Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

στόχος η Αριστερά (δεν το λέω εγώ)

Διάβασα στην τελευταία Athens Voice (τεύχος 414, 22-28/11/2012) το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου «Για τη Γιορτή του Πολυτεχνείου» κι επειδή… βγήκα από τα ρούχα μου έρχομαι να πω δυο λόγια.
Το νόημα του άρθρου συνοψίζεται στο (ξεχωριστό) lead, εκεί όπου αναφέρεται πως: «Η επιμονή[sic] μας στην επέτειο του Πολυτεχνείου ταυτίζεται με την τυραννική[sic] παρουσία της Αριστεράς, που μέσω των επετείων, υπενθυμίζει τον ηρωισμό και την πρωτοπορία της στους “αγώνες του λαού”». Η αλήθεια είναι πως ακόμη και αυτό το απόσπασμα θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερο, αν έμπαιναν σε εισαγωγικά όχι μόνον οι αγώνες του λαού, αλλά και ο ηρωισμός και η πρωτοπορία, η αρθρογράφος, όμως, πάνω σε μία κρίση συνειδήσεως, είπε να κρατήσει κάπως τις ισορροπίες.
Κατά την Σώτη Τριανταφύλλου (Σ.Τ.) η «επέτειος του Πολυτεχνείου θα πρέπει να πάψει να γιορτάζεται», γιατί «οι επέτειοι δεν εξυπηρετούν ούτε την ιστορική μνήμη ούτε την κοινωνική συνεκτικότητα», αφού «εξυπηρετούν εθνικιστικά και κομματικά συμφέροντα, άμεσες και έμμεσες εξουσίες». (Ας μην το γεμίσω [sic]…). Επίσης, η επέτειος και η συνακόλουθή της πορεία, κατά την Σ.Τ., εγείρει απορίες στους σημερινούς Αμερικανούς, οι οποίοι «βλέπουν εικόνες φωνασκούντων Ελλήνων έξω από την αμερικανική πρεσβεία (και) δεν καταλαβαίνουν –δικαίως– περί τίνος πρόκειται». Τι να πεις γι’ αυτήν την νοηματική ακροβασία; Σιγά μην κάθονται οι Αμερικανοί ν’ ασχοληθούν με την πορεία του Πολυτεχνείου στην Ελλάδα (ξέρουν που πέφτει στο χάρτη;) και να προβληματιστούν περαιτέρω για το γεγονός ότι η πορεία καταλήγει στην πρεσβεία τους στην Αθήνα. Και άντε να υποθέσω ότι κάποιοι ενδιαφέρονται και το μαθαίνουν, βλέπουν την πορεία στο CNN (αν την αναμεταδίδει) και εξανίστανται. Τι πρέπει εμείς να πούμε; Καταργήστε την πορεία, γιατί μπαίνουμε στο μάτι των συμμάχων; Δεν είμαστε καλά. Εδώ, ολόκληρος πλανητάρχης (ο Clinton) ήρθε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του ’99 ζητώντας δημοσίως «συγγνώμη» (τη παρουσία του προέδρου Στεφανόπουλου) για την αμέριστη στήριξη των ΗΠΑ στη χούντα, και τώρα θ’ ακούμε την Σ.Τ. να αναρωτιέται «που κολλάει η αμερικανική πρεσβεία»; Δεν το καταλαβαίνει; Το καταλαβαίνει, καθότι πιο κάτω ρωτά τον εαυτό της: «Στο ότι η χούντα των συνταγματαρχών 1967-1974 υπήρξε όργανο της CIA. Σώπα καημένε! Αν και πάλι μάς αφήνει εμβρόντητους στη συνέχεια, καθότι, όπως γράφει, «τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά». Δυστυχώς για την Σ.Τ., αλλά ευτυχώς για όλους εμάς, τα πράγματα είναι πολύ απλά. Απλούστερα δεν γίνονται. Εκτός εάν η Σ.Τ. μάς μπλέξει με τίποτα ακαθόριστες συνομωσιολογίες, οδηγώντας μας σε παράκεντρες ατραπούς (δεν το νομίζω). Απλώς, δηλητήριο θέλει να χύσει. Να κατασυκοφαντήσει την Αριστερά, την οποίαν εγκαλεί για την «τυραννική της παρουσία». Κατά την Σ.Τ. η Αριστερά, που ποτέ στη Μεταπολίτευση (μέχρι πριν λίγους μήνες) δεν ξεπέρασε (όλη μαζί) το 15%, είχε «τυραννική παρουσία», ενώ τα κόμματα εξουσίας που κυβέρνησαν και κυβερνούν τον τόπο (με τα 48%), για 40 σχεδόν χρόνια, μας πήγαιναν και μας πηγαίνουν με το γάντι. Τι να πω;
Επίσης… μαθαίνουμε από την αρθρογράφο πως «ούτε η αριστερά, ούτε οι αναρχικοί πρωτοστάτησαν στην εξέγερση» και πως «το φοιτητικό κίνημα δεν ήταν κομματικοποιημένο όπως έγινε μετά τη μεταπολίτευση». Μαθαίνουμε επίσης πως το ΚΚΕ, αν και «εκφέρει λόγο δημοκρατικής νομιμότητας», εντούτοις «δεν είναι καν κοινοβουλευτικό κόμμα»!
