Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΡΑΣ – ΝΙΚΟΣ ΓΥΡΑΣ ένα δισκάκι

Συνεχίζοντας να δίνει έντεχνα, ελληνόφωνα τραγούδια στις 45 στροφές(!), ο Δημήτρης Καρράς και οι φίλοι του παρουσιάζουν ένα δεύτερο δισκάκι υπό τον τίτλο «Άκου το τραγούδι/ Οι τρελοί» [Studio Pazl/ Music Corner/ B-Otherside Records, 2013] – δύο κομμάτια δηλαδή γραμμένα από τους Δημήτρη Καρρά και Νίκο Γύρα αντιστοίχως.
Το πρώτο είναι μία ερωτική μπαλάντα την οποίαν αποδίδουν οι Φώτης Ανδρικόπουλος και Βασίλης Παπακωνσταντίνου σε ενορχήστρωση Βαγγέλη Καραπέτρου (ο ίδιος χειρίζεται κιθάρα, μπάσο, μαντολίνο, κρουστά, ενώ έχει κάνει και τον προγραμματισμό). Ωραίες οι φωνές (και τα χορωδιακά φωνητικά), με τον Παπακωνσταντίνου σε μια τυπική, επαγγελματική ερμηνεία (δεν υπαινίσσομαι κάτι – αν ήθελα να πω κάτι άλλο θα το έλεγα).
Το δεύτερο τραγούδι, «Οι τρελοί», είναι νεολαϊκό, όπως αποκαλούνται αυτού του τύπου τα άσματα, αν και το στυλ παραπέμπει στην «Εκδίκηση της Γυφτιάς» και τα «Δήθεν». Εξάλλου, ο όρος «νεολαϊκό» αποκτά νόημα από την εμφάνιση της Γυφτιάς (1978) και εντεύθεν και δυστυχώς –«δυστυχώς» για την εξέλιξη του λαϊκού– τίποτα δεν κατόρθωσε αυτήν την 35ετία (από τότε μέχρι σήμερα) να υπερβεί τις νόρμες εκείνου του δίσκου. Για να μη νομιστεί ότι βλέπω αρνητικώς το κομμάτι τού Γύρα, σπεύδω να πω πως «Οι τρελοί» είναι ένα ωραίο τραγούδι, με στίχους και μουσικές που έχουν τη δύναμη να αγκιστρωθούν στα χείλη του κόσμου, βοηθούμενο και από έναν πολύ καλό τραγουδιστή· τον γνωστό, πολύ καλό τραγουδιστή Παναγιώτη Λάλεζα.

η CONNIE CROTHERS πάντα σε δράση

Παράξενο άλμπουμ το παρόν. Ασυνήθιστο; Ας το αποκαλέσω καλύτερα έτσι. Ηχογραφημένο ζωντανά στο Freight & Salvage Coffeehouse στο Berkeley της California την 10/8/2011 φέρνει κοντά δύο γυναίκες μουσικούς, με ξεχωριστό παρελθόν η κάθε μία. Την 70χρονη (το 2011) πιανίστα Connie Crothers (στη σκηνή από την δεκαετία του ’60 και προστατευόμενη κατά μίαν έννοια του θρύλου πιανίστα Lennie Tristano – βρισκόταν σε περίοπτη θέση στο A memorial concert for Lennie Tristano και φυσικά στο 5απλό box-set που το αποτύπωσε, το 1980) και την τενόρο σαξοφωνίστα Jessica Jones, γνωστή από τις συνεργασίες της με μουσικούς τής παλαιότερης γενιάς (Ornette Coleman, Charles Moffett, Don Cherry…), αλλά και της πιο νέας (Peter Apfelbaum, Tony Jones…).
Στο “Live at the Freight” [New Artists, 2013] οι δύο γυναίκες προβάλλουν ένα «δικό τους» πρόγραμμα, αποτελούμενο από τρία στάνταρντ, τρεις αυτοσχεδιασμούς και μία σύνθεση της Jones. Άρα μπορούμε να τις «κρίνουμε» και στα τρία διαφορετικά «κεφάλαια» ενός τζαζ ρεπερτορίου. Στο πώς δηλαδή αντιμετωπίζουν γνωστά και καταξιωμένα κομμάτια (όπως το “In a sentimental mood” του Duke Ellington π.χ.), πώς επικοινωνούν σ’ ένα εντελώς «ελεύθερο» πλαίσιο και βεβαίως πώς ανταποκρίνονται σε μια δική τους πρωτότυπη σύνθεση.
Δεν χρειάζεται να πω πως το αποτέλεσμα είναι υπεράνω των προσδοκιών· των προσδοκιών που μπορεί να έχει ένας fan-ακροατής ακόμη και από δύο καταξιωμένες παίκτριες (όπως είναι η Crothers και η Jones). Ιδίως τα αυτοσχεδιαστικά κομμάτια αντανακλούν κάποια από τα διδάγματα τού πιο διάσημου ίσως και καινοτόμου δασκάλου στην ιστορία της jazz, του Lennie Tristano (ο πρώτος άνθρωπος που έπαιξε free jazz, σε γκρουπ, ήδη από το 1949), εκεί όπου οι δύο μουσικοί φαίνεται να μην έχουν προετοιμάσει κανένα «σχήμα», καμμία «συνταγή» σε μελωδία και αρμονία, πατώντας, απλώς, πάνω στις ρυθμικές βάσεις των αμέσως προηγούμενων κομματιών. 
Το 52λεπτο “Live at the Freight” είναι ένα μεστό, πλήρες και απολύτως ενδιαφέρον άλμπουμ, που φανερώνει πώς, με ποιον τρόπο, δύο παίκτριες (και κατ’ επέκτασιν δύο μόνον όργανα) δύναται να περιγράψουν το αισθητικό οπλοστάσιο της παντοτινής jazz. Λυρισμός, αίσθημα, μελωδία από την μια μεριά, «ελευθερία», σπάσιμο των κανόνων και δημιουργική φαντασία από την άλλη.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

στο Παλάς Παγκρατίου…

Πέρασα πριν λίγο έξω από το Παλάς, στο Παγκράτι, και είδα να προβάλλεται (σε επανάληψη φυσικά) μια ταινία που μου άρεσε και που πέρασε μάλλον απαρατήρητη, όταν πρωτοπροβλήθηκε τη σεζόν 2009-2010. Επειδή είχα γράψει δυο λόγια γι’ αυτήν, όταν το blog δεν είχε πάρει ακόμη μπροστά (Μάρτιος 2010), θυμήθηκα την παλαιά ανάρτηση και την ρίχνω ξανά, ελπίζοντας να στείλω καμμιά ψυχή στου γερο-Μαθιού το σινεμά… Τρείς ταινίες ένα δεκάρικο…
Ο λόγος για το Celda 211. Μία ισπανική περιπέτεια «φυλακής», γυρισμένη από κάποιον Daniel Monzon. Η ταινία άξιζε. Μου θύμισε τις παλιές καλές στιγμές του είδους· το σπουδαίο The Glass House (1972) του Tom Gries με τον Vic Morrow και τον Alan Alda. Μου έκανε επίσης εντύπωση το ύφος και το στυλ της, που ήταν πολύ αμερικανικό. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό αυτό –για τέτοιου τύπου φιλμ, μάλλον είναι καλό–, πάντως παραμένει άξιον απορίας (και θαυμασμού) το πόσο έχει προχωρήσει το ισπανικό σινεμά. Αν μπορεί να φέρει εις πέρας τέτοιου τύπου ταινίες, τότε δεν του λείπει τίποτα.
Δεν έχω υπ’ όψιν μου τι εντυπώσεις άφησε το Κελί 211 στην Ελλάδα. Μάλλον πέρασε στο ντούκου. Η περιπέτεια ποτέ δεν ήταν το φόρτε της κριτικής… Ένας φίλος που την είχε δει πριν από μένα –και τη συζητήσαμε– μου είπε ότι δεν του άρεσε πολύ, γιατί είχε στοιχεία… αναληθοφάνειας. Εγώ θα έλεγα πως όλο το φιλμ σεναριακά στηρίχθηκε σε μια «γκαντεμιά» (εδώ κολλάει το «αναληθοφανές»), επιχειρώντας να συνδέσει –γόνιμα– στοιχεία μελό, με πολιτικές αναφορές στην ΕΤΑ και άλλα τινά.
Προσωπικώς δεν μ’ ενοχλούν τα «ψεύτικα» στοιχεία στις ρεαλιστικές ταινίες (σινεμά βλέπουμε, μην το ξεχνάμε αυτό), από τη στιγμή που μπορεί –έστω και στη σφαίρα του απίθανου τοποθετημένα– να συμβούν. Το ζήτημα είναι τι βγαίνει στο τέλος. Ποιο είναι το ζουμί… Και στο Κελί 211 το ζουμί δεν είναι καθόλου χολιγουντιανό. Ξερνάς ακόμη και με ευρωπαϊκές ταινίες, που υιοθετούν απερίγραπτα φινάλε προκειμένου να εισέλθουν στην αμερικανική αγορά. Το ότι ο Ισπανός αποφασίζει να βγάλει από τη μέση τούς κατά τεκμήριο «θετικούς» και «αθώους» χαρακτήρες της ταινίας του σου αφήνει μία… σινεφιλική χαρά. Περισσότερη όμως χαρά παίρνεις, όταν επιλέγει, ως επιζήσαντες από το μακελειό του τέλους, τα «καθάρματα». Τον Κολομβιανό κατ’ αρχάς (που για μένα δρα ως από μηχανής θεός – όχι για σεναριακούς λόγους) και, κυρίως, το αφεντικό των φυλακόβιων (σπουδαίος ο Luis Tosar), που μπορεί ναι μεν να είναι εγκληματίας-ισοβίτης, αλλά διεκδικεί (και τις κερδίζει) δάφνες αγωνιστή μέσα στη μικροκοινωνία της φυλακής. Έτσι το βλέπω…

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ υπήρξε ποιητής της… αμφισβήτησης;

