Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ νέγρικος ηλεκτρισμός

Πριν λίγες ημέρες (στο τέλος του 2012) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος το βιβλίο Μάνος Λοΐζος, απ’ τη μνήμη στην καρδιά, σε επιμέλεια του Θανάση Συλιβού. Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα, για το οποίον, στο εγγύς μέλλον, θα γράψω περισσότερα. Τώρα, θα μεγεθύνω σε κάτι που σχετίζεται άμεσα με το βιβλίο και που μ’ ενδιαφέρει κάπως παραπάνω.
Γνωρίζω από χρόνια –το έχω διαβάσει, το έχω ακούσει– την προδικτατορική περιπέτεια των «Νέγρικων», ενός κύκλου τραγουδιών του Μάνου Λοΐζου σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη, που εκδόθηκαν για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση (Δεκέμβριος του 1975). Τα τραγούδια αυτά τα είχε μελοποιήσει ο Λοΐζος πριν την δικτατορία και τα είχε πρωτοπαρουσιάσει τον Δεκέμβριο του 1966 (μάλλον την 19/12) στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, με ερμηνευτές την Μαρία Φαραντούρη και τον Γιώργο Ζωγράφο.
Χρησιμοποιώντας λαϊκή και μοντέρνα ορχήστρα ο Λοΐζος είναι ο πρώτος συνθέτης του «εντέχνου» που καινοτομεί (δι’ αυτού του τρόπου), ενώνοντας δηλαδή δύο ετερόκλητες μουσικές φόρμες. Σε συνέντευξη που είχε δώσει στον Δημήτρη Γκιώνη, στην εφημερίδα της Αριστεράς Δημοκρατική Αλλαγή της 27/12/1966 (και που αναδημοσιεύεται στο βιβλίο του Συλιβού) διαβάζουμε:
«Για μένα η μουσική είναι μέσον. Τα εκφραστικά μέσα πηγάζουν από αυτό που θέλω να πω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση των ‘Νέγρικων’ χρησιμοποίησα για πρώτη φορά ηλεκτρικές κιθάρες και όργανο στην ορχήστρα μου, όπως και ρυθμό σέικ, μποστέλα κ.ά. Για μένα το φαινόμενο γε-γε είναι φαινόμενο που καθρεφτίζει την εποχή μας. Το σέικ δεν έχει καμμιά σχέση με το τσα-τσα ή το μάμπο – ρυθμούς μάλλον αισθησιακούς. Οι σύγχρονοι ρυθμοί (σέικ) είναι ρυθμοί διαμαρτυρίας, μοναξιάς και αυτοβασανισμού. Και η ποίηση των ‘Νέγρικων’ με οδήγησε σ’ αυτούς γιατί τα θέματά τους μιλάνε για αδικία και εκμετάλλευση – προβλήματα που έχουν απήχηση σε όλο τον κόσμο. Δεν επεδίωξα να κάνω σέικ. Έχοντας όμως μέσα μου αυτή την παγκόσμια φωνή διαμαρτυρίας που εκφράζει, το σέικ ήρθε σαν φυσικό επακόλουθο».
Στα τέλη του 1966 ο Λοΐζος είχε αντιληφθεί –ποιος ξέρει από πού και πώς, μπορεί και από ένστικτο– τη δύναμη του ηλεκτρικού ήχου και τη δυνατότητά του συγχρόνως να εκφράσει μια μορφή αμφισβήτησης, μια μορφή διαμαρτυρίας. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί εκείνη την περίοδο ο ήχος των ελληνικών συγκροτημάτων μπορεί αισθητικώς, σε κάποιες περιπτώσεις, να μην είχε να ζηλέψει τίποτα από τον ήχο σχημάτων του εξωτερικού, όμως η ταύτιση αυτού ακριβώς του ήχου συχνά μ’ ένα χαζοχαρούμενο προφίλ («βοηθούσαν» προς αυτή την κατεύθυνση οι Μοντέρνοι Ρυθμοί και όλα τα υπόλοιπα έντυπα και ραδιόφωνα της εποχής), εμπόδιζε πολλούς να δουν στο σέικ, όπως το έλεγαν τότε (στο rock δηλαδή), κάτι πέραν από τις… τσίχλες, τις κάλτσες και τις χρυσές νεολαίες. Ο Λοΐζος βάζει γυαλιά εν ολίγοις σε όλο το ποπ εποικοδόμημα, αλλά ακόμη και στον ίδιο τον Σαββόπουλο, ο οποίος εκείνη την εποχή (τέλη ’66) δεν είχε ακόμη αντιληφθεί τι σημαίνει rock.
Ποιο ήταν όμως αυτό το σέικ συγκρότημα που θα έμπαινε στα «Νέγρικα» και θα τα μετέτρεπε σε ηλεκτρικά; Παλαιά είχα ακούσει-διαβάσει κάτι περί Idols, αλλά τώρα (με τη βοήθεια του βιβλίου) θα δώσω λίγα στοιχεία παραπάνω.
Ο Γιάννης Νεγρεπόντης μπροστά από το ταμπλώ της συναυλίας των "Νέγρικων", στον Πειραιά, την 27/2/1967. Συμμετείχαν οι Cinquetti (η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο "Μάνος Λοΐζος, απ' τη μνήμη στην καρδιά")
Σ’ εκείνη την πρώτη συναυλία της 19/12/1966 δεν είναι σίγουρο ποιοι αποτελούσαν την ορχήστρα των «Νέγρικων», αλλά στη δεύτερη συναυλία τής 27/2/1967 είμαστε απολύτως βέβαιοι. Στο βιβλίο του Συλιβού, στη σελίδα 105 δημοσιεύεται μια φωτογραφία του στιχουργού Γιάννη Νεγρεπόντη μπροστά από ένα ταμπλώ εκείνου του live. Φαίνονται καθαρά ο τόπος διεξαγωγής της συναυλίας (ο Πειραιάς ξανά), η ημερομηνία (27/2), η «μικρή λαϊκή ορχήστρα» και ακόμη πιο κάτω, κομμένο σχεδόν το… ορχήστρα Cinquetti. Μόλις είδα τη φωτογραφία το μάτι μου καρφώθηκε εκεί.
Οι Cinquetti λοιπόν (πιθανώς με τον Δημήτρη Ταμπόση στην κιθάρα, τον Αντώνη Τριανταφύλλου στο μπάσο, τον Κώστα Παπαϊωάννου στα ντραμς και κάποιον οργανίστα – όχι πάντως τον Λάκη Τζορντανέλλι, που τότε δεν είχε προσχωρήσει ακόμη στο γκρουπ) παίζουν στα «Νέγρικα» συνοδεύοντας την Μαρία Φαραντούρη, η οποία είχε δίπλα της, αυτή τη φορά, τον Γιώργο Μούτσιο. Λέει ο Νεγρεπόντης (πάντα από το βιβλίο):
«Στην άλλη συναυλία ο Γιώργος Ζωγράφος αρρώστησε και εγώ είπα στον Μάνο να παρακαλέσω τον φίλο μου τον Γιώργο Μούτσιο. Μια άλλη διάσταση. Δεν ξέρω αν υπάρχει καν καμιά ταινία μαγνητοφώνου. Όμως και στον Μάνο και σε μένα ήταν μια εξαιρετική εντελώς εντύπωση. Μια εντύπωση τόσο δυνατή που μόνον ύστερα από χρόνια ξανάζησα με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, όταν τραγούδησε τα Νέγρικα στην Πλάκα».
Στο ίδιο βιβλίο υπάρχουν δύο ακόμη μαρτυρίες. Η πρώτη από τον Μανώλη Ρασούλη, ο οποίος το 1982 δεν θυμόταν καλά το πότε παρουσιάστηκαν τα «Νέγρικα»:
«Ο Λοΐζος τα άφηνε όλα για το τέλος. Θυμάμαι που θα έδινε μια συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς με τα ‘Νέγρικα’ το ’65 –ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε ηλεκτρικές κιθάρες και ροκ χρωματισμούς– η συναυλία θα άρχιζε στις 8, ήταν 8:30 και στο φουαγέ ακόμη έκανε πρόβες για να στρώσει τα κομμάτια».
Και ο ποιητής Γιάννης Κοντός το 2002, δεν φαίνεται να γνώριζε πως η συναυλία της 27/2/1967 ήταν η δεύτερη των «Νέγρικων» και όχι η πρώτη:
«Και ερχόμαστε στον Φεβρουάριο του 1967. Μια φοιτητική εβδομάδα στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά όπου ανακατεύτηκα ενεργά μάς έφερε πάλι κοντά. Παρουσιάσαμε τα ‘Νέγρικα’ για πρώτη φορά. Πρώτος εκτελεστής ο Γιώργος Μούτσιος και τη δεύτερη φορά η τότε νεαρή τραγουδίστρια Μαρία Φαραντούρη. Η Ζωή Φυτούση είπε άλλα κεφάτα τραγούδια με μεγάλη επιτυχία. Η ορχήστρα ήταν ένα νέο συγκρότημα ροκ».
Μία τρίτη παρουσίαση των «Νέγρικων» φαίνεται πως πραγματοποιείται την 19/4/1967 στο Θέατρο Κεντρικόν (δύο μέρες μετά την εμφάνιση των Rolling Stones στη Λεωφόρο και δύο μέρες πριν το πραξικόπημα) σε μια συναυλία που είχε διοργανώσει η ΕΦΕΕ. Πάντα από το βιβλίο του Συλιβού ο Θάνος Μικρούτσικος θυμάται:
«Ο Μάνος Λοΐζος (δεν είχε κλείσει ακόμα τα 30) παρουσίαζε τα ‘Νέγρικα’ τραγούδια, μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο. Στο πιάνο έπαιζα εγώ (ήμουν 19 χρονών), σε ένα όργανο από τους προγόνους των λεγόμενων συνθεσάιζερ, που είχα στο σπίτι μου έπαιζε ο Λοΐζος, κιθάρα ο Διονύσης Σαββόπουλος, τραγουδούσε η νεαρή τότε Μαρία Φαραντούρη και επίσης σε άλλα δύο όργανα ήταν δύο πολύ αξιόλογοι καλλιτέχνες εκείνης της εποχής, ο Τζίμης Τζιμόπουλος ένας από τους γνήσιους ροκάδες της δεκαετίας του ’60, και ο Πετροπουλάκης».
Οι Μάνος Λοΐζος, Μαρία Φαραντούρη και Γιώργος Μούτσιος στην παρουσίαση των "Νέγρικων", την 27/2/1967 (η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο)
