Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

ΣΑΚΗΣ ΜΠΟΥΛΑΣ αναμνήσεις, συνειρμοί

Όσοι από εμάς (λίγοι, κάπως περισσότεροι… δεν ξέρω) μάθαμε να λογαριάζουμε τα σύγχρονα τηλεοπτικά σίριαλ ως σκέτο «χάσιμο χρόνου» (για να μην πω τίποτα χειρότερο και με κόψουνε…) γνωρίζουμε τον Σάκη Μπουλά μόνον ως τραγουδιστή. Ο Μπουλάς είχε φωνάρα, η οποία σε συνδυασμό με την υποκριτική άνεση που διέθετε –ό,τι έχω ψυλλιαστεί προέρχεται, βασικά, από την ταινία τού Σταύρου Τσιώλη «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες!»– θα μπορούσε να τον αναδείξει (η φωνάρα του) σε κορυφαίο ερμηνευτή τού πιο καινούριου ελληνικού τραγουδιού. Βεβαίως, το… πιο καινούριο ελληνικό τραγούδι λίγες φορές θα κατόρθωνε να δημιουργήσει έργο για τη φωνή του αείμνηστου πια ερμηνευτή, αφήνοντας έτσι, και κατ’ ουσίαν, ανεκμετάλλευτο ένα πολύ σημαντικό ταλέντο. Φαίνεται, μάλιστα, πως… πλήρη γνώση της κατάστασης είχε και ο ίδιος ο Σάκης Μπουλάς, ο οποίος κάπου μεταξύ σοβαρού και αστείου (εγώ λέω μεταξύ… σοβαρού και σοβαρού) είχε πει στην Μουσική το 1986, με αφορμή το τότε άλμπουμ του «ΜΠΟΥΛΑΣ Ελλάς»: «(…) Μετά, το άλλο βασικό στοιχείο είναι ότι εγώ είμαι τραγουδιστής και μάλιστα πολύ έμπειρος, δεν προσποιούμαι τον τραγουδιστή, ούτε είμαι ο μίμος που κάνει το τραίνο και τον Lone Ranger (σ.σ. ραδιοφωνικός ήρωας στην Αμερική, με θητεία στην τηλεόραση, τον κινηματογράφο και τα κόμιξ, κάπως σαν το Ζορό)». Τελικώς, ελάχιστα σοβαρά δείγματα της ερμηνευτικής ποιότητας του Σάκη Μπουλά καταγράφηκαν στην δισκογραφία και βασικά αναφέρομαι στις seventies συνεργασίες του με τον Διονύση Σαββόπουλο («Αχαρνής»), τον Μιχάλη Γρηγορίου («Ανεπίδοτα Γράμματα») και βεβαίως τον Θάνο Μικρούτσικο – καθότι πολλά από τα υπόλοιπα… απενοχοποιητικά τραγούδια των 80s και πέραν αυτών (δεν λέω «όλα», επειδή δεν τα γνωρίζω όλα…), δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική (ακόμη κι αν η σάτιρα ήταν ο βασικός τους στόχος). Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά, κατ’ εμέ, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 τα τραγούδια του Σάκη Μπουλά (και ορισμένων άλλων) αποτελούσαν μια πιο λαϊκή έκφραση του… ΚΛΙΚαδόρικου life style. Ήτοι, ένα τραγούδι αριστερών καταβολών, αλλά απενοχοποιημένο όπως έγραψα και πιο πάνω (και είναι αυτή η πιο σωστή λέξη), που έφερνε τους… τριανταβάλε της εποχής (διάβαζε «γενιά του Πολυτεχνείου») κατάματα με τη «χαμένη εφηβεία» τους. «Μανάρια», «μανάκια» και… άλλε τινέ γκομενέ, μουσικώς επενδυμένα σ’ ένα ύφος ροκ χαβαλέ. Άλλο, όμως, να βρίσκεται κανείς στα 17 του και άλλο στα διπλάσια…
Το καλοκαίρι του 1981 –επειδή το έψαξα χθες ήταν… Σάββατο 4 Ιουλίου 1981– είχα δει τον Σάκη Μπουλά live, για πρώτη και τελευταία φορά, σε μια… θεόρατη συναυλία στο Γήπεδο της Παναχαϊκής στην Πάτρα, μια συναυλία την οποίαν διαφέντευαν τρεις σημαντικοί συνθέτες της εποχής: οι Μάνος Λοΐζος, Χρήστος Λεοντής και Θάνος Μικρούτσικος. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία του μεταπολιτευτικού τραγουδιού όπου τρία τέτοιου δυναμικού και… αναγνωρισιμότητας ονόματα, με περίπου ίδιες, εκείνη την εποχή, πολιτικές αναφορές (που γυρόφερναν το ΚΚΕ, χωρίς να λέω πως ήταν και οι τρεις μέλη του) ένωναν τις δυνάμεις τους σε μια κοινή συναυλία, στην οποίαν θα τραγουδούσαν οι πάντες (Χάρις Αλεξίου, Μανώλης Μητσιάς, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Γιώργος Μεράντζας, Γιάννης Θωμόπουλος, Ισιδώρα Σιδέρη, Σάκης Μπουλάς, Αιμιλία Σαρρή, Δημήτρης  Κατοίκος, Γιώργος Μπαγιώκης, Σοφία Βόσσου – η σειρά των ονομάτων από τον ψηφιακό Ριζοσπάστη εκείνων των ημερών). Τραγουδιστές και τραγουδίστριες εν ολίγοις που συνεργάζονταν στην δισκογραφία με τους τρεις συνθέτες και οι οποίοι θα υποστήριζαν ένα υλικό λίγο-πολύ γνωστό, αφού πολλά από τα τραγούδια του προγράμματος είχαν κυκλοφορήσει ήδη σε δίσκους («Τα Τραγούδια της Χαρούλας», «Για Μια Μέρα Ζωής», «Καπνισμένο Τσουκάλι», «Μαντζουράνα στο Κατώφλι», «Σταυρός του Νότου» κ.λπ.). Μπορεί να έχουν περάσει 33 χρόνια από τότε, αλλά ακόμη έχω στη μνήμη μου την ιδιαίτερη αίσθηση που μου είχε προξενήσει ένα (ανέκδοτο) τραγούδι με τον Σάκη Μπουλά, στο οποίον ακούγονταν κάτι… ασυνάρτητα (έφυγα από τη συναυλία, και παρότι είχα ακούσει μία μόλις φορά το εν λόγω άσμα θυμόμουν καθαρά το ρεφρέν του).
Έτσι, όταν ήρθε ο καιρός (ήταν πια φθινόπωρο του ’81, ήτοι μέρες… Αλλαγής) ν’ αγοράσω την… κασέτα «Συναυλίες ’81» (με τις συμμετοχές μόνον των Λεοντή και Μικρούτσικου, αφού τα κομμάτια του Λοΐζου, για γραφειοκρατικούς-εταιρικούς λόγους μάλλον, δεν είχαν αποτυπωθεί) το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να «ψάξω» τα δύο τραγούδια με τον Σάκη Μπουλά, για να δω μήπως και κάποιο απ’ αυτά ήταν το κομμάτι της συναυλίας. Και όντως δηλαδή, αφού το τραγούδι που με είχε περισσότερο εντυπωσιάσει ήταν το «Μπαλάντα Βιγιόν» σε ποίηση François Villon, μετάφραση Σπύρου Σκιαδαρέση και μουσική Θάνου Μικρούτσικου. Μάλιστα σ’ εκείνον το δίσκο ο Μπουλάς είχε ένα ακόμη ωραίο τραγούδι του Μικρούτσικου (στα… απόνερα πια της Μεταπολίτευσης κι αυτό), την «Μπαλάντα του έμπορα» σε ποίηση Bertolt Brecht και μετάφραση Μάριου Πλωρίτη.
Οι συντελεστές του άλμπουμ. Ο Σάκης Μπουλάς (όρθιος) τρίτος από δεξιά. Η φωτογραφία προέρχεται από την Μουσική, τεύχος 47, Οκτώβρης '81.
Γενικώς, ο δίσκος (που ήταν ηχογραφημένος σε στούντιο – δεν ήταν η αποτύπωση του live δηλαδή) είχε ενδιαφέρον, κυρίως όσον αφορά στα ανέκδοτα tracks. Και αναφέρομαι στον «Πανικό» και το «Ασανσέρ» (Θάνος Μικρούτσικος - Μιχάλης Γκανάς) με την Μαρία Δημητριάδη (αμφότερα στο ροκ ύφος του «Εμπάργκο», που θα ακολουθούσε), στο «Βραδυνό όνειρο στη Νέα Υόρκη» (κι αυτό του Μικρούτσικου) ένα νεορομαντικό ορχηστρικό, όχι ακριβώς jazz, με πιάνο και σύνθια (πολύ ωραίο), αλλά και στον «Οδηγητή» του Χρήστου Λεοντή (ποίηση Κώστας Βάρναλης), τον ανεπίσημο (ας τον πω έτσι) ύμνο της ΚΝΕ, έναν εμπνευσμένο παιάνα με chorus vocals στο ύφος των canti rivoluzionari italiani (λογικώς στη χορωδία συμμετέχει και ο Σάκης Μπουλάς – τον ακούω...) που δεν μπόρεσε να περάσει στα πλατύτερα στρώματα· καθότι η «Αλλαγή» έμπαινε φουριόζα, μεταλλάσσοντας σιγά-σιγά και την… επαναστατική μουσική επένδυση.
Ρίξτε «Οδηγητή» ρε κοθώνια· για το ποίημα και το τραγούδι, όχι για την ΚΝΕ… Δε δίνω λέξες παρηγόρια,/ δίνω μαχαίρι σ’ ολουνούς·/ καθώς το μπήγω μες το χώμα/ γίνεται φως, γίνεται νους

