουβέντα μας (τον Φεβρουάριο του ’97), που για μένα έχει ιδιαίτερη και διαχρονική αξία. Ελπίζω και για εσάς…
Γνωρίζω ότι είχατε σχέση με την Πάτρα. Μεγαλώσατε και ζήσατε στις λαϊκές γειτονιές της πόλης, των χρόνων του ’50… Άλλη, όμως, η μουσική του λαού και άλλη αυτή που είχατε στο μυαλό σας…
Εγώ περισσότερο ευχαριστιόμουνα όταν έπαιζα ελαφρά ή λαϊκή μουσική παρά στα κοντσέρτα. Να το ξέρεις αυτό. Ήταν και είναι τέτοια η σύσταση της ψυχής μου. Η μουσική για μένα δεν υπήρξε ποτέ σκοπός. Ήταν μέσο για να δω τα πράγματα ολόκληρα. Η ψυχή μου όμως πάντοτε ήταν εκεί. Στη γειτονιά μου. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι θα της χαριζόμουν. Για παράδειγμα, τη μητέρα μου δεν την εκτιμούσα για τις μουσικές της προτιμήσεις. Μπορεί να με γέννησε και να εξαρτιόταν η ζωή μου από αυτήν. Δεν σημαίνει όμως αυτό ότι θα ενστερνιζόμουν τις ιδέες και τις προτιμήσεις της.
Παίξατε λοιπόν λαϊκή μουσική. Ζήσατε, από το πάλκο, τη λαϊκή διασκέδαση…
Τον κόσμο, το ακροατήριο το ντρεπόμουν. Ακόμα και τώρα. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου αρμόδιο να μιλήσει από καθέδρας. Και είναι έδρα η μουσική. Η καρέκλα του σολίστα είναι έδρα. Στην ελαφρά και τη λαϊκή μουσική αισθάνομαι άνετα, γιατί εκεί δεν πάω για να διδάξω τον κόσμο, αλλά για να τον διασκεδάσω. Ίσως, μας πέρασαν από μικρούς την εντύπωση ότι ο λόγος της κλασικής μουσικής είναι διδακτικός και για λίγους. Δεν ισχύει αυτό. Εγώ όταν παίζω μπροστά στον κόσμο αισθάνομαι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο απολογούμενος. Οι αγωνίες και οι ενοχές μου, γι’ αυτό που έπαιξα και κράτησε ο κόσμος, δεν μετριάζονταν ούτε από τους επαίνους, ούτε από τις καλές κριτικές. Την ώρα που έπαιζα ποτέ δεν ευχαριστήθηκα. Μόνο αποστασιοποιούμενος μπορούσα να νοιώσω τη χαρά του παιξίματος.
Δηλαδή;
Θα σου πω ένα περιστατικό. Θυμάμαι κάποτε με είχε πάρει τηλέφωνο ο Βαγγέλης Χριστόπουλος, ένας πολύ καλός ομποΐστας και μου λέει: «Άνοιξε το ραδιόφωνο Γιάννη σ’ εκείνο το σταθμό, για ν’ ακούσεις έναν καταπληκτικό τουμπίστα». Ανοίγω εγώ λοιπόν ν’ ακούσω και μένω μ’ ανοιχτό το στόμα. Τι έπαιζε! Γλύκα, ευφροσύνη, γέμισε η καρδιά μου. Όταν τελείωσε το κομμάτι άκουσα ότι ήμουν εγώ. Τότε πραγματικά ευχαριστήθηκα.
