Όσοι από εμάς (λίγοι, κάπως περισσότεροι… δεν ξέρω) μάθαμε
να λογαριάζουμε τα σύγχρονα τηλεοπτικά σίριαλ ως σκέτο «χάσιμο χρόνου» (για να
μην πω τίποτα χειρότερο και με κόψουνε…) γνωρίζουμε τον Σάκη Μπουλά μόνον ως
τραγουδιστή. Ο Μπουλάς είχε φωνάρα, η οποία σε συνδυασμό με την υποκριτική άνεση που διέθετε –ό,τι έχω ψυλλιαστεί προέρχεται, βασικά, από την ταινία τού
Σταύρου Τσιώλη «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες!»– θα μπορούσε να τον αναδείξει (η
φωνάρα του) σε κορυφαίο ερμηνευτή τού πιο καινούριου ελληνικού τραγουδιού. Βεβαίως,
το… πιο καινούριο ελληνικό τραγούδι λίγες φορές θα κατόρθωνε να δημιουργήσει
έργο για τη φωνή του αείμνηστου πια ερμηνευτή, αφήνοντας έτσι, και κατ’ ουσίαν,
ανεκμετάλλευτο ένα πολύ σημαντικό ταλέντο. Φαίνεται, μάλιστα, πως… πλήρη
γνώση της κατάστασης είχε και ο ίδιος ο Σάκης Μπουλάς, ο οποίος κάπου μεταξύ
σοβαρού και αστείου (εγώ λέω μεταξύ… σοβαρού και σοβαρού) είχε πει στην Μουσική το 1986, με αφορμή το τότε
άλμπουμ του «ΜΠΟΥΛΑΣ Ελλάς»: «(…) Μετά,
το άλλο βασικό στοιχείο είναι ότι εγώ είμαι τραγουδιστής και μάλιστα πολύ
έμπειρος, δεν προσποιούμαι τον τραγουδιστή, ούτε είμαι ο μίμος που κάνει το
τραίνο και τον Lone Ranger (σ.σ. ραδιοφωνικός
ήρωας στην Αμερική, με θητεία στην τηλεόραση, τον κινηματογράφο και τα κόμιξ,
κάπως σαν το Ζορό)». Τελικώς, ελάχιστα σοβαρά δείγματα της ερμηνευτικής
ποιότητας του Σάκη Μπουλά καταγράφηκαν στην δισκογραφία και βασικά αναφέρομαι
στις seventies συνεργασίες του με τον Διονύση Σαββόπουλο («Αχαρνής»), τον
Μιχάλη Γρηγορίου («Ανεπίδοτα Γράμματα») και βεβαίως τον Θάνο Μικρούτσικο –
καθότι πολλά από τα υπόλοιπα… απενοχοποιητικά τραγούδια των 80s και πέραν αυτών (δεν λέω «όλα», επειδή δεν τα γνωρίζω όλα…),
δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική (ακόμη κι αν η σάτιρα ήταν ο βασικός τους στόχος).
Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά, κατ’ εμέ, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 τα
τραγούδια του Σάκη Μπουλά (και ορισμένων άλλων) αποτελούσαν μια πιο λαϊκή
έκφραση του… ΚΛΙΚαδόρικου life style. Ήτοι, ένα
τραγούδι αριστερών καταβολών, αλλά απενοχοποιημένο όπως έγραψα και πιο πάνω
(και είναι αυτή η πιο σωστή λέξη), που έφερνε τους… τριανταβάλε της εποχής (διάβαζε «γενιά του Πολυτεχνείου») κατάματα με τη «χαμένη εφηβεία» τους. «Μανάρια», «μανάκια» και… άλλε τινέ
γκομενέ, μουσικώς επενδυμένα σ’ ένα ύφος ροκ χαβαλέ. Άλλο, όμως, να βρίσκεται κανείς
στα 17 του και άλλο στα διπλάσια…
Το καλοκαίρι του 1981 –επειδή το έψαξα
χθες ήταν… Σάββατο 4 Ιουλίου 1981– είχα δει τον Σάκη Μπουλά live, για
πρώτη και τελευταία φορά, σε μια… θεόρατη συναυλία στο Γήπεδο της Παναχαϊκής
στην Πάτρα, μια συναυλία την οποίαν διαφέντευαν τρεις σημαντικοί συνθέτες της
εποχής: οι Μάνος Λοΐζος, Χρήστος Λεοντής και Θάνος Μικρούτσικος. Ήταν η πρώτη
φορά στην ιστορία του μεταπολιτευτικού τραγουδιού όπου τρία τέτοιου δυναμικού
και… αναγνωρισιμότητας ονόματα, με περίπου ίδιες, εκείνη την εποχή, πολιτικές αναφορές
(που γυρόφερναν το ΚΚΕ, χωρίς να λέω πως ήταν και οι τρεις μέλη του) ένωναν