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

νέες τζαζ δυνάμεις με… παρελθόν

Νέα CD, νέα συγκροτήματα, νέα ονόματα, που έχουν όμως πίσω τους παρελθόν και ιστορία…
THE PUPPETEERS: The Puppeteers [Puppet’s Records, 2014]
Μπάντα περιστασιακή; Πιθανώς. Μπάντα σούπερ; Σίγουρα. Τέσσερις μουσικάρες με παράδοση στο χώρο, ο Arturo O'Farrill πιάνο, ο Bill Ware βιμπράφωνο, ο Alex Blake μπάσο και ο Jaime Affoumado ντραμς, αποτυπώνονται εδώ, ηχογραφημένοι σ’ ένα στούντιο του Brooklyn, για λογαριασμό μιας καινούριας εταιρείας που ακούει στην ονομασία Puppets Records. Η εταιρεία είναι, βασικά, η προβολή στην δισκογραφία ενός club, του Puppets Jazz Bar, που ξεκίνησε κάπου στο Brooklyn, το 2005, από τον Jaime Affoumado και κάποιον John Baker, και που έχει εξελιχθεί με τα χρόνια σ’ έναν μικρό ναό της νεοϋορκέζικης jazz, όταν μετακόμισε στην 5η Λεωφόρο. Οι Puppeteers, οι τέσσερις βετεράνοι μουσικοί που αναφέρθηκαν, εμφανίζονται σ’ αυτό το CD (που αποτελεί και την παρθενική κυκλοφορία της Puppets Records) με… υπερηχητικές ταχύτητες, ανεπανάληπτα φουριόζοι, προβάλλοντας ένα set σαν εκείνο που, προφανώς, θα παρουσιάζουν στο club, τις πιο βαρβάτες ώρες. Δεν μιλάμε απλώς για κάποιο είδος χορευτικής jazz (εξάλλου η jazz χορεύεται ό,τι κι αν είναι…), αλλά για μια πανικόβλητη κατάσταση που επιβάλλεται από το tempo furioso που δίνουν σχεδόν σε όλες τις συνθέσεις τους οι Puppetters. Ο Bill Ware (από τους Jazz Passengers και τους Groove Collective), ο Alex Blake (που έχει παίξει με τους πάντες, από τον Randy Weston και τον Stan Getz, μέχρι τον Sun Ra και τον Pharoah Sanders), ο Arturo O'Farrill (γιός του Chico O'Farrill και συνεργάτης της Carla Bley και του Wynton Marsalis μεταξύ δεκάδων άλλων), καθώς και ο Jaime Affoumado (που κι αυτός πρόλαβε να παίξει με τον Jaco Pastorius) κάνουν εδώ την διαφορά, όχι μόνον ως απίστευτοι δεξιοτέχνες (που είναι), μα και ως διακεκριμένοι συνθέτες. Με τα οκτώ από τα εννέα tracks του CD να είναι πρωτότυπα (και δικά τους), οι Puppeteers δεν χαμπαριάζουν τίποτα. Το hard bop και η soul jazz (όπως και να τα πούμε το ίδιο είναι) σε συνδυασμό με το latin funk είναι κάτι που δεν έχει ταίρι στο κλαμπίστικο, «ζωντανό» σκηνικό. Οι τέσσερις «μάστορες» το ξέρουν, το έχουν μελετήσει το πράγμα από καιρό κι έχουν βγάλει τα συμπεράσματά τους. Και αυτά ακριβώς τα «συμπεράσματα» είναι που κομίζουν στο στούντιο, προτείνοντας αυτό το φλογερό δισκάκι.
LAUREN KINHAN: Circle in a Square [Dotted i, 2014]
Πριν λίγο καιρό (21/10/2013) είχα γράψει, εδώ στο δισκορυχείον, για τους New York Voices, ένα πολύ καλό φωνητικό κουαρτέτο με 25ετή ιστορία, μέλος των οποίων είναι και η τραγουδίστρια Lauren Kinhan. Αν η Kinhan εντός του κουαρτέτου είναι απλώς μια ερμηνεύτρια, στις προσωπικές δουλειές της εμφανίζεται και ως τραγουδοποιός, γράφοντας η ίδια μουσικές και στίχους, αποδίδοντας με τρόπο ξεχωριστό τα δικά της κομμάτια. Τρία προσωπικά CD έχει ηχογραφήσει έως ώρας η Kinhan, με το τρίτο απ’ αυτά, το “Circle in a Square” να κυκλοφορεί από τις 7 Ιανουαρίου. Πρόκειται για μία εξαιρετική παραγωγή (τονίζω το «παραγωγή»), με πολύ ωραίο, «ζεστό» και άψογα τοποθετημένο ήχο, την οποίαν έχει επιμεληθεί ο Elliott Scheiner (ο άνθρωπος αυτός έχει στην καριέρα του 24 Grammy υποψηφιότητες για τις παραγωγές του, ενώ έχει κατακτήσει το βραβείο 7 φορές!). Το πόσο «μαέστρος» είναι φαίνεται, δηλαδή ακούγεται, δια γυμνού… ωτός· με την αξία του να κάνει μπαμ στις μίξεις φωνών και οργάνων (στα φοβερά scat της Kinhan, σε κομμάτια όπως τα “Chasing the sun” και “Bear walk”). Σε γενικές γραμμές η τραγουδοποιία της Kinhan κινείται στα στάνταρντ (γιατί όχι και στα υψηλά) επίπεδα του νέου αμερικανικού jazz άσματος, με τους πρώτης κλάσεως παίκτες (Andy Ezrin πιάνο, Ben Wittman ντραμς, David Finck μπάσο, Will Lee μπάσο) και τους guests (Randy Brecker τρομπέτα, Chuck Loeb κιθάρα, Donny McCaslin τενόρο, Peter Eldridge πιάνο, Gary Versace ακορντεόν κ.