Γνωρίζω από μια παλαιά συνέντευξή σας στο περιοδικό Μουσική (τεύχος 26, 1/1980) πως είχατε συγκρουστεί με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον ΕΣΣΥΜ κ.ά. Παλαιές ιστορίες υποθέτω, αλλά με διαχρονική ουσία…
Όταν δουν άνθρωπο να διαπρέπει, αγαπητέ, σε οποιοδήποτε χώρο, σπεύδουν όλα τα κατεστημένα κοράκια, αυτό το μόνιμο διευθυντήριο, να οικειοποιηθεί και ν’ αρπάξει ό,τι προλάβει. Μέσα σ’ αυτό το παιγνίδι δεν παίζουν μόνον οι ντόπιοι στρατολόγοι, αλλά και ξένοι. Γερμανοί, Άγγλοι, Αμερικάνοι, τα Ινστιτούτα, διάφοροι. Ο ρόλος των ξένων ινστιτούτων, εδώ σ’ εμάς τουλάχιστον, ήταν εμφανής. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν στρατολόγοι των καλών δυνάμεων, όπου και υποτροφίες έπαιρναν και υποστήριξη είχαν για να βγάλουν το έργο τους προς τα έξω. Ασφαλώς, όταν ένας άνθρωπος σου προσφέρει κάτι, ως υποχρέωση, οφείλεις κι εσύ να του προσφέρεις κάτι. Με την έννοια αυτή γινόταν και γίνεται πολιτική. Η πατρίδα μας δεν είχε ποτέ ανεξάρτητη πολιτική, έτσι ώστε να φροντίσει τα δικά της πράγματα. Αφού λοιπόν η πολιτική ήταν εξαρτημένη, μοιραία και ο πολιτισμός ακολουθούσε τον ίδιο δρόμο. Στην Ελληνοαμερικανική Ένωση έχω παίξει. Στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Στο Γκαίτε επίσης. Έχω κυνηγηθεί ανηλεώς απ’ αυτό το χώρο, που εδώ τουλάχιστον εκπροσωπούσε τότε ο ΕΣΣΥΜ (Ελληνικός Σύνδεσμος Σύγχρονης Μουσικής). Αυτός με περιάδραξε κατ’ αρχάς, τιμώντας με. Αν έπαιζα μια μπούρδα σύγχρονη, η κατεστημένη κριτική έγραφε διθυράμβους. Αν έπαιζα ένα μελωδικό κομμάτι μ’ έθαβε. Βέβαια, επειδή γινόταν αυτό που γινόταν με την τούμπα, όποτε ζητούσα να παίξω με μια ελληνική ορχήστρα έπαιξα. Όταν όμως έφυγα από τον ΕΣΣΥΜ και όταν διέρρηξα τις σχέσεις μου με τον Χατζιδάκι κόπηκαν τα πάντα.
Δύσκολα ορθώνεται κάποιος απέναντι στους μαικήνες. Εσείς το πράξατε, όχι χωρίς συνέπειες… Χαθήκατε…
Στον τόπο αυτόν δεν ζούμε ελεύθεροι. Υπάρχει μια μαφία, ένας συνασπισμός μετριοτήτων, οι οποίες αναγορεύονται με τον καιρό σε αξίες. Η συντήρηση αυτών των «μύθων» είτε εν ζωή, είτε μετά θάνατον, είναι μέρος μιας πολιτικής που θέλει το λαό καθηλωμένο. Άντε τώρα εσύ να μιλήσεις, αν μιλήσει ο κύριος τάδε. Τι να πεις; Δεν υπάρχει σεβασμός, δεν υπάρχει τίποτα. Να σου πω τι υπάρχει; Φασισμός. Ο φασισμός του πολιτισμού.
Τώρα, αν έχω χαθεί τα τελευταία χρόνια, αυτό οφείλεται στο ότι δεν με κάλεσε ποτέ κανένας να εμφανιστώ. Να σου πω κάτι; Έχω αποφασίσει να έχω φίλους ανθρώπους που δεν χρειάζομαι. Όσο τους χρειαζόμουν, οι ίδιοι αυτοί ήταν εχθροί μου. Ξαφνικά έγιναν φίλοι μου. Καθένας είναι αυτό που είναι και άγια κάνει. Κι αυτοί, κι εγώ. Μέχρι τα πενήντα μου, που έμεινα νέος, πίστευα ότι θα μπορέσω ν’ αλλάξω τον κόσμο. Από τη στιγμή που έφυγε αυτή η έννοια, ότι είμαι ισόθεος δηλαδή, τους αγάπησα όλους κανονικά και τελείωσε η ιστορία.
Και πώς θα πορευτεί ο κόσμος, ο καθημερινός άνθρωπος κύριε Ζουγανέλη; Το κόστος πολλές φορές είναι βαρύ…
Ο καθένας από εμάς δεν γεννιέται γνωρίζοντας τα πάντα. Στο δρόμο μαθαίνουμε όλοι. Μπαίνοντας λοιπόν σε μια πορεία, ανυποψίαστος ων, όπως οφείλουμε να είμαστε όλοι, και με καλή διάθεση, άρχισα να παρατηρώ διάφορα. Η υποψία είναι ψυχική δηλητηρίαση και ό,τι δηλητηρίαζε την ψυχή μου, εγώ δεν το έβαζα μέσα εξ ενστίκτου. Επομένως, λοιπόν, και το κριτήριό μου ήταν αυτό, επειδή ήμουν ανυποψίαστος και καλής προαίρεσης, άρα για να μ’ ενοχλεί αυτό ή το άλλο σήμαινε ότι μ’ ενοχλούσε πραγματικά. Έτσι, διαπίστωσα στο δρόμο ότι και αυτά που εγώ θεωρούσα είδωλα δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά δημιουργήματα μιας μακραίωνης πλύσης εγκεφάλου. Το ερώτημα που τελικά μπαίνει είναι αυτό. Ποιος θ’ αναπνεύσει σ’ αυτό το χώρο; Όταν ένας τόπος δεν ανανεώνει το πνευματικό του υλικό και μένει για πενήντα χρόνια με τους ίδιους και τους ίδιους ανθρώπους καταλαβαίνεις τι τύχη θα έχει; Είναι νομίζεις τυχαία η δυστυχία μας;
Εσείς όμως είχατε τη δυνατότητα να πετάξετε πάνω από τις μικρότητες, ως καλλιτέχνης εννοώ. Ήσασταν ένα αυτοδύναμος οργανοπαίκτης. Παίζατε σχεδόν χωρίς αντίπαλο. Είχατε γυρίσει όλο τον κόσμο. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές…
Χμμμ. Όλοι μου έλεγαν: «Ρε συ, τι απευθύνεσαι στον έναν και τον άλλον για να σου γράψουν έργα για τούμπα, γράψε τα εσύ, ποιος θα τα γράψει καλύτερα;». Ξέρεις, είχα από μικρός πάντα ένα δέος για τα πράγματα. Άλλο το δέος και άλλο η παραδοχή των ειδώλων. Δέος οφείλουμε να έχουμε στα πράγματα, σ’ αυτά που δεν γνωρίζουμε. Όποιος δεν έχει δέος είναι στερημένος. Ιδιαίτερα στην Τέχνη, που είναι απλησίαστη και που μπορεί ανά πάσα στιγμή να δώσει ζωή ή να πάρει ζωή.
Παίζω τούμπα τόσα χρόνια. Θα χρειάζονταν άλλα τόσα για να γίνω συνθέτης. Βεβαίως αυτοσχεδιάζω πάντα με την τούμπα κι έχω γράψει και γι’ αυτή, με τη διαφορά όμως ότι δεν μ’ ενδιαφέρει να προβάλλομαι ως συνθέτης. Σκέψου ότι το πιο εύκολο πράγμα είναι να γίνεις συνθέτης. Είναι μια αμφιλεγόμενη υπόθεση. Γράφεις και δεν κρίνεσαι. Κρίνει ο χρόνος. Αν όμως σου παίξω τούμπα ή βιολί ελεεινά και τρισάθλια δεν θα πεις «άφησε το χρόνο να το κρίνει». Εδώ υπάρχουν βασικοί κανόνες. Στη σύνθεση δεν υπάρχουν. Γι’ αυτό και επιβιώνουν διάφοροι. Οι μόνοι που δεν επιβιώνουν είναι οι συνθέτες. Οι περί τη σύνθεση τη βγάζουν καθαρή. Οι περί την Τέχνη επιβιώνουν, οι ανήκοντες εις την Τέχνη δεν επιβιώνουν. Και δεν είναι μόνο έτσι στην Τέχνη, είναι έτσι στη ζωή. Από την άλλη όμως δεν χρειάζεται να την έχουμε και ανάγκη, γιατί τα πάντα γύρω μας είναι Τέχνη. Η φύση εννοώ. Η Τέχνη έχει ως αποστολή αγαπητέ να κάνει καλύτερο τον άνθρωπο. Αν το καταφέρνει έχει καλώς. Αν δεν το καταφέρνει ας πάει να γαμηθεί και η Τέχνη και οι περί την Τέχνη.