Ο Γιάννης Πετροπουλάκης έπαιζε μπάσο στους U.L.S. (του Σταμάτη Σπανουδάκη και του Γιάννη Κύρη), αλλά την εποχή της συναυλίας ήταν μέλος των M.G.C. Ο Τζίμης Τζιμόπουλος ήταν ο ντράμερ των Idols κι εκείνη την εποχή έμπαινε στην Ορχήστρα Λούκας. Για την ίδια συναυλία υπάρχει άλλη μία μαρτυρία, του Διονύση Σαββόπουλου αυτή τη φορά, από το Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα του Στέλιου Κούλογλου (19/4/2007):
«Η ΕΦΕΕ ήθελε να κάνει μια συναυλία με τον Μάνο τον Λοΐζο, ο οποίος θα παρουσίαζε τα ‘Νέγρικα’, αυτή ήταν η δουλειά. Είχε φτιάξει ένα γκρουπ ο Μάνος, το οποίο πιέστηκε από την αστυνομία και τον άφησε σύξυλο, ‘δεν ερχόμαστε’, που την οργανώνει η ΕΦΕΕ δηλαδή και τα λοιπά, ‘δεν ερχόμαστε’. Και τι θα κάνουμε τώρα; Φτιάξαμε εκ των ενόντων μία ορχηστρούλα πολύ ερασιτεχνική. Εγώ πήρα ηλεκτρική κιθάρα, στο πιάνο ήταν ο Θάνος Μικρούτσικος, μπάσο έπαιζε ο Πετροπουλάκης που πλέον είναι παραγωγός θεαμάτων, δεν ξέρω, κάτι φέρνει από το εξωτερικό. Ποιος ήταν ντράμερ; Α, ο Τζιμόπουλος, έτσι νομίζω λεγότανε. Νομίζω και ο αδελφός του Θάνου Μικρούτσικου κάτι έκανε μέσα εκεί, και η Φαραντούρη βέβαια. Κάναμε την συναυλία στο Κεντρικό, καλά πήγαμε, μολονότι δεν ξέραμε πολύ καλά και τι παίζαμε, αλλά είχαμε πάθος».
Τα «Νέγρικα» [MINOS MSM 261] κυκλοφόρησαν, όπως προείπαμε, τον Δεκέμβριο του 1975 (ηχογράφηση 26/9/1975-19/11/1975). Εκεί, στη μέσα μεριά του εξωφύλλου του δίσκου, υπάρχει ένα σημείωμα του Μάνου Λοΐζου. Εννέα χρόνια αργότερα (από τότε που συνέβαιναν οι παλαιές συναυλίες) ο συνθέτης δεν θυμόταν καλά σχετικώς με το πότε πρωτοπαρουσιάστηκαν τα «Νέγρικα». Αυτό το τονίζω για να δείξω (για άλλη μια φορά) πόσο δύσκολο είναι το να θυμάται κανείς λεπτομέρειες, στηριζόμενος μόνο στις αναμνήσεις του. Λέει ο Λοΐζος:
«Τα ‘Νέγρικα’ γράφτηκαν αρχές του ’67 (σ.σ. αποκλείεται, αφού παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του ’66). Παρουσιάστηκαν σε φοιτητικές συναυλίες της εποχής εκείνης. Για πρώτη φορά –το Φεβρουάριο– στη Φοιτητική Εβδομάδα της Ανωτάτης Βιομηχανικής με τη Φαραντούρη και τον Ζωγράφο (σ.σ. όπως είπαμε η πρώτη φορά ήταν όντως με τη Φαραντούρη και τον Ζωγράφο, αλλά όχι τον Φεβρουάριο του ’67, αλλά τον Δεκέμβριο του ’66, αφού τότε, τον Φεβρουάριο του ’67, τραγούδησαν ο Μούτσιος με την Φαραντούρη), για τελευταία φορά –19 Απριλίου– στη συναυλία της ΕΦΕΕ με τη Φαραντούρη και τον Σαββόπουλο. Μερικά απ’ αυτά τα τραγούδια ακούστηκαν κατά καιρούς σε διάφορες μπουάτ. Τα ‘Νέγρικα’ βγαίνουν τώρα για πρώτη φορά σε δίσκο μια και η δικτατορία τ’ απαγόρευε όλα αυτά τα χρόνια. Δεν κάναμε καμιά αλλαγή στη μουσική ούτε και στο στίχο. Μια μικρή μόνο διόρθωση αντί 'τι θέλουν τα παιδιά μας στο Βιετνάμ' βάλαμε '… στα Βιετνάμ'. Όσο για κάποιες διαφορές στον τρόπο που τραγουδά η Μαρία ή στον ήχο της ορχήστρας, οφείλονται βέβαια στα χρόνια που μεσολάβησαν».
Γιατί όμως η δικτατορία «απαγόρευε όλα αυτά τα χρόνια» τα «Νέγρικα»; Ποιος, στ’ αλήθεια, θα είχε πρόβλημα με τους στίχους των τραγουδιών «Ο γέρο Νέγρο Τζιμ», «Τι έχουν να χωρίσουνε», «Προσευχή», «Στον πόλεμο ο Τζο», «Για δυο δολλάρια», «Κρίμα σε σένα Νέγρο Μπιγκ»; Εντάξει, η «πόρνη η Τζέην» μπορεί να μην πέρναγε, δεν θα πέρναγε ενδεχομένως και το «τι ξέρουν οι λευκοί απ’ το Χριστό», όπως επίσης και το «μάρτυράς μου η Νέγρα η Παναγιά», μπορεί και τίποτ’ άλλο που δεν το βάζει ο νους μας… Πότε, όμως, υπέβαλε τα τραγούδια ο Λοΐζος και του τα απέρριψε η λογοκρισία; Και γιατί μετά το 1970, όταν είχε ήδη κάνει μέγιστες επιτυχίες (το «στην απάνω γειτονίτσα μ’ αγαπάνε δυο κορίτσια…» ακουγόταν όσο και η «Κυρά-Γιώργαινα») δεν επιχείρησε να περάσει και τα «Νέγρικα»; Κι εν πάση περιπτώσει, ούτε ο πρώτος δίσκος θα ήταν ούτε ο τελευταίος, στον οποίον θα άλλαζαν κάποιες λέξεις στο δρόμο προς την κυκλοφορία του.
Ποιος ήταν ο λόγος λοιπόν που δεν υπήρχε, ποτέ, περίπτωση να τυπωθεί αυτό το LP επί δικτατορίας, την περίοδο 1967-1970; Ένας και μοναδικός. Ο ποιητής Γιάννης Νεγρεπόντης ανήκε στην ΕΔΑ, ήταν Αριστερός· μάλιστα με τον ερχομό της χούντας πήρε πάραυτα πασαπόρτι για τη Γυάρο και τη Λέρο, παραμένοντας εξόριστος για τρία χρόνια. Άρα, την περίοδο 1967-1970, ήταν «κομμένος» από το καθεστώς οτιδήποτε και αν έγραφε.
Μάλιστα στο βιβλίο τού Συλιβού διαβάζουμε πως ακόμη και δύο τραγούδια τού Λοΐζου (σε στίχους Νεγρεπόντη), που θα τα έλεγε η Μαρινέλλα κι είχαν ηχογραφηθεί το ’67 («Που να σε βρω», «Έλα λεβέντη μου») δεν κυκλοφόρησαν ποτέ. Ο Συλιβός γράφει επί λέξει:
«Αν και προορίζονταν να κυκλοφορήσουν σε δίσκο 45 στροφών, αυτό για άγνωστους λόγους δεν έγινε ποτέ…».
Οι λόγοι δεν ήταν καθόλου «άγνωστοι» βεβαίως… Ο Νεγρεπόντης ήταν Αριστερός, κι αυτό για τους λογοκριτές αρκούσε.
Το 1971 ο Γιάννης Νεγρεπόντης, που έχει γυρίσει εν τω μεταξύ από την εξορία, εκδίδει τα ποιητικά Άδιον Ουδέν Έρωτος και Φυλάττειν Θερμοπύλας, ενώ μέσα στη δικτατορία (τον Οκτώβριο του ’73) κυκλοφορούν και τα «Μικροαστικά» του σε κόκκινο(!) βινύλιο και σε μουσικές του Λουκιανού Κηλαηδόνη. (Το κόκκινο βινύλιο παρέμεινε κατακόκκινο σίγουρα μέχρι τον… Ιούλιο του ’74, αλλά μετά, σιγά-σιγά, άρχισε να μαυρίζει. Δεν κάνω πλάκα). Ξανακούγοντας λοιπόν τα «Μικροαστικά» –ένα απολύτως πολιτικό άλμπουμ που σφάζει με το γάντι και που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας του–, διερωτώμαι ποιον θα ενοχλούσε η κορωνίδα των «Νέγρικων»: «Όσο η σιωπή είναι χρυσός/ τόσο του νέγρου ο ιδρώς/ για το λευκό είν’ θησαυρός/ στράφι του νέγρου ο θυμός».
Αν τα «Νέγρικα» ήταν αδύνατον να κυκλοφορούσαν το 1967-68 (για τον λόγο που αναφέρθηκε), θα μπορούσε κάλλιστα να είχαν κυκλοφορήσει το 1973. Όμως και αυτό, ενδεχομένως, δεν θα μπορούσε να συμβεί, επειδή η Μαρία Φαραντούρη, που δικαιωματικώς θα ήταν η ερμηνεύτρια των «Νέγρικων», δεν βρισκόταν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Έπρεπε δηλαδή να πέσει η χούντα, ώστε να επιστρέψει η Φαραντούρη από το εξωτερικό και να ηχογραφηθεί το άλμπουμ. Πάντως η ευκαιρία, ούτως ή άλλως, είχε χαθεί.
Δεν θέλω να πω πως τα «Νέγρικα» που ξέρουμε δεν αξίζουν (απεναντίας, πρόκειται για έναν από τους ωραιότερους ελληνικούς δίσκους!), αλλά να… αλλιώς θα ήταν αν είχε προλάβει ο Λοΐζος να τα ηχογραφήσει με τους Cinquetti τους πρώτους μήνες του ’67 (πριν την έλευση της δικτατορίας δηλαδή). Κάτι τέτοιο θα σήμαινε πολλά. Και για τον Λοΐζο και για το… ανυπόληπτο ελληνικό ροκ, αλλά και για το ελληνικό τραγούδι γενικότερα. Μένω χρόνια με την ελπίδα μήπως και έχει κάτι διασωθεί από ’κείνες τις συναυλίες…
Στα ιστορικά στούντιο της Columbia, το Φθινόπωρο του 1975, ηχογραφούνται λοιπόν τα «Νέγρικα», με την ιδιαίτερη ενορχήστρωση του Μάνου Λοΐζου, την Μαρία Φαραντούρη σε μεγάλη φόρμα και από κοντά τον Μανώλη Ρασούλη που ανοίγει και κλείνει το άλμπουμ. Στην ορχήστρα, μερικοί από τους καλύτερους μουσικούς της εποχής. Οι Τάσος Καρακατσάνης και Κώστας Γανωσέλης ήταν στο πιάνο, οι David Grunstein, Κώστας Νικολόπουλος και Τούλης Μαγκαφάς στις ηλεκτρικές κιθάρες και το μπάντζο, ο Γιάννης Ζουγανέλης στην τούμπα, ο Θεόφιλος Καρδάμης στο κλαρίνο, ο Μιχάλης Τριπολιτσιώτης στο μπάσο, οι Τάκης Γκοβόστης και Τάσος Διακογιώργης σε τύμπανα και κρουστά, ο Κίμων Βασιλάς σε ακορντεόν και όργανο, ο Μάνος Αβαράκης στην οκαρίνα, ο Τάσος Πουλημένος στο φλάουτο και ο Γιώργος Κατσικάκης στο τσέλο. Ας θυμηθούμε κάτι…

