Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ, ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ GREEK JAZZ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 15ΕΤΙΑ στυλ, πρόσωπα, χώροι, δίσκοι, γεγονότα, καταστάσεις

[Εξώφυλλο και κεντρικό θέμα στην καινούρια έντυπη LiFO είναι η πιο πρόσφατη ελληνική τζαζ σκηνή, με αφορμή το 5ο Πανόραμα Ελληνικής Τζαζ (4-6/12) που θα εξελιχθεί στη Στέγη]
Η ελληνική τζαζ έχει σχεδόν 100ετή ιστορία, αν συνυπολογίσουμε τις οπερέτες της 10ετίας του ’20, όπως και ορισμένες επιθεωρήσεις από την ίδια εποχή, που πρώτες εκείνες εμφάνισαν τζαζ στοιχεία στα τραγούδια τους. Αυτόν τον σχεδόν ένα αιώνα η τζαζ στην Ελλάδα, η ελληνική τζαζ, έχει περάσει από 40 κύματα, πριν μετατραπεί, την τελευταία 15ετία χοντρικά, σ’ ένα ευρύτατο καλλιτεχνικό σώμα, που ενδιαφέρει ακροατές και θεατές, παραγωγές και media.
Υπάρχει από την αρχή ένα ζήτημα, που απασχολεί και θα απασχολεί και στο μέλλον. Τι εννοούμε όταν λέμε «ελληνική τζαζ»; Έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα αυτή η φράση ή τη χρησιμοποιούμε, πολλές φορές και ελαφρά τη καρδία, για να περιγράψουμε πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους καταστάσεις; Δύσκολο να πει κανείς…
Ένας στενός ορισμός θα μας έλεγε πως «ελληνική τζαζ» είναι η τζαζ που παίζεται από Έλληνες και που περιλαμβάνει, ενδεχομένως, ελληνικά στοιχεία στις συνθέσεις και τους αυτοσχεδιασμούς των εκτελεστών της. Ένας ευρύτερος, όμως, ορισμός θα μας έδειχνε πως ελληνική τζαζ είναι εκείνη που δημιουργείται από οργανοπαίκτες (Έλληνες ή μη) που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, ή, ακόμη καλύτερα, πως ελληνική τζαζ είναι η τζαζ που παράγεται στον τόπο μας σε όλες τις εκφάνσεις της, απ’ οποιουσδήποτε. Ένας τέτοιος… πληθωρικός ορισμός, που έχει γεωγραφική βάση, είναι σίγουρο πως ανταποκρίνεται πιο «σωστά» στη σημερινή πραγματικότητα.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

JACOB KIRKEGAARD ένα cosmic soundtrack

Δανός sound artist, που κινείται προς abstract, ambient-electronic κατευθύνσεις και με προσωπική δισκογραφία τα τελευταία 20 χρόνια, ο Jacob Kirkegaard είναι γνωστός προσέτι για το γενικότερο ηχητικό… εξερευνητικό πλάνο του. Την κατανόηση και καταγραφή όχι συνηθισμένων φυσικών ηχητικών εκπομπών, μιας και ο ίδιος φαίνεται να διακατέχεται και από ένα επιστημονικό, ας το πούμε έτσι, ενδιαφέρον.
Ο Kirkegaard ίσως είναι γνωστός σε μερίδα του κόσμου (στη χώρα μας) επειδή πέρυσι είχε συμμετάσχει στο InMute ’14, που είχε εξελιχθεί στη Στέγη, τοποθετώντας μουσική στο αριστούργημα του Carl Theodor Dreyer La passion de Jeanne d'Arc (1928). Εκείνη ακριβώς τη μουσική επανεπεξεργάστηκε και διατύπωσε ο Kirkegaard, επιχειρώντας να την χωρέσει σ’ ένα δίσκο βινυλίου. Αναφερόμαστε στο άλμπουμ Arc που κόπηκε για την ελληνική Holotype Editions σε 300 αντίτυπα.
Αυτό το εκ των υστέρων soundtrack λοιπόν θα το χαρακτηρίζαμε εξ αρχής ηλεκτρονικό – με την έννοια που είχε η γερμανική ηλεκτρονική μουσική εκεί στα πρώτα χρόνια του ’70. Υπάρχει μια kraut προέκταση δηλαδή που φέρνει το “Arc” (ως ήχο) δίπλα στα πρώτα άλμπουμ των Tangerine Dream και κυρίως του Klaus Schulze.  
O Kirkegaard, στην πρώτη πλευρά του LP του, στο “ARC I”, επεξεργάζεται ένα χαμηλών τόνων υπόστρωμα, με μικρές διαφοροποιήσεις μέσα στο χρόνο, ικανό, σε κάθε περίπτωση, να ταξιδέψει τον ακροατή (υποθέτω και τον θεατή). Βασικά, ο Δανός χρησιμοποιεί εδώ μια παλαιά ηλεκτρονική μανιέρα που σχετίζει το electro άκουσμα με την ψευδαίσθηση ενός είδους αρμονικών φωνητικών που έρχονται από πέρα. Σαν ν’ ακούμε δηλαδή τον απόηχο μιας φωνητικής κατάστασης, που εξελίσσεται… έτη φωτός μακρύτερα από ’μας. Αυτό το «κόλπο», που ανήκει στην πιο καθαρή εργαλειοθήκη του kraut, γίνεται εδώ το μέσον, η πλατφόρμα, πάνω στην οποίαν πατάνε, υποθέτω, οι εικόνες του Dreyer από το «Πάθος της Ζαν ντ’ Αρκ». Πολύ θα ήθελα να δω τώρα, κατόπιν εορτής (ενώ έχω ακούσει πρώτα το soundtrack εννοώ), τον συνδυασμό ήχου και εικόνας, καθότι φαντάζομαι πως το συνολικό αποτέλεσμα θα είναι εντελώς «φευγάτο».
Το “ARC II”, στη δεύτερη πλευρά, ενώ ξεκινά στην ίδια πάνω-κάτω γραμμή –ένα αέναο ηλεκτρονικό χαλί, που εξελίσσεται με ανεπαίσθητες αυξομειώσεις– στην πορεία η ένταση ανεβαίνει, σε συνδυασμό και με την εισβολή νέων ηλεκτρονικών δεσμών πάνω στο κυρίως στρώμα. Αν και οι μεταπτώσεις είναι, και σ’ αυτή την περίπτωση, αργές, είναι εν τέλει η ενισχυμένη γραμμή εκείνη που προκαλεί το επιπρόσθετο δέος.
Ένα πολύ συγκροτημένο όσο και εντυπωσιακό cosmic soundtrack έφτιαξε Jacob Kirkegaard, που λειτουργεί άψογα και πέραν της εικόνας.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