Όλοι γνωρίζετε τον πρώην εκδότη της εφημερίδας Ελεύθερη Ώρα Γρηγόρη Μιχαλόπουλο (1938-2013). Το να χρησιμοποιήσει κάποιος τον προσδιορισμό «αμφιλεγόμενος» για τον μακαρίτη δημοσιογράφο και ακροδεξιό παράγοντα (όπως γράφτηκε σε διάφορα sites τις ημέρες που ακολούθησαν τον θάνατό του, τον προηγούμενο Φεβρουάριο) δεν ανταποκρίνεται, ασφαλώς, σε καμμία πολιτική ορθότητα, καθότι ο Μιχαλόπουλος είχε δικαστεί και καταδικαστεί το 2005, πρωτοδίκως και με ποινή καθείρξεως 18 ετών, για εκβιασμούς που ενεργούσε σε επιχειρηματίες, προκειμένου να μεσολαβούσε ίνα σβήνονταν τα ονόματά τους από τα δολοφονικά τεφτέρια τής 17 Νοέμβρη! (Κάτι τέτοια μόνο στην Ελλάδα! «Αρκούδες» πούλαγε ο μακαρίτης και κάποιοι τσίμπαγαν!).
Εγκλωβισμένος (όχι παρά τη θέλησή του εννοείται) σ’ ένα παροξυσμικό σύμπαν, το οποίο συναποτελούσαν παράγοντες της εγχώριας αστικής τάξης και βεβαίως χουντόφρονες, «εχθροί της Ελλάδος», «παγκόσμιοι συνωμοσιολόγοι», νεοφασίστες, ψευτοάγιοι και ψευτοπροφήτες, τινές εκκλησιαστικοί, δωδεκαθεϊστές, εβραιοφάγοι, βασιλικοί, πράκτορες «ξένων δυνάμεων», παγανιστές και άλλα τινά λέλουδα του μονίμως ψεκασμένου κίτρινου μπαξέ, ο Μιχαλόπουλος λοιδορήθηκε εν ζωή, μα ακόμη και μετά θάνατον, συχνά με σπαραξικάρδιο τρόπο. «Ψόφησε ο Γρηγόρης Μιχαλόπουλος» έγραψε το… troMPAxtiko την ημέρα του θανάτου του κι αυτό τα λέει όλα. Και όμως δεν ήταν πάντα έτσι… Ή, τουλάχιστον, δεν ήταν εμφανώς έτσι.
Στη δεκαετία του ’60 και στις αρχές εκείνης του ’70 ο Μιχαλόπουλος ήταν από τα ανερχόμενα δημοσιογραφικά «αστέρια» με πλατύ έργο δοκιμιακό, λογοτεχνικό και ποιητικό, που έχαιρε πανθομολογημένης εκτίμησης. «Μια απέραντη μόνωσι καίει τους στίχους σας» είχε γράψει για ’κείνον ο Γιώργος Σεφέρης(!), ενώ ο πάπας των ελλήνων κριτικών της εποχής Βάσος Βαρίκας ανέφερε: «το γράψιμο του Γρηγόρη Μιχαλόπουλου έχει το σωστό αρραβώνα με την ερημιά και το ψυχικό μαρτύριο, των πολλών, με την πραγματικότητα». Ως ένας λογοτέχνης που εξέφραζε τη νεολαία και το… πνεύμα της αμφισβήτησης, ο Μιχαλόπουλος έλαβε καλά λόγια και από τον Γιώργο Θεοτοκά («θραύει τα απλά πιστεύω που έχουν οι περισσότεροι νέοι»), μα ακόμη και από τον Γιάννη Κάτρη, τον σημαίνοντα δημοκράτη και αντιφασίστα δημοσιογράφο («Ανάμεσα σ’ αυτούς διαλεχτός νέος ποιητής είναι ο Γρηγόρης Μιχαλόπουλος. Νέος στην ηλικία, αλλά ώριμος στη σκέψη και μ’ ένα όγκο ποιητικής και δημοσιογραφικής δημιουργίας που θα τον ζήλευαν πολλοί ‘φτασμένοι’»).
Πριν κανα χρόνο έπεσε στα χέρια μου μία ποιητική συλλογή του Γρηγόρη Μιχαλόπουλου, μία από τις δέκα(!) που είχε εκδώσει μέχρι το 1973, και η οποία είχε τίτλο Το Ποτάμι [Σπουδή, Αθήνα 1973]. Αντιγράφω τρία ποιήματα…

Αναλλοίωτες σκέψεις...
Εδώ κάποτε
ήσαν περιστέρια
Σήμερα,
μαύρο αδιέξοδο, απελπισία.
Τα αγάλματα
έγιναν γύψινα,
οι αξίες και οι ιδέες
απλά πλαίσια
και οι γενναίοι έγιναν
Σιωπή.
Τα όνειρα στέκονται
στα παράθυρα
και κυττάνε την ερημιά.
Η Αναβολή χαμογελά
και η Νοσταλγία κυττά τον Ήλιο
στα μάτια.
Το Σάλπισμα
που έρχεται από τα έγκατα
αργεί.
Και η νύχτα παραμένει
νύχτα.

Ας μην κλαίμε τους Νεκρούς
Έχει περάσει η εποχή τους.
Το στίγμα του Κάιν
ας μην το αναζητήσουμε.
Εκείνοι πέθαναν για το Θάνατο.
Οι καμπύλες της ζωής τους
είναι κλειστά παράθυρα.
Μια Αντίστασι θέλει Αγώνα.
Γιατί, αλλοίμονο,
η Θαλάσσια Αράχνη
ξέρει περίφημα τη δουλειά της.

Της ΓΙΟΛΑΣ
της Πιστής Λεπτομέρειας
που στα μάτια της τούτες οι γραμμές είδαν
το πρώτο φως και την πρώτη ψυχική χειραψία

Αφήνω τα δύο πρώτα… αντιδικτατορικά ποιήματα και μένω στο τρίτο. Ποια είναι αυτή η ΓΙΟΛΑ; (Tα κεφαλαία είναι του Μιχαλόπουλου, δεν τα έγραψα εγώ). Μήπως είναι η ίδια Γιόλα, την οποίαν αναφέρει και ο Κώστας Τουρνάς στην ιστορία των Poll; («Θυμάμαι την Γιόλα, μια κοπέλα που ερχόταν πάρα πολύ συχνά στο Ελατήριο με τον Σπύρο Αγγέλου, που αργότερα έγινε συνέταιρος στη ‘Μαϊμού…’ και ήταν από τους πιο συχνούς ακροατές μας, που κυριολεκτικά λάτρευαν το ‘Αετοί’»). Ποιος ξέρει; Γεγονός είναι, πάντως, πως ο Μιχαλόπουλος, όντας μέσα στο πνεύμα της εποχής, καταρτίζει διδακτορική διατριβή(!) υπό τον τίτλο… Ο ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΫΡΟΝ ήταν ΧΙΠΠΙΣ;(!!), την οποίαν και θα εξέδιδε τον «άλλο μήνα» – πληροφορία δημοσιευμένη στην εργογραφία του, που παρατίθεται στο Ποτάμι (ποιητική συλλογή που τυπώθηκε το 1973 υπενθυμίζω). Το βιβλίο αυτό, την… διατριβή τέλος πάντων, δεν την έχω διαβάσει, δεν την έχω δει ποτέ σε βιβλιοθήκη, ούτε βεβαίως να πωλείται. Και φυσικά δεν ξέρω αν, τελικώς, τυπώθηκε (αν ναι, δίνω ό,τι κι ό,τι έστω και για μια φωτοτυπία της!). Ούτε στο internet βρέθηκε κάποια αναφορά. Περαιτέρω δε, και μ’ ένα πρώτο ψάξιμο, δεν εντόπισα ούτε ένα link σχετικό με το ποιητικό έργο τού Μιχαλόπουλου. Παράξενο ή όχι, να πω πως ακόμη και από την Εθνική Βιβλιοθήκη απουσιάζουν τα ποιητικά βιβλία του. 'Εστω.
Μπορεί να μην γνωρίζω τι απάντηση δίνεται τελικώς στη μελέτη –πιθανώς ότι… ναι, ο Λόρδος Βύρων ήταν… χίππις, αλλιώς δεν θα είχε και νόημα η ερώτηση– εκείνο όμως που γνωρίζω είναι πως αυτά τα… σουρεαλιστικά άλματα, με τους ροκάδες της αρχαιότητας, τους underground ρομαντικούς του 19ου αιώνα, τους ψυχεδελικούς του… ’40 και τους… punks του ’50 είναι κατά βάση ένα περιφερειακό φαινόμενο και ουχί μητροπολιτικό. Εννοώ, πως οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί δεν λένε, ούτε γράφουν τέτοιες βλακείες. Ή, εν πάση περιπτώσει, δεν το χοντραίνουν έτσι το παιγνίδι. Δεν ξέρω αν ο Ισπανός Luis Racionero ήταν επηρεασμένος από την… διατριβή του Γρηγόρη Μιχαλόπουλου καθώς έγραφε το δικό του Filosofías del underground το 1977 –το είδαμε και στη γλώσσα μας ως Οι Φιλοσοφίες του Underground από τις εκδόσεις Οδυσσέας το 1980 και το 1983– είναι όμως αλήθεια πως σ’ ένα βιβλίο που θέλει να αφορά στο underground (στο ισπανικό αναφέρομαι) υπάρχουν 15 σελίδες που έχουν να κάνουν με τον Λόρδο Βύρωνα! Φυσικά, όση σχέση με τον χιπισμό ή το underground είχε ο Λόρδος Βύρων, άλλη τόση σχέση (με το underground) είχε και η Σωτηρία Μπέλλου ή ο (ζωγράφος) Θεόφιλος (τούτα έγραφε ο Τάσος Φαληρέας στο δεύτερο τεύχος της Μουσικής Γενιάς, τον Φεβρουάριο του ’72). Θες από τον Φαληρέα, θες από τον… Γρηγόρη Μιχαλόπουλο (που μπορεί μέσα σ’ ένα φλας ποιητικο-ελληνικότητας να είπαν, πρώτοι εκείνοι, μια κουβέντα παραπάνω – ο Φαληρέας είπε πολλές ανάλογες, βεβαίως, στην πορεία), η αλήθεια είναι πως όλα τα μετέπειτα χρόνια (έως και σήμερα) ο κάθε αστοιχείωτος θα γράφει και από μια τέτοια χοντράδα (ή… έστω περισσότερες), νομίζοντας ότι είναι καρδινάλιος, πουλώντας μούρη στους… ενεούς αναγνώστες του· μέχρι και η Ρίτα Σακελλαρίου αποκλήθηκε… μπλουζγούμαν (και μάλιστα του Σικάγου και ουχί του... Δέλτα!). Κούνια που τους κούναγε. Ευτυχώς, όμως, αντιληφθήκαμε νωρίς (και δεν αναφέρομαι στον Φαληρέα) με τι… τενεκέδες είχαμε να κάνουμε.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

η surf-jazz του KAI WINDING

Ένας από τους πιο διάσημους τρομπονίστες των fifties και των sixties ήταν οπωσδήποτε και ο Δανός, αλλά… Αμερικανός Kai Winding (1922-1983). Γνωστός από τις συνεργασίες του με τον άλλον μεγάλο του οργάνου J.J. Johnson, ο Kai Winding διέπρεψε στην «χαλαρή» πλευρά της jazz – την pop-jazz, ή όπως αλλιώς την αποκαλέσουμε.
Ας πούμε το 1963, πάνω στην τρέλα του surf, φτιάχνει ένα πολύ προχωρημένο (για τα jazz δεδομένα) άλμπουμ –στο “Soul Surfin’” [Verve] αναφέρομαι– συνεργαζόμενος με τον κιθαρίστα Kenny Burrell, τον Jean-Jacques Perrey(!) στα Ondioline μπλιμπλίκια και τον Creed Taylor στην παραγωγή. Με… σερφάτο εξώφυλλο και με κομμάτια όπως το απίστευτο “Surf bird” του Claus Ogerman, τον ύμνο της σανίδας “Pipeline” (των Chantays), το θρυλικό “More” (των Riz Ortolani και Nino Oliviero από το OST τού Mondo Cane), αλλά και με μερικά πολύ «έξυπνα» δικά του, όπως το φερώνυμο “Soul surfin’” ή το “Tube wail”, ο Kai Winding δίνει ένα απολαυστικό όσο και διαχρονικό long play, που θα ακούγεται… όσο θα υπάρχουν θάλασσες και κύματα.
Μάλιστα, ως συνέχεια του “Soul Surfin’” μπορεί να λογιστεί το “Mondo Cane #2” [Verve, 1964], αφού η λογική, κι εδώ, είναι η ίδια με εκείνη του προηγούμενου LP (ο Creed Taylor είναι εξάλλου στην παραγωγή, όπως και ο Jean-Jacques Perrey στα ηλεκτρονικά), με τη διαφορά πως ο Les Spann έχει αντικαταστήσει στην κιθάρα τον Kenny Burrell. Το αποτέλεσμα είναι ένα ακόμη πρώτης διαλογής lounge-jazz LP, το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως exotica φυσικά (με τα μέτρα, πλέον, του ’60). Πρωτότυπα και διασκευές εναλλάσσονται με τρόπο… επιστημονικό, ξεκινώντας από το “Mondo Cane #2” (του Oliviero) και καταλήγοντας στο “The struggle” (του Ogerman). 
Δύο ακαταμάχητα LP, που κυλάνε 50 χρόνια μετά σαν (θαλασσινό) νεράκι.