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ 1933-2013

Ο Παύλος Μάτεσις, που πέθανε σήμερα το πρωί στα 80 χρόνια του, δεν ήταν μόνο θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος, ήταν και στιχουργός του ελληνικού τραγουδιού. Εγώ, τουλάχιστον, έτσι των γνώρισα, μαθητής στο Λύκειο ακόμη, από δυο τραγούδια του που είχε μελοποιήσει ο Λάκης Παπαδόπουλος (ως Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ) στο «Άκυρο» [WEA 229/240015-1] το 1982. Οι τίτλοι τους ήταν «Στη λαϊκή οδό Ασκληπιού» και «Καφενείο Ερμιτάζ», αμφότερα ερμηνευμένα από την Χαρά Αργυροπούλου.
Κάποια από τα πρώτα τραγούδια του Μάτεσι φαίνεται πως μελοποίησε ο Σταύρος Ξαρχάκος (αναφέρομαι στο «Διόνυσε καλοκαίρι μας» με τον Νίκο Ξυλούρη από το φερώνυμο LP τού 1972). Υπάρχει όμως κι ένα ολάκερο LP τού Ξαρχάκου σε στίχους και κείμενα του Μάτεσι που έχει τίτλο «Κόκκινα Τριαντάφυλλα για Μένα» [EMI/ Columbia 2J 062-70148, 1974]. Πρόκειται για τραγούδια που αφορούν στο φερώνυμο θεατρικό τού Seán O'Casey, με το συγκεκριμένο άσμα να το αποδίδει ωραία ο Κώστας Καρράς.
Άλλος ένας δίσκος, σε στίχους Πάυλου Μάτεσι, που μου αρέσει ιδιαιτέρως είναι οι «Ροζ Προκυρήξεις» [Lyra SYLP 3291, 1976] του Γιώργου Μαρίνου, σε μουσικές του Νίκου Δανίκα. Τα τραγούδια «Η Πλάκα (Οι θεατρίνοι)», «Χωρίς ελπίδες στο ζαχαροπλαστείο», «Τα παιδιά της επαρχίας» (…κι έπαιζε φυσαρμόνικα η Μόνικα…) και «Η Γη είναι σφαίρα» (ωραία ροκιά, θα το ακούσουμε στο τέλος) είναι από τα καλύτερα της εποχής, μεταφέροντας σοβαρά κοινωνικά μηνύματα με απλό, χιουμοριστικό (ενίοτε), αλλά πάντα ευθύβολο τρόπο. Δανίκας και Μάτεσις φαίνεται πως είχαν συνεργαστεί για πρώτη φορά στο παρθενικό άλμπουμ τού Μαρίνου «Μια Ζωντανή Παρουσίαση» [Polydor 2421 002] το 1970.
Ο Μάτεσις είχε μεταφράσει επίσης (ανάμεσα σε άλλα) και ποιήματα του Brecht· ποιήματα που είχε τραγουδήσει το 1979 η Μαρία Φαραντούρη σ’ ένα άλμπουμ τής MINOS [DAL-MSM 355]. Από ’κει μεταφέρω την θριλερική «Μπαλάντα των Πειρατών»…

Από πιοτά ξεφρενιασμένοι, 
λουσμένοι από τις αστραπές, 
κι από δαιμόνους φιλημένοι 
στων καραβιών τις κορυφές 
σα σκελετοί ηλιοδαρμένοι, 
αρρώστια, μπόχα, πυρετοί 
μα τραγουδάνε πεινασμένοι 
όσοι απόμειναν ορθοί: 
Ανέμοι, πάρτε μας μακριά, 
σε ορίζοντες αστραφτερούς 
πνίχτε και κάφτε τους θεούς 
θεός για μας η θάλασσα. 

Κάμπος βαθύς και γη σπαρμένη, 
λιμάνια, πόρνες, καπηλειά, 
κάθε στεριά τούς είναι ξένη, 
γι’ αυτούς η θάλασσα στεριά. 
Πατρίδα τους και περιβόλι 
το ανεμόδαρτο σκαρί 
όπου δεν έχει αραξοβόλι 
ούτε σημαία στην κορφή. 
Άνεμοι πάρτε μας μακριά 
σ’ ορίζοντες αστραφτερούς 
πνίχτε και κάφτε τους θεούς 
θεός για μας η θάλασσα. 

Μα ένα βράδυ του Απρίλη 
τ’ άστρα θα τους απαρνηθούν 
μήνυμα η θάλασσα έχει στείλει 
οι πειρατές ν’ αφανιστούν. 
Ο ουρανός, ο σύντροφός τους 
σκέπασε κάθε ξαστεριά 
και ο γαρμπής ο αδελφός τους 
τούς πνίγει σε βαθειά νερά. 
Άνεμοι πάρτε μας μακριά 
σ’ ορίζοντες αστραφτερούς 
πνίχτε και κάφτε τους θεούς 
θεός για μας η θάλασσα. 

Όρθια κύματα τινάζουν 
στα επουράνια το σκαρί 
στης αστραπής το φως κοιτάζουν 
το χάος που τους καρτερεί. 
Άνεμοι παίρνουν το τιμόνι, 
κι ενώ στην κόλαση βουτούν 
οι πειρατές, μαύροι δαιμόνοι, 
ακούγονται που τραγουδούν. 
Άνεμοι πάρτε μας μακριά 
σ’ ορίζοντες αστραφτερούς 
πνίχτε και κάφτε τους θεούς 
θεός για μάς η θάλασσα. 