ΓΕΩΡΓΙΑ ΒΕΛΗΒΑΣΑΚΗ – LUIS BORDA Τι μπορεί να συνδέει την Κρήτη με το Μπουένος Άιρες; Η μουσική δίνει τις απαντήσεις…

Οι συνεργασίες «διαφορετικών» μουσικών, οργανοπαικτών κ.λπ. είναι κάτι σύνηθες πια – κάτι, όμως, που εξελίχθηκε πολύ τα τελευταία 20-25 χρόνια. Εξελίχθηκε λέμε, καθότι απροσδόκητες συνεργασίες πάντα συνέβαιναν στη μουσική. Απλώς, από τα nineties και μετά αυτές οι συναντήσεις έγιναν κάπως σαν καθεστώς.
Είδαμε κι ακούσαμε πολλά όλα αυτά τα χρόνια, και, είναι αλήθεια, όχι πάντοτε πετυχημένα. Μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα του ethnic –έτσι το είπαμε– παρήχθησαν… ακαταλαβίστικα πρότζεκτ, δημιουργήθηκαν κιτς καταστάσεις (υπό την έννοια της συνύπαρξης των ασχέτων), που κουκούλωσαν, κατά βάση, τα αληθινά αξιόλογα crossovers.
Η μόδα πέρασε, ξεθύμανε. Και τι απέμεινε; Απέμειναν οι καλοί δίσκοι και κυρίως απέμεινε μια κληρονομιά. Η σιγουριά πως οι απανταχού μουσικοί μπορεί να βρεθούν μαζί, αρκεί να ξεπεράσουν μέσα από μια δημιουργική επαφή τα ποικίλα εμπόδια (γεωγραφικά, κοινωνικά, κουλτούρας, γλώσσας, κ.λπ.), εμβαθύνοντας στην ουσία. Ή, μάλλον, επιχειρώντας να την ανακαλύψουν. Την τομή εννοούμε πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί μιαν απρόσμενη συνεργασία.
Η Γεωργία Βεληβασάκη γνωστή ερμηνεύτρια, και ακόμη συγγραφέας και ποιήτρια, γεννημένη στο Ηράκλειο και ο αργεντινός κιθαρίστας Luis Borda, ένα «όνομα» στο χώρο του nuevo tango από τα μέσα του ’80 και μετά, συνευρίσκονται σ’ ένα άλμπουμ, το “Alelí, De Creta a Buenos Aires”, που τυπώνει η γνωστή γερμανική εταιρεία Enja-Yellowbird (A&N). Το άλμπουμ κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό και είναι αυτό το θέμα μας…

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΙΓΚΟΣ έτσι, χωρίς σκοπό…

Πολλοί γνωρίζουν τον Γιώργο Τσίγκο και το συγκρότημά του Μαύροι Κύκλοι από τους δίσκους του στην Wipe Out! στο πρώτο μισό των nineties («Τετραγωνισμένα Φύλλα», «Οι Χαμένοι Ποιητές μας», «Η Πόλη των Αθανάτων») ή και από τα CD του πιο μετά στην EMI… Λίγοι όμως γνωρίζουν το συγγραφικό έργο του Γιώργου Τσίγκου, που ξεχωρίζει μέσα στην εγχώρια eighties καθημερινή… αντιλογοτεχνία.
Πριν κυκλοφορήσει τα «Τετραγωνισμένα Φύλλα», το 1991, ο Τσίγκος είχε τυπώσει τέσσερα βιβλία, τα: Ο Ίσκιος του Ήλιου (1979), Φώναζαν τα Όνειρα (1980), Οδηγίες Πίσω (1984) και Έλα ρε, Κόφτη Πλάκα (1986). Απ’ αυτό το τελευταίο βιβλίο του, που είναι ανεξάρτητη έκδοση –παρότι εμφάνιση, χαρτί, γραμματοσειρές, κασέ κ.λπ. θυμίζουν βιβλίο του Ελεύθερου Τύπου– και περιέχει μικρές ιστορίες βασικά, αλλά και κάποια ποιήματα, αντιγράφω ένα απόσπασμα, ένα μέρος μιας διήγησης…
Τίποτα θα ’λεγα, αλλά κάτι έγινε.
Κατεβάζω τη μπύρα σαν νερό. Μαζί μου κι ένας τύπος που την έχει ψωνίσει με τον Μόρισον και ντύνεται και χτενίζεται σαν το μακαρίτη κι όλο μου τα πρήζει ότι ο μεγάλος Τζιμ ζει και την έχει κάνει σε κάποια μεριά του κόσμου, γιατί δε γουστάρει να του την πέσουν οι εταιρείες και να τον ξεζουμίσουνε και να καταντήσει μαλάκας όπως οι άλλοι χέστηδες που το παίζανε χιπαριά στη δεκαετία του ’60.
Λοιπόν ο κόσμος γουστάρει πολύ τη νεκροφιλία.
Σκέψου την άλλη φάση όταν ακούγεται η δικιά σου η Τζάνις Τζόπλιν μέσα στο μπαράκι κι ένας τυπάς ξεκάρφωτος δηλώνει με πολύ να πούμε καύλα ότι θα γούσταρε να την γαμήσει, έτσι λέει για να δει πώς περνάει η μουσική μέσα απ’ το κορμί της. Ό,τι θέλεις ακούς εκεί που θες την ησυχία σου, ο κάθε μαλάκας αρχίζει να τσιρίζει μέσα στ’ αυτιά σου.
Δηλαδή ρε μαγκίτη τις μπούχτισες τις άλλες και το μόνο που σου απομένει είναι να γαμήσεις αυτήν, για να καταλάβεις πώς περνάει η μουσική μέσα από τον πούτσο σου;
Τσακώθηκα, μας χώρισαν, έφαγα στα γρήγορα μια στη μάπα, έβρεχε του σκοτωμού έξω, μέσα καπνιά από τσιγάρο, παραπάτησα κι έπεσα κάτω στη μοκέτα σε μια γωνιά έτσι που να με κρύβει το φύλλο της πόρτας του καμπινέ όταν έμενε ανοιχτό. Όταν έμπαινε κάποιος μέσα εγώ αποκαλυπτόμουνα ξαφνικά κι όλοι με κοιτούσανε. Τσα…