ά.) να προσφέρουν εντυπωσιακές, συχνά, συνοδείες. Γενικώς, στην παραγωγή έχουν επενδυθεί χρήματα, κάτι που φαίνεται στον ήχο πρωτίστως, μα ακόμη και στην έκδοση με το ωραίο, κάπως old-fashioned, gatefold art cover, το multi-folded ένθετο κ.λπ. Τίποτα, όμως, δεν θα είχε νόημα, χωρίς την σημαντικότητα της πρώτης ύλης. Και αν η Kinhan είναι σπουδαία τραγουδίστρια, κάτι το οποίον «βγαίνει» από παντού (με κομμάτια όπως το “The deep within” και το “Chaussures complex” να… ξεφεύγουν), αποδεικνύεται, ταυτοχρόνως, πως είναι και εξ ίσου σπουδαία τραγουδοποιός, μπολιάζοντας τα κομμάτια της με ποικίλα ηχοχρώματα, που αντανακλούν την αγάπη της τόσο για το τραγούδι της μεγάλης σκηνής (θεατρικό, musical, ή άλλο), όσο και για εκείνο του… δρόμου (τα πιο «συμπαγή» ακούσματα των μικρών τζαζ κλαμπ). Με φωνή mezzo, που ανεβαίνει όμως και σε υψηλότερες περιοχές, απολύτως «γυμνασμένη», άλλοτε με τον εσωτερικό παλμό μιας «προσανατολισμένης» performer και άλλοτε με το μπρίο μεγάλης αρτίστας, η Lauren Kinhan είναι ένα όνομα που διαπρέπει και θα συνεχίσει να διαπρέπει στο ευρύ jazz circuit.
Επαφή: www.laurenkinhan.com
LENA BLOCH: Feathery [Thirteenth Note, 2013]
Πολύ ιδιαίτερος ο ήχος της Ρωσίδας, αλλά εγκατεστημένης εδώ και χρόνια στην Αμερική, Lena Bloch. Ακόμη και αν δεν διαβάσεις το βιογραφικό της, ακόμη και αν δεν κοιτάξεις το track list, είναι εύκολο να ανακαλέσεις τους δασκάλους της, τον Lee Konitz (όντως), τον Warne Marsh και τον Lennie Tristano. Αργές ταχύτητες (στο τενόρο σαξόφωνο), εναλλαγές ρυθμών, μελωδίες με δομικό ρόλο στην αφήγηση (όπερ σημαίνει πως εμφανίζονται ή «εξαφανίζονται» αναλόγως με την πορεία των κομματιών), συνθέσεις και κυρίως αυτοσχεδιασμοί που κινούνται μέσα σ’ ένα απέριττο cool περιβάλλον – μια τελετουργική κατάσταση εν ολίγοις, ή, αν θέλετε, ένας τύπος jazz, που δεν ακούγεται πλέον συχνά. Δεν είναι μόνη της, φυσικά, στο “Feathery” η Lena Bloch, αφού δίπλα της στέκονται οι Dave Miller κιθάρα, Cameron Brown μπάσο (από Don Pullen-George Adams Quartet, Joe Lovano κ.ά.) και Billy Mintz ντραμς (συνεργάτης του Brown από χρόνια). Και τούτο το λέω όχι απλώς για να το πω, αλλά για να εξάρω τη συμμετοχή των υπολοίπων μουσικών, που έχουν πολλάκις ισότιμο ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα· ιδίως ο κιθαρίστας Mintz, που συμβάλλει στους «συντονισμένους» διαλόγους, όταν το κουαρτέτο κινείται σε free form περιοχές. Είναι, δηλαδή, η coolness της free jazz που πρώτοι παρουσίασαν οι Tristano, Konitz και Marsh, και που είναι τόσο διακριτή καθ’ όλη τη διάρκεια του “Feathery”. Με ρεπερτόριο ποικίλο αποτελούμενο από στάνταρντ (“Starry-eyed” του Gene de Paul), συνθέσεις του Miller (“Rubato”), του Brown (“Baby suite”), μία του δασκάλου Warne Marsh (“Marshmallow”), μία του σαξοφωνίστα Ted Brown (“Featherbed”), που ανήκε και αυτός στην ίδια καλλιτεχνική παρέα με τους Tristano, Marsh και Konitz, αλλά και με τέσσερις συνθέσεις της ιδίας της Lena Bloch, το “Feathery” είναι ένα άλμπουμ, που ως ντεμπούτο (ναι, είναι τέτοιο!) εκπλήσσει με την πρωτοτυπία και την αμεσότητά του.
Η Bloch μπορεί, τώρα, να κάνει αισθητή την παρουσία της στην δισκογραφία, όμως δεν είναι «χθεσινή». Γεννημένη στη Μόσχα, μεταναστεύει στο Ισραήλ το 1989, αργότερα στην Ολλανδία και εν συνεχεία στην Γερμανία, εκεί όπου σπουδάζει στο περίφημο Cologne Conservatory. Είναι η εποχή που παίζει με τους Alvin Queen, Steve Reid, Embryo κ.ά., εμβαθύνοντας στην αραβική και την τουρκική κλασική μουσική. Συναντά τους Lee Konitz και Yusef Lateef και αργότερα την «παρέα» του Tristano, τον Ted Brown, την Connie Crothers και τον Joe Solomon, μπαίνοντας ακόμη βαθύτερα στο κλίμα της μουσικής που διαμόρφωσε ο μεγάλος δάσκαλος. Έφθασε, έτσι, στα 42-43 της για να κάνει το παρθενικό CD της. Δεν χρειάζεσαι πολλά για να καταλάβεις πως το “Feathery” θα μπορούσε να ήταν το τρίτο, το πέμπτο ή το δέκατό της…
Επαφή: www.lenabloch.com

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

EELIKS:EN επτάχρονος αγριεμένος

Δεν μπορώ να ξέρω τι είδους καπρίτσιο είναι αυτό (σίγουρα όχι παιδικό), το να ηχογραφεί ένα CD για… μεγάλους ένα επτάχρονο αγόρι. Γιατί επτά ετών ήταν πρόπερσι, το 2012, ο Φινλανδός Eeliks:En, ή Eelis Mikael Salminen, όταν έγραψε το Suutre Teiter [Fonal, 2012]. Τώρα θα μου πείτε… γιατί να ηχογράφησε (το 23λεπτο άλμπουμ του) για τους μεγάλους και όχι, ας πούμε, για τους φίλους του; Δεν ξέρω. Τι να σας πω...
Σίγουρα, το να σκαρώνει μουσική ένα παιδί δεν διαφέρει –δεν θα πρέπει να διαφέρει– από την συμμετοχή του σ’ ένα παιγνίδι, μα ακόμη και τότε δεν θα πρέπει να παρασυρθούμε, ώστε να αναγνωρίσουμε στο δικό του καλώς εννοούμενο πριμιτίβ μία συνεπή καλλιτεχνική δημιουργία. Το παιδί δεν υποδύεται κανένα ρόλο, δεν υποκρίνεται κάτι άλλο πέραν του εαυτού του – και αυτό είναι το πλέον βασικό «μειονέκτημα» στην προσπάθειά του να δημιουργήσει «τέχνη». Γιατί εκείνο που ονομάζουμε «τέχνη» είναι, βασικά, η «τέχνη» των άλλων μέσα από τα δικά μας μάτια. Είναι η κοινωνική συνείδηση που κουβαλά κάθε μικρό ή μεγάλο έργο, που μπορεί να μας έχει, ακούσια ή εκούσια, επηρεάσει, και που μετατρέπεται σε κάτι προσωπικό, δίνοντας διέξοδο στις «αναφορές» μας. Κι ένα 7χρονο παιδί, με κοινωνική συνείδηση πλημμελή (ή, μάλλον, με την κοινωνική συνείδηση της ηλικίας του), το μόνο που μπορεί να παράξει είναι ένα εφήμερο παιγνίδι. Έργα μεγαλίστικα από παιδιά δεν έχουν νόημα, απεναντίας έργα… μικρούτσικα για παιδιά από μεγάλους έχουν και παραέχουν (όταν… και άμα…).
Όσο κι αν έχω, λοιπόν, την καλή διάθεση ν’ ακούσω τι ήχους έφτιαξε ένας μικρός με το iPhone τού μπαμπά του –ένας μικρός που, όπως διαβάζω, ακούει Beatles, AC/DC, Beastie Boys, Robin (15χρονος επιτυχημένος φινλανδός τραγουδιστής), Kiss, Rolling Stones και Prodigy (σαν πολλά δεν μας τα λένε οι Φινλανδοί;)– προσωπικώς θα προτιμήσω τις εγγραφές του Bruce Haack, με τον ελληνοαμερικανό πιτσιρίκο Tony Spiridakis στο “The Way-Out Record for Children” (1968) ή και τις ανάλογες του Raymond Scott, που είναι και… παιδικο-ηλεκτρονικές και κρατούν το ενδιαφέρον μου άνευ πιέσεως.
Επαφή: www.fonal.com

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

δύο CD της Amirani Records

Ο Gianni Lenoci (γενν. το 1963) είναι ένας από τους πιο αξιοσέβαστους jazz/ avant πιανίστες της ιταλικής σκηνής. Έχει συνεργαστεί σε live και στην δισκογραφία με δεκάδες μουσικούς (Steve Lacy, Enrico Rava, Paul Lovens, John Tchicai, David Murray, Evan Parker…) ανάμεσά τους δε και με τους Σάκη Παπαδημητρίου-Γεωργία Συλλαίου (π.χ. στο άλμπουμ “Nosferatu A Monopoli”, που τυπώθηκε για την εταιρεία Anakrousis το 2005). Ένα από τα πιο πρόσφατα άλμπουμ τού Lenoci έχει τίτλο Morton Feldman: for Bunita Marcus (1985)” [Amirani Contemporary/ Teriyaki AMRN 035/ 02-C/ TRK 06] και δεν είναι άλλο από την απόπειρά του να ερμηνεύσει (ηχογράφηση από τον Απρίλιο του 2011 στην πόλη Monopoli) ένα από τα πιο διάσημα τελευταία έργα του διακεκριμένου αμερικανού συνθέτη της πρωτοπορίας Morton Feldman (1926-1987).
Το “For Bunita Marcus” είναι συντεθιμένο το 1985 και είναι αφιερωμένο στην Bunita Marcus (γενν. το 1952) συνθέτιδα, μαθήτρια και συνεργάτιδα του Feldman. Στο ένθετο του CD υπάρχουν δύο κείμενα, ένα της Marcus κι ένα του μουσικολόγου Marco Lenzi, που αναφέρονται στο έργο, την ιστορία και τα χαρακτηριστικά του. Η Marcus σημειώνει πως το έργο το άκουσε για πρώτη φορά ερμηνευμένο από την Aki Takahashi και πως αντιλήφθηκε από την αρχή, γιατί, για ποιο λόγο, το αφιέρωσε σ’ εκείνην ο Feldman· ταίριαζε, όπως η ίδια λέει, με την πιανιστική ιδιοσυγκρασία της. Επρόκειτο για μία εκτεταμένη στο χρόνο σύνθεση (η διάρκειά της ήταν γύρω στα 67 λεπτά), επίμονη στην ανάπτυξή της και απαιτητική στη σύλληψή της, που ανταποκρινόταν στις καλλιτεχνικές ανησυχίες της. Ο Lenzi, από τη μεριά του, σημειώνει πως το έργο χαρακτηρίζεται κυρίως από clusters τριών ή τεσσάρων νοτών παιγμένα σε αργό τέμπο, από αλληλουχίες πιο σύνθετων φορμών, που επαναλαμβάνονται σταθερά με minimal ρυθμικές εναλλαγές, και από αριστερά-δεξιά arpeggios σε εναλλαγή. Η ουσία είναι μία. Το “For Bunita Marcus” είναι επιβλητικό και σε καθηλώνει, χωρίς να διαθέτει κανένα από εκείνα τα στοιχεία που θα χαρακτηρίζονταν «εντυπωσιακά». Αυτή είναι η δύναμή του. Μία απλή στη βάση της, αλλά με εσωτερικό παλμό, σύνθεση, που μπορεί να κυριαρχεί επί του χρόνου, και βεβαίως μιας σταθερής ή περίπου σταθερής μετρονόμησης που συντελεί, και αυτή, προς ένα εκστατικό συνεχές. Ο Lenoci εξασκημένος προφανώς στα «δύσκολα» και αναμετρούμενος όχι μόνο με το πιανιστικό έργο, αλλά και με τον εαυτό του, ανταποκρίνεται στo μυστικιστικό περιεχόμενο τού “For Bunita Marcus”, προσφέροντας μιαν ερμηνεία λιτή και ουσιαστική, κοντά, ή μάλλον «πάνω», στις πρωτότυπες συνθετικές απαιτήσεις.
Το Tecniche Arcaiche [Amirani AMRN 035] του Nicola Guazzaloca, ηχογραφημένο στην Μπολόνια τον Μάρτιο του 2013, είναι ένα πιανιστικό άλμπουμ. Αποτελείται δε από τρία μέρη. Στο πρώτο (τα πρώτα εννέα tracks, «μέσης» διάρκειας δύο λεπτών) το πιάνο είναι βασικά προετοιμασμένο, στο δεύτερο μέρος, ήτοι τα tracks 10-18, το πιάνο είναι βασικά κανονικό, ενώ στο τρίτο μέρος καταγράφεται ένας ζωντανός πιανιστικός αυτοσχεδιασμός, που έχει διάρκεια περί τα 9 λεπτά. Στα credits του άλμπουμ διαβάζουμε πως ο Guazzaloca, εκτός από πιάνο, μεταχειρίζεται και αντικείμενα. Τι αντικείμενα δεν διευκρινίζεται, αλλά προφανώς είναι εκείνα (τα γνωστά) που ρίχνουν μέσα στο πιάνο οι αυτοσχεδιαστές για να παράξουν «εκπληκτικούς» ήχους, ή άλλα που παρεμβάλλονται μεταξύ των χορδών, ή άλλα που «βασανίζουν» τις χορδές κ.ο.κ. Γενικώς, η φαντασία και η έμπνευση μετράει πολύ στις prepared piano καταστάσεις – και εδώ, στην περίπτωση του Guazzaloca, φαίνεται πως περισσεύουν. Ήχοι που άλλοτε μοιάζουν ηλεκτρονικοί, άλλοτε κιθαριστικοί και άλλοτε κρουστοί (αν και κρούσεις, στην «προετοιμασμένη» κατάσταση υπάρχουν σε μόνιμη βάση), και οι οποίοι, έτσι όπως «κόβονται» λόγω των συντόμων διαρκειών, αποκτούν μιαν αυθυπαρξία. Τώρα πόσο… προετοιμασμένο και πόσο αυτοσχεδιαστικό μπορεί να είναι αυτό το μέρος τού “Tecniche Arcaiche” είναι κάτι για το οποίον μόνον ο Guazzaloca θα μπορούσε να μας διαφωτίσει. Κατά τα λοιπά, και όσον αφορά στο parte seconda, εδώ τα πράγματα είναι περισσότερο σαφή. Το πιάνο, στην πιο καθαρή μορφή του πρωταγωνιστεί. Αδιάκοπα clusters, ελλειπτικές «διακεκομμένες» γραμμές, ρυθμική ποικιλία, γρήγορα γενικώς tempi και συνεπώς μια μουσική αποδεκτή, θα έλεγα, ακόμη και από ένα μέσο «τζαζ» αυτί. Στο τελευταίο και μεγαλύτερο σε διάρκεια track του CD, το 9λεπτο “improvvisazione (live)”, ο ιταλός πιανίστας δείχνει τις δυνατότητές του στον… ορθόδοξο πιανιστικό αυτοσχεδιασμό, προβάλλοντας μελωδικές γραμμές της στιγμής και ολοκληρωτικό παίξιμο σε όλες τις οκτάβες. Όπως γράφει και ο Gianni Mimmo (ο ιδιοκτήτης της Amirani Records): «Το ‘Techniche Arcaiche’ είναι μια σπουδαία δουλειά, ίσως η κορυφαία της πυκνής δισκογραφίας του Nicola Guazzaloca και, σίγουρα, η πιο κοντινή στο αυθεντικό προσωπικό του στυλ».

