Παρασκευή 27 Απριλίου 2018

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 92

26/4/2018
Ακούω τώρα το «Υπάρχω» (1975) του Στέλιου. Έχω ρίξει στο πικάπ μια παλιά κόπια βινυλίου, με gatefold και front laminated cover και με αυτοκόλλητη τιμή στο πίσω μέρος 240 δραχμές. 240 είχαν οι δίσκοι γύρω στο 1977-78 – αν κι εγώ τον αγόρασα κάτι παραπάνω κάποια στιγμή στα έιτις. 
Εδώ δε θα γράψω για την αξία του «Υπάρχω», για τη θεσπέσια φωνή του Στέλιου (στη μεγάλη ωριμότητά του πια), ούτε για τις τραγουδάρες των Νικολόπουλου-Πυθαγόρα (στην πράξη υπάρχει κι ένα τραγούδι των Τατασόπουλου-Ρούτσου), αλλά για κάτι άλλο, για το οποίο δεν έχει γράψει κανείς.
Γιατί κανείς δε γράφει για τέτοια θέματα, επειδή είναι ήσσονος, υποτίθεται, σημασίας. 
Γράφω λοιπόν για την απίστευτη προχειρότητα της πρώτης, βασικά, έκδοσης. Για τα λάθη στα ονόματα στο μέσα μέρος του gatefold («ΚαΤαντζίδης», «ΧατζιδάκΗς»), και για την απερίγραπτη παράλειψη των ονομάτων των συνθετών (Καζαντζίδης-Νικολόπουλος) και του στιχουργού (Πυθαγόρας) στο back cover, όταν μάλιστα υπάρχουν τα ονόματα των Τατασόπουλου-Ρούτσου κάτω από το «Έφυγες μ’ έναν άλλονε»!! 
Σε επόμενη έκδοση ή σε κάποιες κόπιες της πρώτης τέλος πάντων μπήκε αρχικά αυτοκόλλητο με τα ονόματα σε μια σειρά (ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΤ. ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗ – ΧΡ. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ – ΣΤΙΧΟΙ: ΠΥΘΑΓΟΡΑ), σε πιο επόμενη έφυγε το αυτοκόλλητο και τυπώθηκαν τα ονόματα (ξανά σε μια σειρά) και σε πιο πιο επόμενη –γιατί ο δίσκος πουλούσε συνεχώς και κόβονταν νέες παρτίδες με δεκάδες χιλιάδες κόπιες– ο γραφίστας την… είδε καλλιτέχνης και έβαλε τα ονόματα σε δύο σειρές! 
Από έκδοση σε έκδοση υπάρχουν φυσικά κι άλλες παραλείψεις-διαφορές (δεν αναφέρονταν, στην αρχή, ο παραγωγός, ο ηχολήπτης κ.λπ.), ενώ δεν ξέρω αν υπάρχει έκδοση με τυπωμένα και τα ονόματα των μουσικών (πολύ αμφιβάλλω και μάλλον αποκλείεται).  
Οι συλλέκτες μπορεί να τρίβουν τα χέρια τους με κάτι τέτοια… αλλά το συμπέρασμα είναι ένα. Η προχειρότητα και η αδιαφορία της Μίνως Μάτσας & Υιός, για το ίδιο το προϊόν της, γράφει… αρνητική ιστορία. Όνειδος. Τυχάρπαστοι τελεμέδες, χωρίς ουδεμία αίσθηση καθήκοντος. 
Γ@μ@ τα Στέλιο… Δεν είχες κανα παιδάκι, εκεί πέρα, να τα κοιτάξει όλα αυτά πριν πάρουν το δρόμο του τυπογραφείου; 