Δεν ξέρω τι με πιάνει ειδικά όταν σουρουπώνει, λες κι είναι αυτή η πουτάνα η μοναξιά με τα κοκαλιάρικα χέρια της που σφίγγει το λαιμό μου.
Το στομάχι έχει γίνει σάκος προπόνησης για μποξέρ.
Αυτά γίνονται λίγο αργότερα.
Στην αρχή λες και μου δίνει μια ευκαιρία, κάθεται και με κοιτάει απέναντι.
Δεν ξεκολλάει τα μάτια της από πάνω μου. Κάνω τον αδιάφορο και παρακολουθώ με κλειστά βλέφαρα ελπίδας τον ήλιο που βασιλεύει, βασιλεύει κι απλώνεται όλο και πιο πολύ η σκιά πάνω απ’ τα βλέφαρα κι όλο βασιλεύει και τελειωμό δεν έχει ο πούστης και κείνη η κωλόγρια σκάει χαμόγελο που χάνω λίγο λίγο το παιχνίδι.
Το μόνο που με σώνει είναι να πιω γρήγορα όσο μπορώ για να ζαλιστώ.
Είναι μια χαμένη βραδιά κι όμως αν σκεφτείς ότι γλίτωσα άλλη μια βραδιά από κείνη την κωλόγρια, είναι κάτι.

Χτες ήταν μια γαμημένη μέρα. Ήταν 10 η ώρα και μ’ είχε πνίξει η πουτάνα.
Το γλέντησε…
Το πιοτί. Τη βρίσκω ρε γαμώτη εκεί.
Δεν ξέρω πού οδηγεί αυτή η κατάσταση και το στήθος μου που με πεθαίνει κάθε πρωί και τα φλέματα από αίμα καθαρό και μαύρες κηλίδες θανάτου.
Νιώθω καλύτερα στον κόσμο του παρά να σκέφτομαι ανεργίες, αφεντικά, ευγένειες, πουλημένες, ξεζουμισμένες αγάπες.
Αυτό τον καιρό το ’παιζα πεταλούδα και πήδαγα από γκόμενα, από τη μια αγκαλιά στην άλλη, κι όλες ρώταγαν τι έχω και με πότιζαν ηρεμιστικά και κύριοι η παράσταση αρχίζει.
Εγώ ο πρωταγωνιστής που πρέπει να ικανοποιήσω τα πλήθη που με κορόιδευαν και πολύ θα γούσταραν το ρόλο μου, έστω για να ξεφύγουν απ’ τη μίζερη ακινησία τους και να υπάρξουνε σε κάποιο ανύποπτο χρόνο.
Φοβόμουνα ότι θα καταλήξω σε κάποια συλλογή καμιάς ηλίθιας ή σε κανένα αγκάθι κι ότι λέει μπορεί να ξεβάψουν τα χρώματά μου, και ξέρεις είχα πολύ όμορφα χρώματα. Ποτέ δεν έχεις ξαναδεί πιο όμορφα. Όνειρο.
Φοβόμουνα μη και με φυλακίσει κανένας μαλάκας και κοιτάω τους άλλους που πετάνε. Όταν είσαι στο κλουβί ξέρεις συνειδητοποιείς ότι κι άλλοι πετάνε, έχουν ανάγκη, δικαιώματα, όνειρα, ελπίδες, προβλήματα…
Ένας μου ’πε ότι οι πεταλούδες δεν φυλακίζονται γιατί τότε, λέει, πεθαίνουν. Όταν μου το ’πε ένιωσα, δεν ξέρω γιατί, καλύτερα.