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ τραγούδια για το Πολυτεχνείο

Το βιβλίο της Κωστούλας Μητροπούλου (1933-2004) Το Χρονικό των Τριών Ημερών [πρώτη έκδοση Μπουκουμάνης, Αθήνα 1974] είναι το ανάγνωσμα το σχετικό με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, που με συνόδευσε, ως μαθητή Λυκείου, στις σχετικές σχολικές γιορτές. Κι αυτό μετά το 1981 – καθότι δεν θυμάμαι αν νωρίτερα, επί Δεξιάς δηλαδή, εορταζόταν στα σχολεία η επέτειος (το αποκλείω!). Νοέμβρης ’81, και κυρίως Νοέμβρης ’82 (που είναι ακόμη πιο καλά εντυπωμένος στη μνήμη μου), και να, σαν τώρα, στη σχετική σχολική γιορτή να παρουσιάζονται αποσπάσματα από τη διήγηση τής Μητροπούλου, και βεβαίως να απαγγέλλονται μερικά από τα ποιήματά της.
Το Χρονικό των Τριών Ημερών ήταν (είναι) ένα λεπτό 63 σελίδων βιβλίο, άρα εύκολο στη χρήση και τη μεταφορά του, που είχε τυπωθεί κατά πρώτον τον Ιούλιο του 1974 (προφανώς κυκλοφόρησε μετά την πτώση της χούντας), και το οποίον περιέγραφε μ’ έναν «ρεπορταζιακό», αλλά και κομμάτι φιλολογικό τρόπο, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. (Το ρεπορτάζ και η φιλολογικότητα πάνε καμμιά φορά μαζί, ακόμη και όταν ο συνδυασμός τους δεν είναι πάντα αποδοτικός – η άποψη να μην εκληφθεί, αναγκαστικώς, ως κριτική προς το βιβλίο, αφού δεν είναι αυτό θέμα μας). Όπως έγραφε και η ίδια η Μητροπούλου στον πρόλογο: «Το ‘Χρονικό των τριών ημερών’ γράφτηκε όσο γινόταν πιο ‘πιστά’ και αληθινά από έναν ευαίσθητο και ευάλωτο ‘θεατή’ που προσπάθησε να συνδυάσει την προσωπική οδυνηρή εντύπωση από τα γεγονότα με την αντικειμενικότητα της αλήθειας σ’ αυτά τα ίδια τα γεγονότα.(…) Άρχισε να γράφεται στις 18 Νοεμβρίου του 1973 και τελείωσε στις 26 του ίδιου μήνα. Ο επίλογος προστέθηκε μετά. Όλον αυτόν τον καιρό μέχρι σήμερα (σ.σ. από τότε που γράφτηκε το βιβλίο, μέχρι τον Ιούλιο του ’74 όταν τυπώθηκε) ‘περνούσε’ από χέρι σε χέρι, σε φωτοτυπημένα αντίτυπα και πάντα με την προσεκτική αγάπη των φίλων, επώνυμων και ανώνυμων, αγαπημένων και εντελώς αγνώστων».
Το βιβλίο αποτελείται από τον πρόλογο, το κυρίως θέμα του (ας το πω έτσι) και τον επίλογο, πριν ολοκληρωθεί με την παράθεση 13 ποιημάτων/ στιχουργημάτων, τα οποία παίρνουν αφορμή βεβαίως από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, πριν ακόμη και από τον πρόλογο, διαβάζουμε το εξής: «Τα τραγούδια γράφτηκαν στον ‘ενδιάμεσο’ χρόνο που μεσολάβησε και η μουσική είναι του Ανακρέοντα Παπαγεωργίου. Φυσικά κι αυτά θα βγουν στην δημοσιότητα και επώνυμα τώρα, έστω κι αν κυκλοφόρησαν από χέρι σε χέρι όπως και το κείμενο τόσους μήνες». Επίσης, πριν την παράθεση των τραγουδιών, στη σελίδα 53, προστίθεται και η επόμενη σημείωση: «Ανάμεσα στο χρόνο που μεσολάβησε από τις 17 Νοεμβρίου 1973 μέχρι σήμερα (σ.σ. τον Ιούλιο του ’74) υπήρξε ένα τεράστιο κενό που δε ‘γέμιζε’ με τίποτα. Ένα κενό ‘ενδιάμεσου χρόνου’ που πέτρωσε. Το κενό αυτό έγινε τραγούδι. Ένα, δύο, πέντε, δώδεκα (σ.σ. στην πράξη τα τραγούδια που περιέχονται στο βιβλίο είναι δεκατρία). Τραγούδια που κανένας δεν ήξερε τη μουσική τους σωστά και που τα μουρμούριζαν από στόμα σε στόμα κι από φράση σε φράση σα να έλεγαν ένα μισό παραμύθι. Ή ένα κλάμα που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του. Αυτά τα τραγούδια τα προσθέτουμε στο κείμενο, για να καλύψουν απλά τον ‘ενδιάμεσο χρόνο’ που μεσολάβησε από τότε, τόσο σκληρά και απάνθρωπα αμέτοχος σ’ όλα. Αυτά τα ίδια τραγούδια αύριο, σε λίγες μέρες θα τα σφυρίζουν ίσως στο δρόμο, όσα παιδιά ζωντανά».
Το ζήτημα είναι αν τα συγκεκριμένα τραγούδια είχαν ηχογραφηθεί κάποια στιγμή (πότε;) σε στούντιο, και πως δεν ήταν, μόνο, μελοποιημένα στο πεντάγραμμο. Και τούτο το σημειώνω επειδή η ολοκλήρωση ενός τραγουδιού (ως γνωστόν) προϋποθέτει τρεις, χονδρικώς, φάσεις. Στην περίπτωσή μας πρώτα γράφτηκαν οι στίχοι, αργότερα μελοποιήθηκαν (πράγμα που σημαίνει, ok, πως μπορεί να μεταδόθηκαν και από στόμα σε στόμα ως τραγούδια) και μετά ηχογραφήθηκαν. Θέλω να πω, δηλαδή, πως η Κωστούλα Μητροπούλου πουθενά δεν υπαινίσσεται στο βιβλίο της πως τα τραγούδια του Χρονικού των Τριών Ημερών είχαν ηχογραφηθεί επί χούντας, πριν τον Ιούλιο του ’74· καθότι μπαίνει από… ορισμένους ένα τέτοιο ζήτημα. Αν είχαν ηχογραφηθεί με κάποιο τρόπο και υπήρχε ερμηνευτής θα το ανέφερε (όπως ανέφερε τον συνθέτη Παπαγεωργίου). Απεναντίας, γράφει πως «κυκλοφόρησαν από χέρι σε χέρι» (οι στίχοι σε χαρτί κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι, όχι τα τραγούδια) και πως «κανένας δεν ήξερε τη μουσική τους σωστά» (γιατί κανείς δεν τα είχε ακούσει ηχογραφημένα).
Ψάχνοντας λοιπόν στο δίκτυο εντόπισα μια συνέντευξη της αδελφής τής Κωστούλας Μητροπούλου Κάτιας Μητροπούλου στον Τάσο Καραντή, στο site www.e-orfeas.gr, που έχει ενδιαφέρον. Λέει η Κάτια Μητροπούλου: «Με τον Ανακρέοντα Παπαγεωργίου η γνωριμία έγινε μέσω του Κώστα Παπαγεωργίου τού αδερφού του, του ποιητή. Η Κωστούλα τον γνώρισε λίγο πριν γίνουν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και μου είπε, είναι ένα μικρόσωμο παιδάριο με λεπτά δάχτυλα, αλλά είχε ταλέντο πραγματικά. Δυστυχώς ο Ανακρέοντας χάθηκε πολύ νωρίς. Ήταν ο μόνος που τόλμησε να μελοποιήσει τα ποιήματα που υπάρχουν στο βιβλίο της Κωστούλας στο “Χρονικό των τριών ημερών” που είναι η καταγραφή των γεγονότων του Πολυτεχνείου. Κανένας άλλος από τους συνθέτες που τα ’χε δώσει δεν τόλμησε να τα αγγίξει! Τα τραγούδια αυτά ακούστηκαν σε συναυλίες, στο Πολυτεχνείο, όπου έχουν δοθεί σε κασέτα και σε μπομπίνα και τα τραγούδησε κι η Έλενα Ναθαναήλ σε ένα αφιέρωμα στην ΕΡΤ που έγινε την πρώτη χρονιά μετά το Πολυτεχνείο. Δεν βγήκαν όμως ποτέ σε δίσκο. Σ’ έναν δίσκο που έκανε με τον Παπαγεωργίου η Κωστούλα μπήκαν θεατρικά τους τραγούδια –γιατί του εμπιστεύτηκε ό,τι τραγούδια υπήρχαν μέσα στα θεατρικά της έργα– μαζί με κάποιες μπαλάντες κι ένα απ’ αυτά του Πολυτεχνείου, ο “Χρήστος”». (σ.σ. πρόκειται για το LP «Άσπρη Γραμμή» στην εταιρεία GSF/DMM το 1992 με ερμηνεύτρια την Βάσια Ζήλου, όπως διαπίστωσα από την Ελληνική Δισκογραφία του Πέτρου Δραγουμάνου).
Προφανώς, όταν η Κάτια Μητροπούλου λέει πως τα «τα τραγούδια αυτά ακούστηκαν σε συναυλίες, στο Πολυτεχνείο, όπου έχουν δοθεί σε κασέτα και σε μπομπίνα» εννοεί πως ακούστηκαν στις επετειακές γιορτές κατά την διάρκεια της Μεταπολίτευσης, ενώ όταν προσθέτει πως ακούστηκαν και από την Έλενα Ναθαναήλ σ’ ένα αφιέρωμα της ΕΡΤ (στο ραδιόφωνο ή την τηλεόραση;) την πρώτη χρονιά μετά το Πολυτεχνείο, αναφέρεται πλέον στο Νοέμβριο του 1974(;). Τοποθετώ ερωτηματικό μετά το 1974 επειδή δεν έχω βεβαιωθεί αν ακούστηκαν όντως τον Νοέμβρη του ’74 και όχι κάποιον επόμενο, του ’75 ή του ’76. (Από μία πρώτη έρευνα μού φαίνεται πιθανό, απλώς πιθανό, τα τραγούδια να ακούστηκαν για πρώτη φορά, με την Ναθαναήλ, ακόμη και στην επέτειο του 1976. Δεν το λέω, όμως, με καμμία βεβαιότητα επειδή ακόμη το ψάχνω…).