25/4/2018
Με πήρε ένας φίλος τηλέφωνο (ναι, υπάρχει ακόμη κι αυτός ο τρόπος επικοινωνίας…), που με διαβάζει και στο facebook κι εκεί όπου συζητούσαμε διάφορα μουσικά κάποια στιγμή μου λέει: «Ρε για τον Avicii, που πέθανε, δε θα γράψεις ούτε ένα RIP;». Του είπα πως… εγώ γράφω RIP, μόνο για μουσικούς με τους οποίους έχω μεγαλώσει κι έχω άλμπουμ τους στη δισκοθήκη μου, δεν γράφω για τον οποιονδήποτε. Αλλά, εν τοιαύτη περιπτώσει, RIP και για το παιδί αυτό που πέθανε 28 χρονών.
Πού και πού ρίχνω μια ματιά στα βίντεο του Vevo, στο YouTube, έτσι για να δω τι παίζει στη σύγχρονη ποπ και ντανς σκηνή και κάπου εκεί είχα τρακάρει και τον Avicii, ο οποίος δεν ήταν και ο… χειρότερος όλων. Και μιλάω για τα τραγούδια (του), που είχαν κάτι να πουν, κυρίως στις εισαγωγές και πριν αρχίσει το ντάμπα-ντούμπα… Αλλά και σαν σύνολο, αυτά που έχω ακούσει εγώ, τα ρίχνουν κανονικά σε κάτι άλλες electro-dance γελοιότητες του καιρού. Είναι «μέτρια» κομμάτια δηλαδή, που κατορθώνουν και επιπλέουν (γιατί κάτι άλλα είναι τελείως για χέσιμο).
Βέβαια κάποιοι άσχετοι παραμυθιάζονται από τα νούμερα θέασης στο YouTube (υπάρχουν κομμάτια του Avicii, που ξεπερνούν, χαλαρά, το ένα δισεκατομμύριο χτυπήματα) και φθάνουν να συγκρίνουν αυτούς τους τύπους (τους DJs και λοιπά), με τους μεγάλους καλλιτέχνες από το παρελθόν (τύπου Michael Jackson ας πούμε). Δεν χρειάζεται να πω πως όλα αυτά τα… ξινάρια, που χτυπάνε αυτά τα καινούρια κομμάτια στο YouTube, δεν υπήρχε περίπτωση να έβγαζαν ΠΟΤΕ από την τσέπη τους 4 κατοστάρικα (δραχμές), ή τα ανάλογα ποσά ανά χώρα, για ν’ αγόραζαν το “Thriller” το 1982. Οπότε κάθε σύγκριση των χειροπιαστών πωλήσεων με τα views (που είναι ούτως ή άλλως διαβλητά) είναι παντελώς ηλίθια.  
Εδώ, ο τραγουδιστής μιμείται την Tracy Chapman, για να μην πω και την Odetta, ενώ και όλο το υπόλοιπο κομμάτι είναι εντελώς «μία από τα ίδια». Παρ’ όλα αυτά ακούγεται. Ένα καλό «μέτριο» track…

DANNY GREEN TRIO PLUS STRINGS ένα τζαζ άλμπουμ διαφορετικό απ’ όσα, συνήθως, φτάνουν στ’ αυτιά μας σήμερα