Δεν ξέρω, ή δεν γίνονται πια πάρτυ ή δεν με καλάνε. Αυτή τη φορά ήμουν καλεσμένος. Έφευγε λέει μια γνωστή για την Αμέρικα κι έκανε πάρτυ.
Θεοσκότεινα του κερατά. Σκάω μύτη φίσκα με ουίσκυ και γεμίζω κι ένα ποτήρι με κρασί στο έμπα.
Γύρναγα να βρω να καθίσω.
Κανείς δεν χόρευε. Όλες οι γωνιές πιασμένες και ζευγαράκια χαμουρεύονταν του καλού καιρού.
Κάποια αμυδρά φωτάκια με παρδαλά χρώματα ξεπήδαγαν εντελώς απροειδοποίητα και με στράβωναν, το διάολό τους.
Σκόνταψα σε κάποιο ποδάρι, άκουσα τ’ όνομά μου καθώς έπεφτα στην αγκαλιά ενός τυπά με μακριές φαβορίτες και μια ξανθιά τριανταφυλλένια στην αγκαλιά.
Είδα μια σκιά να ’χει σκύψει το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα καθισμένη σε μια γωνιά. Πήγα κι έκατσα κι εγώ.
Πέρναγε η ώρα κι αν δεν μίλαγα αυτή η μαλακία θα μ’ έπαιρνε από κάτω και δεν γούσταρα. Άρχισα να μιλάω αόριστα και γενικά και να σκουντάω τον τυπά στη γωνία να μου πει καμιά κουβέντα, γιατί να ξέρεις άρχισα να την ψυλλιάζομαι τη δουλειά ότι ο δικός σου δεν ήταν καλά κι ήθελε κουβέντα και να πούμε καμιά μαλακία να σκάσει χαμόγελο στα χείλη. Έλεγα μια κι είμαστε μόνοι σε κείνη τη γωνία…
Τίποτα, εκείνος, ούτε που κουνιόταν. Οι άλλοι γύρω είχαν σκάσει στα γέλια απ’ τα κουφά που ’λεγα κι ο δικός σου ούτε που σάλευε. Ούτε έπινε, ούτε κάπνιζε, ούτε μίλαγε. Λέω δεν μπορεί θα ’ναι φτιαγμένος ο δικός σου ή τα ’χει παίξει.
Βαρέθηκα να μιλάω μόνος κι είπα να την κάνω μπας κι αλλάξει τίποτα.
Εκεί που στηριζόμουνα στον τοίχο να σηκωθώ γυρνάω το κεφάλι και βλέπω ένα γλυκό προσωπάκι να με κοιτάει με δυο χείλια να ’χουν ανοίξει σαν πέταλα μέσα στο πιο όμορφο πρωινό που ’χω ζήσει.
Ξέσπασε σε γέλια το κορίτσι λέγοντάς μου πως από ώρα κρατιότανε μη και γελάσει και να κάτσω θέλει. Απορούσα πώς και δεν την είχα πάρει χαμπάρι τόση ώρα κι αναρωτιόμουνα μη και είχα πιει πιο πολύ απ’ όσο φανταζόμουνα.
Πάντα θα απορώ πώς γίνεται και φαντάζεσαι όταν ζεις μέσα στη φαντασία.
Την έπεσα στην γκόμενα, αλλά η δικιά σου δε γούσταρε κι είναι ξέρεις σπαστική η φάση κι έτσι την έκανα να φύγω, Με τράβαγε απ’ το χέρι και κάτσε κάτσε. «Ρε αν κάτσω θα σου βάλω χέρι». Αυτή, «δε γίνεται». «Τότε φεύγω». Κάτσε και κάτσε. Κάθομαι την παίρνω αγκαλιά, σκάει ένα από τα παράξενα τσιριχτά γελάκια της και τραβιέται από πάνω μου λέγοντας πάλι ότι δε γίνεται γιατί είναι αρραβωνιασμένη κι ο δικός της είναι εδώ. Τότε λέω «να την κάνω». «Όχι κάτσε» μου λέει. «Δε μας χέζει κι ο αρραβωνιάρης κι όλοι εκεί μέσα, εγώ γουστάρω να σου πιάσω τον κώλο». Τίποτα η χαμούρα όλο τραβιότανε κι έτσι που ’μουνα λιάδα δε γούσταρα παιχνιδάκια και το κούρασε γρήγορα το πράγμα.
Αυτή τη φορά σηκώθηκα κι έφυγα. Πήγα και κάθισα σε μια άδεια πολυθρόνα.
Άδειαζε σιγά σιγά το πάρτυ. Καθόμουνα αναπαυτικά καπνίζοντας και πίνοντας το κρασάκι μου και που και που χωνόμουνα σε κάποια κουβέντα που ’παιρνε τ’ αυτί μου. Σταμάταγαν με κοίταγαν, καταλάβαινα ότι ήμουνα εκτός θέματος, το βούλωνα.
Η γκόμενα είχε καρφωθεί να κοιτάει απ’ το μέρος μου. Το ’παιζα αδιάφορος.
Σπασίκλα αδερφέ μου. Όσο ήμουνα μαζί της το ’παιζε και πολύ παρθένα και δε γούσταρε κι έτσι και να την βλέπει ο αρραβωνιαστικός. Μαλακίες.
Πέρναγε η ώρα κι αυτή κοίταγε ακόμη και κανένας δεν είχε καθίσει μαζί της και κανα δυο φύγανε κακήν κακώς. Μάλλον τους έχεσε η δικιά σου, γιατί την κάναν παιγμένοι.
Μου την πέφτει η Αγγελική και κάθεται από αριστερά μου πάνω στην πολυθρόνα και το ρίξαμε στο τι κάνεις και πόσο έχουμε να ειδωθούμε και γιατί πίνεις τόσο ρε και μου άρεσε το βιβλίο σου και γιατί είσαι απαισιόδοξος κι αν δικέ μου δεν τη χούφτωνα, δεν τη φίλαγα θα είχα τρελαθεί.
Πού στο διάολο πάνε και βρίσκουν τόσα πολλά «γιατί» οι άλλοι για σένα και δεν έχουν τίποτα να πούνε για τον εαυτούλη τους; (…)