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

THE SOUNDS strange trip

Άκουσα για πρώτη φορά, σίγουρα, το «Παράξενο ταξείδι» των Sounds το 1990, στη συλλογή «Αναδρομή στη Δεκαετία του ’70» [ΜΒΙ Μ.Β.Ι. 10464] - αν και μπορεί να το είχα ακούσει νωρίτερα στο ραδιόφωνο. Οι επιμελητές Θοδωρής Κρίθαρης και Άκης Λαδικός είχαν επιλέξει το συγκεκριμένο άσμα ως lead track στο άλμπουμ τους, πράττοντας, απλώς, το σωστό και το πρέπον! Το τραγούδι (μουσική-στίχοι κάποιου Σ. Παπαδόπουλου) σού παίρνει το σκαλπ από τις πρώτες νότες. Απαράμιλλο drive, τέλειος συνδυασμός ηλεκτρικής κιθάρας-πιάνου, με το μπάσο να βομβαρδίζει συνεχώς και τα ντραμς άψογα στο ρόλο τους. Κι ενώ, λοιπόν, αναμένεις να μπει κάποια φωνή σκληρή (ροκ να την πούμε ρε παιδί μου), σκάει ο Τάκης Αντωνιάδης με το βελουδένιο ηχόχρωμα και σε στέλνει. Απίθανη αντίστιξη! Τo «Παράξενο ταξείδι», που είναι ένα φάνκικο ψυχεδελικό κομμάτι (αν και τούτο δεν το λέω εγώ, το είπαν κάποιοι φίλοι από το εξωτερικό, Γάλλοι, Σουηδοί, Ισπανοί… και δεν θέλω να τους χαλάσω το χατίρι), εμπεριέχει όλα τα συστατικά ενός ροκ τραγουδιού που μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο. Έχει εξαιρετικούς-αφοπλιστικούς (ελληνικούς) στίχους, που αφορούν σ’ ένα δύσκολο θέμα… ένα mind trip («Ταξείδι τώρα μεσ’ τη σκέψη χωρίς τελειωμό/ άρχισα κι εγώ να βρω/ σε κόσμους γαλάζιους, σε ελπίδες κρυφές που θα ζουν/ πέρα μακρυά από το χθες»), έχει εντυπωσιακό παίξιμο (ομαδικό και σολιστικό) από μία top επαγγελματική μπάντα της εποχής, έχει την πρέπουσα αισθησιακή, αλλά και σοβαρή συγχρόνως, ερμηνεία ενός καλλίφωνου τραγουδιστή.
Αναζήτησα αυτό το 45άρι «Ο χοντρός/ Παράξενο ταξείδι» [Pan-Vox PAN 6446, 1972] την εποχή που το πρωτάκουσα, ενώ πρέπει να το αγόρασα, με 2-3 κατοστάρικα, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 από τον Γιάννη τον Βινύλιο· πριν ανοίξει το μαγαζί, όταν έβγαινε με πάγκο απέναντι από τους Διόσκουρους, στο Μοναστηράκι, στη γωνία Αδριανού και Βρυσακίου. Ακόμη και σήμερα, όταν θέλω ν’ ακούσω το... “Strange trip” ρίχνω στο πικάπ το 45άρι, το τσιτώνω και τρίζουν τα τζάμια. Απόλαυση! (Ο «Χοντρός», το τραγούδι των Τ. Αντωνιάδη - Γ. Αλεξάνδρου της πρώτης πλευράς, που είναι επηρεασμένο από το “In the summertime” των Mungo Jerry, δεν μου λέει κάτι).
Παράκληση λοιπόν. Όποιος ξέρει, σίγουρα, (γιατί στο περίπου ξέρω κι εγώ – αλλά ας είναι και στο περίπου, θα την βρούμε την άκρη) τον παρακαλώ να με πληροφορήσει (ψάξτε ενδεχομένως και στο facebook στις σχετικές σελίδες) ποια είναι τα μέλη των Sounds που παίζουν σ’ αυτό το τραγούδι, και ποιος είναι αυτός ο Σ. Παπαδόπουλος που το έχει γράψει.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Hubro, ένα label από την Νορβηγία

Οι εκπλήξεις της νορβηγικής σκηνής τελειωμό δεν έχουν. Και πώς να έχουν δηλαδή όταν εν έτει 2012 κυκλοφορούν άλμπουμ όπως το Wired[CD2514] των Cakewalk; Με τι έχουμε να κάνουμε λοιπόν εδώ; Απλώς, με ένα electro-kraut κατασκεύασμα, αχαλίνωτου heavy psych πάθους, πλημμυρισμένου στα σύνθια, τα εφέ και τις κιθάρες.
Τρίο είναι οι Cakewalk αποτελούμενοι εκ των Øystein Skar συνθεσάιζερ, Stephan Meidell κιθάρες, μπάσο, διάφορα «κουτιά» και Ivar Loe Bjørstad ντραμς. Μπορεί σ’ εμάς, εδώ στη μακρινή Ελλάδα, να είναι άγνωστοι, στην πατρίδα τους όμως τη Νορβηγία είναι αναγνωρισμένοι παίκτες, μιας κι έχουν υπάρξει μέλη ποικίλων γκρουπ (Sacred Harp, Highasakite, The Sweetest Thrill, Hedvig Mollestad Trio…). Το “Wired” είναι φυσικά το παρθενικό CD τους, κι εκείνο που τους τοποθετεί κατ’ ευθείαν στην κορυφή της σύγχρονης «μοτορικής» σκηνής. Κάτι λιγότερο από 31 λεπτά λοιπόν φαίνεται πως αρκούν στους Cakewalk προκειμένου να παρουσιάσουν τις έξι συνθέσεις τους (από 3:06 η συντομότερη στο χρόνο, έως 7:51 η μεγαλύτερη), μία ακόμη συμβολή στο μετρονομημένο kraut των Neu!, προσθέτοντάς του όμως Floyd-ικούς (παρότι μπορεί να υπάρχουν κάποιοι που να έχουν ακούσει πιο πολύ Gila στη ζωή τους, παρά Pink Floyd…) και mid-70s Tangerine-ικούς υπαινιγμούς. Και αυτό είναι ένα πρώτο πλαίσιο μόνον (άκου π.χ. το “Glass”), καθότι από ’κει και πέρα υπεισέρχονται πλείστα όσα στοιχεία (από το κλασικό industrial και τον… τραγουδιστικό Brian Eno, μέχρι το noise-rock και την jazz ελεκτρότητα). Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα είναι υπεράνω και των υψηλοτέρων προσδοκιών, με κομμάτια όπως τα “Descent”, “Perpetual” και “Kammer” να παρασύρουν ακόμη και τον πιο ατάραχο ακροατή στη μηχανική τους δίνη.
Επίσης παράξενο είναι και το Cabin Music [Hubro Music CD2515P, 2012] των Ballrogg. Το σχήμα πρωτοξεκίνησε το 2006 ως ντούο, αποτελούμενο από τον σαξοφωνίστα Klaus Ellerhusen Holm και τον κοντραμπασίστα Roger Arntzen. Με αυτή τη line-up ηχογράφησαν ένα πρώτο CD το 2008 (“Ballrogg”) –διασκευάζοντας, ανάμεσα στα δικά τους κομμάτια, και συνθέσεις των Eric Dolphy, Ornette Coleman και Jimmy Giuffre–, όπως κι ένα δεύτερο το 2010 (“Insomnia”), αλλάζοντας όμως μορφή λίγο πριν την εγγραφή τού τρίτου τους άλμπουμ. Στο “Cabin Music” οι Νορβηγοί είναι πλέον τριπλέτα (προστέθηκε ο Ivar Grydeland pedal steel & ακουστική κιθάρα, banjo, ραδιόφωνο), ενώ και ο Holm ενίσχυσε το setting του προσθέτοντας ηλεκτρονικά και field recordings. Το αποτέλεσμα είναι, και σε αυτή την περίπτωση, ξεχωριστό, φανερώνοντας όχι μόνον τον προχωρημένο αισθητικό προσανατολισμό της Hubro, αλλά και το γενικότερο μουσικό επίπεδο της σκανδιναυικής χώρας. Το 8λεπτο “Swedish country” που ανοίγει το άλμπουμ έχει φοβερό παίξιμο στο κοντραμπάσο (ένα πλήρες ρυθμικό τμήμα από μόνο του). Από ’κει και πέρα δίνεται βάση σ’ ένα πλαίσιο, στο οποίο συνυπάρχουν πνευστά, κιθάρες και ηλεκτρονικά, διαμορφώνοντας μία σύνθεση που σε κερδίζει με τη μαεστρία της να εμφανίζει το λίγο για πολύ. Το σχεδόν 9λεπτο “Breakfast music” ξεκινά με μια πλατφόρμα, πάνω στην οποία θα μπορούσε ν’ ακουμπήσει ακόμη και βυζαντινή ψαλμωδία. Στην πορεία, βεβαίως, το κομμάτι πηγαίνει αλλού. Ήχοι από ραδιόφωνο, κάποιοι θόρυβοι, κιθαριστικοί αρπισμοί στην pedal steel (στο ύφος του Bruce Kaphan), γενικώς ένα κάπως τελετουργικό track που δείχνει (και αυτό) την ιδιαιτερότητα των Νορβηγών. Στο 10λεπτο “Sliding doors” το banjo του Grydeland μας βάζει σ’ ένα κλίμα, είναι όμως οι κιθάρες εκείνες οι οποίες προσδιορίζουν το κάπως αφηρημένο κάδρο. Εξαιρετικό track, που σε πάει πίσω στο χρόνο, σε κάποιες εκδόσεις φερ’ ειπείν της Metalanguage (Henry Kaiser, Fred Frith…). Στο έσχατο “Fireplace” οι Ballrogg ξεφεύγουν εντελώς, προβάροντας ατμοσφαιρικές-ψυχεδελικές καταστάσεις. Το παίξιμο με glissando στην κιθάρα είναι εντυπωσιακό, με τον μπασίστα Arntzen να δείχνει για ακόμη μία φορά τα… δάχτυλά του και τον Holm να επεμβαίνει με λίγα πνευστά, και περισσότερα εφέ & ηλεκτρονικά.
Σημαντική εταιρεία. Ανακαλύψτε την… όπως μπορείτε, καθότι έως ώρας (και μόνον «έως ώρας») δεν εισάγεται επισήμως στην Ελλάδα. Το σημειώνω τούτο, επειδή με ρώτησε ένας αναγνώστης στο cbox πριν λίγες ημέρες.
Επαφή: www.hubromusic.com