Η σχέση του πιανίστα Danny Green με τα έγχορδα ξεκίνησε από το προηγούμενο CD του, το “Altered Narratives” [ΟΑ2 Records, 2016], για το οποίο είχαμε γράψει τα σχετικά κι εδώ στο δισκορυχείον. Σ’ εκείνο το άλμπουμ ο Green είχε χρησιμοποιήσει έγχορδα σε τρία tracks. Τώρα, στο One Day It Will [ΟΑ2 Records, 2018], η σχέση εκείνη επεκτείνεται, αποκτώντας πιο μόνιμα ή μάλλον μόνιμα χαρακτηριστικά.
Ο Danny Green είναι ένας πιανίστας σφόδρα επηρεασμένος από τον Bill Evans και κάποιους δίσκους τού Evans, όπως τα “Bill Evans Piano and Orchestra / The V.I.P.s Theme” [MGM, 1963] και “Bill Evans Trio with Symphony Orchestra” [Verve, 1966] για παράδειγμα, θα πρέπει να τους έχει λιώσει στο πικάπ του. Φυσικά, η επιρροή και η αναφορά είναι μόνον τέτοιες, γιατί ο Green παραμένει πάντα ένας ταλαντούχος συνθέτης, με άποψη και με όραμα σε σχέση μ’ αυτό που παραδίδει. Κι εδώ, στο “One Day Ιt Will”, το όραμά του συμπυκνώνεται θα έλεγα στη λέξη «ομορφιά». Στην παραγωγή μιας μουσικής, δηλαδή, που να δρα εξυμνητικά προς το ωραίο (είτε το κλασικό, είτε το ρομαντικό, είτε το σύγχρονο).
Συμπαραστάτες τού Green σ’ αυτό το ταξίδι είναι οι μόνιμοι συνεργάτες του (από δεκαετίας), ο μπασίστας Justin Grinnell και ο ντράμερ Julien Cantelm, ενώ δίπλα σ’ αυτούς, στο ίδιο βάθρο, είναι τοποθετημένο και το κουαρτέτο εγχόρδων, δηλαδή οι Kate Hatmaker βιολί, Igor Pandurski βιολί, Travis Maril βιόλα και Erica Erenyi τσέλο. Με τις ηχογραφήσεις να έχουν γίνει στις πόλεις της Καλιφόρνιας Glendale και Encinitas, το προηγούμενο καλοκαίρι, το “One Day Ιt Will” είναι ένα τζαζ άλμπουμ ξεχωριστό – διαφορετικό απ’ όσα συνήθως φτάνουν στ’ αυτιά μας/σας σήμερα. Και τούτο, επειδή τα έγχορδα, σε μόνιμη βάση και όχι περιστασιακώς, του δίνουν ένα άλλο χρώμα.
Πέρα από τα παιξίματα, τις τεχνικές που προτιμούνται για τις διάφορες φάσεις των συνθέσεων (το πιτσικάτο π.χ.), εκείνο που κυριαρχεί στο άλμπουμ του Danny Green είναι οι συνθέσεις αυτές καθ’ αυτές. Εκεί γίνεται η πολλή δουλειά κι εκεί, επάνω, συμπυκνώνονται όλες οι αρετές τού συνθέτη και των οργανοπαικτών. Έτσι, άλλα tracks ακούγονται πιο… χαμηλών τόνων, πιο μελαγχολικά και άλλα πιο ευφρόσυνα και χορευτικά, δείχνοντας πως ο Green έχει ταυτοχρόνως στο… αίμα του τόσο το κλασικό swinging, όσο και τα πιο αργά blues, τις μπαλάντες και τους ήχους των λειτουργιών (gospel), προσαρμόζοντάς τα κάθε φορά στα δικά του μέτρα αναλόγως με το ζητούμενο. Και είναι αυτές ακριβώς οι προσαρμογές, που πιάνουν κορυφή στα “Snowy day in Boston” και “Lemon avenue”.
Επαφή: www.dannygreen.net

Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

ΣΩΤΟΣ ΠΕΤΡΑΣ ελληνική οπερέττα και… τζαζ

Το προηγούμενο Σάββατο, τη Record Store Day, δεν αγόρασα δίσκο, αν και βρέθηκα στο τσακ, πήρα όμως 3-4 βιβλία (από δεύτερο χέρι), που με ικανοποίησαν το ίδιο ή και περισσότερο. Το ένα, μάλιστα, είχε σχέση και με τη μουσική. Λέω για το Βασιλικό Θέατρο / Ελληνική Οπερέττα του Σώτου Πετρά [Καλλιτεχνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1960]. Αντιγράφω λοιπόν ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο για τον σημαντικό Θεόφραστο Σακελλαρίδη:
«Σε όλες τις οπερέττες του, που τα περισσότερα λιμπρέττα τους τα έχει γράψει ή τα έχει διασκευάσει ο ίδιος, τους στίχους έγραψε πάντα αυτός. Πολλοί του στίχοι είναι σωστά ποιητικά αριστουργήματα και πολλά του κωμικά τραγούδια είναι σατυρικά διαμάντια.
Ο Σακελλαρίδης τα τελευταία χρόνια που η ΤΖΑΖ και τα μοντέρνα της δημιουργήματα ήρθαν να επισκιάσουν την πραγματική μελωδία, έπεσε σε μαρασμό και παραγκωνίσθηκε όπως και όλο το σοβαρό μουσικό θέατρο (σ.σ. είδες η τζαζ, που έδινε κι έπαιρνε στην Αθήνα του ’30 και του ’40!).
Πιεζόμενος από τις ανάγκες της ζωής και από τις οικογενειακές υποχρεώσεις, αναγκαζότανε πολλές φορές να παίζη, όπως στην Κατοχή, σε συνοικίες με μικροθιάσους, να πηγαίνη σε τουρνέ και με μικροσυγκροτήματα βαριετέ, ακόμη και να φτάση και σε χωριά διευθύνων την ορχήστρα με τρία όργανα, που οι μουσικοί της πολλές φορές κάθονταν σε κάσσες του πετρελαίου, γιατί καρέκλες δεν υπήρχαν!».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΓΙΑΛΙΚΟΣ / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΕΝΤΖΟΣ αιώνια μέθη