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΡΑΣ ζώδια & πορνό

CD και δίσκος βινυλίου (200 αριθμημένα αντίτυπα) για το πιο τελευταίο άλμπουμ του Δημήτρη Καρρά, που έχει τίτλο «Ζώδια & Πορνό» [B-otherSide, όγδοο.gr, studio pazl, 2015].
 Όπως συμβαίνει συχνά, έτσι και σ’ αυτό το άλμπουμ ο Καρράς συνεργάζεται με πολλούς και διαφόρους ερμηενυτές, αλλά βασικά με την Λόλα Γιαννοπούλου, παίρνοντας αυτό το «κάτι» κάθε φορά, που κρίνεται ως απαραίτητο προκειμένου τα τραγούδια του να πάνε παραπέρα. Ως φωνές συμβάλλουν λοιπόν ο Γιώργος Μαζωνάκης, ο ίδιος ο Καρράς, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Πέτρος Μάλαμας και η Ηλιάνα Πασπάλα – γνωστοί και λιγότερο γνωστοί τραγουδιστές (και τραγουδίστριες) θέλω να πω, που παίζουν άψογα τους ρόλους τους. Ιδίως αν αναφέρεται κανείς στον Μαζωνάκη και στο άσμα «Χαμένες υποθέσεις» που είναι εξαιρετικό.
Στίχους σε όλα σχεδόν τα τραγούδια τού δίσκου έχει γράψει ο Δημήτρης Καρράς, ενώ στις μουσικές έχουν βοηθήσει πολλοί και διάφοροι (από τον Νίκο Κουρκούλη μέχρι τους λιγότερο γνωστούς Τάκη Ψάρρη και Δρόσο Σκυλλά). Το καταγραμμένο αποτέλεσμα όλης αυτής της κουστωδίας δεν αφήνει περιθώρια για προσωπικές αιχμές. Όλα τα τραγούδια ακούγονται κοντά το ένα στο άλλο, βοηθούμενα από τις «σωστές» ενορχηστρώσεις και τα πολύ καλά λαϊκά και εντεχνολαϊκά παιξίματα (παρά την καθολική απουσία του μπουζουκιού – δεν το λέω τούτο ούτε για καλό, ούτε για κακό, απλώς το επισημαίνω), που κομίζουν μιαν αίσθηση παρέας.
Ο Καρράς έχει το ταλέντο να φτιάχνει τραγούδια, με ελληνικό στίχο, που ν’ ακούγονται. Που να είναι εύκολα στο αυτί, χωρίς να είναι απλοϊκά, και που ταυτοχρόνως να έχουν στιχάκια που να λένε. Να περιγράφουν, δηλαδή, σημερινές καταστάσεις (κοινωνικές, αισθηματικές κ.λπ.), συχνά και υπό τη μορφή διαλόγου – κάτι που τα κάνει ακόμη πιο συγκεκριμένα, γιατί όχι και πρωτότυπα. Βοηθούν, φυσικά, και οι ενορχηστρώσεις προς αυτή την κατεύθυνση (κιθάρες ακουστικές και κλασικές, πιάνο, βιολιά, τσέλο, κρουστά, μπάσο κ.λπ.) και βεβαίως οι φωνές που είναι πολύ «καθαρές», ενώ και όταν είναι πασίγνωστες προσαρμόζονται εύκολα στις απαιτήσεις του συνόλου (δεν είναι τυχαίο εξάλλου το γεγονός πως ο Καρράς έχει υπογράψει ιδιαίτερα τραγούδια για τους Βασίλη Καρρά, Γιάννη Κότσιρα, Σταμάτη Γονίδη, Μανώλη Μητσιά κ.ά.).
Το «Ζώδια & Πορνό» (ο τίτλος γι’ αυτά, αλλά και γι’ άλλα διάφορα χάλια της οθόνης) είναι ένα άλμπουμ που μιλάει για καταστάσεις σημερινές, δίχως πειράματα και μεγαλοστομίες. Και το κάνει… προτείνοντας τραγούδια για να τα λέμε. Το έχουμε ξαναπεί αυτό για τον Δημήτρη Καρρά και το ξαναλέμε.
Επαφή: www.b-otherside.gr

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ τώρα και σε βινύλιο

Τον προηγούμενο Δεκέμβρη, σχεδόν πριν ένα χρόνο, είχα γράψει τα σχετικά με αφορμή την κυκλοφορία του CD του Μπάμπη Παπαδόπουλου «Μέσα στον πόνο είν’ η χαρά, μεσ’ στη χαρά είναι ο πόνος» [Puzzlemusik]. Τώρα, εκείνο ακριβώς το άλμπουμ, ένα από τα καλύτερα της χρονιάς που τελειώνει σιγά-σιγά, κυκλοφορεί και σε βινύλιο από τις εταιρείες Puzzlemusik και B-otherSide. Με αυτή την αφορμή δημοσιεύω και πάλι το σχετικό κείμενο, που εξακολουθεί να ισχύει 100%. Ή μάλλον και κάτι παραπάνω…
Ο μουσικός, ορχηστρικός λόγος του Μπάμπη Παπαδόπουλου είναι αυτοδύναμος. Τούτο μπορεί να είναι γνωστό, εν πάση περιπτώσει, και από τις προηγούμενες δουλειές του (βασικά τις «Σκηνές από Ένα Ταξίδι» του 2008 και το «Απ’ τη Σπηλιά του Δράκου» του 2010), όμως είναι τώρα όταν, αυτή ακριβώς η (ορχηστρική) πληρότητα και αυτοδυναμία, αποκτά ακόμη πιο σαφή και μετρήσιμα χαρακτηριστικά. Το νέο άλμπουμ του βορειοελλαδίτη κιθαρίστα, που έχει τίτλο «Μέσα στον πόνο είν’ η χαρά μεσ’ στη χαρά είναι ο πόνος» (φράση δανεισμένη από ένα παλαιό κρητικό τραγούδι του Γιάννη Δερμιτζάκη), δεν είναι ένας δίσκος με τραγούδια, παρά ταύτα είναι μια δουλειά φτιαγμένη με καταφανή τραγουδιστική διάθεση.
Η μελωδική και αρμονική επεξεργασία που επιχειρεί εδώ ο Παπαδόπουλος δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Οι μουσικές του αναπτύσσονται μέσα σ’ ένα πλαίσιο αναβαπτισμένου άσματος, εκεί που η απουσία λόγου καλύπτεται, συχνά, από μιαν ακουστική παραίσθηση. Έχεις την εντύπωση, εννοώ, πως μέσα από τα μελωδικά «κεφάλαια» του άλμπουμ, ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να αναβλύσει μια γαλλική bal-musette, μια απω-ανατολίτικη μελωδία, ένα λαϊκό του ’50, ένα αμερικάνικο ρεμπέτικο του Κωστή, μία oriental αφήγηση του Farid al-Atrash, ή ένα «έντεχνο» τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου.
Θέλω να πω πως το ψάξιμο του Μπάμπη Παπαδόπουλου πάει πολύ πίσω στο χρόνο, φέρνοντας στη μνήμη μου εκείνο που επιχείρησε για τις λαϊκές μουσικές της πατρίδας του (και όχι μόνο για ’κείνες) ο διακεκριμένος αμερικανός κιθαρίστας John Fahey (1939-2001). Αυτή η contemporary προσέγγιση, που κατακρατεί, συγχρόνως, όλη την «άπλα» και τη «χάρη» των λαϊκών ήχων δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί. Χρειάζεται αναμφισβήτητη γνώση της παράδοσης και κυρίως την αναζήτηση ορισμένων συζεύξεων, που μπορεί να εντοπιστούν στις «μουσικές του κόσμου», πάνω στις οποίες (συζεύξεις) θα χτιστούν τα νέα πλαίσια.
Ο Παπαδόπουλος αντλεί πάντα, και εξ ίσου, τόσο από την τέχνη του λαού, όσο και από εκείνη της πρωτοπορίας. Έτσι, μια μινιμαλιστική, επαναληπτική χρήση των μοτίβων του δημιουργεί την πρέπουσα βάση πάνω στην οποία θα απλωθεί τόσο το μελωδικό υλικό, όσο και οι αρμονικοί σχεδιασμοί του. Το αποτέλεσμα είναι, πάντα, εκείνο που πρέπει. Ένα θαυμαστό άλμπουμ, το οποίο ισορροπεί, μαγικά, ανάμεσα στην οργανική λιτότητα και τον εκφραστικό πλουραλισμό. Τέσσερις μουσικοί (Δημήτρης Βλαχομήτρος μπουζούκι, Διονύσης Μακρής κοντραμπάσο, Μιχάλης Βρέτας βιολί, Φώτης Σιώτας βιόλα, βιολί) κι ένας πέμπτος (ο ίδιος ο συνθέτης και κιθαρίστας), που όχι μόνο γνωρίζονται όσο χρειάζεται και απαιτείται, αφού εμφανίζονται μαζί και από καιρό στις διάφορες σκηνές, αλλά και που, την ίδια στιγμή, εισπράττουν τη χαρά της συν-διαμόρφωσης και της συν-δημιουργίας. Το «Μέσα στον πόνο είν’ η χαρά μεσ’ στη χαρά είναι ο πόνος» είναι ένα σύγχρονο έργο, που αναδιατάσσει το «χθες» με όρους σημερινούς δίχως να απογυμνώνεται από τις πυρηνικές αξίες της δημιουργίας. Ενοποιεί διαφορετικής αφετηρίας παλαιούς ήχους, χρησιμοποιώντας μεθόδους προσέγγισης δοκιμασμένες στο χρόνο. Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό. Συνθέσεις όπως οι «Άνοιξη», «Υποκρισία», «Μ’ έναν φίλο απ’ τα παλιά», «Χορός με την φωτιά», «Καινούρια μέρα» –για ν’ αναφερθώ μόνο σε μερικές– εμπλουτίζουν τη φτωχή, προς αυτή τη κατεύθυνση, ελληνική δισκογραφία.