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ στην Βικτώρια

Δεν είμαι θιασώτης του ρεπορτάζ (δεν είμαι θιασώτης τού να κάνω εγώ ρεπορτάζ). Σπανίως γράφω για εκδηλώσεις που παρακολουθώ, είτε αυτές είναι συναυλίες, είτε εκθέσεις βιβλίου ή εικαστικών, είτε λογοτεχνικές βραδιές (που δεν μυρίζουν μούχλα), είτε οτιδήποτε άλλο. Καμμιά φορά «παραβαίνω» αυτόν τον κανόνα, όταν εκείνο που έχω δει/ακούσει/νοιώσει κ.λπ. υπερβαίνει το τυπικό, το καλό ή και το άριστο ενδεχομένως, αγγίζοντας το «φάσμα» της συγκίνησης. Μπορεί δηλαδή μία εκδήλωση να μην είναι τέλεια, να μην έχει όλο εκείνο το οργανωμένο μιας υψηλής παραγωγής, να συμβαίνει σ’ έναν χώρο ταπεινό, που, συχνά, δεν τον πιάνει το μάτι σου, αλλά από την άλλη να εμφανίζει τέτοιο «ειδικό βάρος», τόση «ουσία», όση δεν συναντάς, πολλάκις, σε Μέγαρα, Στέγες και Ηρώδεια μαζί. Κάπως έτσι βρέθηκα προχθές το βράδυ με δυο φίλους στο Πολιτιστικό Κέντρο Εργαζομένων ΟΤΕ Νομού Αττικής (δεν έχω καμμία σχέση με τον ΟΤΕ, το λέω για να μην νομισθεί τίποτ’ άλλο) επί της Γ Σεπτεμβρίου, λίγο πιο πάνω από την Πλατεία Βικτωρίας, για να παρακολουθήσω μια εκδήλωση αφιερωμένη στον ποιητή Λευτέρη Πούλιο, την οποίαν οργάνωναν οι «Βικτωριανοί».
Οι «Βικτωριανοί», που δεν σχετίζονται, φυσικά, με την βικτωριανή εποχή και τα τοιαύτα, παρουσίασαν τον, σχεδόν γείτονά τους, ποιητή , σε μία ωραία βραδιά, την οποίαν θα πλαισίωναν εισηγήσεις, ομιλίες, μα κυρίως απαγγελίες. Απαγγελίες ποιημάτων του Πούλιου από μία ομάδα ηθοποιών (Φώτης Αρμένης, Μαρία Κανελλοπούλου, Αθηνά Κεφαλά, Νίκος Ορφανός), αλλά και από τον ίδιον τον ποιητή, όπως και ομιλίες σχετικές με την ποίηση του Πούλιου ή με αφορμή εκείνην από τον συνοδοιπόρο του Γιώργο Μαρκόπουλο και τον Στέλιο Ελληνιάδη. Στο δισκορυχείον έχουμε αναδημοσιεύσει ένα σημαντικό ποίημα του Λευτέρη Πούλιου, το Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα, τόσο στην πρωτότυπη ελληνική εκδοχή του (24/10/2012) –παρμένο από το «θρυλικό», όπως ειπώθηκε, βιβλίο Έξη ποιητές [Ανεξάρτητη Έκδοση, Αθήνα 3/1971] και όχι μεταφερμένο ή αντιγραμμένο όπως-όπως από ’δω κι από ’κει–, όσο και στην μετάφρασή του στην αγγλική (5/6/2013). Όπως έχουμε αναδημοσιεύσει –το λέω με την αφορμή– και δύο ποιήματα του Γιώργου Μαρκόπουλου, την Ωδή για τον παίκτη της Α.Ε.Κ. και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου (16/12/2012) και το Κόσμε Γλυκέ Κόσμε Βιομηχανικέ (30/6/2013). Οι αναδημοσιεύσεις ποιημάτων στο δισκορυχείον δεν γίνονται μόνον για προσωπική ικανοποίηση (αυτό πάντα υπάρχει σε ό,τι αναρτώ), αλλά και γιατί μία νεότερη γενιά –όπως είπα κι εκεί σε μια παρέα–, κάποια παιδιά που μπορεί να μην έχουν (και) την καλύτερη σχέση με την ποίηση, διαβάζοντας τα περί μουσικής ζητήματα στο blog, θα «πέσουν» πάνω και σε κάτι άλλο, που πιθανώς ν’ αποδειχθεί, στην πορεία, σημαντικό για ’κείνα. Έτσι, συχνά, συμβαίνει... Έτσι, τουλάχιστον, συνέβη μ’ εμένα…
Οι απαγγελίες που ακούστηκαν, λοιπόν, προέρχονταν από τις ποιητικές συλλογές του Λευτέρη Πούλιου, Ποίηση 1,2 (1975) –βασικά, η επανατύπωση των δύο πρώτων συλλογών του από το 1969 και το 1973–, Ο Γυμνός Ομιλητής (1977) και Το Αλληγορικό Σχολείο (1978). Παλαιότερα ποιήματα δηλαδή, τα οποία απέδωσαν με τον δικό τους τρόπο οι τέσσερις ηθοποιοί. Πιο «τυπικές» οι κυρίες, η (και) βουλευτίς του ΣΥΡΙΖΑ Μαρία Κανελλοπούλου και η Αθηνά Κεφαλά, και πιο «χρωματικές» οι απαγγελίες των ηθοποιών – η πιο θεατρική του Φώτη Αρμένη, η πιο «εσωτερική» του Νίκου Ορφανού. Νομίζω πως σε άλλα ποιήματα ταίριαζαν καλύτερα οι πιο «τυπικές» αποδόσεις των κυριών, και σε άλλα οι πιο «χρωματικές» των κυρίων. Οι απαγγελίες, πάντως, που έβγαλαν άπαντες (ηθοποιούς-κοινό) από την «δύσκολη» θέση, βάζοντάς μας όλους σε μια… «δυσκολότερη», ήταν εκείνες του ιδίου του Πούλιου, ο οποίος επέλεξε δικά του αγαπημένα παλαιά και καινούρια ποιήματα για να μας διαβάσει. Με φωνή βαθειά και κάπως τρεμάμενη, και σε τέμπο αργό και κάπως τελετουργικό (στους «Δρόμους», πάντως, κρατούσα το ρυθμό με το πόδι μου λες και άκουγα Charles Mingus!), ο Λευτέρης Πούλιος συγκίνησε και καταχειροκροτήθηκε από τον κόσμο (όπως και οι ηθοποιοί και οι ομιλητές εξάλλου), διαβάζοντας στίχους σαν και τούτους… 