Έτσι, εκείνο που αναφέρει στο blog του ο παραμυθάς Μανώλης Νταλούκας την 16/11/2012 –εξομολογούμαι πως δεν είχα απολύτως καμμία διάθεση να επανέλθω τόσο σύντομα, απλώς προέκυψε… λόγω της ημέρας– πως τα τραγούδια του Παπαγεωργίου και της Μητροπούλου ηχογραφούνται… «μυστικά, στη διάρκεια της χούντας, με τη φωνή της Έλενας Ναθαναήλ», δεν μπορεί παρά να είναι μία ακόμη φαντασιοπληξία. Αφήνω δε το γεγονός πως με εκνευρίζει η λέξη «μυστικά», επειδή φτιάχνει κλίμα. Μάλιστα, την ίδιαν αυτή λέξη («μυστικά») την επαναλαμβάνει και στην τελευταία ανάρτησή του (14/11/2013), την οποίαν διάβασα τυχαίως, χθες το βράδυ, σε σπίτι φίλου κι ενώ είχα ήδη ολοκληρώσει το δικό μου κείμενο. (Το επισημαίνω τούτο, για να μην νομιστεί ότι του απαντώ επί του προχθεσινού, αφού είχα αποφασίσει εδώ και μια-δυο βδομάδες να γράψω κάτι για το Χρονικό των Τριών Ημερών με αφορμή τα 40χρονα από την εξέγερση στο Πολυτεχνείο. Εξάλλου, εκείνος τα έχει ξαναγράψει αυτά τα πράγματα 3-4 φορές στο παρελθόν, ενώ εγώ, εδώ, για πρώτη φορά).
Όταν ο Νταλούκας, λοιπόν, φτιάχνει τέτοιου είδους κλίμα ξέρετε ποιος είναι ο σκοπός του, που θέλει να καταλήξει. Στις συνωμοσίες και τα ρέστα. Στην προσπάθεια να κατασκευαστούν στοιχεία που να σιγοντάρουν το… υποτιθέμενο κυνήγι της… υποτιθέμενης ψυχεδελενεολαίας, η οποία στην προσπάθειά της να επιβιώσει δρούσε μόνον… κρυφά και υπογείως (θυμάστε τούς «κάποιους δημοσιογράφους» που βράβευαν… στο πηχτό σκοτάδι στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης του ’72). Ο αθεόφοβος ακόμη και για το βιβλίο τής Μητροπούλου (στη σελ. 309 του δικού του βιβλίου Ελληνικό Ροκ, στην πρώτη έκδοση) γράφει πως διαθέτει «ψυχεδελική αφήγηση», ενώ και στην προχθεσινή ανάρτησή του αναφέρει πάλι πως «το έργο είναι γραμμένο με ψυχεδελικό τρόπο». Πάλι καλά που δεν μας λέει πως η Μητροπούλου έγραφε το Χρονικό της κάτω από την επήρεια μεσκαλίνης ή LSD!! Δεν χρειάζεται να πω πως για ακόμη μία φορά η κατασκευή «στοιχείων» αποτυγχάνει παταγωδώς. Και γιατί η Κωστούλα Μητροπούλου ήταν απλώς Αριστερή και δεν είχε την παραμικρή σχέση με «ψυχεδέλειες» κι άλλες τέτοιες παπαρίες (βλέπω να βρυκολακιάζει ο Aldous Huxley και να μας πετάει στο κεφάλι αμερικάνικα βινύλια των Doors...) και γιατί τα τραγούδια της ηχογραφήθηκαν φανερά και ξάστερα (και ουχί «μυστικά») στην Μεταπολίτευση πια (και κατά πάσα πιθανότητα σε κάποιο κρατικό ραδιοτηλεοπτικό στούντιο). Αφήνω δε το γεγονός πως η ίδια η συγγραφέας, που έζησε τα γεγονότα από πρώτο χέρι γράφοντας τα στιχάκια της, δεν μιλάει πουθενά (ούτε εν σχέσει με τα στιχάκια δηλαδή) για… μυστικότητες. Απεναντίας γράφει για κυκλοφορία (των στίχων της) «χέρι με χέρι», για τραγούδια που τα «μουρμούριζαν από στόμα σε στόμα κι από φράση σε φράση». Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν σημαίνει εξ ανάγκης «μυστικά».
Τέλος πάντων. Αυτή τη φορά δεν εξάπτομαι με τον παραμυθά μας και του λέω εν τέλει «εύγε», επειδή έχει ανεβάσει στο YouTube ένα από τα τραγούδια του Χρονικού… Λέω επίσης πως, κάποια στιγμή, πρέπει αυτά τα τραγούδια να μεταφερθούν κανονικά σ’ ένα βινύλιο, γιατί απ’ ό,τι φαίνεται αξίζουν…

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΔΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ένας χρόνος…

Ένα χρόνο μετά (http://diskoryxeion.blogspot.gr/2012/11/15-3-171-245.html) και εν είδει μνημοσύνου θυμάμαι ξανά, δημοσίως, τον πρόωρα χαμένο, αγαπημένο φίλο και συνεργάτη Γιάννη Αδαλόπουλο. Τον μουσικόφιλο, κριτικό και DJ με την ανεπανάληπτη προσφορά στην πατρινή διασκέδαση, τον αθεράπευτο ταξιδευτή, τον «πάντα εκεί» σε οτιδήποτε προέκυπτε σε σχέση με τη μουσική. Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι ενδεικτική του τρόπου που αντιμετώπιζε ο Γιάννης τη Μουσική και τους Μουσικούς, επιχειρώντας να αναδείξει και να συνδράμει σε όλα τα επίπεδα – από τα πιο υψηλά καλλιτεχνικά, έως τα πιο πεζά και ανθρώπινα. Και το έπραττε, πάντα, με το ίδιο μεράκι και την ίδιαν αυταπάρνηση, ανεξαρτήτως πρακτικών δυσκολιών (ο Γιάννης δεν καταλάβαινε απ’ αυτά) ή προσωπικών συγκυριών.
Τον Νοέμβριο του 1991 ξεκίνησα μία επαφή μέσω αλληλογραφίας με το γερμανικό συγκρότημα Embryo, που διήρκεσε πολλά χρόνια (τελευταίως έχουμε χαθεί, αλλά ok). Επικοινωνούσα τόσο με τον Christian Burchard (την ψυχή του γκρουπ εδώ και 44 χρόνια), όσο και με τον άνθρωπο που βρισκόταν, εκείνη την περίοδο, πίσω από τους Embryo, τον Othmar Schreckeneder· μέσω αυτού, μάλιστα, είχα προμηθευτεί μία σειρά δίσκων (πέντε απλά βινύλια κι ένα διπλό), οι οποίοι τότε δεν βρίσκονταν μαζεμένοι αλλού, και με ενδιέφεραν ασυζητητί. Θυμάμαι, λοιπόν, σαν τώρα να παραλαμβάνω το πακέτο από το ταχυδρομείο και να το ανοίγω σ’ ένα καφενείο της Πάτρας (στον πάλαι ποτέ «Γιατρό», στην Πλατεία Όλγας) παρουσία του Γιάννη. Αυτό ήταν το λάθος μου! Ο Γιάννης, όντας αθεράπευτος συλλέκτης (με τη δημιουργική έννοια), μόλις είδε ανάμεσα στα άλμπουμ και δύο… πιο ethnic LP των Γερμανών έχασε το χρώμα του. Ήταν η εποχή που τον εύρισκε να ασχολείται παθιασμένα με τις μουσικές του κόσμου (καιρό πριν μπει βαθιά στο latin και δοθεί ολοκληρωτικώς), κι εκείνοι οι δίσκοι τού έκαναν αμέσως ισχυρή εντύπωση. Ήταν τα LP “Life!” (οι Embryo με τον Charlie Mariano και τους Karnataka College of Percussion) και “Embryo & Yoruba Dun Dun Orchestra feat. Muraine Oyelami” (σε τελείως afro στυλ). Θαυμάσια, οπτικώς, άλμπουμ τυλιγμένα αμφότερα σε κάπως χειροποίητα εξώφυλλα φτιαγμένα από σκληρό... χασαπόχαρτο, με πολυσέλιδα διαφωτιστικά booklets. Ο άνθρωπος τα έβαλε αμέσως «στο μάτι»… και φυσικά του τα έδωσα εκείνη ακριβώς τη στιγμή (πριν καν τ’ ακούσω). Ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί στον Γιάννη κάτι τέτοιο; Ήταν «δοσμένος». Και ειδικώς εκείνη την εποχή, όπου τέτοιου τύπου δίσκοι ήταν εντελώς μετρημένοι στην αγορά μιας επαρχιακής πόλης. Δεν είμαι σίγουρος αν ο Γιάννης ήξερε ήδη τους Embryο από το “Opal”, που είχε ξανατυπωθεί στην Materiali Sonori το 1990, ή αν τους έμαθε μέσω αυτών των άλμπουμ. Εκείνο που ξέρω είναι πως έκτοτε αναζήτησε όλη την δισκογραφία τους, χρήζοντας τους Γερμανούς ως ένα από τα πιο αγαπημένα του γκρουπ.
Τα χρόνια κύλησαν. Τον Μάιο του 1998 (εγώ στην Αθήνα), είμαι σε επαφή με τους Embryo μέσω κανονικών επιστολών (ούτε e-mail, ούτε fax, ούτε τηλέφωνα, ούτε τίποτ’ άλλο). Το συγκρότημα θα ερχόταν από το Brindisi στην Πάτρα (με τελικό προορισμό την Τουρκία) και θα ήθελε να ξαναπαίξει (στην Ελλάδα) μετά από πολλά χρόνια, είτε στον ερχομό του, είτε στην επιστροφή που θ’ ακολουθούσε την αντίστροφη διαδρομή (Πόλη, Αθήνα, Πάτρα, Brindisi). Υπήρχαν κάποιες «ανοικτές» ημερομηνίες και το μόνο που απέμενε ήταν η εύρεση του χώρου, ώστε να μην πήγαιναν χαμένες οι εν Ελλάδι μέρες. Φυσικά, με τον πρώτο άνθρωπο που επικοινώνησα στην Πάτρα ήταν ο Γιάννης. Δεν χρειάστηκε καν να του το πω. Ο Γιάννης ήταν έτοιμος από πάντα να κινηθεί, να κάνει το παν, ώστε τέτοια γεγονότα να αποκτούσαν τη σημασία που, εκ των πραγμάτων, είχαν.
Με τη βοήθεια του φίλου, και επίσης συνεργάτη τότε στο Jazz & Τζαζ, Νίκου Καββαδία (Γυμνός Οφθαλμός) βρίσκεται χορηγός και υποστηρικτής, τυπώνονται αφίσες και ωραίο 8σέλιδο πρόγραμμα (με πληροφοριακό υλικό που είχα μαζέψει από διάφορες πηγές και το ’χα στείλει στην Πάτρα), με την συναυλία, τελικώς, να πραγματοποιείται με πολύ μεγάλη επιτυχία κατά την επιστροφή του γκρουπ από την Τουρκία, την Τετάρτη 17 Ιουνίου 1998 στο Κάστρο της Πάτρας. Ο Γιάννης είχε κάνει τα πάντα. Φιλοξένησε... πότισε, τάισε και κοίμισε τους πέντε μουσικούς (Christian Burchard, Xizhi Nie, Yulyus Golombeck, Lothar Stahl, Jens Pollheide) –δεν ξέρω τι μπορεί να έβαλε από την τσέπη του (δεν τα λογάριαζε αυτά)– πήγε σε ραδιοφωνικούς σταθμούς να μεταδώσει μουσικές τους για να πληροφορηθεί ο κόσμος, έγραψε κείμενα στις τοπικές εφημερίδες, κουβάλησε, έστησε-ξέστησε, βοήθησε σε κάθε φάση, κάθε στιγμή.
Έτσι, όταν κυκλοφόρησε το double CD “Tour 98, Istanbul - Casablanca” [Schneeball/ Indigo, 1999], που περιείχε και ελληνικές εγγραφές όχι από την Πάτρα, αλλά από την Αθήνα (γιατί οι Embryo είχαν εμφανιστεί και στην Αθήνα, στο Half Note, σ’ εκείνη την tour) ήταν λογικό τα ονόματά μας (εμένα και του Γιάννη) να βρεθούν στα “thanks”. Και κυρίως του Γιάννη, ο οποίος τιμήθηκε όχι μόνο με ειδική αναφορά (ανάμεσα στους… fine people who liked our music and sometimes worked for free to organize a gig for Embryo in their hometown, όπως έγραψε το γκρουπ), αλλά και με μια φωτογραφία στο κολάζ του multi-folded digipak!
Λεπτομέρεια από το μέσα μέρος του digipak τού CD "Tour 98, Istanbul-Casablanca". Ο Γιάννης στο κέντρο (με τα μαύρα μαλλιά και το μούσι).
Θυμάμαι να τον παίρνω στο τηλέφωνο με το που έπιασα το CD στα χέρια μου. «Μεγαλεία Αδαλόπουλεεε!...» θα πρέπει να του είχα πει, για να τον πειράξω. Τον φαντάστηκα, γιατί δεν τον έβλεπα, μ’ εκείνο το αγέρωχο παράστημα στην άλλη άκρη του σύρματος, ν’ αφήνει ένα λεπτό μειδίαμα…