THE KATIE BULL GROUP PROJECT

Νεοϋορκέζα ερμηνεύτρια και τζαζ συνθέτρια, και ακόμη στιχουργός και ποιήτρια, η Katie Bull αποτελεί μια «περίπτωση» της τοπικής σκηνής – κάτι το οποίον επιβεβαιώνεται και μέσω του πιο πρόσφατου και πέμπτου κατά σειρά CD της.
Τι ακούμε ακριβώς στοAll Hot Bodies Radiate [Ashokan Indie, 2015]; Μια σειρά δικών της συνθέσεων/ ενορχηστρώσεων (έντεκα πρωτότυπα και δύο covers), που είναι τραγούδια κατά βάση, αλλά τραγούδια ιδιαίτερα και ιδιόμορφα. Πού έγκειται η ιδιαιτερότητα και η ιδιομορφία τους; Βασικά στον τρόπο που αποδίδει η Bull τους δικούς της στίχους – κάτι ανάμεσα σε τραγούδι και απαγγελία, με δόσεις θεατρικότητας, αλλά συγχρόνως και με σαφή γνώση/επαφή της μουσικής συνοδείας που αναπτύσσεται παρά τω πλευρώ της. Έτσι, το “All Hot Bodies Radiate” αν και είναι ηχογραφημένο σε στούντιο (Tedesco, 4/2013) στην πράξη έχει τη δύναμη και τη ζωντάνια του live. Μόνο η συμμετοχή του κοινού απουσιάζει…
Κατ’ αρχάς η Bull συνοδεύεται από μια ξεχωριστή ορχήστρα. Τέσσερις μουσικοί, ο καθείς με τη διαδρομή του στο χώρο (Landon Knoblock πιάνο, ηλεκτρονικά, φωνητικά, George Schuller ντραμς, Jeff Lederer σοπράνο, τενόρο, Joe Fonda μπάσο), που κινούνται με άνεση σε όλο το τζαζ φάσμα, πότε σουινγκάροντας, πότε παίζοντας ένα ακατέργαστο και διακεκαυμένο bop και πότε παρεκκλίνοντας προς το improv, την pop και το electro(!), μέσα από τις καίριες, κάθε φορά, οργανικές παρεμβάσεις τους. Αυτή η ποικιλομορφία, που παίρνει αφορμή βεβαίως από την στιχουργική τής Bull, χαρακτηρίζει κάθε στιγμή του άλμπουμ, που διαθέτει πολλές εξαίσιες στιγμές, όπως είναι, για παράδειγμα, η δραματική απόδοση του “Ding dong the witch is dead” των Harold Arlen/ E.Y. Harburg (με το φοβερό σοπράνο του Lederer και τα… φαζαρισμένα ηλεκτρονικά του Knoblock), η σύνθεση “The drive to Woodstock”, που διαθέτει τα εύπλαστα φωνητικά της Bull στην αρχή, αλλά και τα εντελώς space-jazz soli, μετά τη μέση, του Lederer και του Knoblock ξανά, αλλά και το “I guess this isnt Kansas anymore”, που είναι από μόνο του ένα highlight (ένα… σαν ψυχεδελικό κομμάτι, ένα αποσαθρωμένο blues, που παίρνει γραμμή από έναν ηλεκτρονικό κυκεώνα, για να εκτονωθεί μέσα σ’ ένα free περιβάλλον).
Γενικώς, το “All Hot Bodies Radiate” είναι ένα παράξενο, ένα διαφορετικό jazz άλμπουμ, που ναι μεν στηρίζεται στη… φυσική στιχουργία τής Katie Bull (“Love/ Nature/ The Nature of Love”), αλλά από την άλλη έχει να παρουσιάσει και ξέχωρο οργανικό ενδιαφέρον.
Επαφή: www.katiebull.com