Στην περίπτωση της «αιώνιας μέθης» [Μετρονόμος, 2018] συναντώνται, θα έλεγα, δύο διαφορετικές σχολές του έντεχνου τραγουδιού. Η μία είναι εκείνη του συνθέτη Γιώργου Καγιαλίκου, γνωστού μας και από προηγούμενα άλμπουμ του, πάντα ικανού να περιγράφει με γερές μελωδίες, ενορχηστρωμένες για… εντέχνως περιγραφικό μπουζούκι και άλλα «περίεργα» όργανα (γαλλικό κόρνο, όμποε...), λαϊκές καταστάσεις κοιτάζοντάς τες από μια κάποια απόσταση (το ίδιο, σ’ ένα άλλο επίπεδο, έπραττε συχνά ο Νίκος Μαμαγκάκης φερ’ ειπείν) και η άλλη είναι εκείνη του στιχουργού Δημήτρη Λέντζου (κι αυτός γνωστός μας από τις διάφορες δουλειές του τα πιο πρόσφατα χρόνια), που ανατέμνει με τους στίχους του κλασικά λαϊκά μοτίβα, με κάτι από την διεισδυτικότητα ενός Γιώργου Ιωάννου π.χ. Είπα τις… μαγικές λέξεις «Μαμαγκάκης», «Ιωάννου»; Ναι… και ας πω και δύο ακόμη… «Κέντρο Διερχομένων». Δεν ξέρω αν και άλλοι θα ανακαλέσουν στη μνήμη τους κάτι από τον σημαντικό εκείνο δίσκο του 1982, το «Κέντρο Διερχομένων», όμως για μένα συμβαίνει. Συμβαίνει να επαναφέρω στη μνήμη μου, μέσω των νέων τραγουδιών του Καγιαλίκου, την… επίγευση εκείνου του άλμπουμ, κάτι που το θεωρώ… καλή τύχη.
Δίπλα λοιπόν σ’ αυτούς τους δύο ανθρώπους, τον Καγιαλίκο και τον Λέντζο, στέκονται το ίδιο υψηλά οι τρεις τραγουδιστές (ο πάντα άψογος Ανδρέας Καρακότας, η μάλλον άγνωστη προς εμένα –δεν θυμάμαι αν την έχω ακούσει κάπου–, αλλά πολύ καλή Ευτυχία Μητρίτσα, η… έκπληξη Πίτσα Παπαδοπούλου, που τόσο την αδικούν ενίοτε οι εμφανίσεις της στις τηλεοπτικές ταβέρνες και, τέλος, ο ίδιος ο συνθέτης) και βεβαίως οι οκτώ οργανοπαίκτες, που υλοποιούν το ενορχηστρωτικό πλάνο τού Καγιαλίκου.
Η «Αιώνια Μέθη» είναι ένας δίσκος του παλιού-καλού (όταν ήταν καλός) καιρού. Διαθέτει, εννοώ, εκείνη τη σοβαρότητα που χαρακτήριζε μια δισκογραφική κυκλοφορία της δεκαετίας του ’70 (κυρίως) και των αρχών του ’80. Όταν έμπαινες στο στούντιο, δηλαδή, για αληθινά σοβαρούς λόγους και αιτίες και όχι από… κεκτημένη ταχύτητα ή κάτι άλλο. Επίσης, εκτιμώ ιδιαιτέρως το γεγονός πως το άλμπουμ κυλάει χωρίς σκαμπανεβάσματα. Ενορχηστρωτικά ή άλλα. Αυτή η ενότητα, από τραγούδι σε τραγούδι, σου δίνει μάλιστα και την αίσθηση ενός «θέματος», ενός concept, που και αυτό, το «θέμα», είναι επίσης προς αναζήτηση στη σύγχρονη δισκογραφία. Ποιο είναι το «θέμα» στην «Αιώνια Μέθη»; Τα γενναία πάθη των ανθρώπων του λαού. Ενός λαού, που, παρά τις πολυποίκιλες ταλαιπωρίες, φαίνεται πως, ακόμη, από κάτι συγκρατείται – πριν παραδοθεί εντελώς, και αυτός, στο ευτελές και το εφήμερο.
Επαφή: www.metronomos.gr