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

ο ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ και τα «μέτρα σύγκρισης»

Έχω γράψει κι άλλες φορές για τον Μετρονόμο, ένα καλό (ή και πολύ καλό), τρίμηνο, μουσικό περιοδικό, που έπιασε κι αυτό τα 50 τεύχη. Πάντα ήμουν αναγνώστης του Μετρονόμου (από τα 50 τεύχη του πρέπει να έχω αγοράσει καμμιά τριανταριά), γιατί πάντα ενδιαφερόμουν (και ενδιαφέρομαι) για την παρουσίαση και την έρευνα που σχετίζεται με την «έντεχνη» και την «λαϊκή» ελληνική μουσική. Το τελευταίο τεύχος του Μετρονόμου έχει 88 καλοτυπωμένες ασπρόμαυρες σελίδες, κοστίζει 4 ευρώ, κι είναι αφιερωμένο στον Κάρολο Κουν και τις μουσικές που επένδυσαν τα έργα τού Θεάτρου Τέχνης.
Το περιοδικό συνηθίζει να παρουσιάζει… εκτός εποχής εξώφυλλα και αυτό είναι κάτι που μου αρέσει. Εντάξει ο Φοίβος Δεληβοριάς ή η Νατάσσα Μποφίλιου, πρέπει όμως και για τον κόσμο –όποιος κόσμος εν πάση περιπτώσει έχει απομείνει και αγοράζει ακόμη περιοδικά (ας μείνουμε σ’ αυτά)– να λαμβάνεται φροντίδα ώστε να μην ξεχνά. Οφείλουμε, εν ολίγοις, να διατηρούμε εν ισχύι τα «μέτρα σύγκρισης». Αλλιώς, μετατρέπονται όλοι «σε ένα». Γίνονται όλοι «ίδιοι». Δεν μπορεί, δηλαδή, να είναι όλοι – νέοι-γέροι, ζώντες-τεθνεώτες ή ό,τι άλλο– ταυτοχρόνως «τρανοί» και «σπουδαίοι».
Στην καταξίωση ενός καλλιτέχνη μετράει κάτι που συνήθως υποτιμάται. Η διάρκεια της παραγωγής, η ποσότητα του έργου. Ο συνδυασμός ποιότητας και ποσότητας είναι ό,τι κάνει τη διαφορά. Είναι σημαντικό, πράγματι, να έχει καταφέρει κάποιος να γράψει ένα (έστω ένα) πολύ καλό τραγούδι ή να ’χει γυρίσει μία (έστω μία) πολύ καλή ταινία, αλλά πόσο σημαντικό είναι να έχει γράψει κάποιος δεκάδες άξια τραγούδια μέσα σε 20 ή και 30 χρόνια συνεχούς δράσης; Βλέποντας, λοιπόν, στα εξώφυλλα του Μετρονόμου άλλοτε τον Νίκο Γκάτσο, άλλοτε τον Δημήτρη Χριστοδούλου, άλλοτε τον Μάνο Λοΐζο και άλλοτε τον Κάρολο Κουν… πώς να το πω… έρχομαι στα ίσια μου. Βεβαίως και πρέπει να δίνεται τόπος στα νειάτα, σε όσα νειάτα τέλος πάντων είναι διακριβωμένο πως «κάτι τρέχει», αλλά δεν πρέπει επ’ ουδενί να λησμονούμε τα αληθινά «μεγέθη».

Προσφάτως βρέθηκα με μια παρέα τριαντάρηδων σε μια καφετέρια και πρόσεξα σ’ ένα τραπέζι, παραπέρα, να κάθεται ο Τάκης Λουκανίδης – αυτός ο μέγας ποδοσφαιριστής (κυρίως των sixties). Πράσινος ποτέ δεν υπήρξα, τον Λουκανίδη μπορεί να μην τον πρόλαβα να παίζει μπάλα, έμαθα όμως από παλαιότερους –όταν ήμουν πιτσιρίκος και μου άρεσε περισσότερο το ποδόσφαιρο–, τα κατορθώματά του. Σας πληροφορώ, λοιπόν, πως κανένας από την παρέα δεν τον αναγνώρισε. Και μιλάω για ανθρώπους όχι ασχέτους με το τόπι. Παραξενεύτηκα και… στενοχωρήθηκα ταυτοχρόνως. Όταν πέρασε λοιπόν κάποια στιγμή από μπροστά μου, αυτή η μεγάλη μορφή του ελληνικού ποδοσφαίρου, σηκώθηκα από την καρέκλα μου και του είπα γεμάτος… πώς να το πω… συγκίνηση: «τα σέβη μου κύριε Τάκη». Την ίδιαν ακριβώς στιγμή άκουγα από ένα διπλανό τραπέζι έναν 70άρη, από μια παρέα γερόντων, να μου απευθύνεται… «Είσαι μικρός εσύ… που να τον έβλεπες να παίζει…». Και καθώς έγνεψα με συγκατάβαση… είπα να βολευτώ με τον Σιόβα και τον Σάμαρη…

Για να επανέλθω όμως στα του Μετρονόμου. Στο παρόν τεύχος δεν υπάρχουν κείμενα μόνο για τον Κάρολο Κουν, αλλά και για τον Νίκο Μαμαγκάκη, τον Βασίλη Τσαμπρόπουλο, τον Πάνο Σαββόπουλο, τον Αθανάσιο Μανέτα (έναν πρωτοπόρο μπουζουξή των δεκαετιών του ’20 και του ’30), τον Τώνη Άγα κ.ά. Έχω κι εγώ ένα κείμενο εντός. Γνωστό από το Δισκορυχείον αλλά όχι ίδιο ακριβώς, αφού το έχω επανεπεξεργαστεί συμπληρώνοντάς το με άλλα στοιχεία, από άλλες αναρτήσεις. Αναφέρομαι στον Νέγρικο Ηλεκτρισμό του Μάνου Λοΐζου. Μια χαρά είναι το on line δε λέω, αλλά θα είναι πάντα «άλλο πράγμα» να βλέπεις τη δουλειά σου στο χαρτί…

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

LOGOUT – PLAYGROUND NOISE

Είχα πολύ καλή γνώμη για το προηγούμενο (πρώτο) άλμπουμ του LogOut, το “Paper Plane Flight Recorder” [Inner Ear, 2011], που περιείχε μπαλάντες βασικά, οι οποίες υποστηρίζονταν από κλασική κιθάρα και λίγα off ηλεκτρονικά. Μάλιστα, εκείνο το άλμπουμ το έβλεπα σαν μιαν αρχή, λίγο πριν την τελειωτική απογύμνωση των εκφραστικών μέσων του LogOut – κάτι τέλος πάντων, που θα τον οδηγούσε στον πυρήνα της τραγουδοποιίας του. Διαψεύστηκα· αν και δεν είναι αυτό το ζήτημα.
Το “Little Things Buried in Concrete” [Inner Ear, 2013] είναι ένας ενοργανωμένος δίσκος που ροκίζει κάπως αβαντ-γκαρντίστικα (ας θυμηθούμε, έστω και μακρόθεν, την πρώιμη τραγουδοποιία του Brian Eno), δίχως, να κάνει πάντα τη διαφορά. Έχω τη γνώμη δηλαδή πως η αφηγηματικότητα των στίχων του LogOut, που σχετίζονται, συχνά (οι στίχοι), με τα διάφορα αστικά ζόρια, θα εύρισκαν προσφορότερο πεδίο δράσης μέσα από την απλοποιημένη φόρμα (μια κιθάρα, ένα πιάνο…) και την γυμνή-ξερή τραγουδιστική απόδοση. Παρά ταύτα ακούγοντας το άλμπουμ τρεις φορές σ’ ένα απόγευμα (δεν ξεπερνά εξάλλου τα 35 λεπτά) διαπίστωσα πως έχει γίνει καλή δουλειά στην παραγωγή (Χρήστος Λαϊνάς) και πως κάποιες φορές, π.χ. στα “Censored title”, “Hymn to concrete” και “Last prayer”, το πράγμα «ξεφεύγει» προς ενδιαφέρουσες ηχητικές κατευθύνσεις (ιδίως στην περίπτωση του τρίτου κομματιού, με το κάπως μηχανιστικό ψυχεδελικό παραλήρημα στο τέλος). Άλμπουμ που έχει τις (καλές) στιγμές του είναι το “Little Things Buried in Concrete” – ας μην μας διαφεύγει αυτό.
Από τα πατρινά συγκροτήματα που ξεχώρισαν την τελευταία πενταετία, οι Playground Noise, τρία χρόνια μετά το παρθενικό long play τους (έχουν γράψει και δύο 45άρια – το ένα πέρυσι), επανέρχονται στα πράγματα μέσω ενός καινούριου άλμπουμ που περιλαμβάνει οκτώ τραγούδια. Το “8 Songs” [Inner Ear, 2013] δείχνει το προφανές. Το γκρουπ βρίσκεται σε πλήρη δημιουργική κίνηση, έχοντας κατακτήσει τρόπο γραφής και στυλ. Με τις κιθάρες να πρωταγωνιστούν (δίχως τούτο να σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε με μια προφανή κιθαριστική pop, αφού οι παρεμβάσεις των πλήκτρων και κυρίως της τρομπέτας και των εγχόρδων είναι και συχνές και καθοριστικές), με το rhythm section να ρολάρει με ακρίβεια, τις μελωδίες να «κρύβονται» πίσω από τα επαναλαμβανόμενα ρυθμικά μοτίβο, και με τη γενικότερη διάθεση να σχετίζεται με μιαν ας-την-αποκαλέσω-έτσι αστικού τύπου μελαγχολία (διακριτή στους fans των Playground Noise κι από ’κείνο το πρώτο άλμπουμ), το “8 Songs” είναι ένα LP, που χωρίς να... τραντάζει, δείχνει τη σταθερή προοπτική των Πατρινών στο εγχώριο πυκνοκατοικημένο ροκ σκηνικό. Πολλά και καλά τα τραγούδια των Playground Noise, αλλά το “Bodies (Like empty houses)” είναι μάλλον το καλύτερο· σε συνεπαίρνει με το μπροστά τοποθετημένο ρυθμικό τμήμα και τις δυνατές κιθάρες (είτε βρίσκονται εκείνες σε πρώτο πλάνο, είτε πίσω οδηγώντας κατά βάση τη φωνή).
Επαφή: www.inner-ear.gr

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

THE FLASH FEVER ρώσοι ακατέργαστοι

Καινούρια ρωσική μπάντα από την Πόλη του Αγίου Πέτρου (και όχι Αγία Πετρούπολη), οι Flash Fever είναι ένα full power-trio (Boris Shulman φωνή, μπάσο, Slavik Lobanov κιθάρα, φωνή, Sasha Markov ντραμς) με ήχο υπερδυναμικό, όχι πολύ μακρυά από τα private seventies αμερικανικά πρότυπα (Orange Wedge, Totty, Poobah, ODA και τα ανάλογα). Και το λέω τούτο έχοντας κατά νου τόσο την ποιότητα του δικού τους ήχου στο πρώτο φερώνυμο LP τους [69Watt/ Anazitisi Records, 2013], όσο, βασικά, και την παραγωγή που… παραείναι «θαμπή» και «αλήτικη».
Δεν μπορώ να γνωρίζω ποιες είναι οι επιρροές των Ρώσων –κι αν έχουν κατά νου το αμερικανικό hard rock των seventies– εκείνο όμως που ακούω τους φέρνει σε ευθεία γραμμή με μιαν αυθεντική όσο και «υποχθόνια» καταγραφή ενός αφηγηματικού τρόπου, που ναι μεν εκκινεί από τους Cream και τους Experience, αλλά που καταλήγει να ενσωματώνει ποικίλα στοιχεία από διάφορες εκφάνσεις του σκληροπυρηνικού rock· και όχι μόνον του rock… Καθότι υπάρχουν tracks (άκου το “Madness” φερ’ ειπείν), τα οποία μπορεί να περνούν ακόμη και από το rapcore των Beastie Boys – πάντα, όμως, μέσα από μια «πνιγηρή» και «στα όριά της» παραγωγή, που τα τοποθετεί χρονικώς πιο πίσω. Ριφ επί… ριφών (με fuzz ή χωρίς), μπασογραμμές «ακούνητες» πάνω στις οποίες στηρίζεται η συνολική παραγωγή, βεβαίως καταιγιστικό drumming και ακόμη δύο lead τραγουδιστές που ναι μεν… ξελαρυγγιάζονται, αλλά με γνώση και, κυρίως, άνευ υπερβολών ή μανιερισμών. Κομμάτια όπως το “Don’t leave my bed” ή το “Ambulance” (αν και όλη η πρώτη πλευρά κινείται σε υψηλά επίπεδα) αξίζει να αποτελέσουν «μέτρο σύγκρισης» για το πώς ένας παλαιός και αγαπημένος ήχος, στηριγμένος στην αγία οργανική rock τριάδα (κιθάρα, μπάσο, ντραμς), μπορεί ακόμη να κινητοποιεί.
(Τριακόσια αντίτυπα 180 γραμμαρίων, από το παράλληλο label τής Anazitisi Records).

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ sixties-seventies… ορυχικές δηλώσεις με νόημα

«Οι νέοι δεν έχουν ‘νακ’ και δεν ξέρουν πως θα το αποκτήσουν. Χρειάζονται, ίσως, να πέσουν μερικές βόμβες παραφίνης, έστω και χωρίς λόγο. Να αστράψουν προβολείς στα μάτια των φιλήσυχων περαστικών, να γκρεμιστεί κανένα άγαλμα κανένα βράδυ». 
(1967, άγνωστη πηγή, αναδημοσίευση στο περιοδικό της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας Ε #47, 1/3/1992) 

«Έχω επτά χρόνια που έφυγα από τη Θεσσαλονίκη.(…). Την τελευταία φορά που ανέβηκα μου έκανε μεγάλη εντύπωση η αλλαγή. Ένα σωρό πράγματα που ήταν απρόσιτα στις χαμηλότερες τάξεις, τώρα έχουν μπει παντού. Τα βρίσκεις να πουλιούνται σε κάθε γωνιά. Υπάρχουν σε ένα σωρό σπίτια. Ψυγεία, τηλεοράσεις, κουζίνες. Άσε πια τι γίνεται από πολυκατοικίες. Και όλο και πληθαίνουν οι νέοι με τα μακριά μαλλιά, που ντύνονται στην αμερικανική αγορά. Παλαιότερα ήταν περιορισμένοι στην οδό Τσιμισκή. Τώρα τους βλέπεις και στις πιο μακρινές συνοικίες.(…)». 
(Επίκαιρα, Δεκέμβριος 1970, αναδημοσίευση 'Ο Σαββόπουλος στην Λύρα', 1997) 

«Νομίζω πως η ελληνική κοινωνία διαφθείρει τους νέους. Νομίζω ακόμη ότι η μίμηση ξένων προτύπων παίρνει διαστάσεις παιδομαζώματος, μόνο που οι αρπαγμένοι δεν το καταλαβαίνουν, αλλά αντίθετα μοιάζουν κατενθουσιασμένοι, κι ούτε οι μανάδες βέβαια σκίζουν τα ρούχα τους». 
(Τετράδιο, Φθινόπωρο 1974, συνέντευξη στον Δημήτρη Γκιώνη, αναδημοσίευση 'Ο Σαββόπουλος στην Λύρα', 1997) 

«Εξακολουθώ να πιστεύω στη σοσιαλιστική επανάσταση και στην κατάληψη της εξουσίας με κλοτσιές και με μαγκούρες και με απ’ όλα». 
(1975, άγνωστη πηγή, αναδημοσίευση Ε, #47, 1/3/1992) 

«Είχα και στο συρτάρι μου ένα σωρό παλιά άγνωστα κομμάτια, κομμένα απ’ τη λογοκρισία του ’65 επί Ενώσεως Κέντρου παρακαλώ, που μου δημιουργούσαν αμηχανία, διότι ήταν αναμνηστικά που κανείς δεν τα όρισε να είναι αναμνηστικά εκτός από τη λογοκρισία(…). Ο υπαινικτικός στίχος μπορεί να γίνεται για να ξεγελασθεί η λογοκρισία, μπορεί όμως και από καθαρή ποιητική ανάγκη· π.χ. το ‘Ολαρία ολαρά’ μου είναι υπαινικτικό για να ξεγελασθεί η λογοκρισία. Όμως η ‘Ωδή στον Καραϊσκάκη’ είναι υπαινικτικό, όχι εξαιτίας του υπουργείου, αλλά επειδή το θέμα του, ότι δηλαδή ο νεαρός ήρωας συντρίβει τα μέσα πληροφόρησης και χύνεται προς το μέλλον είναι τόσο δύσκολο, ώστε δεν προσεγγίζεται άμεσα». 
(Αυγή, Μάρτιος 1975, συνέντευξη στον Δημήτρη Γκιώνη, αναδημοσίευση 'Ο Σαββόπουλος στην Λύρα', 1997) 

«Και επί τη ευκαιρία, τον παρακαλώ (σ.σ. τον Χατζιδάκι) αν διαβάζει αυτές τις γραμμές ας πει κάτι σ’ αυτούς τους… να μην πω τι, της Ραδιοφωνίας, γιατί μου τον πετσόκοψαν πάλι τον δίσκο που έβγαλα για τους Αχαρνής του Αριστοφάνη». 
(αντί #86, 19/11/1977, συνέντευξη σε άγνωστον) 

«Επισήμως η λογοκρισία λειτουργεί βάσει ενός κατοχικού νόμου του Τσολάκογλου και λίγο πριν στη δικτατορία του Μεταξά. Έκτοτε η κοινωνία θεωρεί τους καλλιτέχνες ανεύθυνους και επικίνδυνους, τους δε πολίτες ανήλικους ώστε να χρειάζονται προστασία(…). Μερικοί από την Προεδρία πρέπει να απολυθούν αφού πρώτα λογοδοτήσουν για συγκεκριμένα εγκλήματα σε βάρος έργων τέχνης που έχουν διαπράξει από υπερβάλλοντα ζήλο, αδιαφορώντας οι έξυπνοι για τις συγκεκριμένες εντολές της υπηρεσίας τους που συνιστούσαν κλίμα μετριοπάθειας και ανοχής κυρίως μετά τη μεταπολίτευση. Είμαι παθός από το λογοκριτή Δεληπέτρο που ήταν στην Προεδρία και τώρα είναι διευθυντής στην ΕΡΤ. Ελπίζω η ΕΡΤ να του ταιριάζει καλύτερα, γιατί εκεί η λογοκρισία είναι πλήρης». 
(εφημερίδα Τα Νέα, 1979;) 

Το τελευταίο απόσπασμα είναι από μια συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου (με τους διαχρονικώς ενδιαφέροντες τίτλο και υπότιτλο) στον Γιώργο Πηλιχό, στην εφημερίδα Τα Νέα. Είναι η πρώτη συνέντευξη του Σαββόπουλου που απέκοψα σε πραγματικό χρόνο από περιοδικό ή εφημερίδα, και την οποίαν εξακολουθώ να φυλάω σ’ ένα χαρτοκιβώτιο μαζί με πάμπολλα άλλα αποκόμματα. Δυστυχώς, δεν είχα την πρόνοια, τότε, να αναγράφω κάπου και την ημερομηνία έκδοσης τού φύλλου. Εξ όσων θυμάμαι, όμως, η συνέντευξη πρέπει να προέρχεται από το 1979 (ή έστω το 1980).