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

DIEUF-DIEUL de THIÈS ο δεύτερος τόμος

Οι Σενεγαλάζοι Dieuf-Dieul de Thiès είναι ένα από τα proudly presents της Teranga Beat – της ελληνοσενεγαλέζικης εταιρείας του Αδαμάντιου Καφετζή. Δυόμισι χρόνια μετά το “Vol.1” που είχε κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2013, και για το οποίον μπορείτε να διαβάσετε εδώ http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/04/dieuf-dieul-de-thies-teranga-beat.html, έρχεται ένας δεύτερος τόμος για να επιβεβαιώσει την αξία αυτού του βραχύβιου γκρουπ που έδρασε στην τοπική σκηνή στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80.
Το άλμπουμ “Aw Sa Yone Vol.2”, που κυκλοφορεί σε CD και που σύντομα θα τυπωθεί και σε 2LP, ξεκινά από ’κει που τελείωσε το προηγούμενο, καθώς τα τέσσερα από τα επτά κομμάτια του είναι ηχογραφημένα από τον Moussa Diallo, τον θεματοφύλακα του senegambian ήχου της εποχής, στο Sangomar Night Club, που λειτουργούσε και ως στούντιο, στην πόλη Thiès της Σενεγάλης την 19/1/1982 – με τα υπόλοιπα τρία να είναι λίγο παλαιότερα και να προέρχονται από τον ίδιο χώρο, αλλά από ένα session της 26/2/1981.
Τα τραγούδια είναι πολύ πρώτα και καθώς απλώνονται στο χρόνο (ξεκινούν από πεντέμισι λεπτά και φθάνουν στα δώδεκα) ξεδιπλώνουν όλες εκείνες τις γνωστές (από τον πρώτο τόμο) χάρες και αρετές τους. Τις αρετές των μουσικών εννοώ, που είναι καμμιά δεκαριά, και οι οποίοι δημιουργούν φοβερές afro/ cuban/ jazz καταστάσεις.
Κορυφαία tracks υπάρχουν εδώ όπως το… δραματικό “Rumba para parejas”, από το ρεπερτόριο της Celia Cruz και των Sonora Matancera (το κομμάτι ξεφεύγει από το κουβανικό και κινείται στο στυλ της Orchestra Baobab) και ακόμη τα πρωτότυπα “Nianky” και “Raki” που σε αποτελειώνουν…
Περισσότερα για το “Aw Sa Yone Vol.2” των Dieuf-Dieul de Thiès, όταν κυκλοφορήσει και το βινύλιο… 
Επαφή: www.terangabeat.com