Τετάρτη 25 Απριλίου 2018

EDWARD SIMON το νέο άλμπουμ του άσσου βενεζουελανού πιανίστα με jazz, latin, ευρωπαϊκές και αφρικανικές επιρροές

O βενεζουελανός πιανίστας (και κιμπορντίστας) Edward Simon, που ζει και δουλεύει εδώ και δεκαετίες, στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν είναι κάποια «μικρή» ή «άγνωστη» περίπτωση. Μάλλον είναι ακριβώς το αντίθετο. Με καλές σπουδές και με ακόμη καλύτερες μουσικές αναφορές (τον κουβανό πιανίστα Chucho Valdés φερ’ ειπείν), ο Simon ηχογραφεί από το 1994, έχοντας προτείνει έως σήμερα μερικά πολύ καλά ή και σημαντικά άλμπουμ. Ένα τέτοιο σημαντικό και βραβευμένο άλμπουμ ήταν, για παράδειγμα, το προπέρσινό του “Latin American Songbook” [Sunnyside Communications] με τις θαυμάσιες διασκευές του σε θέματα των Astor Piazzolla, Carlos Gardel, Violeta Parra κ.ά. Τώρα, στο παρόν “Sorrows & Triumphs”, ο Simon εμπιστεύεται αποκλειστικώς τις δικές του δυνάμεις, προτείνοντας ένα ιδιαίτερο, παράξενο και εν τέλει πολύ προσωπικό ακρόαμα, που φανερώνει οπωσδήποτε τις ξεχωριστές δυνατότητες αυτού του μουσικού, που γνωρίζει, πάντα, τον τρόπο να εκπλήσσει.
Για τις ανάγκες τού Sorrows & Triumphs[Sunnyside Communications, 2018] ο Simon χρησιμοποιεί α. το δικό του κουαρτέτο, τους Afinidad, το οποίο συμπληρώνουν οι αναγνωρισμένοι David Binney άλτο, Scott Colley μπάσο και Brian Blade ντραμς, β. το σχήμα Imani Winds, μια ορχήστρα… δωματίου με μουσικούς που χειρίζονται φλάουτο, όμποε, μπασούν, κλαρινέτο και γαλλικό κόρνο και γ. μια ομάδα φιλοξενουμένων μουσικών με τη δυνατή τραγουδίστρια Gretchen Parlato ανάμεσά τους (υπάρχει ακόμη κιθαρίστας και δύο περκασιονίστες).
Τώρα, τι μουσικές συνθέτει ο Simon δεν είναι εύκολο με μια λέξη να το πούμε. Εντάξει, υπάρχει μια… τζαζ ομπρέλα οπωσδήποτε εδώ, αλλά στην πράξη η δυσκολία και το κατόρθωμα είναι το γεγονός ότι ο Simon κατορθώνει να ενοποιήσει, σε αδιατάραχτα μουσικά σώματα, επιρροές από τελείως διαφορετικές κουλτούρες (λατινοαμερικανικές, ευρωπαϊκές, αφρικανικές και βεβαίως βορειοαμερικανικές – αν μιλάμε για την jazz) και πολύ περισσότερες αν μιλάμε για συγκεκριμένα μουσικά είδη.
Το “Sorrows & Triumphs” δείχνει πως έχει ερευνηθεί βαθιά, σ’ ένα επίπεδο μελέτης, πριν αποτυπωθεί στη δισκογραφία – ένα γεγονός που δεν του στερεί, σε καμμία περίπτωση, σε αυθορμητισμό, λαϊκότητα και πρωτοτυπία.