τις δυνάμεις τους σε μια κοινή συναυλία, στην οποίαν θα τραγουδούσαν οι πάντες
(Χάρις Αλεξίου, Μανώλης Μητσιάς, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Γιώργος Μεράντζας,
Γιάννης Θωμόπουλος, Ισιδώρα Σιδέρη, Σάκης Μπουλάς, Αιμιλία Σαρρή, Δημήτρης Κατοίκος, Γιώργος Μπαγιώκης, Σοφία Βόσσου – η
σειρά των ονομάτων από τον ψηφιακό Ριζοσπάστη
εκείνων των ημερών). Τραγουδιστές και τραγουδίστριες εν ολίγοις που συνεργάζονταν στην
δισκογραφία με τους τρεις συνθέτες και οι οποίοι θα υποστήριζαν ένα υλικό λίγο-πολύ
γνωστό, αφού πολλά από τα τραγούδια του προγράμματος είχαν κυκλοφορήσει ήδη σε
δίσκους («Τα Τραγούδια της Χαρούλας», «Για Μια Μέρα Ζωής», «Καπνισμένο
Τσουκάλι», «Μαντζουράνα στο Κατώφλι», «Σταυρός του Νότου» κ.λπ.). Μπορεί να
έχουν περάσει 33 χρόνια από τότε, αλλά ακόμη έχω στη μνήμη μου την ιδιαίτερη
αίσθηση που μου είχε προξενήσει ένα (ανέκδοτο) τραγούδι με τον Σάκη Μπουλά, στο
οποίον ακούγονταν κάτι… ασυνάρτητα (έφυγα από τη συναυλία, και παρότι είχα
ακούσει μία μόλις φορά το εν λόγω άσμα θυμόμουν καθαρά το ρεφρέν του).
Έτσι, όταν ήρθε ο καιρός (ήταν πια φθινόπωρο
του ’81, ήτοι μέρες… Αλλαγής) ν’ αγοράσω την… κασέτα «Συναυλίες ’81» (με τις
συμμετοχές μόνον των Λεοντή και Μικρούτσικου, αφού τα κομμάτια του Λοΐζου, για
γραφειοκρατικούς-εταιρικούς λόγους μάλλον, δεν είχαν αποτυπωθεί) το πρώτο
πράγμα που έκανα ήταν να «ψάξω» τα δύο τραγούδια με τον Σάκη Μπουλά, για να δω
μήπως και κάποιο απ’ αυτά ήταν το κομμάτι της συναυλίας. Και όντως δηλαδή, αφού
το τραγούδι που με είχε περισσότερο εντυπωσιάσει ήταν το «Μπαλάντα Βιγιόν» σε
ποίηση François Villon, μετάφραση Σπύρου
Σκιαδαρέση και μουσική Θάνου Μικρούτσικου. Μάλιστα σ’ εκείνον το δίσκο ο
Μπουλάς είχε ένα ακόμη ωραίο τραγούδι του Μικρούτσικου (στα… απόνερα πια της
Μεταπολίτευσης κι αυτό), την «Μπαλάντα του έμπορα» σε ποίηση Bertolt Brecht και
μετάφραση Μάριου Πλωρίτη.
| Οι συντελεστές του άλμπουμ. Ο Σάκης Μπουλάς (όρθιος) τρίτος από δεξιά. Η φωτογραφία προέρχεται από την Μουσική, τεύχος 47, Οκτώβρης '81. |
Γενικώς, ο δίσκος (που ήταν ηχογραφημένος σε
στούντιο – δεν ήταν η αποτύπωση του live δηλαδή) είχε ενδιαφέρον, κυρίως
όσον αφορά στα ανέκδοτα tracks. Και αναφέρομαι στον «Πανικό» και
το «Ασανσέρ» (Θάνος Μικρούτσικος - Μιχάλης Γκανάς) με την Μαρία Δημητριάδη
(αμφότερα στο ροκ ύφος του «Εμπάργκο», που θα ακολουθούσε), στο «Βραδυνό όνειρο
στη Νέα Υόρκη» (κι αυτό του Μικρούτσικου) ένα νεορομαντικό ορχηστρικό, όχι
ακριβώς jazz,
με πιάνο και σύνθια (πολύ ωραίο), αλλά και στον «Οδηγητή» του Χρήστου Λεοντή
(ποίηση Κώστας Βάρναλης), τον ανεπίσημο (ας τον πω έτσι) ύμνο της ΚΝΕ, έναν
εμπνευσμένο παιάνα με chorus vocals στο
ύφος των canti rivoluzionari italiani (λογικώς στη χορωδία συμμετέχει και ο Σάκης Μπουλάς – τον ακούω...) που δεν μπόρεσε
να περάσει στα πλατύτερα στρώματα· καθότι η «Αλλαγή» έμπαινε φουριόζα,
μεταλλάσσοντας σιγά-σιγά και την… επαναστατική μουσική επένδυση.
Ρίξτε «Οδηγητή» ρε κοθώνια· για το ποίημα και το τραγούδι,
όχι για την ΚΝΕ… Δε δίνω λέξες παρηγόρια,/ δίνω μαχαίρι σ’ ολουνούς·/ καθώς το
μπήγω μες το χώμα/ γίνεται φως, γίνεται νους…