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

η CAPRI RECORDS το 2013

Η εταιρεία Capri Records, που έχει την έδρα της στην πόλη Bailey του Colorado, προτείνει σε σταθερούς ρυθμούς αξιόλογα άλμπουμ, στα οποία καταγράφονται διαφορετικές εκφάνσεις του σημερινού, αμερικανικού, τζαζ γίγνεσθαι. Για εννέα απ’ αυτά θα γίνει λόγος στη συνέχεια…
Τον Wilford Brimley κάποιοι θα τον γνωρίζουν, σίγουρα, ως ηθοποιό, αφού έχει εμφανισθεί στο «Σύνδρομο της Κίνας», στο “Brubaker”, στην «Απειλή» του John Carpenter, στο “Cocoon”, στη «Φίρμα» και αλλού. (Τον θυμήθηκα στην «Απειλή» στο ρόλο του βιολόγου). Ελάχιστοι, όμως, ακόμη και στην Αμερική έως πρότινος, θα γνώριζαν πως ο 79χρονος σήμερα ηθοποιός είναι κι ένας πολύ καλός ερμηνευτής εκείνων που αποκαλούμε στάνταρντ. Τούτο αποδεικνύεται στο πρόσφατο CD [74128-2] ηχογραφημένο στην Glendale της California, τον Δεκέμβριο του ’12, που δημιούργησε ο Brimley με το Jeff Hamilton Trio. Ένα CD που επιβάλλεται μέσω της «βαριάς» παρουσίας τού τραγουδιστή. Για το Jeff Hamilton Trio δεν χρειάζεται να πω πολλά (ήδη έχω γράψει κάποια πράγματα, εδώ στο δισκορυχείον, με αφορμή το περυσινό άλμπουμ του “Red Sparkle”). Μεταξύ άλλων σημείωνα: «Το όνομα του ντράμερ Jeff Hamilton κάποιοι μπορεί να το έχουν στο νου τους από την πολυποίκιλη συνεργασία του (σε CD, DVD και συναυλίες) με την Diana Krall, όμως εγώ το θυμάμαι από το τρίο με τ’ όνομά του, το Jeff Hamilton Trio, για το άλμπουμ του οποίου “Symbiosis” [Capri, 2009] είχα γράψει στο τεύχος 201 του Jazz & Τζαζ». Παρακολουθώντας λοιπόν την πορεία του Jeff Hamilton Trio τα τελευταία χρόνια θα έλεγα πως έλειπε από την δισκογραφία του ένα άλμπουμ με φωνή. Ήταν το ύφος του τρίο, του βετεράνου drum-master, που σε οδηγούσε να το σκεφθείς. Ένα ύφος που περιελάμβανε αυθεντικές «μπαλαντικές» ατμόσφαιρες, με τις μελωδίες να υπηρετούνται όχι μόνον από το πιάνο τού Tamir Hendelman, μα ακόμη και από το rhythm section! (Το μπάσο του Christoph Luty και τα κρουστά του Jeff Hamilton). Εδώ ακριβώς «πατά» ο Wilford Brimley, με την «καπνισμένη», πείτε την και «σπασμένη» φωνή, προκειμένου να δώσει ερμηνείες αναφοράς σε τραγούδια του Charles Trenet, των Rodgers/ Hammerstein, του Bill Evans (“Waltz for Debby”), του Harold Arlen, των Gershwins κ.ά. Και είναι ακριβώς η άνεση εκείνου που γνωρίζει, η τέχνη και κυρίως το βίωμα του γηραιού ερμηνευτή που προκαλεί είτε το αμέριστο swinging (“I wish you love”), είτε την οικοδόμηση μιας χαλαρής, νοσταλγικής ατμόσφαιρας «άλλης εποχής» (“I’ve grown accustomed to her face”).
Το “For Joe” [74127-2] του κιθαρίστα Frank Potenza είναι ένα παράξενο tribute CD – tribute στον Joe Pass (1929-1994), για να το πω από την αρχή. Το παράξενο έγκειται στο γεγονός πως ο Potenza αποτίνει φόρο τιμής στο είδωλό του, έχοντας κατά νου το άλμπουμ “For Django” [Pacific]. Το άλμπουμ δηλαδή που είχε εκδώσει ο Joe Pass το 1964, για να τιμήσει κι εκείνος από τη μεριά του το δικό του είδωλο, τον κιθαρίστα Django Reinhardt. Μάλιστα, ο Potenza πράττει κάτι ακόμη πιο ιδιαίτερο. Διαλέγει να τον συνοδεύσουν στο συγκεκριμένο CD οι μουσικοί που συνόδευαν τον Pass στο “For Django” πριν 49 χρόνια(!) – δηλαδή ο κιθαρίστας John Pisano, ο μπασίστας Jim Hughart και ο ντράμερ Colin Bailey. Σχεδόν μισόν αιώνα αργότερα (το “For Joe” είναι ηχογραφημένο στην Chatsworth της California τον Σεπτέμβριο του 2012) οι τρεις αυτοί μουσικοί θα ξαναπαίξουν, στο εν λόγω tribute, τα “For Django”, “Fleur d'Ennui” και “Rosetta” (συνθέσεις των Joe Pass, Django Reinhardt και Earl Hines αντιστοίχως, που ακούγονταν και στο “For Django”), συνεργαζόμενοι με τον άνθρωπο που έχει πάρει τη σκυτάλη από τον τρανό κιθαριστή. Αν και μπορεί ν’ ακούγεται κάπως «βαριά» αυτή η κουβέντα για τον Frank Potenza, είναι όμως η αλήθεια πως δεν υπήρξε απλώς «προστατευόμενος» του Joe Pass (γνωρίζονταν από το 1974), αλλά κι ένας από τους κιθαριστές που «πάτησαν» πάνω στα διδάγματα, μεταφέροντας τις τεχνικές του στη νεότερη γενιά (ο Potenza είναι τακτικός καθηγητής του Studio/Jazz Guitar Program στο University of Southern California). Με την ταχύτητα και την καθαρότητα του ήχου να χαρακτηρίζει το παίξιμό του, με τις ξαφνικές ρυθμικές αλλαγές και τις bebop αρμονίες να υπενθυμίζουν το στυλ τού απόντος δασκάλου, ο Potenza έχει φτιάξει ένα απολαυστικό CD, γεμάτο από bop κομμάτια, στάνταρντ και μποσανόβες (είναι εντυπωσιακός στο “Voce” του Roberto Menescal), το οποίο, στιγμές-στιγμές, αγγίζει τα όρια του συναρπαστικού. Top track το “Beautiful love” του Victor Young, που ολοκληρώνει την ακρόαση μέσα σ’ ένα κλίμα ανεπανάληπτης ρομάντζας.
Η επιστροφή στο παρελθόν καλώς κρατεί. Το λέω ακούγοντας το άλμπουμ “Plays Well with Others” [74126-2] του Mike Jones Trio, ένα απολύτως μουσικοφιλικό CD, ένας φόρος τιμής στο stride πιάνο και το αίσθημα της εποχής του swing. Ο Mike Jones είναι πιανίστας με περγαμηνές, με καλές σπουδές στο Berklee και με μιαν έφεση προς την πριν το bebop jazz, ο οποίος βρήκε δουλειά» (ας το πω έτσι) στα… πλωτά jazz festivals των S.S. Norway και Queen Elizabeth II και βασικά στα καζίνο και τα music halls του Las Vegas, όπου και έκανε «όνομα». Κάπου ’κει μάλιστα, στην Sin City, τον ανακάλυψαν και οι διασκεδαστές Penn & Teller –ο Jones σε ντούο με τον (και) μπασίστα Penn Jillette, άνοιγαν το σώου των Penn & Teller– δίνοντάς του την απαραίτητη ώθηση προκειμένου να βάλει κάτω τα ηχογραφικά του σχέδια. Και όντως. Το “Plays Well with Others” είναι ένα άψογο «διασκεδαστικό» άλμπουμ (συμμετέχουν ακόμη οι Mike Gurrola μπάσο και Jeff Hamilton ντραμς), μέσα από το οποίο δεν αποκαλύπτεται απλώς η πιανιστική ικανότητα του Jones, αλλά κυρίως ο τρόπος που διαμορφώνει το πρόγραμμά του· ένα πρόγραμμα υψηλής κλάσης, εντελώς προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις της σάλας (των αιθουσών του Las Vegas ή των σαλονιών των σπιτιών μας). Απολαυστικός σε όλα τα κομμάτια που επιλέγει να παρουσιάσει, αλλά στα “Besame mucho” και “Corcovado” ξεφεύγει… Και κάτι ακόμη. Το σκίτσο του εξωφύλλου είναι εικονογραφημένο από τον David Silverman, τον σχεδιαστή των The Simpsons. Φαίνεται ε;
Μακρυά και κοντά, ταυτοχρόνως, με την λογική που διέπει το προηγούμενο CD, o κλαρινετίστας και τενόρο σαξοφωνίστας Ken Peplowski προτείνει ακόμη ένα άλμπουμ πλημμυρισμένο στα στάνταρντ, ενορχηστρωμένα με ξεχωριστή φροντίδα για μικρό σχήμα (πέραν του leader, ακούμε τους Ted Rosenthal πιάνο, Martin Wind μπάσο και Matt Wilson ντραμς). Το «κοντά» είναι ευνόητο. Παλαιό ή και… παλαιότερο ρεπερτόριο (jazz και pop) επανέρχεται στο προσκήνιο, μέσω ενός τρόπου (και τούτο είναι το «μακρυά», που δεν είναι ευνόητο) χαμηλόφωνου, «ζεστού» και αρκούντως περφεξιονιστικού. Με τα περισσότερα από τα κομμάτια να έχουν μέση διάρκεια, άρα δυνητικώς να μπορούν να φιλοξενήσουν συγκροτημένα soli, με τους αυτοσχεδιασμούς στο κλαρινέτο βασικά (αλλά και στο τενόρο) να εξελίσσονται μ’ έναν μελετημένο τρόπο, ως συνέχεια κατά κάποιον τρόπο των μελωδικών θεμάτων, και με τους υπόλοιπους μουσικούς να συμπαραστέκονται στον ρυθμικό κατά βάση ρόλο τους με άψογο τρόπο, το “Maybe September” [74125-2] είναι ένα CD που ξεχωρίζει. Ο Peplowski είναι σπουδαίος παίκτης· κάτι που φαίνεται παντού και κυρίως στον τρόπο που χειρίζεται (στο κλαρινέτο) την υπέροχη μελωδία τού “Without her” του Nilsson. Αυτό αρκεί.
Υπάρχουν πολλά σημαντικά τζαζ άλμπουμ με πρωταγωνιστή το φλάουτο – άλμπουμ των Eric Dolphy, Roland Kirk, Herbie Mann, Hubert Laws, Jerome Richardson κ.ά. Δεν ξέρω όμως σημαντικό τζαζ άλμπουμ –ναι σημαντικό τζαζ άλμπουμ– στο οποίο να πρωταγωνιστούν μόνο φλάουτα! Και μάλιστα σχεδόν 20(!), συν, μόλις, το απαραίτητο ρυθμικό τμήμα (πιάνο, μπάσο, ντραμς). Αυτό συμβαίνει στο πρόσφατο “Game Changer” [74124-2] των The Ali Ryerson Jazz Flute Big Band. Με 16 «δικούς του» φλαουτίστες, που χειρίζονται όλων των ειδών τα φλάουτα, συν τρεις διακεκριμένους guests (Holly Hofmann, Hubert Laws, Nestor Torres) και βεβαίως με κλασικό στάνταρντ ρεπερτόριο, ώστε να είναι εφιτκή κάθε δυνατή σύγκριση (και περαιτέρω κάθε κριτική), ο Ali Ryerson (φλαουτίστας ο ίδιος χειρίζεται C και άλτο φλάουτο) βουτάει στα βαθιά τη βοηθεία των ενορχηστρωτών του. Γιατί, εκεί παίζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση το παν. Στο πώς θα συμπράξουν, θα «συμπέσουν» ή μη, τα πάσης φύσεως φλάουτα, προκειμένου ο ηχητικός όγκος να είναι σαφής και διαυγής· καθότι υπάρχουν «φλαουτικές» ομάδες που αναλαμβάνουν το μελωδικό κομμάτι, άλλες το σολιστικό και άλλες ακόμη και το ρυθμικό (σε ρόλο μπάσου ενίοτε). Πολλοί, λοιπόν, οι ενορχηστρωτές και σημαντικός ο ρόλος τους. Ας ξεκινήσω από τον Billy Kerr (φλαουτίστας ο ίδιος) και να συνεχίσω με τους Mike Wofford και Bill Cunliffe, τους Steve Rudolph και Mark Levine και τέλος τον Mike Abene (από την WDR Radio Big Band). Όλοι αυτοί συνεργάζονται προκειμένου το τελικό αποτέλεσμα να είναι εκείνο που πρέπει. Βεβαίως κάποιος θα ρωτήσει: «Ποιο είναι “εκείνο που πρέπει”; Έχει ξαναϋπάρξει τζαζ για τόσο πολλά φλάουτα; Έχουμε κάποιο προηγούμενο;». Τι να πω; Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάτι αυτή τη στιγμή. Εκείνο που ξέρω είναι πως ακούγοντας την “Pavane” του Gabriel Fauré, ένα από τα αγαπημένα μου κλασικά κομμάτια, μένω ενεός μπροστά στο κατόρθωμα να τιθασευτεί τούτη η θεσπέσια μελωδία, προκειμένου ένα αποδοθεί από ένα σύνολο οργάνων τής ιδίας «οικογένειας».