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

ντόπια μέταλλα

Για τους Planet of Zeus και το Macho Libre έχω γράψει παλαιότερα με αφορμή την πρώτη κυκλοφορία του σε CD. Πριν λίγο καιρό η B-Other Side τύπωσε το άλμπουμ και σε 500 αντίτυπα gatefold βινυλίου (plus insert), δίνοντάς μας την ευκαιρία να το ευχαριστηθούμε και με άλλο τρόπο.
Όπως είχα σημειώσει και τότε, το στυλ των Planet of Zeus είναι το «σκληρό rock, με στοιχεία southern (Molly Hatchet ας πούμε), ‘μετάλλου’ (Down), αλλά και με μιαν αλήτικη αύρα να περιπλέκει το σύστημα, όχι και πολύ διαφορετική από τη γνωστή των Motorhead ή τη λιγότερο γνωστή των Dumpy’s Rusty Nuts(…). Στα συν, πέραν της γενικότερης στάσης που είναι βαθιά ριζωμένη στις συνθέσεις και το τραγούδι, η ηχογράφηση και η παραγωγή του Θοδωρή Ζευκιλή (έχει δουλέψει για τους Rotting Christ, Nightstalker κ.ά.)».
Πέραν, όμως, του βινυλίου η B-Other Side επανατυπώνει σε digipak CD και το πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος υπό τον τίτλο Eleven the Hard Way, που είχε κυκλοφορήσει από τις Casket Music/Copro Records το 2008. Ο Babis στις φωνές και τις κιθάρες (στα θανατηφόρα riffs), ο J.V. στο μπάσο (στις βαρέων βαρών μπασογραμμές) και ο Yog στα ντραμς (στα μανιώδη χτυπήματα) απλώνουν μια σειρά από τραγούδια, που κερδίζουν, με την αξία τους, τής προσοχής μας. Από το βαρύ καθαρόαιμο rock και τα κομμάτια που ακροβατούν μεταξύ της τελετουργίας του stoner και του heavy μετάλλου, μέχρι τα ήπια μπαλαντικά περάσματα και τις επικές space παρεκβάσεις, ένα είναι σίγουρο. Οι Planet of Zeus είναι τόσο καλοί σ’ αυτό που πράττουν, ώστε να μην μπορείς επ’ ουδενί να τους αμφισβητήσεις.
Επαφή: www.b-otherside.gr
Μπορεί το όνομα Heavy Metal Mojo να μην μου λέει κάτι, επιχειρεί όμως να μου πει το CD-single To Have Is To Hold [Together We Ate Them –χε, χε–, 2012]. Πέντε κομμάτια, και… πάμε να τ’ ακούσουμε ένα-ένα. Το “Eosphoric love will shine (From behind)” μπαίνει με τα κιμπορντικά μπούνια. Λες και θ’ ακούσεις τίποτα… Duran-Duran, αλλά στην πέφτουν οι… Σατανάδες (πλάκα να γίνεται). Τα διπλά… pop φωνητικά, πέραν των νεκρατζίδικων, δείχνουν πως υπάρχει έδαφος. Στο “Evil (Lucas is the controller)” ένα λουπαρισμένο riff έρχεται κι επανέρχεται. Κατά βάθος όλοι γουστάρουμε Judas Priest (έστω και με λίγη δόση από… ποιμενικό rock). Το “Suburban sleepers will wake up one day” παίζει με τα φωνητικά και με την techno επανάληψη, αλλά κάπου σπάει σε κάτι electro-avant μονοπάτια (τι θέλει να πει ο καλλιτέχνης; – ποιος να ξέρει). Στο “Empty pocket phantasmagoria” (ένα εξαιρετικό κομμάτι) ο Heavy Metal Mojo (λογικώς ένας πρέπει να είναι) κατορθώνει να συνενώσει την γαλλική concrete (τον François Bayle ας πούμε), με τους Lucifers Friend και τους OMD (μάστορας!), ενώ στο έσχατο “Sexsüchtig”, που είναι το πιο απροσάρμοστο και improv κομμάτι του CD του, η αρχική kraut παραδοξότητα αποκτά στην πορεία χαρακτηριστικά θριλερικής αφήγησης… Αρκετά δεν είναι όλα αυτά σε 13 μόλις λεπτά;

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

περουβιανοί και λοιποί σύντροφοι

To space rock, με τις όποιες διαφοροποιήσεις ή παρεκκλίσεις του, δεν σταμάτησε ποτέ να απασχολεί την ευρύτερη rock ομήγυρη. Πάντα θα υπάρχει ανάγκη για… αστρικά ηλιοβασιλέματα πνιγμένα μέσα σε διαστημικές ράγκες, πάντα ο… αιθεροβάμων rocker θα βρίσκει τρόπους και μεθόδους για να «φεύγει», δια του ήχου.
Οι Ayahuasca Dark Trip είναι ένα πολυεθνικό συγκρότημα, το οποίο αποτελούν οι Brayan A. Buckt κιθάρες, κρουστά, Buddy Van Nieuwenhoven κιθάρες, mixage, mastering, Pedro Ivo Araújo ντραμς, όργανο, Floris Moerkamp μπάσο, mixage, Robin Van Rooy ντραμς, εφφέ, Indrayudh Shome φωνητικά, κρουστά και Σήφης Καραδάκης… ηχητική σύγχυση. Το Mind Journey είναι το παρθενικό άλμπουμ τους. Κυκλοφόρησε ψηφιακώς τον Σεπτέμβριο του 2010, για να τυπωθεί, τώρα, για πρώτη φορά σε βινύλιο (300 κόπιες με poster) από μία νέα ελληνική εταιρεία, την Cosmic Eye. Το συγκρότημα έχει βγάλει ένα ακόμη άλμπουμ, το “The Unknown Trip at The Top of the Mountain” (2011) στην περουβιάνικη Buh, όπως έχει συμμετάσχει και στη συλλογή “Falling Down IIV” (2012), όμως αυτό το συγκεκριμένο LP είναι ό,τι πρέπει, προκειμένου να διακριβωθεί το lost in space υβρίδιό του.
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Astral sunset” ένα αργό, κάπως τελετουργικό track το οποίον καθοδηγείται φυσικά από το rhythm section (με τις αρχικές κιμπορντικές ατμόσφαιρες να δίνουν μία out διάσταση), πριν σκάσουν οι ασιντικές κιθάρες και το πράγμα φύγει προς την κατεύθυνση του βαρύγδουπου. Υπάρχει βεβαίως, κάπου προς τη μέση, μία παύση εργασιών, αλλά το κλείσιμο με τα… λειτουργικά φωνητικά και την κιθαρο-κιμπορντική ομίχλη επιτείνει το κοσμικό χάσιμο. Το “Mind journey”, που ακολουθεί, συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο. Πρόκειται για ένα εντελώς heavy psychedelic track, ένας συνδυασμός Bevis Frond και ιαπωνικού avant-kraut τύπου Brast Burn (μοιάζουν και τα εξώφυλλά τους, ή, μάλλον, τα οπισθόφυλλά τους – του άλμπουμ των Brast Burn εννοώ με αυτό των Ayahuasca Dark Trip) με ινδοπρεπές φωνητικό τελετουργικό. Στη δεύτερη πλευρά κυριαρχεί το “To the holy mountain”, που θα μπορούσε να σχετίζεται με την βλάσφημη ταινία του Alejandro JodorowskyThe Holy Mountain” (1973) – η ταινία να ενέπνευσε το κομμάτι δηλαδή. Βασικά, εδώ, παίζει μία θεμελιακή, κάπως σαν early Pink Floyd, μπασογραμμή, πάνω στην οποίαν εδράζονται εφφέ ανάποδων ταινιών, τα σχετικά φωνητικά, όπως και οι ανάλογοι μακρόσυρτοι space κιθαρισμοί. Πολύ ωραίο κομμάτι και εντελώς φευγάτο. Το έσχατο “Space raga” έχει ένα βομβικό υπόστρωμα, που λειτουργεί κάπως σαν τις συμπαθητικές χορδές του σιτάρ π.χ., με τις κιθαριστικές πενιές να μοιάζουν στην περίπτωσή μας τελείως αυτοσχεδιαστικές. Θα μπορούσε να εξελίσσεται επ’ άπειρον…
Η rock, ή περί το rock, σκηνή του Περού είναι πλέον ξακουστή στα… πέρατα του κόσμου, για να μην πούμε πως σε κάποιες χώρες, όπως την Ελλάδα π.χ., υπήρχαν πράγματα γνωστά ήδη από τη δεκαετία του ’60 – βλ. τις κυκλοφορίες των (St. Thomas) Pepper Smelter, των Belkings κ.ά. Σαράντα και πλέον χρόνια αργότερα –από εκείνες τις εκδόσεις εννοώ στις ετικέτες του Αντώνη Πλωμαρίτη– ένα ελληνικό label (το Cosmic Eye) αποφασίζει να τυπώσει σε βινύλιο (300 αντίτυπα, συν ένθετο) τις σημερινές εγγραφές ενός νέου συγκροτήματος από το Περού, που ακούει στο όνομα Montibus Communitas. Οι Montibus Communitas είναι εξαμελείς (Anna Cuadra βιολί, κρουστά, φωνή, Brayan Buckt κιθάρες, κρουστά, όργανο, φλάουτο του Πανός, quena, φωνή, Carlos Vidal μπάσο, Paul Saavedra synths, φλάουτο moceño, φωνή, Pedro Fukuda κιθάρες, κρουστά, όργανο, φλάουτο του Πανός, quena, φωνή, Sergio Zanabria κρουστά), σχετίζονται κατά έναν τρόπο με τους Ayahuasca Dark Trip (o Brayan Buckt είναι κοινό μέλος), με το άλμπουμ τους να ηχογραφείται «ζωντανά» σε στούντιο στη Λίμα, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του ’11.
Αν οι Ayahuasca Dark Trip είναι ένα «χαμένο» γκρουπ με σαφή, όσο και βαρβάτη ηλεκτρική κατεύθυνση, οι Montibus Communitas κινούνται περισσότερο προς ένα cosmic-electronic περιβάλλον, με σαφή folk ή και new-age, ακόμη-ακόμη στοιχεία. Θα μπορούσε να μιλήσουμε για κάτι που θυμίζει τον κλασικό (και σχετικό) κατάλογο της γερμανικής Pilz, ή καλύτερα έναν συνδυασμό κάποιων γκρουπ της Pilz (των Emtidi ας πούμε) με τους συμπατριώτες τους (Γερμανούς) Kalacakra – κι αυτό, ακούγοντας το πρώτο μεγαλόπνοο και ατελείωτο κομμάτι των Περουβιανών, που τιτλοφορείται “Amaru” (ένα αέναο ταξίδι προς το κοσμικό αχανές). Το “El rio al amanecer” που ακολουθεί, κλείνοντας την πρώτη πλευρά, ενώ κινείται στο ίδιο κλίμα προσθέτει κι ένα «φυσικό» ηχητικό οπλοστάσιο, μετατοπίζοντας το ακρόαμα προς πιο ambient καταστάσεις. Η δεύτερη πλευρά του “Montibus Communitas” προβάλλει κι αυτή δύο θέματα. Το πρώτο και μικρότερης διαρκείας “Salmo a Cristo” έχει αυτόν τον new-age χαρακτήρα, που γνωρίζουμε από τα labels τύπου Hearts of Space (το ορεινό ανάγλυφο του Περού δεν αφήνει ασυγκίνητο το συγκρότημα – το λέει και τ’ όνομά τους εξάλλου), ενώ το δεύτερο και εκτεταμένο “Semilla” είναι ένα ακόμη τριπαριστό kraut αποκύημα, με τα φωνητικά τής Anna Cuadra ν’ ακούγονται σαν από… σαμανική τελετή (ιδανικό soundtrack, υποθέτω, καθώς θα διαβάζεις το Ταξίδι στο Ιξτλάν του συμπατριώτη τους Carlos Castaneda – θα το δοκιμάσω…).

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

ξεφυλλίζοντας ΕΙΚΟΝΕΣ

Προχθές, ψάχνοντας για κάτι στο δίκτυο έπεσα πάνω σε μιαν ανάρτηση του retromaniax, εκεί που κάποιος fan του site, και του περιοδικού Εικόνες, είχε ανεβάσει «όλα» τα εξώφυλλα της περιόδου 1955-1967. Δεν ξέρω αν τα είχε σκανάρει από το σχετικό λεύκωμα των εκδόσεων Τσαγκαρουσιάνος [Αθήνα, 2005], ή από πρωτότυπα δικά του τεύχη (αυτό δεν έχει και τόσο σημασία), εκείνο που ξέρω είναι πως από τη σειρά έλειπαν μερικά (μπράβο του πάντως, επειδή ανέβασε τα περισσότερα!). Το λεύκωμα δεν το είχα αγοράσει, αλλά, όπως δείχνουν τα πράγματα και ο υπότιτλος του λευκώματος –«Το πλήρες αρχείο των εξωφύλλων 1955-1967» –μάλλον δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Στο forum της retromaniax κάποιος ανέφερε πως από το βιβλίο απουσιάζουν τα εξώφυλλα των τευχών 101-139 (πρέπει να το τσεκάρω αυτό, για να βεβαιωθώ), αλλά εμένα η απορία μου είναι άλλη. Γιατί οι Εικόνες σταματούν, για πολλούς, στο τεύχος 599 (14 Απριλίου 1967) και δεν πάνε παραπέρα; Γιατί τα 22 τεύχη των Εικόνων που εκδόθηκαν μέσα στο 1968 τα τρώει η μαρμάγκα; Επειδή εκείνα δεν τα εξέδωσε η Ελένη Βλάχου; Ή μήπως επειδή καταχωρίζονται στα «χουντοπεριοδικά» και άρα «παρ’ τα-πέτα τα». Και όμως αυτά τα τεύχη (του 1968) είναι συναρπαστικά, και ως ύλη (και ως απόψεις ακόμη-ακόμη) δεν συγκρίνονται με τις προ-δικτατορικές Εικόνες (είναι πολύ καλύτερα). Εξάλλου αναφερόμαστε στο 1968, στη χρονιά που παραλίγο, παρά τρίχα ή… παρά τριχιά, θα άλλαζε τον κόσμο. Τι να μας πει τώρα το ’58, όταν υπάρχει το ’68;
Πάρα ταύτα υπάρχουν αναγνώστες που αρέσκονται να βλέπουν μόνον εξώφυλλα και να… ταξιδεύουν. Αλλά και σ’ αυτό να μείνουμε –και να μην πιάσουμε τα κείμενα– τι παρατηρούμε; Κατ’ αρχάς το πρώτο και εκνευριστικότερο όλων. Οι εβδομαδιαίες Εικόνες επί Ελένης Βλάχου (31/10/1955-14/4/1967) ήταν το περιοδικό που θυμιάτιζε τη μοναρχία. Και την ελληνική, που μας νοιάζει περισσότερο, αλλά και τη διεθνή. Είναι απίστευτο, αλλά 50(!) εξώφυλλα των Εικόνων, μπορεί και περισσότερα, εικονίζουν βασιλιάδες, βασίλισσες, πριγκίπισσες, αυτοκράτειρες, διαδόχους, ακόμη και μωρά (βασιλικά) με τα μπιμπερό και με τις πάνες! Μόνο το 1964, τις 15 από τις 52 εβδομάδες εκείνου του έτους οι εστεμμένοι (ζωντανοί ή πεθαμένοι) έπιασαν πρώτο στασίδι στις Εικόνες. Κι ας ζοριζόταν ο κόσμος, κι ας ξενιτευόταν, κι ας διαδήλωνε για τη δημοκρατία, κι ας εκτελείτο στους δρόμους και τα πεζοδρόμια… οι Εικόνες εκεί, το χαβά τους. Όταν δολοφονείται ο Λαμπράκης (27/5/1963) οι Εικόνες κυκλοφορούν με εξώφυλλο έναν αστροναύτη κι ένα νυμφίδιο (τεύχη 397 της 31/5/1963 και 398 της 7/6/1963). Την 15η Ιουλίου του 1965 αποπέμπεται η εκλεγμένη κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, το παλάτι έχει έτοιμο αποστάτη πρωθυπουργό, καταλύοντας επί της ουσίας το σύνταγμα, λίγες μέρες αργότερα (21/7/1965) στις διαδηλώσεις που θ’ ακολουθούσαν σκοτώνεται ο Σωτήρης Πέτρουλας και οι Εικόνες τής 23/7/1965 (τεύχος 509) κυκλοφορούν με εξώφυλλο τον Κωνσταντίνο, την Άννα-Μαρία και το μωρό τους με υπότιτλο «Στο ωραιότερο βασιλικό ζεύγος του κόσμου – ένα ωραιότατο μωρό». Εντός του περιοδικού οι επιστολές του Κωνσταντίνου προς τον Γέρο, που αιτιολογούσαν, τάχα, το βασιλικό πραξικόπημα. ΝΤΡΟΠΗ και ΑΙΣΧΟΣ (για ένα περιοδικό, που υποτίθεται ότι έπιανε τον παλμό του κόσμου). Προσωπικώς, αυτό το εξώφυλλο, όπως και μερικά ακόμη θα τα διέγραφα με ένα κόκκινο Χ. Οι Εικόνες ήταν φιλοβασιλικό έντυπο (είναι γνωστό αυτό), αλλά από εκεί έως το… εξώφυλλο σίχαμα κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει απόσταση.
Λίγες μέρες πριν το πραξικόπημα οι Εικόνες κυκλοφόρησαν το «τελευταίο» τεύχος τους. Οι Συνταγματάρχες δια του λογοκριτικού μηχανισμού που είχαν κληρονομήσει απαιτούσαν πλέον καθημερινές εκθέσεις των φύλλων των εφημερίδων και των περιοδικών, ξεσκονίζοντας τις «ύλες» και αποψιλώνοντάς τες από τα ενοχλητικά αρθρίδια. Η Ελένη Βλάχου αντιδρά σ’ αυτήν την επιβαλλόμενη κατάσταση κλείνοντας τα έντυπά της (και μαζί τις Εικόνες). Δεν ξέρω αν αυτό ήταν σωστό ή όχι. Η ιστορία έχει προσμετρήσει τη στάση της μεταξύ των «πράξεων αντίστασης» απέναντι στη χούντα, αλλά εγώ, να μου επιτρέψετε, έχω μία λίγο διαφορετική άποψη. Η ιστορική εκδότρια ήταν μία αστή, ένα πρόσωπο της καλής αθηναϊκής κοινωνίας, που δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτρέψει ούτε μύγα στο σπαθί της. Η αντίδρασή της δεν είχε ιδεολογικοπολιτικά κίνητρα (η Βλάχου δεν ήταν αριστερή, φιλοβασιλική ήταν). Ήταν η αντίδραση μιας εστέτ, ενός ανθρώπου κοσμοπολίτη που δεν θα ανεχόταν ποτέ να υποκύψει· να λογοδοτήσει μπροστά σ’ έναν καραβανά. Αυτό ήταν το «πρόβλημά» της. Ήταν ζήτημα ρόλων και κουλτούρας δηλαδή (κάτι το οποίο δεν το υποτιμώ, αλλά έως εκεί). Έτσι, λοιπόν, δεν τυπώθηκαν ποτέ στην Καθημερινή ή την Μεσημβρινή οκτάστηλοι τίτλοι του στυλ «Ο Στρατός απεσόβησεν αιματοκύλισμα» [Τα Νέα, 24/4/1967] και «Στρατός και λαός εώρτασαν εν εθνική εξάρσει το Πάσχα» [επίσης από Τα Νέα]. Το θέμα, όμως, είναι τι θα γινόταν αν όλοι οι υπόλοιποι εκδότες, οι καλλιτέχνες, οι τραγουδοποιοί υιοθετούσαν τη στάση τής Ελένης Βλάχου; Θα έμενε ο κόσμος επί χούντας χωρίς περιοδικά κι εφημερίδες; Χωρίς βιβλία και τραγούδια; Οι τραγουδοποιοί μας έπρεπε να το βουλώσουν δηλαδή, επειδή οι στίχοι τους θα έπρεπε να κατατεθούν στη λογοκρισία; Το ίδιο θα έπρεπε να κάνουν και οι θεατρικοί συγγραφείς μας, οι ποιητές μας και όλοι οι υπόλοιποι; Δηλαδή ή φίμωμα ή λιβάνισμα; Άλλος δρόμος δεν υπήρχε; Ο κόσμος αγωνίστηκε (όσοι αγωνίστηκαν δηλαδή) με τον τρόπο που μπορούσε, όπως μπορούσε, κάποιοι λιγότερο, κάποιοι περισσότερο, προσφέροντας μια διέξοδο. Εκδότες έβγαλαν «ακατάλληλα» βιβλία και πριν την άρση της προληπτικής λογοκρισίας κάτω από τη μύτη του καθεστώτος, υπήρξε ένα ολόκληρο κύκλωμα «παράνομου» Τύπου, τραγουδοποιοί προσπάθησαν να παρακάμψουν τη λογοκρισία «μπουρδουκλώνοντας» κάποια λόγια, θίασοι «ανέβαζαν» έργα, τα οποία «κατέβαιναν» ή περικόπτονταν εν συνεχεία μετά τις σχετικές οχλήσεις κ.ο.κ. Αυτές ήταν πράξεις μικρής ή μεγαλύτερης αντίστασης. Αυτές στις οποίες «παιζόταν» κομματάκι η ζωή σου, η καριέρα σου, η επιβίωσή σου (η δική σου και της οικογένειάς σου). Να τι είχε πει ο Κάρολος Κουν στον Σπύρο Χατζάρα, στο περιοδικό Καλλιτεχνική Επιθεώρηση (Περίοδος Β, τεύχος 2, δεν αναφέρεται μήνας/έτος, μάλλον Φεβρουάριος του 1979), για την στάση τού ιδίου και του Θεάτρου Τέχνης επί Δικτατορίας, όταν αντιμετώπισε πρόβλημα με τη λογοκρισία: «Ο δημοκρατικός πνευματικός κόσμος άρχισε από την πρώτη στιγμή την ποικιλότροπη αντίσταση στο νέο καθεστώς. Μερικοί πίστεψαν ότι πρέπει να κηρυχτεί μια πνευματική απεργία διαρκείας με την αποχή των πνευματικών εργατών από τη δουλειά τους. Το Θέατρο Τέχνης δεν κράτησε μια τέτοια στάση, γιατί πίστευε πως δεν έπρεπε να νεκρωθεί η πνευματική ζωή του τόπου, θέση που ωστόσο αμφισβητήθηκε από ορισμένους.(…) Πάντως νομίζω ότι πολιτικά αυτή ήταν και η πιο σωστή απόφαση (σ.σ. να λειτουργήσει κανονικά το Θέατρο Τέχνης επί δικτατορίας). Κι αυτό γιατί η πνευματική απεργία μόνο σε βάρος των πνευματικών ανθρώπων και της δημοκρατικής σκέψης είναι». Η Ελένη Βλάχου προτίμησε να σιωπήσει, από το να κινηθεί ας πούμε στη γραμμή Κουν. Οκέι. Τίθεται λοιπόν σε κατ’ οίκον περιορισμό, πριν κατευθυνθεί προς το Λονδίνο στα τέλη του ’67…
Κάποια στιγμή, πιθανώς στις αρχές του ’68, φαίνεται πως η Βλάχου πουλάει τα δικαιώματα των Εικόνων στην Πάπυρος Πρεςς (Γιάννης Α. Πουρνάρας), η οποία επανακυκλοφορεί, πάντα σε εβδομαδιαία βάση, το περιοδικό, αρχής γενομένης με το τεύχος 601 τής 8/3/1968 (φαίνεται πως τεύχος 600 δεν τυπώθηκε ποτέ, αν και δεν είμαι σίγουρος). Οι νέες Εικόνες, έχουν ωραιότερη εκτύπωση, καλύτερο χαρτί, έχουν ράχη, έχουν «σωστά» γενικώς εξώφυλλα –μόνο σε ένα μάλλον, στο 604, εικονίζονται εστεμμένοι (της βασιλικής αυλής της Νορβηγίας!)– ενώ στα υπόλοιπα παρελαύνει κόσμος και κοσμάκης· ακόμη και ο Στάλιν(!) σε μια χειραψία του με τον Τρούμαν (τεύχος 602). Επίσης δεν γλείφουν εμμετικώς το καθεστώς, όπως οι… κομμουνιστικοί Μοντέρνοι Ρυθμοί (σε οκτώ τεύχη των Εικόνων του ’68 που έχω στη διάθεσή μου μόνο σε δύο σκάει φωτογραφία του Παπαδόπουλου στις εσωτερικές σελίδες και με αδιάφορες λεζάντες), έχοντας παραλλήλως το χρέος να μεταφέρουν στον έλληνα αναγνώστη κάτι από τον χαλασμό Κυρίου που συνέβαινε στον κόσμο το 1968.

Ο αυτοεξόριστος αμερικανός «Πρόεδρος» Sheldon Cholst, κρατώντας την μαύρη αστερόεσσα διακηρύσσει την αντίθεσή του στην αμερικανική πολιτική στην Ινδοκίνα (τεύχος 604, 29/3/1968).
Καλύπτεται λοιπόν σε διάφορα τεύχη ο πόλεμος στην Ινδοκίνα, όπου εντυπωσιάζει (ακόμη και σήμερα) η έγχρωμη φωτογραφία του Αμερικανού Sheldon Cholst στην πρωτεύουσα του Λάος (τεύχος 604, 29/3/1968), ο οποίος εμφανίζεται ως «αρχηγός της εξόριστης Αμερικανικής Κυβερνήσεως», κρατώντας την μαύρη αστερόεσσα! Ο Cholst ήταν ένας hippie ψυχίατρος και ποιητής που ζούσε στην Αθήνα και την Ύδρα στα μέσα του 60, πειραματιζόμενος με τα ψυχοτρόπα. Μάλιστα είχε γράψει στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Residu, που είχε εκδώσει στην Αθήνα το 1965 ο Daniel Richter, το σχετικό... Notes on the Use of Hashish. Το 1968 ζούσε πλέον στο Λάος και αντιτιθόταν στην επίσημη αμερικανική εξωτερική πολιτική, όντας ιδιοκτήτης ενός μπάρ στην Βιεντιάνε (πρωτεύουσα του Λάος), όπου όταν δεν έπαιζε κιθάρα ο ίδιος ερμηνεύοντας αντιπολεμικά τραγούδια, μετέδιδε μελωδίες των «χίππυς», Beatles, ακόμη και Μπετόβεν. Στο ίδιο τεύχος οι Εικόνες καταπιάνονται με το φυλετικό ζήτημα στην Αμερική. Ο αρθρογράφος καταλήγει στο συμπέρασμα πως η πραγματική αιτία της φυλετικής προκατάληψης μεταξύ μαύρων και λευκών είναι ερωτική! «Οι μαύροι μισούν τους λευκούς, γιατί, με την δουλική θέση στην οποία τους κρατούν, τους έχουν στερήσει από τον ανδρισμό τους στον ψυχικό τομέα. Και οι λευκοί μισούν τους μαύρους γιατί τους θεωρούν πιο ‘πρωτόγονους’, και συνεπώς σεξουαλικά ισχυρότερους, στον σωματικό τομέα». Για να στηρίξει δε το συμπέρασμά του ο δημοσιογράφος επικαλείται τρία βιβλία (δύο από μαύρους συγγραφείς και ένα από λευκό) –το Ψυχή στον Πάγο, που μόλις είχε κυκλοφορήσει στην Αμερική, του Μαύρου Πάνθηρα Έλντριτζ Κλήβερ (Eldridge Cleaver), το Μια Άλλη Χώρα του Τζαίημς Μπάλντουιν (James Baldwin) και το Μαύροι, Όπως Εγώ του Τζων Χάουαρντ Γκρίφφιν (John Howard Griffin)– παραθέτοντας χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

Ψυχεδελικές ΕΙΚΟΝΕΣ. Η… επανακτηθείσα γαλήνη κάτω από το βλέμμα μιας ινδουιστικής θεότητας (τεύχος 602, 15/3/1968)
Στο τεύχος 602 (15/3/1968) μεταφράζεται ένα ιταλικό άρθρο, σχετικό με την ψυχεδέλεια! Γίνεται λόγος για το LSD, τα «ταξίδια», τις επιπτώσεις τους, τον Timothy Leary, το ψυχεδελικό θέατρο, τη διεσταλμένη συνείδηση… Δημοσιεύονται δε καταπληκτικές, έγχρωμες, ψυχεδελικές φωτογραφίες από το Millbrook, το νεοϋορκέζικο χωριό, το ορμητήριο του Δόκτορα. «Μέσω των ηχητικών κυμάτων των Μπητλς ‘Μια μέρα στη ζωή’, των Ρόλλινγκ Στόουν ‘Κάτι μου συνέβη χθες’, του Μπομπ Ντύλαν, του Άλλεν Γκίνζμπεργκ, οι νεαροί μύστες των απολαύσεων των παραισθησιογόνων φαρμάκων (όπως το Ελ Ες Ντη και διάφορα άλλα διεγερτικά ή κατευναστικά του κεντρικού νευρικού συστήματος, αμφεταμίνες, βαρβιτουρικά, ηρεμιστικά) πολλαπλασιάζονται ολοένα σε βαθμό ώστε το κακό να παίρνη έκταση ολέθριας επιδημίας». Μπορεί να διαφωνεί κάποιος με ορισμένα συμπεράσματα (εξάλλου η έρευνα γύρω απ’ αυτά τα πράγματα δεν σταμάτησε το ’68), αλλά το κείμενο δεν είναι σκανδαλοθηρικό, ούτε τσαρλατανικό. Λέει κάποια πράγματα, και από ’κει και πέρα τα επεξεργάζεται ο καθείς όπως νομίζει. (Βεβαίως, με άλλο μάτι το διαβάζει κάποιος σήμερα, αλλιώς «καθόταν» το 1968). 

Rudi Dutschke (τεύχος 607, 19/4/1968)
Στο τεύχος 607 (19/4/1968) υπάρχει πλήρες ρεπορτάζ σχετικό με την απόπειρα δολοφονίας του μαρξιστή ηγέτη του γερμανικού φοιτητικού κινήματος Rudi Dutschke, εκεί όπου ο παρ’ ολίγον δολοφόνος του Josef Bachmann παρουσιάζεται ως ένας ελαιοχρωματιστής που του άρεσε να ζωγραφίζει τον… Χίτλερ (όντως). Το άρθρο διακοσμείται με φωτογραφίες από πορείες γερμανών φοιτητών, με το γνωστό πορτρέτο του Τσε να απεικονίζεται σε πλακάτ τέσσερις φορές!
Στο τεύχος 610 (10/5/1968) κάτι «παίζει» με τον Γαλλικό Μάη και τους αγρότες, αλλά δεν πληροφορούμαστε τίποτα σημαντικό. Στο επόμενο όμως τεύχος (611, 17/5/1968), υπάρχει δυνατό φωτορεπορτάζ, υπό τον υπότιτλο «Παρίσι Ώρα 0», όπου μεταξύ άλλων διαβάζεις: «Την Τετάρτη η Σορβόννη ήταν για τρίτη ημέρα ‘ξέφραγο αμπέλι’. Η νέα γενεά, που πολλοί την είχαν χαρακτηρίσει ως απολιτική και αδιάφορη, είχε απορρίψει το παλιό σύστημα της ανωτάτης παιδείας και απαιτούσε από τους γονείς της μια βασική αλλαγή. Αδιαφορώντας για τις συνέπειες, την πραγματοποιούσε με την κατάληψη ‘όλων των εξουσιών’ στα πανεπιστήμια.(…) Οι σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης έδειχναν ότι ακόμη και οι κάτοικοι του Καρτιέ Λατέν, που είδαν τα αυτοκίνητά τους να καίγωνται στις ταραχές, τα έβαζαν με την αστυνομία και όχι με τον φοιτητικό κόσμο»!! Ρε, μπας και τζάμπα τους πληρώνανε τους λογοκριτές; Ρε, μπας και οι ταγματάρχες κοιμόντουσαν με τις αρβύλες;
Στο τεύχος 621 (26/7/1968) το εξώφυλλο είναι αφιερωμένο στο δράμα της Μπιάφρα (εικονίζεται ένα σκελετωμένο παιδί με υπότιτλο «Αύριο το πρωί θα έχει πεθάνη»). Τέτοιου τύπου «σκληρά» εξώφυλλα δεν θα έκαναν ποτέ οι Εικόνες επί Ελένης Βλάχου. Εκεί έπαιζαν μόνο τα… βασιλόπουλα.
Το τελευταίο τεύχος των Εικόνων (622, 2/8/1968) βγαίνει με τίτλο «Πράγα: Συνομιλίες υπό την Απειλή Επεμβάσεως. Θα τολμήση η Ρωσία;». Στις μέσα σελίδες γίνεται μία ενδιαφέρουσα γεωπολιτική ανάλυση της κρίσης στις σχέσεις Τσεχοσλοβακίας-ΕΣΣΔ, χωρίς ίχνος ξετσίπωτου αντικομμουνισμού. «Ήταν ανάγκη να βρεθή από τους Τσέχους μια κάποια λύση αποδεκτή από τους Σοβιετικούς που ταυτόχρονα δεν θα έθιγε και την βασική δημοκρατική μεταρρύθμιση του σοσιαλισμού στην Τσεχοσλοβακία. Ειδεμή…». Ειδεμή… Τα γνωστά… Στο ίδιο τεύχος υπάρχει αναφορά (με σχετικό φωτογραφικό υλικό) και στον… Μεξικανικό Μάη. «Ενώ η Πόλη του Μεξικού τελείωνε τις τελευταίες προετοιμασίες για την Ολυμπιάδα, ξαφνικά οι κεντρικοί δρόμοι μετεβλήθησαν σε πεδίο σκληρών μαχών που θυμίζει τον ‘ματωμένο Μάιο’ του Καρτιέ Λατέν. Η σύγκρουση κράτησε 5 1/2 ώρες. Οι φοιτηταί είχαν οχυρωθή πίσω από πυρπολημένα λεωφορεία και έρριχναν βροχή τις πέτρες και τα ‘κοκτέιλ Μολότωφ’ εναντίον των αστυνομικών και των στρατιωτικών δυνάμεων, που προσπαθούσαν να τους διαλύσουν με άρματα μάχης και μπαζούκας».
Ελληνικά πολιτικά ζητήματα δεν υφίστανται για τις Εικόνες. Άκρα του τάφου σιωπή. Ακόμη και η… αναμενόμενη χουντική προπαγάνδα εκλείπει· σ’ αυτό αναφέρομαι κυρίως, γιατί δεν νομίζω να περίμενε κανείς να καλύπτεται δημοσιογραφικώς ο «παράνομος» αντι-δικτατορικός αγώνας. Από ’κει και πέραν, όμως, υπάρχουν τα πολιτιστικά-καλλιτεχνικά νέα που έχουν πρόδηλο ενδιαφέρον. Εν ολίγοις…
Εκείνο που μου κάνει εντύπωση είναι η έλξη του περιοδικού όχι προς το ποπ-ροκ, ας το πω έτσι (η φωτογραφία των MGC που βλέπετε πιο πάνω είναι η εξαίρεση), αλλά προς την… ελληνική μουσική avant-garde. Στο τεύχος 604 φιλοξενείται άρθρο και μικροσυνέντευξη του Γιάννη Χρήστου, υπό τον τίτλο «Ένα μουσικό φεστιβάλ όχι σαν τα άλλα». Ο Χρήστου φαίνεται πως είχε εξασφαλίσει 250 στρέμματα στη νότια πλευρά της Χίου, τα οποία θα μεταμόρφωνε σε «θεατρικό χώρο μεσαιωνικής εμπνεύσεως». Εκεί θα διοργάνωνε ένα φεστιβάλ που θα εμπνεόταν από το αντίστοιχο του Gian Carlo Menotti στο Spoleto, παρουσιάζοντας πριν απ’ όλα έργα συγχρόνων ελλήνων συνθετών, αλλά και σημαντικές δημιουργίες της ξένης πρωτοποριακής μουσικής. Για τη δική του μουσική λέει ο Χρήστου: «Η μουσική μου καθρεφτίζει τον καιρό μας. Το άγχος και την χαώδη ατμόσφαιρά του. Έχω φθάσει στο σημείο να μην μπορώ να εξηγώ τη δουλειά μου. Σήμερα μέχρι και τα όργανα έχουν αλλοιωθεί. Η τεχνική δεν με ενδιαφέρει. Ό,τι κι αν μεταχειρισθή κανείς είναι μουσική. Ακόμη και ο ήχος των αντικειμένων. Η μουσική είναι τώρα συνδυασμός καταστάσεων…». Στο τεύχος 610 υπάρχει μιαν αναφορά στον Θόδωρο Αντωνίου και στην πορεία του στη σύγχρονη μουσική, ενώ στο 611 καταγράφεται μια συνέντευξη του αρχιμουσικού Δημήτρη Αγραφιώτη. Κάπου αλλού –τώρα δεν μπορώ να το βρω– γίνεται λόγος για το πρωτοποριακό έργο του Νίκου Μαμαγκάκη. Στο 604 υπάρχει δισέλιδη αναφορά στο νέο κύμα (Πουλόπουλος, Χουλιαράς, Αστεριάδη, Χωματά, Σαββόπουλος, Ζωγράφος, Αρλέτα, Σπανός, Δαλάκου, Μαυρουδής, Πάνος Τριανταφυλλίδης) διανθισμένη με ωραίες φωτογραφίες.

Ο Maharishi Mahesh Yogi στο Hilton, στην Αθήνα (τεύχος 610, 10/5/1968)
Τέλος, στο τεύχος 610 (10/5/1968) καλύπτεται η επίσκεψη του Maharishi Mahesh Yogi στην Αθήνα. Μαθαίνουμε, μάλιστα, πως υπήρχε ελληνικό σωματείο, αναγνωρισμένο από το κράτος ήδη από το 1961, με 150 οπαδούς τού ινδού διδασκάλου, οι οποίοι οπαδοί… «αποφεύγουν τη δημοσιότητα ‘για τον φόβο των χίππις και των Μπητλς’ τα ονόματα των οποίων συνδέθηκαν (σ.σ. τώρα τελευταία… εδώ, γελάω μόνος μου) με αυτό του Μαχαρίσι». A ρε πατρίδα ατελείωτη! Όταν οι Έλληνες ανακάλυπταν τον Μαχαρίσι οι Beatles έτρωγαν ακόμη βελανίδια…
Το τελευταίο τεύχος των sixties Εικόνων ήταν το 622, όπως προανέφερα, που βγήκε στα περίπτερα την Παρασκευή 2 Αυγούστου του 1968. Δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί έκλεισε το περιοδικό, όταν μάλιστα πουλούσε 60 χιλιάδες αντίτυπα την εβδομάδα! Κάποιοι στο δίκτυο λένε πως δεν άντεξε στο μαρκάρισμα τής λογοκρισίας, αν κι εγώ δεν το πιστεύω αυτό για τον εξής απλό λόγο. Μία εβδομάδα αργότερα (9/8/1968) κυκλοφόρησε από τους ίδιους εκδότες (Πάπυρος Πρεςς) το πρώτο τεύχος του νέου περιοδικού Επίκαιρα, το οποίο εκινείτο στην ίδια, γενικώς, γραμμή με εκείνη των Εικόνων. Ανοίγουμε όμως άλλο κεφάλαιο…