ΔΡΟΜΟΙ 
Δρόμοι, – στιλπνά σκούρα χταπόδια τούτης της χώρας μου,
που πάνω σας δίχως μορφή και δίχως βάρος
πορεύεται το μέλλον· κούρσες, πούλμαν, δεξαμενόπλοια,
κάποιο ποδήλατο και κανένα σπουργίτι
που κυλά τις αόρατες ρόδες του πάνω στην άσφαλτο.
Από κάτω υπόγειοι δρόμοι. Από πάνω
αέρινες σήραγγες παίζοντας τζαζ.
Δρόμοι πλάι σε αστραφτερές βιτρίνες. πλάι
σ’ αγάλματα ή ανάμεσα από μαγαζιά κι
εργοστάσια. Δρόμε έξω απ’ το πανεπιστήμιο.
Έξω απ’ το κτίριο της Βουλής. Δρόμε εθνικέ.
Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι
από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές
και χαλίκια. Κάτω απ’ το βάρος
οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων.
Δρόμε, σάβανο του Γρηγόρη, του Σωτήρη, του Τάσσου.
Δρόμοι – παιάνες. δρόμοι γιορτής.
δρόμοι – αγωνία. δρόμοι – φονιάδες.
Ποια κατάρα πάνω σας έχει πέσει;

Περιμένουμε ο καθένας στη στάση του.
Περιμένουμε όλοι μαζί στο τσίγκινο υπόστεγο.

(1971)

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

ΦΥΤΑ …παντός χώρου

Δεν κατόρθωσα να συλλέξω πληροφορίες για τα Φυτά. Είναι δύο ή περισσότεροι; Τι όργανα χειρίζονται; Ό,τι ακούμε στο «14 ημέρες στη ζωή της Πικάντικης Πίτσας» [Ιδιωτική Έκδοση, 2014;] προέρχεται από «πραγματικά» όργανα ή μήπως από samples; (Αν και το ακορντεόν είναι αληθινό). Από μία περιήγηση, πάντως, στο bandcamp διαπίστωσα πως το σχήμα επιχειρεί να αιτιολογήσει 100% το όνομά του. Τίτλοι όπως «Ανθοϊάματα», «Φυτά Τηγανητά», «Άνθη» κ.λπ., μα και περαιτέρω οι τίτλοι των tracks του εκάστοτε άλμπουμ, δεν μοιάζουν απλώς αλλά είναι δηλωτικοί ενός ευρύτερου πλάνου που υπάρχει στο μυαλό του γκρουπ και που άνευ αυτού (του πλάνου) δεν θα είχε νόημα η όποια δραστηριότητά του.
Τα Φυτά γράφουν «στοιχειώδη» τραγούδια, τα οποία στιχουργικώς ενώ περιστρέφονται, κάθε φορά, γύρω από κάποιo… φυτικό concept, στην πραγματικότητα «λένε τα δικά τους». Επί του προκειμένου παρακολουθούμε τις… 14 ημέρες από τη ζωή της Πικάντικης Πίτσας – ήτοι μια σειρά σκοπών με τίτλους «Πιπέρι», «Κανέλα», «Κύμινο», «Μοσκοκάρυδο», «Ρίγανη», «Τσίλι», «Μουστάρδα» κ.λπ. Να οι στίχοι από την «Μουστάρδα»: «Οι πικρές μου μέρες/ Μέρες βαμμένες από πάνω ως κάτω/ Με ερείπια και εμετούς/ Με βασανιστήρια και απομόνωση/ Με σκουπίδια στο μυαλό/ Μπλοκαρισμένες επιθυμίες/ Αδιέξοδες αλέες/ Και σπασμένες χορδές/ Σπασμένες χορδές». Τα Φυτά δηλαδή περιγράφουν φάσεις της κοινωνικής, ερωτικής ή αντι-ερωτικής καθημερινότητας μ’ έναν ελλειπτικό τρόπο, φέρνοντας στο νου την τραγουδοποιία μιας νέας σειράς ηχητικών μεταπρατών (οι Lost Bodies και η Λένα Πλάτωνος –για διαφορετικούς λόγους ο καθείς– είναι δύο «αναφορές»), που θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει (αυτή η «νέα σειρά» εννοώ) τον Άγγελο Κυρίου, τα Κτίρια τη Νύχτα και ορισμένους ακόμη. Ηχητικώς πιο «συγκεντρωμένοι», για να μην χρησιμοποιήσω τον όρο «ολοκληρωμένοι» (ένας όρος, που αντίκειται, υποθέτω, στις αισθητικές επιδιώξεις της «σκηνής») οι… Φυτά, ή καλύτερα τα Φυτά, εμφανίζουν και άλλες «νύξεις» στα κομμάτια τους (όπως π.χ. η δημοτική παράδοση, τα βαλσάκια, τα παιδικά τραγούδια, τα jingles, το… τρανζίστορ), πράγμα που «βοηθά» και στην ευρύτερη στιχουργική κατανόηση.
Ένα «μαζεμένο» σχήμα έκδηλου πειραματισμού είναι οι φίλοι μας, και παρότι η εν λόγω κασέτα (καθότι οι «14 ημέρες στη ζωή της Πικάντικης Πίτσας» κυκλοφορούν μόνο σε κασέτα πολύ ειδικής συσκευασίας) δεν βοηθά, από πρακτικής πλευράς, στην διάδοση του μηνύματός τους, λέω πως ένα βινύλιο –το οποίον αξίζουν και με το παραπάνω– θα ήταν ό,τι έπρεπε.
Επαφή: www.fyta.bandcamp.com

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

από την ελληνική σκηνή «χαμηλής πτήσης»

Δύο πειραματικές κυκλοφορίες, ένα LP και μια κασέτα, από δύο αναγνωρισμένα μέλη της σύγχρονης ελληνικής σκηνής…
PANOS ALEXIADIS: Katabasis [REKEM, 2014]
Γνωστός στους παροικούντες την ελληνική ηλεκτρονική σκηνή από τους Lunar Miasma (δείτε στο discogs τις… δεκάδες κυκλοφορίες τους από το 2009 έως το 2012), ο Πάνος Αλεξιάδης έχει έτοιμο προσωπικό long-play, master-ισμένο από τον Giuseppe Ielasi και τυπωμένο σε 300 αντίτυπα βινυλίου. Το LP διαθέτει δύο tracks (ένα ανά πλευρά), με το πρώτο να τιτλοφορείται “Katabasis pt.I” και το δεύτερο “15:21”. Βασικά αυτό που ακούμε στην πρώτη πλευρά δεν απομακρύνεται και τόσο πολύ από το ύφος της πειραματικής-ηλεκτρονικής, που διακονεί ο Αλεξιάδης την τελευταία πενταετία. Ένα είδος concrète, εννοώ, στο οποίον ανακατεύονται φυσικοί ήχοι με ήχους αναλογικών συνθεσάιζερ, δημιουργώντας μία υποβλητική και συνεχώς ανανεούμενη ατμόσφαιρα. Από την μια μεριά λοιπόν έχουμε στρώματα ηλεκτρονικά (με ιδιαίτερη «επίστρωση» στις «χαμηλές» συχνότητες) και από την άλλη μια σειρά κατακερματισμένων off ήχων, που σκορπίζονται πάνω στον κύριο καμβά μ’ έναν διαβρωτικό τρόπο. Το δεύτερο track είναι εξ ολοκλήρου ηλεκτρονικό. Πειραματικό ηλεκτρονικό και αυτονομημένο εκ πρώτης –πράγμα που δυσκολεύει μία «εύκολη» ή «προφανή» κατάταξη–, το “15:21” εμφανίζει μία συνεπή ανάπτυξη, με ήχους που συμβάλλουν από διαφορετικές διευθύνσεις, και που άλλοτε δρουν ενισχύοντας την «κύρια γραμμή», ενώ άλλοτε την εμπλουτίζουν με διαπεραστικά (ηλεκτρονικά) ηχοχρώματα. Το αποτέλεσμα έχει πολύ ενδιαφέρον, κυρίως γιατί εμφανίζει πεπαλαιωμένα electro timbre να σκάνε ένθεν κακείθεν, διαμορφώνοντας ένα απολύτως σύγχρονο και δημιουργικό άκουσμα.
SOCRATES MARTINIS: Fusil Photographique [noise-below.org, 2014]
Ο Étienne-Jules Marey ήταν ένας γάλλος φυσιολόγος του προπερασμένου αιώνα, ο οποίος είχε διακριθεί (και) στον τομέα της χρονοφωτογραφίας. Είχε κατορθώσει, δηλαδή, ν’ αποδώσει σε μία φωτογραφία διαδοχικές κινήσεις, ή καλύτερα τις διαφορετικές φάσεις μιας κίνησης, με τη βοήθεια μιας παράξενης μηχανής που έμοιαζε με όπλο. Όπως είχε πει και ο ίδιος το 1882 (διαβάζω από το εξώφυλλο τού “Fusil Photographique”): «Έχω ένα ‘φωτογραφικό όπλο’ που φυσικά δεν έχει καμμία δολοφονική διάσταση. Αυτό το ‘όπλο’ μπορεί να τραβήξει μια εικόνα από ένα πουλί που πετά, ή από ένα ζώο που τρέχει σε λιγότερο από το 1/500 του δευτερολέπτου». Επηρεασμένος από τις χρονοφωτογραφίες του Marey, ο πειραματιστής Σωκράτης Μαρτίνης (έχω γράψει στο παρελθόν για την παρουσία του στα «Παράξενα Παραμύθια» [Η Λάθος Άκρη του Τηλεσκοπίου], αλλά και για το δίπτυχό του “au seuil de la liberte”) παρουσιάζει μία περίπου 16λεπτη κασέτα 50 αντιτύπων, ηχογραφημένη από την μια μόνον πλευρά της, στην οποίαν αποτυπώνει (υποθέτω) τον ενθουσιασμό του (τι άλλο;) καθώς κοιτά/παρατηρεί το συγκεκριμένο έργο (τις χρονοφωτογραφίες του Marey εννοώ). Με οκτώ μικρής διαρκείας θέματα που ακούγονται σαν «ένα», ο Μαρτίνης μοιάζει να αναπαριστά, ηχητικώς, τα διαδοχικά ενσταντανέ της μηχανής, δημιουργώντας ένα άκουσμα που κινείται στην περιοχή του… θορύβου – πότε του εκκωφαντικού και πότε του… υποχθόνιου. Κατά βάση (αν και βοηθάει και το volume του ενισχυτή), ο Μαρτίνης έχει ενδυναμώσει την (σε αναπαράσταση) ηχητική μπάντα κάποιων φυσικών διαδικασιών/ διεργασιών (άκου το εισαγωγικό “Birds in the belfry” με τα σμήνη των πουλιών να τρομάζουν ακόμη και τον… Hitchcock), δημιουργώντας, σχεδόν εναλλάξ, ηχητικά «όρη» και «κοιλάδες», κρατώντας μας, ως ακροατές, σε μόνιμη εγρήγορση.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

jazz promo services

Δύο ουσιαστικά CD από μία εταιρεία διανομής, την Jazz Promo Services, που έχει την έδρα της στην Warwick της Νέας Υόρκης και η οποία υποστηρίζει με πάθος την ανεξάρτητη jazz παραγωγή.
LENNY SENDERSKY, TONY ROMANO: Desert Flower [LeTo Records, 2013]
Ο Lenny Sendersky είναι ένας ρώσος αλτίστας/ σοπρανίστας από την Πόλη του Αγίου Πέτρου. Το 2010 ζούσε στην Κοπενχάγκη, εμφανιζόμενος συχνά στο τοπικό Christiania Jazz Club. Εκεί, κάποια στιγμή, θα συναντηθεί με τον αμερικανό κιθαρίστα Tony Romano και βλέποντας, οι δυο μουσικοί, πως «κολλάνε» αποφάσισαν να κινηθούν μαζί. Ξεκίνησαν με live στην Ρωσία, για να βρεθούν κάποια στιγμή στην Νέα Υόρκη, αποφασίζοντας αυτή την συνεργασία τους να την αποτυπώσουν και στην δισκογραφία. Και όντως. Τον περασμένο Μάιο μπαίνουν σ’ ένα στούντιο του New Jersey, κι έχοντας δίπλα τους το απαραίτητο rhythm section (Steve LaSpina μπάσο, Matt Kane ντραμς), αλλά και αναγνωρισμένους guests (Randy Brecker τρομπέτα, Joe Locke βιμπράφωνο, Cleve Douglass φωνή), οι Sendersky και Romano ξεκινούν να καταγράψουν οκτώ δικές τους συνθέσεις, συμπληρώνοντας το ρεπερτόριό τους με δύο covers (“My fathers island” του Duke Ellington, “Nature boy” του Eden Ahbez). Με ορίζοντα ενίοτε «ελαφρύ», αλλά πολύ σοβαρό και με ολοφάνερη αγάπη για την βραζιλιάνικη jazz ή bossa-jazz, οι Sendersky και Romano «ζωγραφίζουν» με τα σαξόφωνα και τις κιθάρες τους σε κομμάτια όπως τα “Chet”, “Horizons” και “Fruit tea δημιουργώντας, συγχρόνως, ωραίες χαλαρωτικές καταστάσεις (με την βοήθεια των deep vibes) σε tracks όπως το “Promise”, που ανακαλούν απαιτητικές μορφές exotica. Δεν είναι δηλαδή συμπτωματική η διασκευή τους στο “Nature boy” (τραγουδά ο Cleve Douglass, με φωνή που παραπέμπει σε παλαιούς ερμηνευτές τύπου Paul Robeson και Leon Bibb). Το έσχατο κομμάτι, που έχει τίτλο “Tango” και είναι σύνθεση του Romano, είναι μία μπαλάντα φισκαρισμένη στα… ερωτικά vibes, κάπως σαν φόρος τιμής, το λέω εγώ δηλαδή, στον Gato Barbieri. Απλό, ουσιαστικό άλμπουμ, που πιάνει την ουσία, δίχως φανφάρες και εντυπωσιασμούς.
Επαφή: www.tonyromanomusic.com, www.lennysendersky.com
ROBERT PRESTER: Dogtown [Commonwealth Ave. Productions, 2013]
Το ευφάνταστο comic εξώφυλλο του τετάρτου CD του πιανίστα Robert Prester έρχεται να υπογραμμίσει ένα ανάλογο μουσικό ευφάνταστο, το οποίο δύναται να αποτυπωθεί με τη φράση… bop και latin jazz εις σάρκαν μία. Έχοντας στη διάθεσή του ευρύτατη μπάντα (Nicky Orta μπάσο, Ettienne Fuentes Jr. ντραμς, Jack Ciano ντραμς, Dave Schanzer ντραμς, κρουστά, Terezinha Valois φωνητικά, Jonathan Sigel τρομπέτα, φλούγκελχορν, Robert Prester πιάνο, σύνθια) τα μέλη της οποίας εμφανίζονται… κατά τόπους, και αναλόγως με τις εκφραστικές ανάγκες, ο Prester, εμπιστευόμενος το δικό του συνθετικό ταλέντο (η μοναδική version αφορά σε μία… συμπιεσμένη μορφή του “Giant steps” του John Coltrane) πράττει, εδώ, ό,τι περνάει από το χέρι του στην προσπάθεια να προβάλλει την δουλειά του· συνθέτει, ερμηνεύει, ενορχηστρώνει, παράγει. Το (συνολικό) αποτέλεσμα όχι απλώς δικαιώνει τις προσπάθειές του, αλλά (και) υπογραμμίζει ταυτοχρόνως την ξεχωριστή περίπτωσή του. Με σπουδές κλασικού πιάνου που ξεκινούν από την πολύ μικρή ηλικία του, με δισκογραφική παρουσία που μας γυρίζει πίσω στο 1988 και στο “Trillium” [Island], με συνεργασίες με διακεκριμένους οργανοπαίκτες (Branford Marsalis, Randy Brecker κ.ά.) και με συνεχή live σε κάθε γωνιά του κόσμου (Καναδάς, Νότια Ευρώπη, Εμιράτα, Ταϊλάνδη, Μεξικό, Χαβάη, Καραϊβική…), ο Prester είναι το… είδος εκείνο του jazz-διασκεδαστή, που ολοκληρώνεται μέσα από την επικοινωνία με τον κόσμο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι συνθέσεις του δεν «κρύβονται». Πλήρως οργανωμένες, με γνώση των κανόνων της jazz παράδοσης και με προφανή (για να μην και… πρωτοφανή) ρυθμική (χορευτική) διάσταση, διαθέτουν όλα εκείνα τα επιμέρους χαρακτηριστικά, που τις κάνουν ελκυστικές από τα πρώτα μέτρα τους. Για παράδειγμα το “Noches de Sevilla”, ένα flamenco-jazz κομψοτέχνημα (με άψογα φωνητικά από την Terezinha Valois), που μας οδηγεί στις καλύτερες ημέρες της spanish-jazz (Tete Montoliu, Pedro Iturralde και τα ρέστα) ή του “My Spanish Heart” (1976) του Chick Corea, και βεβαίως το “The prophecy”, ένας ωραιότατος συνδυασμός latin και romance, με θελκτική πιανιστική συνοδεία. Η ουσία είναι πως όσο και να ψάξεις δεν πρόκειται πουθενά να εντοπίσεις αδιάφορη στιγμή στο άλμπουμ του Robert Prester, αφού ακόμη και οι μεγαλύτερες σε διάρκεια συνθέσεις τού “Dogtown”, όπως το σχεδόν δεκάλεπτο “Realm of possibility”, δεν χάνουν ποτέ το μέτρο την ευφράδειά τους· ιδίως όταν ο Prester ανακαλεί στο παίξιμό του (και) τον... κλασικό εαυτό του.
Επαφή: www.robertprester.com

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

δισκοθήκη για νεολαία

βλέποντας sixties…

“‘60s California Rock ‘70s” [Passport/ inakustik, 2005]. Ο τίτλος του DVD δεν μπορεί παρά να είναι βαρύγδουπος και, σε κάθε περίπτωση, να αφορά ένα μικρό, τέλος πάντων, κομμάτι της πραγματικότητας. Γιατί, αν μόνον οι Turtles, η Linda Ronstadt, οι Sonny and Cher, οι Byrds, οι Beach Boys και οι Mamas and the Papas αποτελούν εκείνο που θα αποκαλούσαμε Californian rock, τότε από κάπου το πράγμα «μπάζει». Ας είναι...
Τους Turtles μπορεί να τους γούσταρε και ο Frank Zappa (εξάλλου οι Mark Volman και Howard Kaylan, ως Flo & Eddie, συνεργάστηκαν αργότερα με τους Mothers of Invention – πράγμα που, οπωσδήποτε, κάτι δείχνει), όμως αν εξαιρέσει κανείς το “Happy together” που είναι κλασικό τραγούδι –αν και προτιμώ να το ακούω από τους Ιταλούς Quelli– δεν μπορούσαν να σταθούν ούτε μπροστά στους LovinSpoonful, πόσω μάλλον στα «σκαθάρια», τα οποία ξεπατίκωναν και εμφανισιακώς, όπως διαπιστώνω στα εν λόγω κλιπάκια (το ίδιο, πάντως, έπραττε όλος ο κόσμος…). Οι Byrds, με το “Ill feel a whole lot better” από κάποιο ταινιάκι του ’65, δείχνουν απλώς πόσο «υπεράνω» στέκονταν από τ’ άλλα γκρουπ της εποχής (εμφάνιση, φωνές, αρμονίες, ρυθμός, αλητεία και ρομάντζα μαζί), όπως και οι Beach Boys εξάλλου με το “Little deuce coupe” του ’64 (οι υστερικές κραυγές και τα επιφωνήματα δεν ήταν ποτέ «κονσέρβα»). Και βεβαίως το “California dreamin’” των Mamas and the Papas είναι ένας διαχρονικός pop ύμνος, τον οποίον στο κλιπάκι «σκοτώνουν» οι φιγούρες των χορευτριών σε στυλ... Νίτσα Μαρούδα (πάλι θυμήθηκα τους Ιταλούς Dik Dik και το “Sognando la California”). Παραμένοντας, προφανώς, στο L.A. μετά την «διάλυση» των Stone Poneys, η Linda Ronstadt δείχνει «προσωπικότητα», ηχογραφώντας το πρώτο όλο δικό της άλμπουμ. Από ’κει το “Break my mind” (1969) του John D. Loudermilk, το οποίον και από την οπτική του μεριά «λέει». Η Cher, τέλος, μπορεί να ήταν ομορφότερη από την… Celine Dion, αλλά ο μακαρίτης ο Sonny (Bono) σε κάποιες πόζες είχε φάτσα… ηλιθίου. Βεβαίως, αυτό δεν τον εμπόδισε να γράψει το “The beat goes on” που βλέπουμε κι εδώ…