Όσοι έχουν ακούσει έστω και ελάχιστα κομμάτια των Steely Dan, για να μην πω έστω και ένα, θα έχουν σίγουρα αντιληφθεί πως το συγκρότημα των Walter Becker και Donald Fagen διατηρούσε τις… καλύτερες σχέσεις με την jazz. Και δεν είναι μόνον οι sessions τζαζίστες που έπαιρναν μέρος στις ηχογραφήσεις τους (Jerome Richardson, Victor Feldman, Ernie Watts, Plas Johnson, Phil Woods, Lee Ritenour, Wayne Shorter, Tom Scott, Pete Christlieb, Steve Gadd και πολλοί άλλοι), ήταν ακόμη και οι παραγωγές τους (π.χ. το “Apogee” των Pete Christlieb/ Warne Marsh Quintet το 1978) που απεδείκνυαν, πάντα, τον σχετικό ενθουσιασμό. Τι πιο φυσικό λοιπόν για ένα τζαζ συγκρότημα –οι Mark Masters Ensemble εν προκειμένω του bandleader και ενορχηστρωτή Mark Masters–, να δώσει τη δική του εκδοχή πάνω στις συνθέσεις του ιστορικού γκρουπ (υπάρχουν ακόμη;), διασκευάζοντας για μεγάλη ορχήστρα μερικά από τα πιο γνωστά κομμάτια τους. Αν και το Mark Masters Ensemble είναι ένα 12μελές σχήμα, αποτελούμενο από πρώτης κλάσης μουσικούς όπως τον βαρυτονίστα Gary Smulyan, στην πράξη επεκτείνεται αυτό, αφού οι guests (και τι guests!) δίνουν στο “Everything You Did” [74123-2] άλλη… εξώκοσμη βαρύτητα. Συγκρατείστε ονόματα: Oliver Lake, Sonny Simmons, Gary Foster, Billy Harper, Tim Hagans, Peter Erskine… και δεν τα γράφω όλα. Μ’ ένα τέτοιο σχήμα είναι κατανοητό γιατί το πράγμα μπορεί να ξεφύγει… Και όντως. Έχοντας στα χέρια τους ένα ασύγκριτο ρεπερτόριο, ήτοι μερικές από τις ωραιότερες συνθέσεις των Steely Dan –“Do it again”, “Kings”, “Fire in the hole” (από το “Can’t Buy a Thrill” του 1972), “Bodhisattva”, “Show biz kids” (από το “Countdown to Ecstasy” του 1973), “Charlie freak” (από το “Pretzel Logic” του 1974), “Chain lightning” (από το “Katy Lied” του 1975), “Black cow”, “Aja”, “Josie” (από το “Aja” του 1977)– οι Mark Masters Ensemble αντιμετωπίζουν με αγάπη, γνώση και ενθουσιασμό το υλικό τους, μετατρέποντάς το σε απαράμιλλο jazz songbook, δίχως ποτέ να ξεφεύγουν προς την μεγαλοστομία ή την εκζήτηση. Τι να πει κανείς για το… down tempo τού “Do it again” (έξοχη διασκευή, που δίνει μία άλλη, κρυμμένη, διάσταση του θρυλικού κομματιού), ή για το “Black cow” (ως μόνο τραγούδι του CD, με τη φωνή της Anna Mjöll και τα vibes του Brad Dutz να προσφέρουν μία noir «γλύκα» – ερμηνεία εντελώς διαφορετική από ’κείνη του Donald Fagen); Τίποτα απολύτως. Τα λόγια είναι περιττά. Τo “Everything You Did” είναι ένα tribute άλμπουμ με ουσιαστικό λόγον ύπαρξης.
Διαβάζω τα ονόματα των μουσικών που συμμετέχουν στο άλμπουμ “Just Play!” [74122-2] του κοντραμπασίστα Tom Kennedy… και μένω. Dave Weckl ντραμς, Renee Rosnes πιάνο, George Garzone τενόρο σαξόφωνο, Mike Stern κιθάρες, Tim Hagans τρομπέτα, Lee Ritenour κιθάρες, John Allred τρομπόνι, Steve Wirts τενόρο σαξόφωνο. Πολλοί εξ αυτών «ονόματα» (και για τους έλληνες ακροατές), προσφέρουν το κάτι παραπάνω στην ηχογράφηση του “Just Play!” αναδεικνύοντάς το προς όλες τις δυνατές διαστάσεις. Κατ’ αρχάς έχουμε να κάνουμε μ’ ένα πλήρως απολαυστικό CD, κάτι πολύ σημαντικό από μόνο του. “Just Play!” (το μαρτυρά και ο τίτλος του εξάλλου), ήτοι συναρπαστικά παιξίματα απ’ όλους ανεξαιρέτως τους μουσικούς, με πρώτον τον ίδιον τον Kennedy, που σε κάθε track δεν παραλείπει να δώσει ένα μικρό ή μεγαλύτερο σόλο. Έπειτα, ένα υπεράνω υποψίας ρεπερτόριο (συνθέσεις των Sonny Rollins, Bobby Timmons, Freddie Hubbard, Duke Ellington, Cedar Walton κ.ά.), που εξασφαλίζει όχι μόνο το άμεσον του πράγματος, αλλά και την δυνατότητα ν’ ακουστούν πολύ-αγαπημένες συνθέσεις (με πρώτη όλων το “Moanin’”) από σημερινούς οργανοπαίκτες, μ’ έναν τρόπο που εκμηδενίζει τα χρονικά χάντικαπ. Ακούγοντας φερ’ ειπείν το σόλο του Kennedy στο “Bolivia” του Cedar Walton, αλλά και την επικοινωνία του με τον Weckl δεν μπορεί παρά να μείνει άφωνος από το εξωφρενικό groove, που παράγουν ένα ή δύο μόνον (ρυθμικά) όργανα. Όπως εύστοχα παρατηρεί και το αφεντικό της Capri Records, ο Thomas Burns, μιλώντας για τον τρόπο του Kennedy: «Πρώτη φορά δούλεψα με τον Kennedy στο ‘In Search of…’ του Ken Peplowski. Έμεινα έκπληκτος με το παίξιμο και την ικανότητά του να επικοινωνεί αμέσως με όλους τους υπολοίπους παίκτες της παρέας. Οι περισσότεροι μπασίστες που έχω ακούσει συνήθως μιμούνται το στυλ κάποιου άλλου. Ενώ όμως ο Tom είναι βαθύτατα επηρεασμένος από τον Ray Brown και τον Paul Chambers, τα σόλι του μοιάζουν μ’ εκείνα ενός horn player». Ηχογραφημένο τον Σεπτέμβριο του ’12 στην Νέα Υόρκη το “Just Play!” είναι ένα εξόχως αντάξιο των ονομάτων του άλμπουμ.
Το όνομα του πιανίστα Mike Wofford μπορεί να μην είναι και τόσο οικείο, είναι όμως από ’κείνα που έχουν γράψει τη δική τους «λεπτή» ιστορία στο χώρο της jazz και της ευρείας pop. Αρκεί να πω πως ο Wofford συνεργάζεται από τα sixties ήδη με τους Chet Baker, Art Pepper και Shelly Manne μεταξύ άλλων, και ακόμη (στην πορεία) με τους Quincy Jones, Oliver Nelson, Joan Baez, Harry Nilsson και John Lennon. Επίσης, έγινε ξακουστός ως πιανίστας και ενορχηστρωτής των γκρουπ που συνόδευαν δύο από τις πιο διάσημες φωνές στην ιστορία τoυ jazz singing, την Sarah Vaughan στα 70s και την Ella Fitzgerlad στα 90s. Με καριέρα που ξεπερνά την 50ετία, ο 75χρονος σήμερα πιανίστας έχει έτοιμο προσωπικό σόλο-πιάνο CD (ένα από τα λίγα, σχετικώς, στην δισκογραφία του), μέσω του οποίου προβάλλει και το συνθετικό έργο του, αλλά και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει τα στάνταρντ. Το “It’s Personal” [74121-2] ανοίγει με το “Little Melonae” του Jackie McLean, για να περάσει από το “The eighth veil” των Ellington/Strayhorn (μετατρέποντάς το από ένα χορευτικό, με στοιχεία latin, track, σε μια έξοχη ρομαντική μπαλάντα), φθάνοντας σταδιακώς στο “Nica’s tempo” του Gigi Gryce και στο “Once in a lifetime” – στο οποίον εκπλήσσει με το εμπνευσμένο medley των “Once in a lifetime” των Newley/Bricusse και… “Once in a lifetime” των Talking Heads! Ενδιαμέσως, τέσσερις συνθέσεις του Wofford καταδεικνύουν τη δεινότητα τού παίκτη όχι μόνο στην δημιουργία «χαλαρών» στιγμών (“It’s personal), μα και εντόνων αφηγηματικών πιανιστικών ατμοσφαιρών (“Cole Porter”), που λειτουργούν, βασικά, ως το επιστέγασμα μιας πολυκύμαντης καριέρας.
Ο Chip Stephens είναι ένας πιανίστας με περγαμηνές, αφού έχει υπάρξει μέλος των big bands των Woody Herman και Maynard Ferguson, έχοντας συνεργαστεί με τους Clark Terry, Benny Golson, Kenny Burrell, Charlie Haden και διαφόρους άλλους. Το “Relevancy” [74120-2] είναι το πιο πρόσφατο piano-trio άλμπουμ του (Dennis Carroll μπάσο, Joel Spencer ντραμς), ένα 66λεπτο CD, δια του οποίου ο Stephens περιγράφει (ή ανακαλεί), μέσω δικών του συνθέσεων ή μέσω versions, συγκεκριμένες ψυχικές καταστάσεις. Το 2008 ο Stephens (μαζί με τα δύο παιδιά του) είχε ένα σοβαρότατο αυτοκινητικό ατύχημα, γλιτώνοντας στο τσακ τη ζωή του. Η «σχετικότητα» αυτό ακριβώς ανακαλεί. Το πώς δηλαδή μπορεί να αλλάζει η καθημερινότητα από τη μια στιγμή στην άλλη και πως εν τέλει θα πρέπει να πιστεύεις στα «θαύματα», όταν κατορθώνεις να επιβιώσεις από ένα πολυήμερο κώμα, αποφεύγοντας στην πορεία ακόμη και την αναπηρία. Η πίστη με άλλα λόγια στην καλή πλευρά της… σχετικότητας (και βασικά στην αγάπη) είναι ό,τι βγαίνει πάνω από τις συνθέσεις του πιανίστα – όπως, για παράδειγμα, στα αποκαλυπτικά “Somewhere before the end” και “A day in May”, δύο κομμάτια που μπορεί να επαναφέρουν στο τώρα οδυνηρές (για τον Stephens) εμπειρίες, μετεξελίσσονται όμως στη διαδρομή σε ύμνους για τη ζωή.
Επαφή: www.caprirecords.com