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

ΕΜΒΟΕΣ τρίτο τεύχος

Την 14/4 γράψαμε για το πρώτο τεύχος του fanzine εμβοές του Νικόλα Μαλεβίτση, πριν ένα μήνα (την 6/10), είπαμε κάποια λόγια για το τεύχος 2, ενώ τώρα ξεφυλλίζουμε και διαβάζουμε το τεύχος 3, που έχει υπότιτλο «μικρές ιστορίες μοτίβων πλεξίματος» και που συνοδεύεται από μια σχετική... πλεκτική κάρτα. Το τεύχος αυτό έχει διαφορετικό μέγεθος από τα δύο προηγούμενα (και τα τρία έχουν διαφορετικό μεταξύ τους μέγεθος), ενώ είναι δεμένο με ράχη και όχι με καρφίτσες. Τα σημειώνω αυτά, επειδή τίποτα δεν στερείται νοήματος…
Οι νέες εμβοές αναπτύσσονται κατά τον ίδιο τρόπο με τις προηγούμενες. Συνεντεύξεις προσώπων που γουστάρει ο Μαλεβίτσης και που έχουν παίξει, το καθένα, το δικό του ρόλο στη διαμόρφωση των γούστων του γράφοντα (του Μαλεβίτση εννοώ), και βεβαίως πολλών άλλων (αναγνωστών του fanzine ή όχι). Όλες οι συνεντεύξεις είναι μεστές και απολύτως ενδιαφέρουσες, και όλες ανταποκρίνονται στις βαθύτερες ανάγκες των μουσικόφιλων (εκείνων τέλος πάντων που νοιάζονται περισσότερο για τα «προχωρημένα» ακούσματα), καθώς φέρνουν στο φως πληροφορίες και λεπτομέρειες.
Η πρώτη συνέντευξη έχει να κάνει με τον Robert Zank, τον γερμανό παραγωγό και ιδιοκτήτη της εταιρείας Edition RZ. Οι φίλοι της ελληνικής avant, της avant γενικότερα, γνωρίζουν το label του Zank, επειδή, το 1992, τυπώθηκε εκεί ένα LP του Γιάννη Χρήστου! Βάζω θαυμαστικό καθότι προσπαθώ να ανακαλέσω και την δική μου έκπληξη, όταν αγόραζα εκείνη την εποχή (από πού ακριβώς; – δεν μπορώ να θυμηθώ) το συγκεκριμένο άλμπουμ. Στις αρχές των 90s με δυσκολία θα μπορούσε να βρει κάποιος το “Mysterion” (στο μαύρο ή το άσπρο εξώφυλλο), καθώς τα άλλα δύο LP τού έλληνα συνθέτη (ένα του ’74 κι ένα του ’90) ήταν δύσκολο να εντοπιστούν. Και το κυριότερο: ο Zank είχε φτιάξει ένα άλμπουμ που ακουγόταν πολύ καλά (εν αντιθέσει με το “Mysterion” ας πούμε, που είχε από μέτρια και κάτω ηχογράφηση).
Να τι λέει χρόνια μετά (πέρυσι) ο ίδιος ο Zank στον Μαλεβίτση:
«Η έκδοση του Χρήστου ξεκινά με τις σημειώσεις του Harry Halbreich, που περιλαμβάνονται στον θρυλικό δίσκο του Scelsi στη FY France. Ήταν ένα μακρόπνοο σχέδιο που άξιζε τον κόπο.(…) Ήταν στην αναλογική εποχή, που ήταν σωστή δοκιμασία να βρεις μια καλή κόπια αρχειακού υλικού. Πολλές από τις ιστορικές ηχογραφήσεις του Χρήστου ήταν ενδιαφέρουσες, αλλά είχαν περισσότερο ποιότητα ντοκουμέντου και μόνο μερικές αξιολάτρευτες ηχογραφήσεις χρησιμοποιήθηκαν για το δίσκο της RZ. Τα υπόλοιπα προήλθαν από άλλες πηγές και το βορειογερμανικό ραδιόφωνο(…)».
Ο Zank λέει κι άλλα πολλά κι ενδιαφέροντα σε σχέση με τον ίδιον, την εταιρεία του, τους αγαπημένους συνθέτες του (Jakob Ullmann) το έργο των οποίων προβάλλει, τον τρόπο που βλέπει τη «σύγχρονη μουσική» κ.λπ.
Η δεύτερη κουβέντα του Μαλεβίτση γίνεται με τον Werner Durand, έναν συνθέτη-πειραματιστή που είναι γνωστός όχι μόνο για τις μουσικές του, αλλά και για τα πρωτότυπα όργανα που κατασκευάζει. Ίσως, μάλιστα, ορισμένοι να θυμούνται τον Durant από τη συμμετοχή του στους περίφημους Urban Sax! Τα τελευταία χρόνια ο Durand δραστηριοποιείται μέσω του Logothetis Ensemble, ερμηνεύοντας μουσικές του Ανέστη Λογοθέτη. Η συζήτηση μάς αποκαλύπτει τη διαδρομή του μουσικού και το πώς από τους Beach Boys και τον μινιμαλισμό (Terry Riley κ.λπ.) έφθασε (ο Durand) να συνεργάζεται με τον Gilbert Artman (Urban Sax) και τους 13th Tribe, καταλήγοντας σήμερα στις αποδόσεις έργων τού Λογοθέτη. Να σημειώσουμε, ακόμη, πως ο Μαλεβίτσης είχε κυκλοφορήσει κι ένα CD του Durand στην absurd το 2008, το “Remnants from Paradise”.
Η επόμενη συζήτηση γίνεται με τον Eric Lanzilotta, τον άνθρωπο που βρέθηκε πίσω από την εταιρεία/ mail-order Anomalous Records (έδρα της η Δυτική Ακτή). Οι περισσότεροι που ψώνιζαν δίσκους από το εξωτερικό στα nineties (μέσω ταχυδρομείου) σίγουρα κάτι θα είχαν «αρπάξει» και από την Anomalous (εγώ, ας πούμε, θυμάμαι ν’ αγοράζω AMM, NWW και άλλα διάφορα), καθότι εκεί εύρισκες τα πάντα. Mail-order κολοσσός για την avant/ experimental/ electronic σκηνή, η Anomalous ξεκίνησε το 1991 και πρέπει να έκλεισε εκεί περί τα μέσα των 00s (δεν διευκρινίζεται ακριβώς). Λέει σε κάποια φάση ο Lanzilotta για το πώς κυλάνε σήμερα τα πράγματα:
«Τώρα ζω σε μία μικρή πόλη με χαμηλό κόστος διαβίωσης. Δε χρειάζεται να κάνω αρκετά για να πληρώσω τα έξοδά μου, κι έτσι δεν κάνω πολλά πράγματα. Έβγαλα το 10ιντσο των No-Neck Blues Band, αλλά οι πωλήσεις είναι χαμηλές. Είναι δύσκολο να προσδιορίσεις το κόστος του βινυλίου με τέτοια αντίδραση και αντιμετώπιση από την μπάντα. Νομίζω ότι αν είχε βγει το 2007 που το ’χαμε πρωτοσχεδιάσει θα είχε πάει πολύ καλύτερα. Η σκηνή έχει αλλάξει πολύ πλέον. Υπάρχουν βέβαια κυκλοφορίες που θα μπορούσα να κάνω, αλλά δεν εμπιστεύομαι πλέον τη διανομή τους. Σε αυτή τη φάση απλά βαριέμαι να μαζεύονται στοίβες από αντίτυπα κυκλοφοριών στο διαμέρισμά μου».
Δεν μπορώ να θυμηθώ από πού γνωρίζω το όνομα τού Μιχάλη Κοκολόγου, του επόμενου προσώπου που συζητά με τον Μαλεβίτση. Ο Κοκολόγος είχε για χρόνια δισκάδικο στην Άμφισσα, που πρέπει να το είχα επισκεφθεί στα 90s, αλλά σίγουρα δεν τον ξέρω από ’κει… τέλος πάντων… Η συνέντευξη αυτή έχει πολύ ζουμί, κυρίως γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο που λειτουργούσε το κύκλωμα (μαγαζιά, κόσμος κ.λπ.) στην επαρχία, όταν υπήρχαν ακόμη κανονικά δισκάδικα και όχι… ψευτοδισκάδικα που πουλάνε βασικά κινητά τηλέφωνα και τη σχετική γκατζεταρία. (Αν και τα παλαιότερα χρόνια, στην επαρχία, δίσκους πουλούσαν και μαγαζιά με ηλεκτρικές συσκευές… ξανά τέλος πάντων…). Ο Κοκολόγος, που έχει... ωραίο λόγο, μιλάει για οικείες λίγο-πολύ καταστάσεις (σ’ εμάς τουλάχιστον που έχουμε την ηλικία του), καταθέτοντας… στάση ζωής και ειλικρίνεια. Κι επειδή είναι φίλος με τον Μαλεβίτση η κουβέντα τους δεν είναι απλώς άνετη, είναι και ουσιαστική.
Το τρίτο τεύχος των εμβοών θα κλείσει με μιαν ακόμη κουβέντα. Αυτή τη φορά είναι ο Rigo Dittman που απαντά στις ερωτήσεις του Μαλεβίτση, εκδότης του γερμανικού fanzine Bad Alchemy, που τυπώνεται σταθερά από το 1984! Δεν γνωρίζω αν υπάρχει άλλη τέτοια περίπτωση... τόσο μακρόβιου fanzine εννοώ. Για το τι σημαίνει Bad Alchemy, αλλά και εκδοτική αυταπάρνηση, μπορεί να το πληροφορηθεί ο καθείς από το site www.badalchemy.de. Εμείς ας κλείσουμε, εδώ, με τα τελευταία λόγια του Dittman:
«Το Bad Alchemy είναι η δεύτερη και καλύτερη ζωή μου. Το τεχνητό μου μέλος για να έρθω σ’ επαφή με τον κόσμο. Είναι μια μόνιμη πηγή ενέργειας. Τρέμω στην ιδέα να μείνω χωρίς αυτή. Από την άλλη μεριά είναι το δικό μου κανάλι να πω “σας ακούω” και “σας ευχαριστώ” σε όλους εκείνους τους απίθανους δημιουργικούς τύπους. Έχω προσφέρει αυτά τα ευγενικά μηνύματα σε 80 μπουκάλια ως τώρα και θα συνεχίσω μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος».