Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (1926-2017): η περιπέτεια μιας «ακατάλληλης» ταινίας

Τo Vortex είναι μια μυθική ταινία του Νίκου Κούνδουρου. Όπως είχε πει ο ίδιος: 
«Σίγουρα το Vortex ή το Πρόσωπο της Μέδουσας είναι μια παράξενη ταινία. Γέννημα της αμέσως πριν τη δικτατορία ανώμαλης εποχής, φυγή θα μπορούσα να πω, ή ακόμα και απιστία στα δημόσια πράγματα, ή κούραση ή και οργή ή και όλα μαζί τα παραπάνω, και άλλα πολλά ακόμα.
Η ταινία γυρίστηκε σε δύο χώρους και σε δύο χρόνους. Η μισή γυρίστηκε σ’ ένα νησί του Αιγαίου το 1966-67 και η άλλη μισή στη Ρώμη και το Λονδίνο το 1970. Η αντιστικτική συρραφή των δύο μερών αποτελεί και το ύφος-κλειδί όλου του έργου. Η ταινία θέλει τη συμπαράσταση και τη βοήθεια του θεατή για να λειτουργήσει. Ως ένα σημείο είναι ένα πείραμα, ή μια άσκηση πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί. Κάθε στιγμή ο κίνδυνος να γλιστρήσουν όλα στο κενό είναι φανερός. Αλλά κι αυτός ο κίνδυνος περιλαμβάνεται μέσα στα υλικά κατασκευής της ταινίας.
Κατά τα άλλα, μπορώ να πω τώρα πως το πείραμα απότυχε. Όχι επειδή η ταινία είναι ίσως κακή –γιατί αυτό δεν έχει πια πολλή σημασία, καθώς τα σύνορα του καλού από το κακό είναι τόσο ρευστά– αλλά επειδή ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά. Αδιέξοδο. Έτσι το Vortex είναι απλά αυτό που είναι, ένας κινηματογράφος χωρίς μέλλον, αλλά και χωρίς παρελθόν, μετέωρος ανάμεσα στη χαρά που μπορεί να πάρει ίσως κανείς βλέποντάς τον, και στην αγανάκτηση. Εγώ τα γεύτηκα και τα δυο. Τώρα η σειρά σας».
Φάνης Χηνάς - Αλέξης Μανθεάκης
Και από το περιοδικό «Ελληνικός Κινηματογράφος» Δεκέμβρης 1966:

Η συνέχεια εδώ…

ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ αφιέρωμα στον Άλκη Αλκαίο

Μ’ ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στον πρόωρα χαμένο στιχουργό Άλκη Αλκαίο (1949-2012) κυκλοφορεί ο νέος Μετρονόμος (τεύχος 62, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017). Το αφιέρωμα, όπως πάντα συμβαίνει με τα αφιερώματα τού συγκεκριμένου περιοδικού, είναι πλήρες (καταλαμβάνει τις 54 από τις 86 συνολικώς σελίδες) και απλώνεται σε κάθε φάση της ζωής και της δημιουργίας τού ιδιαίτερου αυτού στιχουργού που σφράγισε, με τα λόγια του, το ελληνικό τραγούδι τα τελευταία 40 χρόνια.
Υπάρχει πολύ και καλό υλικό για να ψάξει κάποιος εδώ, άγνωστο εν πολλοίς –προσωπικώς αγνοούσα μεγάλο μέρος των όσων διάβασα– κείμενα δηλαδή που αφορούν περισσότερο στη ζωή τού Άλκη Αλκαίου και όχι κατ’ ανάγκην στα τραγούδια του, που είναι ούτως ή άλλως γνωστά και αγαπητά (από πολλούς). Μένω, λοιπόν, στα κείμενα των Θάνου Μικρούτσικου και Θανάση Συλιβού κατ’ αρχάς, φυσικά στα ντοκουμέντα που παρουσιάζονται –όπως εκείνη η διάλεξη, του Αλκαίου, για τον Καρυωτάκη, στην Πάργα, το 1967, όταν λεγόταν ακόμη Ευάγγελος Λιάρος (ο Αλκαίος)– και από ’κει και κάτω, από λίγο έως πολύ, σε όλα τα υπόλοιπα.
Το περιοδικό δεν είναι όμως… μόνο Αλκαίος, αφού υπάρχει και άλλη ενδιαφέρουσα ύλη, όπως για παράδειγμα η πολύ ωραία συνέντευξη του αγαπημένου ηθοποιού Γιώργου Μοσχίδη στον Αλέξη Βάκη. Ο Μοσχίδης λέει πολλά και ενδιαφέροντα, κάνοντας στοπ και στο πάθος του για τα ρεμπέτικα των 78 στροφών, καθώς υπήρξε για πολλά χρόνια ένας παθιασμένος συλλέκτης. Λέει κάπου: «Εν τέλει μάζεψα περίπου χίλιους πεντακόσιους δίσκους (σ.σ. όχι ευκαταφρόνητο νούμερο, καθώς μιλάμε για 78άρια), σμυρναίικα και ρεμπέτικα. Με είχε πιάσει μανία. Πολλές φορές, μάλιστα, στερούσα τον εαυτό μου από άλλα πράγματα για να αποκτήσω έναν σπάνιο δίσκο».
Περαιτέρω στον Μετρονόμο διαβάζουμε συνεντεύξεις του Γιώργου Κουμεντάκη, του Βαγγέλη Κορακάκη (για τον δίσκο του με τον Γιώργο Νταλάρα «Θαλασσινά Παλάτια»), του μπουζουξή Θανάση Βασιλά, κάτι για το σπάνιο δισκάκι του Μάνου Χατζιδάκι «Μπολιβάρ» και λοιπά...
Όπως πάντα… ένα γεμάτο τεύχος.
Αυτό είναι το πρώτο και ωραιότερο τραγούδι σε στίχους Άλκη Αλκαίου. Και μουσική τού Θάνου Μικρούτσικου φυσικά…
 

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

LARRY CORYELL (1943-2017)

Ο Larry Coryell, που πέθανε προχθές στα 74 χρόνια του, ήταν/είναι ένας από τους πιο αγαπημένους μου κιθαρίστες και γι’ αυτό θα γράψω τώρα λίγα λόγια – από ουσιαστική και όχι τυπική υποχρέωση.
Δεν θυμάμαι πού διάβασα για πρώτη φορά ή ποιος μου μίλησε για τον Larry Coryell, εκεί στις αρχές των eighties. Μάλλον κανείς. Μάλλον τυχαίως είχα αγοράσει –παρασυρόμενος από τι άραγε;– το πρώτο LP του που έπεσε ποτέ στα χέρια μου, αλλά όχι πρώτο δικό του, το “Introducing the Eleventh House” [Vanguard VSD 79342], που είχε κυκλοφορήσει το 1974. Θυμάμαι, ακόμη, πως είχα πάθει πλάκα με το παίξιμό του στην κιθάρα, που κάποιες φορές δεν το ξεχώριζες από τα σύνθια του Mike Mandel ή την τρομπέτα του Randy Brecker, μίλια μακριά απ’ ό,τι είχα μέχρι τότε (και αργότερα!) ακούσει. 
Αν και ο ήχος τού άλμπουμ –και το λέω τώρα αυτό– ήταν ελαφρώς «γυαλισμένος», οι συνθέσεις και τα παιξίματα ήταν φοβερά, καθώς κομμάτια όπως το “Birdfingers” ή το “Yin” (που ήταν σύνθεση του Wolfgang Dauner από την εποχή των Et Cetera – από τους οποίους είχε περάσει και ο Coryell) σου έπαιρναν αμέσως το σκαλπ. Η line-up; Απλώς… άπαιχτη. Με τη σειρά, και έτσι όπως τους βλέπετε (από αριστερά) στη φωτογραφία από το back cover: Randy Brecker τρομπέτα, Alphonse Mouzon κρουστά, Larry Coryell κιθάρες, Mike Mandel πιάνο, σύνθια και Danny Trifan μπάσο – οι μεγάλοι Eleventh House, που όρισαν, και αυτοί, το jazz-rock, και που έφτιαξαν στην πορεία και άλλα καλά άλμπουμ εκεί προς τα mid-seventies.
Κάποια στιγμή στα μέσα των eighties, καθώς δεν μου είχε φύγει η κάψα για το καλό jazz-rock, εντόπισα μερικά ελληνικής κοπής άλμπουμ του Larry Coryell, που μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση. Όχι μόνο γιατί είχαν γαμιστερές μουσικές (κοινώς αριστουργήματα του rock και του fusion), αλλά και γιατί τα βινύλια ήταν ελληνικής κοπής («ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ» διάβαζες στο κάτω μέρος του label με… μικρά κεφαλαία γράμματα), χωμένα μέσα σε χοντρά αμερικάνικα εξώφυλλα.
Δεν είμαι σίγουρος πότε ακριβώς «κόπηκαν» τα συγκεκριμένα LP στην Ελλάδα. Κατά πάσα πιθανότητα στις αρχές των seventies, ή πιο μετά, και μάλλον πρέπει να είχε βάλει το χεράκι του ο Τάσος Φαληρέας. (Κάτι πρέπει να είχα διαβάσει παλαιά γι’ αυτό, αλλά τώρα αποκλείεται να το βρω). Και δεν είχε «κοπεί» μόνο Larry Coryell, αλλά και άλλα LP της Vanguard, όπως το σπαρακτικό “War War War” του Country Joe McDonald, το “Red Buddha”του Stomu Yamashta και μερικά ακόμη (δεν τα θυμάμαι όλα τώρα), τα οποία γενικώς (για να μην πω και ειδικώς) απουσιάζουν από το discogs.
Και όσον αφορά στον Larry Coryell μιλάμε για τα ασύλληπτα LP του από τα late sixties-early seventies, όπως το “Coryell” του 1969, το “At the Village Gate” του 1971, το “Offering” του ’72 και δεν ξέρω ποια άλλα ακόμη.
Λέμε για δισκάρες, για φοβερά κιθαριστικά άλμπουμ, για ιστορικές line-ups (Bernard Purdie ντραμς, Ron Carter μπάσο, Jim Pepper φλάουτο, Steve Marcus σαξόφωνα κ.λπ.) και βεβαίως για tracks [όπως το “Sex” ή το “Jam with Albert (Stinson)” από το “Coryell”], που σπάνε κόκκαλα σχεδόν 50 χρόνια αργότερα.
"ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ"
Ήταν η εποχή, όταν ο Coryell είχε το status ενός Jimi Hendrix (εντάξει, πιο κάτω…) κάνοντας ακόμη κι εκείνον τον Eric Clapton να δηλώνει στον Frank Kofsky:
“Larry Coryell… he plays a lot of runs about the same as I play. You know, his simple ones. I can’t play all those things that he does, but he can play the things that I do. And he does.
Από το “The Rock Giants/ jazz & pop” [World Publishing, 1970]
Φυσικά, ο Coryell είχε ξεκινήσει νωρίτερα να παίζει κιθάρα – σε δίσκους άλλων, όπως στο “The Dealer” [Impulse!, 1966] του Chico Hamilton ή στο “Nine Flags” [Impulse!, 1966] του Chico O'Farrill, κάνοντας αισθητή την παρουσία του και ως μέλος των Free Spirits, ενός από τα καλύτερα νεοϋορκέζικα ροκ γκρουπ της εποχής. 
Όπως είχαμε γράψει και παλιότερα, για το μοναδικό LP τους, το “Out of Sight and Sound” [ABC S-593, 1967]:
Το άλμπουμ των Free Spirits είναι ηχογραφημένο στο New Jersey, στο τέλος του 1966, από τον Rudy Van Gelder, σε παραγωγή του Bob Thiele. Γενικώς, θα έλεγα πως πρόκειται για ένα ψυχεδελικό άλμπουμ, ενταγμένο περισσότερο (δηλαδή απολύτως) στο rock στρατόπεδο, παρά στο jazz. Pop, με την ευρύτερη έννοια, τραγούδια συντάσσουν τα Ελεύθερα Πνεύματα, τα οποία (τραγούδια) στην πορεία λαμβάνουν περίεργες διαστάσεις – κάτι που μπορεί να αναζητηθεί, με σιγουριά, στις προσωπικότητες των μουσικών που τους αποτελούσαν (Larry Coryell lead κιθάρα, σιτάρ, φωνή, Columbus Baker ρυθμική κιθάρα, Chris Hills μπάσο, Jim Pepper τενόρο, φλάουτο, Bob Moses ντραμς). Αλλοιωμένοι blues ρυθμοί, αρμονικά φωνητικά, προσεγμένη και όχι μπρούτα garage αισθητική, και βεβαίως τα πνευστά του Pepper να μετατοπίζουν, συχνά, το κέντρο βάρους προς πιο τζαζ καταστάσεις (“Cosmic daddy dancer”, “Storm”). Έτσι ανοίγει το jazz-rock κεφάλαιο...
Μνημειώδεις είναι επίσης, από εκείνη την περίοδο, οι παρουσίες του Larry Coryell σε άλμπουμ τρίτων, όπως στο “Memphis Underground” [Atlantic, 1969] του Herbie Mann ή στα έξοχα άλμπουμ του Steve Marcus, ενώ από την προσωπική, πια, δισκογραφία του δεν γίνεται να λησμονηθούν LP, όπως το “Spaces” [Vanguard, 1970] για παράδειγμα, μαζί με τους John McLaughlin κιθάρα, Chick Corea ηλεκτρικό πιάνο, Miroslav Vitous μπάσο και Billy Cobham ντραμς. Αντιλαμβάνεστε, προφανώς, το βάρος των ονομάτων…
Προς τα τέλη του ’70 ο Larry Coryell τακίμιασε με πολλούς μουσικούς (Philip Catherine, John Scofield, Stephane Grappelli, Chet Baker, Michael Urbaniak, Biréli Lagrène…), ψάχνοντας, πάντα, τα πολλαπλά επίπεδα του fusion, προσφέροντας καλούς δίσκους μέσα στο πνεύμα τής εκάστοτε εποχής.
Θυμάμαι, δε, πως τον παρακολουθούσα και στην εποχή του Jazz & Τζαζ, γράφοντας κείμενα για διάφορα άλμπουμ του, όπως π.χ. για το “Spaces Revisited” [Shanachie, 1997].
O Larry Coryell (δεξιά), με τον Γιώργο Φακανά 
(πηγή: www.fakanas.gr)
Ο Larry Coryell είχε επισκεφθεί τουλάχιστον μία φορά την Ελλάδα, τον Φεβρουάριο του 2007, όταν βρέθηκε στο Αθηνά Live του Γιώργου Φακανά (22-24/2), μαζί με τους Victor Bailey και Lenny White, για live και σεμινάρια.

ΛΑΚΗΣ ΧΑΛΚΙΑΣ μια επανεξέταση της «Φάμπρικας» θα μας βοηθήσει να βάλουμε κάποια πράγματα στη θέση τους

Χθες αναγκάστηκα ν’ ακούσω ξανά τους θρυλικούς «Μετανάστες» [ΕΜΙ/ Columbia] του Γιάννη Μαρκόπουλου σε στίχους Γιώργου Σκούρτη, επειδή στην «αρχική σελίδα» μου στο facebook είδα κάποιον πολύξερο να υποτιμά την πρώτη εκτέλεση τού Λάκη Χαλκιά, ποστάροντας εκείνη τη «δεύτερη» και πολύ μεταγενέστερη τού Μητροπάνου και μαζεύοντας λάικ με τη σέσουλα. Τα πήρα. Ήθελα να του απαντήσω, αλλά ο τύπος δε δεχόταν σχόλια από «μη φίλους», επειδή, προφανώς, θέλει μόνο να τον χαϊδεύουν.
Τι εστί, λοιπόν, Λάκης Χαλκιάς; Ας τα πάρουμε τα πράγματα κάπως από την αρχή – από τους «Μετανάστες» εννοώ.
Το ιστορικό αυτό άλμπουμ ηχογραφήθηκε στα στούντιο της Columbia στο διάστημα Μάιος-Ιούνιος 1974 (πριν την πτώση της χούντας δηλαδή) με ερμηνευτές τη Βίκυ Μοσχολιού και το Λάκη Χαλκιά και οργανοπαίκτες τους Κώστα Παπαδόπουλο μπουζούκι, Αριστείδη Μόσχο σαντούρι, Μάριο Κώστογλου κιθάρα, Χάρη Καλέα πιάνο, Νίκο Κεχαγιά μπάσο και Σπύρο Λιβιεράτο κρουστά.
Οι «Μετανάστες» ακούστηκαν πολύ τους πρώτους μήνες (και τα πρώτα χρόνια) της Μεταπολίτευσης, βγάζοντας τραγουδάρες, αφού δύο τουλάχιστον απ’ αυτά τα κομμάτια συγκαταλέγονται μεταξύ των ωραιότερων ελληνικών πέραν από εποχές και είδη. Το συγκλονιστικό (για πόσα τραγούδια μπορείς να πεις αυτή τη λέξη και να έχει 100% νόημα;) «Μιλώ για τα παιδιά μου» με τη Βίκυ Μοσχολιού και το απίστευτο ζεϊμπέκικο «Η φάμπρικα» με τον Λάκη Χαλκιά.

Η συνέχεια εδώ…

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

οι ΑΔΕΛΦΕΣ ΓΑΛΑΝΗ τραγουδούν Michael Cretu κ.λπ.

Τις τραγουδίστριες αδελφές Γαλάνη τις ήξερα από παλιά, από τον ελληνικό κινηματογράφο. Βασικά, θυμόμουν ένα τραγουδάκι που είχαν πει στην ταινία τού Στέλιου Τατασόπουλου «Αν Ήμουν Πλούσιος» (1972) – ήταν το ελαφρολαϊκό «Έτσι μ’ έκανε ο θεός» σε μουσική Τάκη Σούκα και στίχους Δημήτρη Πολίτη(;) ή Παρασκευής Πολίτου(;) ή κάποιου τρίτου τέλος πάντων, που είχε κοπεί και σε δισκάκι από την Polyphon [PS 346] με πίσω πλευρά το «Μάτια μου παραπονιάρικα».
Έπειτα θυμόμουν, επίσης από παλιά, από τα eighties, την πανέμορφη Τούλα Γαλάνη από τις ταινίες του Όμηρου Ευστρατιάδη, το «Ένα Ελεύθερο Κορίτσι» ή “Strange Girl in Love” (1973) και το «Ερωτισμός και Πάθος» ή “Girl of Passion” (1974), δίπλα στον Ανδρέα Μπάρκουλη, τον Χρήστο Νομικό, τον Νίκο Γαλανό κ.ά. Μάλιστα, είχα πέσει από τα σύννεφα, τότε στα eighties, όταν φίλος σινεφίλ μού είχε πει σ’ ένα στυλ πλάκας… «έχεις δει τσόντα με τη… Δήμητρα Γαλάνη; – έλα να δούμε». Να πω λοιπόν πω το όνομα τής Τούλας Γαλάνη, όταν τα σοφτ του Ευστρατιάδη έβγαιναν στο εξωτερικό, γινόταν… Dimitra Galani. Υπάρχουν και τυπωμένες αποδείξεις.
Η Τούλα Γαλάνη στο "Girl of Passion"
Εν πάση περιπτώσει οι αδελφές Γαλάνη είχαν κι αυτές την ιστορία τους, που ξεκινά κάπου στα μέσα των sixties. Όπως διαβάζουμε σ’ ένα ΦΑΝΤΑΖΙΟ του 1977 (τεύχος 429):
«Ηθοποιοί και τραγουδίστριες η Ιωάννα (σ.σ. η ξανθιά) και η Τούλα (σ.σ. η μελαχρινή με τις ματάρες) ξεκίνησαν την καριέρα τους από πολύ μικρές, παίρνοντας μέρος στις παραστάσεις του Παιδικού Θεάτρου του Δρόση. Γεννημένες στη Δράμα, αλλά εγκατεστημένες από πολύ μικρές με την μητέρα τους στην Αθήνα, είχαν πάθος για το θέατρο, αν και στην οικογένεια δεν υπήρχε τέτοια παράδοση(…). Σπουδάζοντας χορό, η Ιωάννα στη σχολή Ζουρούδη και η Τούλα στη σχολή Γαλάνη, απόκτησαν ένα ακόμη προσόν, ένα ακόμα εφόδιο. Πρώτη η Ιωάννα, που είχε πάρει άδεια ηθοποιού σαν εξαιρετικό ταλέντο άρχισε να εργάζεται στο θέατρο Βέμπο και μετά σ’ άλλα θέατρα. Η Τούλα βρήκε δουλειά στο μπαλέτο του Ακροπόλ και το ’66 βγήκε Μις Ελλάς».
Λέει η Τούλα Γαλάνη, πάντα στο ΦΑΝΤΑΖΙΟ:
«Όταν κέρδισα τον τίτλο αυτό σκέφτηκα να ακολουθήσω την καριέρα του μανεκέν, γράφτηκα μάλιστα και σε μια σχολή. Αλλά τελικά υπερίσχυσε η σκέψη να συνεργαστώ με την αδελφή μου και να κάνουμε κάτι μαζί, στο θέατρο ή το τραγούδι. (Ξεκινήσαμε) από τις επιθεωρήσεις πίστας, όπου τραγουδούσαμε, χορεύαμε και παρουσιάζαμε το πρόγραμμα. Το ’69-’70 όμως στραφήκαμε στο ελαφρολαϊκό τραγούδι, όχι γιατί δεν μας άρεσε αυτό που κάναμε έως τότε, αλλά γιατί το είδος και τα ντουέτα περνούσαν κρίση στην Ελλάδα. Αυτή η διαπίστωση ήταν που μας έκανε να εγκαταλείψουμε τελικά την πατρίδα μας».
Και πού βρέθηκαν-έπεσαν οι αδελφές Γαλάνη; Στη Δυτική Γερμανία και στα χέρια του Michael Cretu! Και όμως!!
Το 1979, κάτω από το όνομα Alaska, η Τούλα και η Ιωάννα Γαλάνη ηχογραφούν δύο 45άρια στη γερμανική Polydor με τα τραγούδια “Lady/ Love me baby” [Polydor 2042 056] και “Pitta, Patta, my love/ Do you wanna love” [Polydor, 2042 148]. Μάλιστα το “Love me baby” ήταν σύνθεση του Gary Unwin, που έπαιζε μπάσο στους Niagara.
Το “Lady”, που ήταν σύνθεση του Michael Cretu, ήταν ένα αρκετά ευπρόσωπο late seventies disco, στο στυλ των Baccara, που δεν νομίζω να έκανε κάποια ιδιαίτερη επιτυχία, τότε, στη Γερμανία. Το τραγούδι, πάντως, ακούστηκε και στην Ελλάδα, καθώς συμπεριλήφθηκε στο σάουντρακ της ταινίας του Κώστα Καραγιάννη «Τα Παιδιά της Πιάτσας» (1979), σε μια σκηνή με τους αείμνηστους Αθηνόδωρο Προύσαλη και Βαγγέλη Τραϊφόρο.
Τι απέγιναν, στα eighties και μετά απ’ αυτά, οι αδελφές Γαλάνη δεν γνωρίζω…
 

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ, ΜΑΡΙΑ ΚΡΑΣΟΠΟΥΛΟΥ αποστάσεις

Ούτε τον τραγουδοποιό Γρηγόρη Πολύζο γνώριζα, ούτε την ερμηνεύτρια Μαρία Κρασοπούλου ήξερα – κι ας είχαν κυκλοφορήσει, όπως διαβάζω, ένα άλμπουμ υπό τον τίτλο «Σε Τόπους που δεν Ξέρω» το 2012. Καλύτερα από μια μεριά, καθότι τώρα η μεγάλη έκπληξη των «Αποστάσεων» [Μικρός Ήρως, 2016] με χτυπάει… κατακούτελα. Με δύο λόγια... πριν πούμε λίγο περισσότερα. Το άλμπουμ αυτό είναι ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ, με σπάνια για την εποχή ελληνικά τραγούδια γραμμένα στη γλώσσα μας από τον Πολύζο και ερμηνευμένα (τα περισσότερα) από την Κρασοπούλου. Ναι, «έντεχνες» είναι οι «Αποστάσεις» – αν και δεν κολλάμε με τις ταμπέλες, όταν μπροστά μας λάμπουνε διαμάντια, όταν μας τυφλώνει η λάμψη τους.
Θέλω να το πω αυτό… Ποιό; Πως περίμενα εις μάτην ν’ ακούσω ένα, έστω ένα, «άκυρο» τραγούδι στις «Αποστάσεις». Κάποιο, που να είναι ή να μοιάζει με «γέμισμα», κάποιο από τα δέκα που να είναι μέτριο, αδιάφορο, σαν αυτά που ακούμε κάθε λίγο και λιγάκι από τους τραγουδοποιούς του είδους (αλλά και γενικότερα). Περίμενα αδίκως. Δεν υπάρχει μέτριο τραγούδι στις «Αποστάσεις», καθώς ακόμη κι εκείνα, τα λίγα, που δεν παίρνει πάνω της η Κρασοπούλου, έχουν τα στάνταρ προτερήματά τους – τις μουσικές, τους στίχους, τις ενορχηστρώσεις τους.
Από πού να ξεκινήσουμε λοιπόν; Ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο. Σπανίως συναντάς σ’ αυτό το είδος του τραγουδιού μια τόσο εντυπωσιακή, επί της ουσίας, ενορχήστρωση, που να μην «μπάζει» και να μην «κρεμάει» από πουθενά. Ο Πολύζος έχει κάνει σπουδαία δουλειά ενοποιώντας σ’ ένα σώμα τελείως διαφορετικές οργανικές πηγές. Ροκ κιθάρες (Άκης Τουρκογιώργης) με μπουζούκια (Μανώλης Καρντίνης), hammond (Γιώργος Κοντραφούρης) και τρομπέτες (Αντρέας Πολυζωγόπουλος) με κρητικές λύρες (Πάρις Περισυνάκης) και γκάιντες (Γιώργος Μακρής), κλαρινέτα (Άγγελος Πολίτης), όμποε (Γιάννης Τσελίκας) και κόρνο (Τάσος Μπακούρης) με κουαρτέτα εγχόρδων (Crescendo) και άλλα πολλά – γιατί υπάρχουν και άλλα πολλά (φυσαρμόνικες, τρομπόνι, μπάσο, ντραμς, πιάνο). Ο… καλός χαμός δηλαδή, κι ένας ήχος αισθητικά και τεχνικά κρύσταλλο.
Όσον αφορά στις μουσικές και τους στίχους… κι εκεί τα πράγματα στέκονται στο ίδιο υψηλό επίπεδο. Οι μελωδίες τού Πολύζου είναι εμπνευσμένες, αυθόρμητες και όχι τραβηγμένες. Συντονίζουν αληθινά τραγούδια εννοώ, όχι σχεδιάσματα – προσφέροντας στιβαρά ροκ, λαϊκά, «έντεχνα», ακόμη και «δωματίου» χρώματα. Οι στίχοι επίσης είναι πολύ καλοί και τους γράφουν η Αυγή Βυθούλκα, η τραγουδίστρια Μαρία Κρασοπούλου και ο Πόλυς Κυριάκου. Λόγια ερωτικά και κοινωνικοπολιτικά, με σωστές και ουχί αδιάφορες διατυπώσεις. Μικρά δείγματα (Α. Βυθούλκα): «Έρχονται λόγια καταπάνω μου αδέσποτα/ έχω χορτάσει όσα κρύβει ένας γκρεμός/ Στα σουπερμάρκετ προσφορά ο ουρανός/ αιμορραγώ, μα φαίνεται ανεπαίσθητα» και (Μ. Κρασοπούλου) «Τέσσερις τοίχοι, ένα δωμάτιο πανικού/ άδεια μπουκάλια, κλεισούρα και τσιγάρο/ τώρα μιλώ σε πρόσωπο πρώτο ενικού/ να καταφέρω τη ζωή στα χέρια μου να πάρω». Είναι κι αυτό μια κατάκτηση εν τέλει (εκεί φθάσαμε…). Να μιλάς απλά και να μη λες κοτσάνες ή τα ίδια και τα ίδια.
Τέλος οι φωνές. Η Κρασοπούλου είναι εξαιρετική τραγουδίστρια και αν προσέξει και προσεχθεί θα πάει πολύ μπροστά. Ο Μακεδόνας, που ακούγεται σ’ ένα τραγούδι και που γενικώς δεν τον αντέχω με τίποτα, είναι κι αυτός καλός. Τέλος, ο συνθέτης Πολύζος που λέει το τελευταίο τραγούδι του άλμπουμ (και με παραπέμπει, μελωδικώς, σε Θάνο Μικρούτσικο των seventies) έχει το δικαίωμα να πει κι αυτός κάτι (και εν προκειμένω τη… σκληρή κατάληξη τού CD). Καλά έκανε, ενώ θα έλεγα και «ευτυχώς», καθώς το «Αριστερόστροφα-δεξιόστροφα» ακούγεται στο τέλος-τέλος τού άλμπουμ…
Επαφή: www.mikrosheros.com
  

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

SAVVAS METAXAS νέα ηλεκτροπειραματική κασέτα

Για τον πειραματιστή Σάββα Μεταξά έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον, είτε με αφορμή την παρουσία του σε σχήματα (Good Luck Mr. Gorsky), είτε για τις συνεργασίες του (με Σπύρο Εμμανουηλίδη), είτε για τις προσωπικές δουλειές του (θυμάμαι ένα ωραίο CD-R στην Orila από το 2013).
Στο παρόν Inwards [Αυτοέκδοση], που κυκλοφορεί σε ελάχιστες κασέτες (μόλις 14 διάβασα στο discogs), o Μεταξάς απλώνει σε δύο πλευρές (τρία tracks) και περί τα 45 λεπτά ένα άκουσμα, που προέρχεται κατ’ αρχάς από δικές του συνθέσεις (περασμένες από modular synth), σε συνδυασμό με κάποια samples και field recordings. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς περιπετειώδες, είναι και ευχάριστο. Εννοώ, πως το άκουσμα διατηρεί μια συνοχή (μέσα στον πειραματισμό του), ενώ ανταποκρίνεται πλήρως σ’ εκείνη την… μη αναμενόμενη εξέλιξη που επιβάλλεται, θα έλεγα, σε τέτοιου τύπου εγγραφές. Οι ηλεκτρονικές αναφορές του Μεταξά, θα μπορούσε να είναι πολύ παλαιές, καθώς τα bleeps θυμίζουν, μερικές φορές, ακόμη και πρώιμο ηλεκτρονικό Ξενάκη, με τα «γεμίσματα», που ακολουθούν, πάνω σ’ αυτόν τον κατακερματισμένο καμβά, να προσθέτουν σε δύναμη και διάθεση… ανατρεπτική.
Η εγγραφή σε κασέτα παρέχει ένα ακόμη ανεπαίσθητο υπόστρωμα, που σχετίζεται με τη ροή της ταινίας, και που συμμετέχει, και αυτό, επί ίσοις όροις, στο τελικό άκουσμα.

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΤΑΡΑΣ (1934-2017) – 10 εξώφυλλα από την ελληνική δισκογραφία

Ο ζωγράφος Δημήτρης Μυταράς, που έφυγε χθες από τη ζωή, είχε ντύσει με έργα του διάφορα εξώφυλλα της ελληνικής δισκογραφίας.
Αν και ξεκίνησε να συνεργάζεται, σ’ αυτό τον τομέα, με τον Μάνο Χατζιδάκι ήδη από το 1961 και το «Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε», θα θυμόμαστε τον Μυταρά από τα καταπληκτικά εξώφυλλά του στα άλμπουμ του Γιάννη Μαρκόπουλου, κυρίως, από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80.
Δέκα απ’ αυτά τα εξώφυλλα βλέπουμε στη συνέχεια…

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

ο NOAH PREMINGER σ’ ένα… μετα-Τραμπικό άλμπουμ

Τα τελευταία άλμπουμ του τενόρο σαξοφωνίστα Noah Preminger ήταν «θάνατος». Λέω για το “Pivot: Live at the 55 Bar” [Private, 2015] και για το “Dark was the Night, Cold was the Ground” [Private, 2016], αμφότερα παρουσιασμένα εδώ στο δισκορυχείον. Ο Preminger έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από τις μέρες του ξεκινήματός του και αυτό δείχνει, γενικώς, έναν μουσικό, που «αγωνιά» για κάθε επόμενη δουλειά του, που το ψάχνει δηλαδή επιχειρώντας να δημιουργήσει όλα εκείνα τα αισθητικά αναχώματα επί των οποίων θα πατήσει κάθε νέο δισκάκι του. Έτσι λοιπόν και στο πιο πρόσφατο CD του, που έχει τίτλο Meditations on Freedom [Dry Bridge Records, 2016/17], o Preminger με την παρέα του (τον τρομπετίστα Jason Palmer, τον μπασίστα Kim Cass και τον ντράμερ Ian Froman) ψάχνουν να βρουν, και το βρίσκουν, το βάθρο πάνω στο οποίο θα πατήσουν. Και αυτό δεν είναι άλλο από την κοινωνικοπολιτική κατάσταση, έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται (ή θα διαμορφωθεί) μετά την εκλογή Τραμπ στην Αμερική. Μάλιστα το άλμπουμ του Preminger κυκλοφόρησε την 20η Γενάρη τρέχοντος, την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων του νέου προέδρου και είναι καταφανώς επηρεασμένο από το ρεπουμπλικανικό προεκλογικό κλίμα όλων των προηγούμενων μηνών.
Ο Preminger (όπως και εκατομμύρια άλλοι στην Αμερική – υπάρχουν βεβαίως και τα αντίθετα εκατομμύρια…) έχει τη γνώμη πως η εκλογή Τραμπ θα επηρεάσει αρνητικά την καθημερινότητα των πολιτών. Σκέπτεται μάλιστα, ή μάλλον πιθανολογεί, πως μπορεί να επαναληφθεί ένας είδος… sixties αγωνιστικότητας, όταν οι μειονότητες (φυλετικές και άλλες) αγωνίζονταν για τα δικαιώματά τους, με τη μουσική (και την jazz) να παίζει το δικό της ρόλο στις γενικότερες εξελίξεις. Αν είναι να συμβεί κάτι τέτοιο για το καλό της μουσικής, τότε δεν ξέρω αν πρέπει να πω… μακάρι να συμβεί. Τέλος πάντων… Η μουσική, και βεβαίως η μουσική του Preminger, μπορεί να παίρνει αφορμή από χίλια-δυο τινά, έχει όμως και τη δύναμη, το χάρισμα, πείτε το όπως θέλετε, να περνά πάνω απ’ όλα αυτά, ακολουθώντας το δικό της ξεχωριστό δρόμο. Και εδώ, στην περίπτωση του “Meditations on Freedom”, ο… δρόμος αυτός είναι μια… ακουστική/ αισθητική λεωφόρος.
Το σετ του Preminger χωρίζεται σε δύο μέρη. Στις versions, που δίνουν, αν θέλετε, και το πιο «αγωνιστικό» πνεύμα στο άλμπουμ [διασκευάζονται τα “Only a pawn in their game” του Bob Dylan, “Just the way it is” του Bruce Hornsby, “A change is gonna come” του Sam Cooke και “Give me love (Give me peace on earth)” του George Harrison] και βεβαίως στα originals, που είναι πέντε στον αριθμό και που μεταφέρουν (από τους τίτλους τους) έναν παρόμοιο «αέρα» (“We have a dream”, “Womens march” κ.λπ.).
Το όλον κλίμα, είτε αφορά στις διασκευές είτε στα πρωτότυπα εμφανίζει στοιχεία τής λεγόμενης spiritual jazz των sixties-seventies, όταν δεν διολισθαίνει προς περισσότερο εμφανείς blues/hard bop φόρμες. Γενικώς, μιλάμε για μιαν ομάδα αρίστων οργανοπαικτών, που παίζουν αρκετό καιρό (χρόνια) μαζί, δένοντας και φτιάχνοντας τον «προσωπικό» ήχο τους, που παραμένει, πάντα, δυναμικός και φυσικά απολαυστικός. Το “Meditations on Freedom” είναι απ’ αυτά τα άλμπουμ, εννοώ, που ξέρουν να φτιάχνουν σ’ αυτόν τον απόλυτο βαθμό μόνον οι Αμερικάνοι – κάτι που σχετίζεται, φυσικά, όχι μόνον με τις σπουδές τους (στα καλά μουσικά σχολεία που έχουν φοιτήσει), αλλά και με το ευρύτερο βίωμα.
Προχωράμε…
Επαφή: www.noahpreminger.com

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 6

15/2/2017
Μαζί με τούς Γκούτσηδες ήρθε και ο Μαζώ στην επικαιρότητα.
Το "Κενό" είναι το καλύτερο τραγούδι που έχει πει ποτέ (με διαφορά). Και γαμώ τα κομμάτια...
Τον είχα δει live στην Πάτρα στις αρχές του '90 (όταν ήταν ακόμη άγνωστος). Μεγάλη μούρη...

15/2/2107 
¡VIVA GRECIA!
Το «Μαντολίνο» του Χατζιδάκι από την απίστευτη ηλεκτρική κιθάρα του Σπύρου Πιπεράκη (προσέξτε τι παίζει ο άνθρωπος!).
Ισπανικό δισκάκι, με 4 κομμάτια, από τo 1962... 

15/2/2017 
Από μπροστά παρθένα και από πίσω τραίνα…
ΝΑΙ στους Ιταλιάνους, υπό κάποιες προϋποθέσεις, και τα λεφτά στο χέρι (ώστε να πάρει κάτι και ο... σλοβάκος φορολογούμενος)
(Ακρόπολη, ΗΧΟΣ και ΦΩΣ, Απρίλιος-Οκτώβριος 1959)

14/2/2017 
Έχει πλάκα το facebook.
Ποστάρει κάποια το «Μεγάλο Ερωτικό» και παίρνει εκατό τόσα λάικ!!
Τελικά, έχει ξελασπώσει πολύ κόσμο ο Χατζιδάκις…

13/2/2017 
ΓΑΜΩ ΤΟ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟ ΠΑΝΚ, ΓΑΜΩ ΤΟ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΑΛΛΟ, ΓΑΜΩ ΤΟ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟ ΧΙΠ-ΧΟΠ. ΖΗΤΩ ΤΟ ΓΚΑΡΑΖ ΚΑΙ Η ΨΥΧΕΔΕΛΕΙΑ!!
Το ζήτημα σε σχέση με τη ΧΑ δεν είναι το παρελθόν της (δεν έχουν νόημα τα ληγμένα), καθώς αυτό το ξέρουμε εμείς που το ξέρουμε –το λέω, γιατί οι άλλοι που δεν ενδιαφέρθηκαν να το μάθουν δεν θα ενδιαφερθούν να το κάνουν ούτε τώρα δυστυχώς–, αλλά το πώς θα εξελιχθεί από δω και κάτω, και μετά τη δίκη. Φρονώ, εννοώ, πως της ετοιμάζουν κοστούμι Λεπέν (η οποία ως γνωστόν, τώρα, δεν θέλει ούτε να τους βλέπει).
Θέλω να πω πως δεν θα είναι μακριά η δημιουργία ενός λεπενικού κόμματος στην Ελλάδα (που θα στεγάσει τους πάντες, από Καρατζαφίρερ, μέχρι Βορίδη, Άδωνι, και όλους τους… μεταποιημένους χρυσαυγίτες). Κι αυτό δεν ξέρω αν θα είναι καλό (επειδή θα υπάρξει μια εξομάλυνση, μια στρογγυλοποίηση διαφόρων ακραίων θέσεων και, λογικά, απουσία εγκληματικών πράξεων) ή κακό (επειδή αυτά τα μαύρα αποφάγια θα είναι μαζεμένα κάπου όλα μαζί).
Κατά τα λοιπά… γαμώ το ναζιστικό πανκ, γαμώ το ναζιστικό μέταλλο, γαμώ το ναζιστικό χιπ-χοπ. Ζήτω το γκαράζ και η ψυχεδέλεια!! 

13/2/2017 
Έλαβα κι εγώ τη νέα μηνιαία εισφορά στον ΕΦΚΑ – αισθητά μικρότερη από την προηγούμενη (του παλιού ασφαλιστικού). Χάλια η κατάσταση.
Για μας τους κάπως παλιότερους, που έχουμε πληρώσει κάμποσα χρόνια, το νέο ασφαλιστικό λειτουργεί σαν ένα δεύτερο PSI. Ουσιαστικά έγινε για να αιτιολογηθεί η λεηλασία εκείνων (των πολλών), που έχουμε μέχρι τώρα δώσει.
Τώρα, αν θες μια αξιοπρεπή σύνταξη θα πρέπει να δηλώνεις πολλά (πράγμα που θα σε οδηγήσει να πληρώνεις μεγαλύτερους φόρους – οπότε μία η άλλη). Όλοι οι υπόλοιποι, δηλαδή η μάζα, θα κυμανθούμε, όταν έρθει... η ώρα μας, ανάμεσα στην εθνική σύνταξη (τα 346 ευρώ) και τα 500 ευρώ (βαριά-βαριά).
Συμπέρασμα; Ό,τι δίνουμε από ’δω και πέρα θα είναι ΕΝΤΕΛΩΣ ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ. Τα παλιά ήταν ΑΠΛΩΣ ΠΕΤΑΜΕΝΑ.

13/2/2017 
ΣΤΟ ΠΑΡΤΥ KAI Ο ΧΩΜΕΝΙΔΗΣ. ΠΑΡ'ΤΗ ΚΑΙ ΦΥΓΕ...
Γράφει ο Χωμενίδης στο facebook (και στο capital.gr) σε σχέση με το πάρτυ στη Βουλιαγμένη του Κηλαηδόνη (25/7/1983):
«Ήμουν εκεί. Δεκαεφτά σχεδόν χρονών, με μαλλί άφρο, στρογγυλά γυαλιά αλά Τζον Λένον, καμιά τριανταριά κιλά ελαφρύτερος από ό,τι τώρα -πετσί και κόκκαλο ούτως ειπείν-, με ανέμους θυελλώδεις να πνέουν ακατάπαυστα εντός μου τροφοδοτούμενοι από διαβάσματα - "Οκτάνα" του Ανδρέα Εμπειρίκου, "Το Επαναστατικό Πρόβλημα Σήμερα" του Κορνήλιου Καστοριάδη, "Το Μεγάλο Ρεμάλι" του Jean Marc Reiser που φιλοξενούνταν στο περιοδικό κόμικ "Παρά Πέντε"».
Ας τον πληροφορήσει κάποιος λοιπόν πως το βιβλίο του Καστοριάδη κυκλοφόρησε το 1984, όπως εξάλλου και το πρώτο «μηδενικό» τεύχος του Παρά Πέντε (Δεκέμβριος ’84).
Μάλλον κανα Μπλεκ θα διάβαζε ή κανα Δυναμικό Αγόρι...

12/2/2017 
ΠΕΘΑΝΕ Ο ΠΙΤ ΚΑΪΖΕΡ
Για μας που παρακολουθούσαμε ποδόσφαιρο στα σέβεντις το όνομα του Κάιζερ ήταν μαγικό. Το ίδιο μαγικό με του Κρόιφ. Αριστερό εξτρέμ στη μεγάλη Ολλανδία και τον Άγιαξ της εποχής, ο Κάιζερ συγκροτούσε με τον Κρόιφ ένα άπιαστο δίδυμο που σμπαράλιαζε τις αντίπαλες άμυνες.
Έφυγε προχθές από τη ζωή στα 74 του.
(Στη φωτογραφία… πάντα αριστερά τού Κρόιφ)

12/2/2017
Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΩΜΑΛΙΑΣ
Σιγά μην αγοράσουμε ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ (είχε-δεν είχε Κηλαηδόνη).
Δεν έχουμε λεφτά για πέταμα.
Τελευταία φορά που αγόρασα τη συγκεκριμένη φυλλάδα ήταν πριν καμμιά δεκαετία, όταν είχε δώσει κάτι ελληνικές τσοντούλες…

11/2/2017 
Μάγκες εκεί στο Κορδελιό, που θα την κάνετε όλοι λόγω μπόμπας, κλειδαμπαρώστε τα σπίτια σας πριν φύγετε, γιατί, μετά, μπορεί να βρείτε μόνο τα μπετά.

11/2/2017
ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΩΣ ΕΧΩ ΜΕΙΝΕΙ ΠΙΣΩ…
Εντάξει την Uranya την ξέρω, είναι αυτή η χοντρή η κόρη τού Τάπα (εγώ έτσι τα λέω και σε όποιον αρέσει), που πιστεύει πως υπάρχουν καθαροί λαοί και… πίτσες μπλε.
Αυτή η καρακαηδόνα η Συνατσάκη ποια είναι;

11/2/2017 
TARKIDI ή T’ ΑΡΧΙΔΙ;
Ένα θρυλικό κόμικ περιοδικό, που έβγαζαν οι αδελφοί Χατζάρα, ο Αντώνης και ο Σπύρος (σήμερα «Δελτίο των 11», «Αβάπτιστος» κ.λπ.) στις αρχές των έιτις. Εδώ το πρώτο τεύχος από τον Ιούνιο του 1980.
(Βγήκε οπωσδήποτε πριν από το ΜΑΜΟΥΘ, αλλά μετά από την ΚΟΛΟΥΜΠΡΑ).

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

MIGUEL ZENÓN típico

Θυμάμαι ακόμη το φοβερό προηγούμενο CD τού πορτορικανού άλτο σαξοφωνίστα Miguel Zenón, το Identities are Changeable” [miel MUSIC, 2014] για το οποίο είχα γράψει πολύ καλά λόγια, εδώ, στο δισκορυχείον. Πρόκειται, εν ολίγοις, για έναν… ευφάνταστο, δημιουργικό παίκτη με ισχυρό θεωρητικό και πρακτικό background, που δεν αφορά μόνο στη μουσική, αλλά και σε γενικότερα θέματα που έχουν κοινωνικοπολιτικές αφετηρίες. Το γεγονός ότι ο Zenón έχει εμφανισθεί/συνεργαστεί με τους Charlie Haden, Fred Hersh, David Sanchez, The Mingus Big Band, Ray Barreto, Jerry Gonzalez, Bobby Hutcherson και άλλους, έχοντας ηχογραφήσει έως σήμερα καμμιά δεκαριά προσωπικά άλμπουμ φανερώνει όσο να ’ναι το «ειδικό βάρος» του στο χώρο, κάτι που εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώνεται και με το παρόν έσχατο CD του… τοTípico [miel MUSIC, 2017].
Για τις ανάγκες αυτού του άλμπουμ ο Zenón, μαζί με τους συνεργάτες του Luis Perdomo πιάνο, Hans Glawischnig μπάσο και Henry Cole ντραμς, μπήκε σ’ ένα στούντιο του Brooklyn, τον Μάρτιο του ’16, ηχογραφώντας οκτώ μέσης διάρκειας συνθέσεις μέσω των οποίων δείχνει την πίστη του στα προαιώνια και κλασικά τής jazz – στη διευθέτηση ενός ρεπερτορίου, που να στοχεύει στην ψυχή και το σώμα κατά τα πρότυπα του ’60 και πέραν αυτών.
Ζωντανή, πλούσια, χειμαρρώδης μουσική, με ευφάνταστες μελωδικές αναπτύξεις, εξαιρετικά, σφιχτά και απολύτως προσανατολισμένα soli, αυτοσχεδιασμοί που δεν ανατρέπουν τίποτα, απλώς αναπτύσσονται ευφυώς πάνω στις ίδιες αισθητικές ράγες, και βεβαίως κομμάτια που μπορείς να τ’ ακούς και να τα ξανακούς, καθώς, κάθε φορά, σε πιάνουν όλο και πιο «μέσα», όλο και πιο «βαθιά».
Στην πρώτη σειρά θα τοποθετούσα… αυτά, εκεί, στη μέση του άλμπουμ, που είναι θανατηφόρα. Πρώτα το τρίτο “Ciclo”, μετά το φερώνυμο “Típico” και μετά το “Corteza”, δίχως, βεβαίως, να υστερεί κανένα από τα υπόλοιπα.
Ο Miguel Zenón κάνει για μιαν εισέτι φορά ένα έξοχο τζαζ άλμπουμ, που το απολαμβάνεις σε κάθε στιγμή του, σε κάθε μέτρο του, από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα!
Δεκάρι! Ή, τέλος πάντων, κάπου εκεί κοντά...
Επαφή: www.miguelzenon.com
 

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΖΑΚΥΝΘΙΝΕΣ ΣΕΡΕΝΑΔΕΣ; το «Ουράνιο πλάσμα» του Τζώρτζη Κωστή με την επιμέλεια του αείμνηστου Δημήτρη Λάγιου

Ο ζακυνθινός συνθέτης Δημήτρης Λάγιος, που έφυγε τόσο νωρίς από τη ζωή, το 1991, στα 39 χρόνια του, υπήρξε μια αξιολογότατη μουσική προσωπικότητα. Και τούτο γιατί επιχείρησε στο σύντομο βίο του να καταγράψει όχι μόνο τη δική του πνοή και ευαισθησία σε θαυμάσια (σύνθετα) έργα και (απλά) τραγούδια, αλλά και να αναδείξει την τέχνη άλλων. Την τέχνη των συντοπιτών του, των ζακυνθινών συνθετών (ανώνυμων και επώνυμων), που δημιούργησαν, χοντρικά, στην εκατονταετία 1850-1950. Λαϊκά τραγούδια εν ολίγοις, τα οποία θα άκουγε, οπωσδήποτε, ο Λάγιος στον τόπο που γεννήθηκε, που θα συμπλήρωνε αργότερα με τον προσωπικό ερευνητικό του κάματο, και που θα έβλεπαν το φως της δισκογραφίας, μέσα από τη δική του ώθηση, στη δεκαετία του ’80 πια.
Ο λόγος για τα άλμπουμ «Λαϊκά Τραγούδια της Ζάκυνθος» (1985) σε συνεργασία με το Κάλβειο Παραδοσιακό Συγκρότημα και τους Τραγουδιστάδες του Ασκηταριού, «Του Σολωμού και της Ζάκυνθος» (1986) και «Ζακυνθινές Σερενάδες» τού συνθέτη Τζώρτζη Κωστή (1870-1959), τούτο το τελευταίο από το 1988. Σ’ αυτό το άλμπουμ, που έγινε φυσικά με την επιμέλεια του Λάγιου (ενορχηστρώσεις, παραγωγή κ.λπ.) τραγουδούσαν ο τενόρος Κωνσταντίνος Παλιατσάρας, ο βαρύτονος Διονύσης Τρούσσας, ενώ συμμετείχε και η Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων του Δήμου Πατρέων. Το ρεπερτόριο; Συνθέσεις του Τζώρτζη Κωστή σε στίχους Δημητρίου Πελεκάση (1881-1973) και Γιάννη Τσιλιμίγκρα (1872-1947).
Ποιος ήταν όμως ο Τζώρτζης Κωστής; Όπως γράφει ο Στέλιος Τζερμπίνος στον τόμο «Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β Συνετό» [Ζάκυνθος 2009]:
«Ο Γεώργιος Τζώρτζης Κωστής (1871-1959) είναι ο πατέρας της ζακυνθινής σερενάτας. Οι 18 περίπου διωδίες του (τα ντουέτα του), που σήμερα διασώζονται σε δύο αξιόλογες δισκογραφικές εκδόσεις (σ.σ. η πρώτη είναι αυτή σε επιμέλεια Δημήτρη Λάγιου και η δεύτερη οι «Σερενάτες» σε μιαν έκδοση 2LP του 1993, σε παραγωγή των Φίλων του «Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων»), αλλά και στη μνήμη κάποιων παλιών Ζακυνθινών, αποτέλεσαν αποθέωση του ιταλικού μπελκάντο σε τοπικά πλαίσια και οδηγούς έκφρασης ερωτικών καημών, από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και το μοιραίο 1953 (σ.σ. με τους καταστρεπτικούς σεισμούς). Στάθηκαν ακόμη και μοντέλα συνθετικής έμπνευσης για τους συνθέτες της αθηναϊκής καντάδας. Ελάχιστες οι λεπτομέρειες για τη ζωή του και τις μουσικές του σπουδές. Δεν ξέρουμε ούτε πώς ούτε πού έμαθε μουσική. Πιθανολογούμε απλά ότι υπήρξε μαθητής του ιταλού αρχιμουσικού του Φιλαρμονικού Συλλόγου Ζακύνθου Φραντσέσκο Νικολίνι. Ο Τζώρζης Κωστής γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και πέθανε 88 χρονών στο Άργος. Μέχρι τη σεισμοπυρκαϊά του 1953 στη Ζάκυνθο, μετερχόμενος το επάγγελμα του ράφτη. Παράλληλα πρόσφερε τη μουσική και συνθετική του εμπειρία στην εκκλησιαστική χορωδία της Μητρόπολης, ως συντονιστής της χορωδίας και ως βαθύφωνος. Το μεγάλο του ρόλο όμως στη μουσική ιστορία της Ζακύνθου ο Κωστής τον είχε διαδραματίσει μέχρι το 1912. Μέχρι τότε είχε προσφέρει στη Ζάκυνθο, και το τραγούδι, υπέρτατα δωρήματα μουσικής έμπνευσης και κοσμικού πάθους, εκφρασμένα μέσα από τις ερωτικές διωδίες (ντουέτα – σερενάτες) που είχε συνθέσει κυρίως πάνω σε στίχους του ωραιολάτρη γιατρού και ποιητή Γιάγκου Τσιλιμίγκρα και του ζωγράφου-ποιητή Μίμη Πελεκάση. Ο σχεδόν ισοπεδωτικός σεισμός του 1912 στη Ζάκυνθο υπήρξε για τον Κωστή καθοριστικός. Θεώρησε το γεγονός ως προειδοποίηση εξ ουρανού για τις… αμαρτίες του και η μετάνοιά του υπήρξε ακαριαία. Οι ερωτικές νυκτωδίες αντικαταστάθηκαν με εκκλησιαστικά χερουβικά».
Μία από τις ωραιότερες, αν όχι η ωραιότερη διωδία του Κωστή είναι, οπωσδήποτε, το «Ουράνιο πλάσμα», που το πρωτάκουσα σε δίσκο από τους Κωνσταντίνο Παλιατσάρα και Διονύση Τρούσσα (στην παραγωγή του Λάγιου). Με συνδέει κάτι πολύ βαθύ μ’ αυτό το τραγούδι – και δεν ξέρω αν πρέπει να το πω, επειδή δεν συνηθίζω να μιλάω για πολύ προσωπικά θέματα στα γραπτά μου.
Το άσμα αυτό το τραγουδούσε, συχνά, ο καλλίφωνος πατέρας μου, ο οποίος, αν και Κερκυραίος, είχε ζήσει στα νιάτα του στη Ζάκυνθο, σχεδόν όλη τη δεκαετία του ’30. Μάλιστα, και ας το πω και τούτο, κατά έναν περίεργο τρόπο όσους «Τρουσαίους» ξέρω είναι ή από τη Ζάκυνθο (όπως είναι ο βαθύφωνος Διονύσης Τρούσσας) ή από την Κέρκυρα. Συχνά, δε, μας διαφοροποιούν τα «σ» στο επώνυμο, που πότε είναι ένα και πότε δύο.
Μου είχε διηγηθεί λοιπόν ο πατέρας μου ιστορίες με σερενάδες και καντάδες στα στενά της παλιάς πόλης της Ζακύνθου, χορούς (αποκριάτικους και μη) στην αίθουσα του Δημαρχείου και στα αρχοντικά των «ευγενών» της εποχής στη Μπόχαλη και το Αργάσι, και άλλα τέτοια σχετικά. Τότε τα άκουγα, χωρίς να έχω συνειδητοποιήσει το βάρος τους (και γι’ αυτό δεν ζητούσα να μάθω περισσότερα), αλλά, τώρα, σκέφτομαι, πως έχασα μια πολύ μεγάλη ευκαιρία, και μάλιστα από πρώτο χέρι – καθώς ο πατέρας μου δεν βρίσκεται εδώ και χρόνια στη ζωή και άρα είναι πλέον αργά για επανορθώσεις. Anyway
Ο Δημήτρης Λάγιος έκανε, ως παθιασμένος ερευνητής και Ζακυνθινός φυσικά, το χρέος του. Συνέλεξε, επιμελήθηκε και ηχογράφησε αυτό το υλικό, τις σερενάδες του Κωστή, βρίσκοντας στα πρόσωπα τού τενόρου Παλιατσάρα και του βαθύφωνου Τρούσσα τους ιδανικούς ερμηνευτές και βεβαίως τοποθετώντας πίσω τους την τέλεια οργανική ομάδα, την ορχήστρα εγχόρδων του Δήμου Πατρέων (και όχι «Πάτρας», όπως διαβάζουμε στο εξώφυλλο του δίσκου, καθώς οι δήμοι είναι των πολιτών και όχι των πόλεων).
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1993, θα κυκλοφορήσει κι ένα δεύτερο double LP με τα τραγούδια του Τζώρτζη Κωστή, όπως προείπαμε, που είχε τίτλο «Οι Σερενάτες» και στο οποίο συμμετείχαν ο τενόρος Γιάννης Μανωλάκης, ο βαρύτονος Βασίλης Κουντούρης και η Μαντολινάτα του Διονύση Αποστολάτου.
Φυσικά, τα τραγούδια του Κωστή εξακολουθούν να ακούγονται σε γιορτές, όπως και σε τιμητικές και θεματικές βραδιές γύρω από το λαϊκό τραγούδι της Ζακύνθου και γενικότερα των Επτανήσων, όπως συνέβη π.χ. στη συναυλία (αφιέρωμα στην επτανησιακή μουσική) που πραγματοποιήθηκε την 2α Απριλίου 2013 στο θέατρο Badminton υπό την αιγίδα της Ένωσης Επτανησίων Ελλάδας - Μουσικά Σύνολα. Εκεί ενορχήστρωσε και διηύθυνε ο μαέστρος Παναγής Μπαρμπάτης, με τη συνοδεία μαντολινάτας, ενώ ερμήνευσαν, ιδανικά επίσης, ο τενόρος Αντώνης Κορωναίος και ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης. Η παράσταση τυπώθηκε και σε 2CD, στο οποίο ακούγονταν όχι μόνο σερενάδες, αλλά και βαρκαρόλες, άριες, καντάδες και αρέκιες.
Θα απολαύσουμε το θεσπέσιο «Ουράνιο πλάσμα» του Τζώρτζη Κωστή, σε στίχους Δημητρίου Πελεκάση, από τους Παλιατσάρα-Τρούσσα (σε επιμέλεια Δημήτρη Λάγιου) και από τους Κορωναίο-Σούρμπη (από το Badminton). 
(από το LiFO.gr)