Τι να απαντήσει κάποιος σ’ αυτές τις φαιδρότητες; Τι να απαντήσει σ’ αυτήν την ολιστική διαγραφή της Αριστεράς, που δεν είναι απλώς ανιστόρητη, είναι και άκρως επικίνδυνη για τη δημόσια πολιτική υγεία; Ώστε η Αριστερά δεν πρωτοστάτησε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου… Και ποια ήταν εκείνη που πρωτοστάτησε τάχα; Μήπως η… ψυχεδελική νεολαία; Και τι εξυπνάδα είναι αυτή πως το φοιτητικό κίνημα δεν ήταν κομματικοποιημένο. Ε, ναι, με τη στενή έννοια δεν ήταν κομματικοποιημένο, γιατί η χούντα είχε καταργήσει τα κόμματα, αλλά κόμματα υπήρχαν (στην παρανομία), είχαν οργανώσεις, νεολαία, έντυπα. Δεν έχει ακούσει τίποτα η Σ.Τ. για EKKE και ΑΑΣΠΕ, που τα λέγαμε πριν από λίγες ημέρες; Δεν έχει ακούσει τίποτα περί ΚΚΕ, περί ΚΝΕ, περί Ρήγα Φερραίου, περί ΕΔΑ, περί ΚΚΕ (Εσωτερικού), περί Πανσπουδαστικής, περί ΚΔΚΕ (Τροτσκιστές) – άπαντα κόμματα και νεολαίες με δράση στην περίοδο της δικτατορίας, και στην περίοδο του Πολυτεχνείου; Κάτι έχει ακούσει, αλλά προτιμά η Σ.Τ. να λέει πως η… Αριστερά δεν πρωτοστάτησε στην εξέγερση. Και ποιος πρωτοστάτησε δηλαδή στην εξέγερση; Γιατί δεν μας το λέει να το μάθουμε κι εμείς; Μήπως ο «απλός κόσμος»; 
Η Σ.Τ. έχει πρόβλημα με την Αριστερά, είναι ολοφάνερο. Κατηγορεί εμμέσως το ΚΚΕ γιατί «εκφέρει λόγο δημοκρατικής νομιμότητας», ενώ κατ’ αυτήν θα έπρεπε ή να είχε διαλυθεί ή να ήταν στην παρανομία. Δεν το θεωρεί κοινοβουλευτικό κόμμα, γιατί η εντός των τειχών δράση του πάει κόντρα στον μαρξισμό-λενινισμό και στη δικτατορία του προλεταριάτου. Θα ήθελα, πραγματικά, να ήξερα από ποια μεριά ασκεί κριτική στο ΚΚΕ η Σ.Τ. Από κάποια ακροαριστερή ή αναρχική μεριά (φτου σκουληκομερμυγκότρυπα…), ή από την μεριά… ποια μεριά; Δεν υπάρχει άλλη μεριά. Το ΚΚΕ έπειτα από 27 χρόνια συνεχούς παρανομίας (δια του διαβοήτου νόμου 509) κατέκτησε τη νομιμότητα το 1974. Χιλιάδες άνθρωποι, οπαδοί του, συνελήφθησαν, βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν βάσει αυτού του νόμου. Τι έπρεπε να κάνει δηλαδή το 1974; Να αρνιόταν τη νομιμοποίησή του; Να έριχνε στο βάραθρο τους νεκρούς του; Να μην τους αναγνώριζε; Ή να διχαζόταν, α λα Χρυσή Αυγή, μεταξύ γραβάτας και φραχτοπάλουκου; Πολύ θα βόλευε αυτό το τελευταίο την κυρία Τριανταφύλλου. Δεν της βγήκε όμως.

TROYKA moxxy και ξερό…

Το τι γίνεται με τα jazz-trio δεν περιγράφεται. Σκάνε από παντού, συνήθως είναι «πειραγμένα» και γενικώς δυσκολεύεσαι να τα παρακολουθήσεις. Δεν γνωρίζω πόσο μπορεί να ευθύνονται οι e.s.t., ας πούμε, γι’ αυτό (σίγουρα ευθύνονται σε κάποιο βαθμό), ή πόσο μπορεί να ευθύνεται η… κρίση (άλλο είναι να «κλείνονται», να μετακινούνται και να παίζουν τρεις, κι άλλο τέσσερις και πέντε), εκείνο πάντως που είναι σίγουρο –και που μας ενδιαφέρει εν τέλει περισσότερο– είναι οι προτάσεις όλων αυτών των σχημάτων, οι οποίες, συνήθως, έχουν ενδιαφέρον (πέραν του τυπικού). Να, για παράδειγμα, οι Λονδρέζοι Troyka (Chris Montague κιθάρες, λούπες, Kit Downes hammond, πιάνο, fender rhodes, Joshua Blackmore ντραμς), που έρχονται να πλασαριστούν μεταξύ των πιο απολαυστικών trio του καιρού μας.
Αν και έδρεψαν δάφνες, όπως λέμε, με το πρώτο φερώνυμο άλμπουμ τους, το 2009, είναι το παρόν Moxxy[Edition, 2012], που θα εκτοξεύσει την Troyka στην… τζαζόσφαιρα και πέραν αυτής (ενδεχομένως). Κατ’ αρχάς, εκείνο που πρέπει να σημειώσω είναι πως ο παλαιομοδιτισμός τού cover (με τα ρωσικά ή μάλλον… σοβιετικά γράμματα και τον διαστημικό σταθμό) δεν είναι άσχετος του ηχητικού περιεχομένου. Η jazz του trio έχει πολλά ηλεκτρικά στοιχεία να παρουσιάσει, που έχουν βεβαίως την γνωστή αμερικανική ηλεκτρική και rock-ηλεκτρική αφετηρία (το early fusion ας πούμε), αλλά ακόμη και τη βρετανική (τα πιο γνωστά electro-τερτίπια των Soft Machine ή πιο επισκιασμένων καλλιτεχνών, όπως του Bob Downes). Το αποτέλεσμα είναι ξεχωριστό στο extra-groovy Rarebit” με τα κιθαριστικά riffs να συναγωνίζονται σε δύναμη τις κιμπορντικές γραμμές (βασικά του hammond), στο funkyDropsy” με τα ηλεκτρικά soli να φέρνουν στο νου μιαν ιδέα από Tommy Bolin, στο πιο bluesy-abstractCrawler”, εκεί όπου τα ντραμς «σκοτώνουν», στο αργό/ταξιδευτικό “Chaplin”, που ολοκληρώνει το άλμπουμ.
Σχετικό-άσχετο. Μπαίνοντας στο site/blog της Troyka, το www.troykaband.wordpress.com πρόσεξα μιαν αναφορά στο twitter τους (22/8), που έλεγε το εξής: We wont be giving Greece any money!”. Σιγά ρε παιδιά, μην ξηλώνεστε τόσο πολύ…

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

APHRODITE’S CHILD τα LP και τα singles

Οι Aphrodites Child υπήρξαν μία από τις κορυφαίες μπάντες του ευρωπαϊκού rock. Για δυόμισι χρόνια (από τα μέσα του ’68, έως περίπου τα τέλη του ’70) ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, ο Ντέμης Ρούσσος και ο Λουκάς Σιδεράς πρωταγωνιστούσαν με τα τραγούδια τους σε όλη την Ευρώπη, γνωρίζοντας τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία. Λίγα λόγια για όσα κατάφεραν, με αφορμή την πρόσφατη (βινυλιακή) επανέκδοση των άλμπουμ τους από τις Music on Vinyl/Missing Vinyl...
Η πρώτη φορά που ακούστηκε κάτι για το… αγέννητο ακόμη Παιδί της Αφροδίτης ήταν τον Ιανουάριο του 1967 στο τεύχος 73 των Μοντέρνων Ρυθμών (Μ.Ρ.). Ο Νίκος Μαστοράκης έγραφε: «Το πρώτο εξαγώγιμο ελληνικό συγκρότημα άρχισε να σχηματίζεται, σαν σκίτσο, μέσα στο δυναμικό της M plus M (σ.σ. εταιρεία του Μαστοράκη). Η αρχή του δεν ήταν καθόλου θορυβώδης, αλλά δημιούργησε ένα σωρό φασαρίες. Πριν απ’ όλα γιατί ο Ντέμης των We Five, έφυγε από το συγκρότημα, ακριβώς για να προσχωρήση στο καινούργιο φρούτο. Βεβαίως η προσπάθεια είχε φόντα. Είχε μία εγγύησι που την λένε Βαγγέλη Παπαθανασίου, και κάθε μουσικός θα εγκατέλειπε τα πάντα προκειμένου να παίξη με τον Βαγγέλη. Τόσον καιρό μόνος του, ο Παπαθανασίου φορμάρισε ένα είδος μουσικής κι ένα ήχο, που θα μπορή άνετα ένα δικό μας συγκρότημα να παρουσιάση στο εξωτερικό, ακόμη και μπροστά στο πιο δύσκολο κοινό. Έτσι το συγκρότημα-βόμβα του 1967 προχωρεί με πολύ γρήγορο ρυθμό. Ο Βαγγέλης είναι λήντερ και τα δύο μόνα γνωστά μέλη του είναι ο Ντέμης μπάσο, τραγούδι και… τρομπέτα και ο Λουκάς Σιδηράς[sic]».
Η πρώτη δισκογραφική εμφάνιση της… Orchestra di Vag. Papathanassiou ήταν στο 45άρι της Ζωής Κουρούκλη (ως Zoe) “Ciao amore, ciao/ Non pensare a me” [Pan-Vox PAN 6077], που κυκλοφόρησε την Άνοιξη του ’67. Στο τεύχος 87 των Μ.Ρ. (Αύγουστος του ’67) πάλι ο Μαστοράκης γράφει για κάποιο τρίο του Βαγγέλη Παπαθανασίου ονόματι Last Five, ενώ λίγο πιο κάτω στο ίδιο τεύχος γίνεται λόγος για τον Βαγγέλη Παπαθανασίου που «παίζει με το δικό του τρίο κάθε βράδυ στο μπαρ Γκάλαξυ συνοδεύοντας τη νέγρα τραγουδίστρια Βάιολετ Μάυ και την Βίλμα (σ.σ. Λαδοπούλου) σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία». Δύο μήνες αργότερα (Οκτώβριος ’67) στο τεύχος 90 των Μ.Ρ. ο Παπαθανασίου, απογοητευμένος μάλλον από την πορεία των γκρουπ, δηλώνει: «Δεν σκοπεύω να ξανασχηματίσω άλλο συγκρότημα. Θα συνεχίσω μόνος την καριέρα μου, ίσως φύγω σύντομα για την Αγγλία». Παρά ταύτα το τρίο (Παπαθανασίου, Ρούσσος, Σιδεράς), που έχει μετατραπεί εν τω μεταξύ σε κουαρτέτο με την προσθήκη του κιθαρίστα Αργύρη Κουλούρη, εξακολουθεί να εμφανίζεται στο Galaxy του Hilton, όπως διαβάζω στο τεύχος 92 των Μ.Ρ. (Νοέμβριος ’67). Τον Δεκέμβριο κάνει την εμφάνισή του στην Ελληνοαμερικανική Ένωση ένα ακόμη (τζαζ) σχήμα αποτελούμενο εκ των Βαγγέλη Παπαθανασίου πιάνο, Χάρη Χαλκίτη μπάσο και Γιώργου Λαβράνου ντραμς. Στις αρχές του ’68 κανένα από αυτά τα συγκρότημα δεν φαίνεται να υπάρχει. Ο Ρούσσος παίζει με την ορχήστρα του Γεράσιμου Λαβράνου, ενώ ο Παπαθανασίου βρίσκεται στο Λονδίνο προς αναζήτηση προοπτικών. Στο τεύχος 99 των Μ.Ρ. (Φλεβάρης ’68) διαβάζω: «Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου επέστρεψε από το Λονδίνο και ετοιμάζει ένα νέο συγκρότημα που σύντομα αρχίζει εμφανίσεις σε γνωστά κοσμικά κέντρα». Τέλη Φεβρουαρίου του 1968 το συγκρότημα είναι έτοιμο και είναι τετραμελές (Παπαθανασίου, Ρούσσος, Σιδεράς, Κουλούρης), αν κρίνω από τις δύο μεγάλες (χωρίς λεζάντες) ψυχεδελικές φωτογραφίες που δημοσιεύονται στο τεύχος 100 των Μ.Ρ. Η συνέχεια είναι πάνω-κάτω γνωστή. Το συγκρότημα του Βαγγέλη Παπαθανασίου παίρνει μέρος στην ηχογράφηση του άλμπουμ του Γιώργου Ρωμανού “In Concert & In the Studio” [Zodiac XZP 88006] –πιθανώς το LP να κυκλοφόρησε τον Μάιο του ’68, ή και λίγο πιο μετά– με τον Αργύρη Κουλούρη να μένει στην Ελλάδα προκειμένου να εκπληρώσει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του και τους υπόλοιπους τρεις να φεύγουν με προορισμό το Λονδίνο (εκεί όπου είχε προλειάνει το έδαφος ο Παπαθανασίου). Κάποια γραφειοκρατικά προβλήματα εμποδίζουν το πέρασμα του γκρουπ στην Αγγλία και λόγω των γενικών απεργιών που δοκίμαζαν τότε τη Γαλλία το συγκρότημα «κολλάει» στο Παρίσι (μέσα στα γεγονότα του Μάη), ξεκινώντας από ’κει μιαν αναπάντεχη καριέρα. Δεν είμαι σίγουρος πότε ακριβώς ηχογραφήθηκε στην Αθήνα και με τη συμμετοχή του Αργύρη Κουλούρη (στις αρχές του ’68 πάντως) το demo με τα τραγούδια Plastics nevermore και The other people, που βγήκε σε 45άρι μόνο στην Αμερική [Philips 40536] και που αποτέλεσε το… βιογραφικό τους, αλλά το Rain and tears/ Dont try to catch a river [FR. Mercury 132.501 MCF] ήταν το δισκάκι από το οποίο ξεκίνησαν όλα. Πάντως, όνομα το γκρουπ απέκτησε ως φαίνεται στην Αμέρικα, αφού στο 45άρι της Philips πρωτοεμφανίστηκε το… Aphrodites Child. Πώς; Πιθανώς ο παραγωγός τής Mercury (στον ίδιο όμιλο ανήκε και η Philips) Lou Reizner (ή κάποιος συνεργάτης του τέλος πάντων) να επιλήφθηκε του θέματος βαφτίζοντας το γκρουπ με τον τίτλο ενός τραγουδιού του Dick Campbell, που υπήρχε στο άλμπουμ “Sings Where Its At” [USA. Mercury SR 61060, 1966]. Παρένθεση. Ο Campbell εξηλέκτριζε το folk α λα Bob Dylan και στο LP του συμμετείχαν οι Mike Bloomfield, Paul Butterfield, Mark Naftalin, Sam Lay, Pete Cetera και διάφοροι άλλοι! Κλείνει η παρένθεση.
Το συγκρότημα φθάνοντας στο Παρίσι τον Μάιο του ’68 (πιθανώς και δίχως να γνωρίζει το όνομά του), πέφτει συν τω χρόνω στα χέρια της παραγωγής. Τους βρίσκουν, τους ανακαλύπτουν, κάποιοι executives είναι μιλημένοι από τις μητρικές εταιρείες; Αυτά λίγη σημασία έχουν, όταν οι επαγγελματίες πιάνουν δουλειά και παράγουν, αμέσως, αποτελέσματα. Ο παραγωγός τής Philips Pierre Sberro τους προτείνει να ηχογραφήσουν ένα κομμάτι που να βασίζεται σ’ έναν δημοφιλή κανόνα ενός οργανίστα του μπαρόκ από τον 17ον αιώνα, του Γερμανού Johann Pachelbel. Και όντως. Το “Rain and tears” ως σύνθεση δεν είναι άλλο από μια διασκευή τού Canon in D major του Pachelbel, με τους στίχους φυσικά του Boris Bergman. Το κομμάτι ήταν εντυπωσιακό. Ο Παπαθανασίου ήταν στο στοιχείο του στα πλήκτρα, ο Ρούσσος τραγουδούσε με την άνεση που του παρείχε η φωνή του, ο Σιδεράς κρατούσε ωραία το ρυθμό, η παραγωγή τα έχωσε προσθέτοντας έγχορδα, φωνές και δεν ξέρω τι άλλο ακόμη. Το τραγούδι, που κυκλοφόρησε τον Μάιο του ’68 τραγουδιόταν το καλοκαίρι και το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς σ’ ολόκληρο τον κόσμο (Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Ελλάδα, Δυτική Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Νορβηγία, Τουρκία, Γιουγκοσλαβία, Αυστραλία, Βραζιλία, Μεγάλη Βρετανία, Περού, Νότια Αφρική, Ροδεσία, Καναδάς, ΗΠΑ, Ιαπωνία, Καμπότζη, Πορτογαλία, Ισραήλ, Ιράν…), καταλαμβάνοντας πολύ υψηλές θέσεις στα περισσότερα από τα tops. Πλέον, ο δρόμος ήταν ανοιχτός.
Τον Νοέμβριο του ’68 κυκλοφορεί το πρώτο LP τους End of the World/Rain & Tears [FR. Mercury 138 350] και λίγο αργότερα, τέλη ’68-αρχές ’69, το 45άρι End of the world/ You always stand in my way” [FR. Mercury 132.502 MCF], που και αυτό καταγράφει μεγάλη επιτυχία. Το άλμπουμ έβγαλε άλλο ένα 45άρι, που πέρασε απαρατήρητο, το Valley of Sadness/ Mister Thomas [FR. Mercury 132.503 MCF], αλλά εκεί όπου πρέπει να σταθούμε είναι στο LP και φυσικά στη νέα δυνατότητα ακρόασης, που μας παρέχει η πρόσφατη και πρώτη audiophile edition της Music on Vinyl/Missing Vinyl [MV031]. Αναφερόμαι σε μιαν έκδοση 1000 αντιτύπων, τυπωμένη σε 180g βινύλιο, βγαλμένη κατ’ ευθείαν από τα original vinyl masters. Οφείλω να πω το εξής. Παρότι έχω μία σχεδόν mint βρετανική κόπια του End of the World/Rain & Tears, έπαθα πλάκα, κατά το κοινώς λεγόμενο, με την απόδοση του εν λόγω βινυλίου. Ειδικώς σε κομμάτια που εμφανίζουν από τη μάνα τους ένα είδος ακουστικών επιπέδων στην ηχογράφηση, όπως το “End of the world” (κραυγές, τοίχοι από πλήκτρα, εφέ), τα ψυχεδελικά διαμάντια “The grass is no green” και “Day of the fool”, το μανιακό “You always stand in my way” ακόμη και το ελληνοπρεπές “The shepherd and the moon” αναζωογονούνται στον πιο απρόσμενο βαθμό. Μπορεί ορισμένοι να αναζητήσουν στα κομμάτια των Aphrodites Child επιρροές από τους Moody Blues, τους Nice, τους Procol Harum, τους Bee Gees, ακόμη και από τους Kinks, αλλά αυτό δεν έχει τη μεγαλύτερη σημασία (ή μπορεί και να έχει). Μένω στην τωρινή «προσφορά» το ν’ ακούς τον πρωτοποριακό σήμα κατατεθέν ήχο του Παπαθανασίου, 44 χρόνια μετά, έτσι όπως του αρμόζει.
Για να ενδυναμώσουν την παρουσία τους στην Ιταλία (χώρα στην οποίαν εμφάνισαν μεγάλη επιτυχία) οι Aphrodites Child σκοπεύουν να πάρουν μέρος στο Sanremo 69, τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς, τραγουδώντας το “Lontano dagli occhi” ή το “Quando lamore diventa poesia”. Τι δουλειά είχε όμως ένα top συγκρότημα, με τρανή επιτυχία σε όλο τον κόσμο, σ’ ένα μουσικό διαγωνισμό, ακόμη και αν αυτός ήταν του Sanremo; Οι Aphrodites Child δεν θα συμμετάσχουν τελικώς και αντ’ αυτών τα τραγούδια θα τα ερμηνεύσουν η Mary Hopkin (το πρώτο – θα κατελάμβανε τη 2η θέση) και οι Orietta Berti/Massimo Ranieri (το δεύτερο – θα κατελάμβανε τη 10η θέση). Πάντως, για να μη χαλάσουν τις καρδιές των Ιταλών θα τα ηχογραφήσουν κι εκείνοι στο δισκάκι Lontano dagli occhi/ Quando lamore diventa poesia [IT. Mercury 133.250 MCF] – κι είχε ένα κάποιο ενδιαφέρον το ν’ ακούς τον Ντέμη Ρούσσο να αποδίδει στην ιταλική. Το πρώτο ήταν μία σύνθεση του Sergio Endrigo σε στίχους Sergio Bardotti και το δεύτερο ανήκε στο ντούο Piero Soffici/Mogol.
Τον Απρίλιο του ’69 το συγκρότημα βρίσκεται πλέον στη Γαλλία και κυκλοφορεί ένα ακόμη επιτυχημένο 45άρι το I want to live/ Magic mirror [FR. Mercury 132.505 MCF]. Η συνταγή του “Rain and tears” επαναλαμβάνεται κι εδώ με εξ ίσου καλά αποτελέσματα. Το “Plaisir d'amour” είναι ένα κλασικό γαλλικό τραγούδι αγάπης του Jean Paul Égide Martini γραμμένο το 1780. Ο Παπαθανασίου το διασκευάζει ως “I want to live” (στίχοι ο Boris Bergman) και ο Ρούσσος το απογειώνει. Το “Magic mirror” που ήταν στη δεύτερη πλευρά ήταν όμως ωραιότερο (πιο ροκάδικο δηλαδή). Σύνθεση του Παπαθανασίου σε στίχους ενός βρετανού λιμπραρίστα, του John Fiddy. Τραγουδούσε ο Λουκάς Σιδεράς (και ο Ντέμης Ρούσσος), με τον Παπαθανασίου να κάνει τρομερή δουλειά στα keyboards.
Το επόμενο δισκάκι ήταν το Let me love, let me live/ Marie Jolie” [FR. Mercury 132.506] και βγαίνει τον Οκτώβριο του 1969. Ουσιαστικά είναι εκείνο που θα προετοιμάσει το δεύτερο LP των Aphrodites Child που είχε τίτλο Its Five oClock [FR. Mercury 138.531] και που θα κυκλοφορούσε λίγες μέρες αργότερα, μέσα στον Νοέμβριο. Το πρώτο τραγούδι είναι μια σύνθεση του Λουκά Σιδερά (ο ίδιος τραγουδάει) σε στίχους Richard Francis και αν για κάτι εντυπωσιάζει είναι για τον ήχο τής… κιθάρας, που λογικώς προέρχεται από τα keyboards του Παπαθανασίου! Σήμερα μπορεί ν’ ακούγεται κοινό κάτι τέτοιο, αλλά το ’69 δεν ήταν. Το “Marie Jolie” είναι ίσως η ωραιότερη μπαλάντα των Aphrodites Child. Σύνθεση του Παπαθανασίου σε στίχους του Francis, δίνει τη δυνατότητα στον Ρούσσο για μιαν ακόμη εντυπωσιακή ερμηνεία, προαναγγέλοντας αν θέλετε το ύφος των τραγουδιών της προσωπικής καριέρας του. Το δεύτερο LP των Aphrodite’s Child, που τώρα κι αυτό επανεκδίδεται από τις Music on Vinyl/Missing Vinyl [MV033] σε 500 αντίτυπα, κατ’ ευθείαν από τα αναλογικά master tapes, είναι ένα είδος best. Ένα είδος λέμε, καθότι περιέχει φοβερά pop τραγούδια όπως ταIts five oclock”, “Wake up”, “Annabella”, “Let me love, let me live”, “Funky Mary”, “Good time so fine”, “Marie Jolie”, “Such a funny night”… Ανάμεσα σ’ αυτά τα άσματα υπάρχουν και κάποια με ξεχωριστές αναπαραγωγικές απαιτήσεις, όπως το “Funky Mary” π.χ., τις οποίες καλύπτει πλήρως η πρόσφατη audiophile έκδοση. Με ήχο εντελώς δικό τους, με τον Παπαθανασίου να κάνει απίστευτα πράγματα στα πλήκτρα, τον Ρούσσο να γεμίζει αίθουσες με τη φωνή του, και τον Σιδερά σε ρόλο ποικίλο και ουσιώδη (ντράμερ, συνθέτης, τραγουδιστής), οι Aphrodites Child δεν ήταν τίποτα λιγότερο από ένα φαινόμενο της εποχής τους.
Προς τα τέλη του 1969 με αρχές του ’70 κυκλοφορεί το επόμενο δισκάκι Its five o clock/ Funky Mary [FR. Mercury 132 508 MCF]. Τα τραγούδια προέρχονταν βεβαίως από το LP και ήταν, για ακόμη μία φορά, ξεχωριστά. Το “Its five oclock”, άλλη μία σύνθεση των Παπαθανασίου/Francis, είναι ένα από τα σήματα κατατεθέντα του συγκροτήματος, κι ένα από τα ερμηνευτικά highlights του Ντέμη Ρούσσου. Πρόκειται για κλασικό τραγούδι. Το “Funky Mary” ήταν ένα απροσδόκητο track, γραμμένο από τους Παπαθανασίου/Σιδερά. Στηριγμένο σ’ ένα επαναλαμβανόμενο deep funk σχήμα, έδινε την ευκαιρία στον Σιδερά να δείξει τις ντραμιστικές ικανότητές του και στον Παπαθανασίου τον τρόπο να τζαζίζει με space vibes πάνω από μία ισχυρή ρυθμική βάση.
Η μπάντα είναι περιζήτητη σε όλη τη νότια Ευρώπη (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία). Ακολουθεί περιοδεία κατά τα ειωθότα, αλλά χωρίς τον Παπαθανασίου που παραμένει στο Παρίσι και ασχολείται με τα δικά του (π.χ. το OSTSex Power”). Οι Aphrodites Child έχουν φυσικά, για τις ανάγκες των live, αλλαγμένη line-up. Κάποια στιγμή στο team προστίθενται οι Δημήτρης Ταμπόσης, Λάκης Βλαβιανός και Χάρης Χαλκίτης και με την σταθερή παρουσία των Ρούσσου-Σιδερά φτιάχνουν ένα «ζωντανό» σχήμα, που θα διατηρηθεί για κανα χρόνο.
Το επόμενο single είναι η τελευταία ηχογράφηση του γκρουπ ως τρίο και μία από τις καλύτερές του. Πρόκειται για το Spring, Summer, Winter and Fall/ Air [FR. Mercury 6033 003] που κυκλοφορεί τον Ιούνιο του 1970. Το πρώτο κομμάτι, σύνθεση των Παπαθανασίου/Francis, είναι άπαιχτο. Όλοι οι μουσικοί δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, με τον Ρούσσο να καταθέτει μία ακόμη ξεχωριστή ερμηνεία. Το “Air”, που είναι σύνθεση του Σιδερά, είναι πολύ κοντά στο προσωπικό του στυλ, εκείνο που θα γινόταν περισσότερο σαφές στο άλμπουμ “One Day”, το οποίο θα κυκλοφορούσε δύο χρόνια αργότερα.
Η μπάντα είναι φανερό πως βρίσκεται σ’ ένα μεταίχμιο. Ή θα συνεχίσει σ’ αυτό το πλούσιο pop στυλ ή θα παύσει να υπάρχει. Ο Παπαθανασίου είναι ο πρώτος που αποστασιοποιείται έχοντας κατά νου ένα τελευταίο άλμπουμ, που θα αποτελέσει, όπως ξέρουμε, το κύκνειο άσμα τους. Το διπλό concept “666” ηχογραφείται στο Studio Europa-Sonor στο Παρίσι, στο τέλος του 1970-αρχές ’71. Το συγκρότημα, επί της ουσίας, δεν υφίσταται ή, εν πάση περιπτώσει έχει μετεξελιχθεί σε μία ομάδα μουσικών συνασπισμένη, για τις ανάγκες της εν λόγω ηχογράφησης, γύρω από τον Βαγγέλη Παπαθανασίου.
Κι ενώ το “666” θα μείνει στο συρτάρι σχεδόν ενάμισι χρόνο ή και παραπάνω μέχρι το Φθινόπωρο(;) του ’72, όταν και θα κυκλοφορήσει από τη βρετανική Vertigo [6333 500/501], το Φθινόπωρο του ’71 η Mercury θα δώσει ακόμη ένα single του γκρουπ, βγαλμένο από το δεύτερο LP, προκειμένου να συντηρήσει κάπως το ενδιαφέρον τού κόσμου. Το Such a funny night (Παπαθανασίου/ R. Adams) κυκλοφόρησε στη Γερμανία με το “Annabella” στην πίσω πλευρά [Mercury 6033 007], στην Ολλανδία ντουμπλαρίστηκε με το “Dont try to catch a river” [Mercury 6033 006], στην Πορτογαλία με το “Wake up” [Mercury 6033 002] κ.ο.κ. Ήταν φανερό πια πως οι παραγωγοί έκαναν ό,τι ήθελαν. Παρά ταύτα το “Such a funny night” (γραμμένο στο Λονδίνο το καλοκαίρι του ’69) για τις ανάγκες του δεύτερου LP του συγκροτήματος (το ξαναλέω), ήταν ένα καλό ελληνοπρεπές τραγούδι που εκτιμήθηκε και εμπορικώς, μπαίνοντας στη δεκάδα στο ολλανδικό chart.
Προπομπός του “666” φαίνεται πως ήταν ένα ακόμη δισκάκι, το τελευταίο υπό το όνομά τους, με τα κομμάτια Break/ Babylon [UK. Vertigo 6032 900], αμφότερα συνθέσεις του Παπαθανασίου σε στίχους Κώστα Φέρρη βεβαίως. Πρόκειται για το τελευταίο και για το πρώτο κατ’ ουσίαν track του “666”. Στο “Break” τραγουδά ο Λουκάς Σιδεράς, ενώ στο “Babylon” ο Ντέμης Ρούσσος. Ενδιαμέσως, τα σπουδαιότερα...
Το “666” το αγόρασα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στη δεύτερη ελληνική εκτύπωσή του. Το label είναι το γνωστό spaceship της Vertigo (σχεδιασμένο από τον Roger Dean) κι έχει μία σειρά γράμματα, μόνο στην αγγλική (κυκλικώς του label). Το λέω, γιατί η original ελληνική έκδοση από το 1974 (στη χώρα μας το “666” κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα) είχε δύο σειρές γράμματα στην ετικέτα (στην ελληνική και την αγγλική – έτσι νομίζω). Τούτο το επισημαίνω για τον εξής σοβαρό λόγο. Σ’ ένα site αφιερωμένο στον Vangelis (http://is.gd/ZrfYig) αναφέρεται πως στην πρώτη εκείνη ελληνική έκδοση ορισμένα tracks διαρκούσαν περισσότερο χρόνο απ’ όσο διαρκούν στην original βρετανική και ενδεχομένως σε κάθε άλλη! Φερ’ ειπείν το top-κιθαριστικό “The battle of the locusts” διαρκεί 45(!) δευτερόλεπτα παραπάνω, το “Altamont” 56 παραπάνω, το “The wedding of the lamb” 37 παραπάνω και το “Hic et nunc” 102(!) δευτερόλεπτα παραπάνω. Πήρα τις δύο κόπιες λοιπόν, τη δεύτερη ελληνική έκδοση του “666”, και την πρόσφατη της Music on Vinyl/Missing Vinyl [MV032] και επιχείρησα να τις συγκρίνω. Διαπίστωσα, λοιπόν, εκείνο το οποίο υποπτευόμουν. Και η δεύτερη ελληνική έκδοση στα συγκεκριμένα tracks (και σε κάποια ακόμη) διαρκεί, όντως, περισσότερο! Οπότε τι; Οπότε μην αποχωριστείτε τις παλαιές ελληνικές εκδόσεις σας (όποιαν από τις δύο διαθέτετε – αν διαθέτετε), αλλά αν θέλετε να ακούσετε το “666” δέκα φορές πιο κρυστάλλινο και ζωντανότερο ή δεν το έχετε ακούσει ποτέ (πάντα θα υπάρχουν και οι νεότεροι, που ανακαλύπτουν πράγματα) τότε εμπιστευτείτε «με χίλια» την 1000 αντιτύπων έκδοση της Music on Vinyl/Missing Vinyl, με τα 180άρια βινύλια και τον «λαμπίκο» ήχο από τα original analogue masters. The battle of the locusts...
Τι να πει κανείς για το “666”; Έχουν γραφτεί τα πάντα. Ας (ξανα)πω λοιπόν κι εγώ πως πρόκειται για ένα μεγαλειώδες concept άλμπουμ, για «το soundtrack μιας τεράστιας θεατρικής παράστασης-συναυλίας, που ποτέ δεν ανέβηκε, για το οποίο γράφτηκε ένα ολάκερο (ανέκδοτο) βιβλίο και βεβαίως οι στίχοι», όπως σημείωσε ο ίδιος ο lyricist του “666”o σκηνοθέτης Κώστας Φέρρης στα σχόλια τού http://is.gd/NlS2ww. Τα στιχάκια λοιπόν, που άλλοτε έχουν χαλαρή και άλλοτε πιο στενή σχέση με την Αποκάλυψη του Ευαγγελιστή Ιωάννη, τα παιξίματα των μουσικών (Βαγγέλης Παπαθανασίου πλήκτρα, φλάουτο, κρουστά, βιμπράφωνο, φωνητικά, Ντέμης Ρούσσος μπάσο, τραγούδι, Λουκάς Σιδεράς ντραμς, τραγούδι, Αργύρης Κουλούρης κιθάρες, κρουστά, Χάρης Χαλκίτης μπάσο, τενόρο σαξόφωνο, conga, φωνητικά, Michel Ripoche τρομπόνι, τενόρο σαξόφωνο, John Frost αφήγηση, Γιάννης Τσαρούχης αφήγηση, Ειρήνη Παπά φωνή –“I was, I am, I am to come”– στο περιβόητο «άπειρο») και βεβαίως οι συνθέσεις (άπασες του Παπαθανασίου) με κορυφαίες τις “Aegian Sea”, “The four horsemen” και ακόμη με μία τέταρτη space/prog πλευρά (“All the seats were occupied”) από τις πιο δυνατές «τέταρτες», που χαράχτηκαν ποτέ σε βινύλιο (κι ας διαφωνούν οι… ρώσοι κριτικοί), το “666” είναι και θα παραμείνει ένα από τα σημαντικότερα progressive rock άλμπουμ, που άκουσε ποτέ ο κόσμος. «Δέκα» για το έργο και ο «τόνος» για την μπομπάτη έκδοση.

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

της RESTLESS WIND

Λίγα λόγια για δύο δισκάκια της αθηναϊκής Restless Wind, που φαίνεται να «φτιάχνει» σιγά-σιγά έναν ενδιαφέροντα κατάλογο.
Ο Simon Bloom είναι, ως γνωστόν(;), ο Συμεών Νικολαΐδης, ο γιός του σκηνοθέτη Νίκου Νικολαΐδη (1939-2007). Με παρουσίες μουσικές (και όχι μόνο μουσικές) σε ταινίες του πατέρα του, ο Simon Bloom έχει ηχογραφήσει ήδη δύο προσωπικά CD, με το τρίτο, το “Hazy Moon”, να κυκλοφορεί εδώ και κάποιους μήνες από την Restless Wind. Τα τραγούδια τού Νικολαΐδη έχουν «προσωπικόν ύφος» και παρότι ορισμένοι μπορεί να τα πουν «παλιομοδίτικα» το σίγουρο είναι πως είναι καλοφτιαγμένα, με ωραία αφομοιωμένες επιρροές και αναφορές. Δεν είναι μόνον τα είδη (η rock μπαλάντα, η reggae, το folk), τα οποία ο Νικολαΐδης ανακατεύει με απόλυτη επάρκεια (ο άνθρωπος έχει ακούσει μουσική), είναι κυρίως αυτό το χρώμα που αφήνει η φωνή του, οι μελωδίες, οι ρυθμοί του, που παραπέμπει ευθέως στον JJ Cale (μεγίστη εικόνα), στον Tony Joe White, ακόμη και στον «Αμερικανό» Mark Knopfler (του “Sailing to Philadelphia” ας πούμε). Έχοντας δίπλα του μια μικρή ομάδα μουσικών, τους τζαζίστες Μάνο Λούτα μπάσο και Σεραφείμ Μπέλλο ντραμς, λίγα σύνθια (Διονύσης Γιαμπανάς), την κιθάρα τού Κωνσταντίνου Αρβανίτη, επιπρόσθετα γυναικεία φωνητικά και σ’ ένα track τη θερεμίνη της May Roosevelt, ο Συμεών Νικολαΐδης (ο ίδιος χειρίζεται πλήκτρα, κιθάρες και βεβαίως τραγουδά) δίδει ένα πολύ καλό, κομματάκι «χαμένο», CD, εντελώς ξεχωριστό μέσα στο σώμα της σύγχρονης ελληνικής δισκογραφίας. Μπορεί ν’ ακούγεται κάπως περιοριστικό αυτό το «ελληνικής», αλλά δεν πειράζει.
Ορισμένες φορές είναι ν’ απορείς με την… βιοποικιλότητα τής ελληνικής σκηνής. Με τα ηχοχρώματα που τιθασεύει, με τις αντιδιαμετρικές (ας τις πούμε έτσι) ηχητικές καταστάσεις που αποπερατώνει. Ο Sundayman (κατά κόσμον Κυριάκος Μουστάκας) γεννημένος στην Αθήνα το 1974 ξεκινά τη μουσική διαδρομή του στην Αμερική στα τέλη των 90s, κάνοντας περισσότερο γνωστή (σ’ εμάς) την περίπτωσή του μέσω του άλμπουμ “Retronome”, που κυκλοφόρησε κι αυτό από την Restless Wind τον περασμένον Ιούνιο. Ο Sundayman αγαπά, γουστάρει τον παλαιό, κλασικό, ηλεκτρονικό ήχο – και τον πιο πεζογραφημένο του Vangelis, του Jean Michel Jarre και των Neuronium (που τους θυμήθηκα;) και τον πιο ριζοσπαστικό (ας τον αποκαλέσουμε έτσι) των Neu! και των Cluster. Tο ηλεκτρονικό οπλοστάσιο τού Μουστάκα δεν αφήνει τίποτα απ’ έξω (ούτε το electro-rock, ούτε την electro-pop, ούτε το ambient) και αυτό δημιουργεί όσο να’ναι κάποια μικροχάσματα στην… παρακολούθηση του “Retronome”. Ας πούμε το “Saved” είναι ένα εξαίρετο electro-pop, το οποίο θα ζήλευαν (ενδεχομένως) και οι Depeche Mode, αλλά, από την άλλη, κομμάτια όπως το “Never coming back” φέρνουν στη θύμηση τον Daniel Lanois και άλλα (“Bob the box”) τους OMD, τους Kraftwerk και τους Neu!. Ο Sundayman προσπάθησε να χωρέσει σε 40 λεπτά πολλά, σχεδόν τα πάντα ενός ήχου αγαπημένου, και όσο κι αν φαίνεται πως… ενοχλούμαι από το στρίμωγμα θα πω εν τέλει «όχι». Μια χαρά τα κατάφερε. 
Επαφή: www.restlesswind.com

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

ΠΑΡΑΘΥΡΟ ένα πατρινό περιοδικό

Το Παράθυρο ήταν ένα περίπου λογοτεχνικό περιοδικό που κυκλοφορούσε στην Πάτρα προς τα μέσα του ’80· ως πατρινό περιοδικό άσκησης σε γραφή κι ανάγνωση το αυτοπροσδιόριζε ο εκδότης του Τάκης Γασπαράτος στο εξώφυλλο. Δεν είμαι σίγουρος πόσα τεύχη τυπώθηκαν τελικώς (προσωπικώς διαθέτω μόλις δύο, τα υπ’ αριθμόν 3 και 4), μπορώ όμως να βεβαιώσω πως ήταν ένα καλοσχεδιασμένο έντυπο και πως παρουσίαζε το ανάλογο ενδιαφέρον. Από το τεύχος 4, που κυκλοφόρησε στις αρχές του 1985 (δεν αναφέρεται μήνας/χρόνος) πρωτοέμαθα, φοιτητής, την περίπτωση ενός πολύ σημαντικού έλληνα συγγραφέα, που είχε ζήσει κι είχε πεθάνει στην Πάτρα, του Νίκου Καχτίτση (προσφάτως επανακυκλοφόρησε ο Εξώστης του – διαβάστε τον). Στο ίδιο τεύχος ο Γιάννης Αδαλόπουλος (νεαρός φοιτητής, στα είκοσί του) είχε την επιμέλεια ενός αφιερώματος στην Ροκ Αμερικάνικη Ποίηση, μεταφράζοντας ο ίδιος τραγούδια των Bruce Springsteen, Rickie Lee Jones, Lou Reed και Tom Waits. Ένα μικρό απόσπασμα από τη μετάφραση του Γιάννη στο “Bad liever and a broken heart”, που ακούστηκε στο άλμπουμ του Tom WaitsSmall Change” [Asylum] το 1976…
Χαλασμένο συκώτι και μια ραγισμένη καρδιά
Έχω λοιπόν ένα χαλασμένο συκώτι και μια ραγισμένη καρδιά, ναι,
έχω πιεί έναν ποταμό από τότε που με παράτησες
και δεν έχω πρόβλημα με το ποτό
εκτός και αν δεν μπορώ να το βρω.
Και μακάρι να την είχατε γνωρίσει.
Είμαστε τόσο ωραίο ζευγάρι.
Ήταν κοφτερή σαν ξυράφι και παρηγορητική σαν προσευχή.
Γι’ αυτό καλώς ήλθατε στην ατέλειωτη, επεισοδιακή ιστορία μου.
Ήταν το καλλίτερο μέρος τους εαυτού μου.
Ήμουν απλώς ένα σκυλί.
Κι ας είμαι τώρα εδώ βυθισμένος στη ζαλάδα μου,
άφωνος στο σκαμνί μου. (…)