Τρίτη 29 Μαΐου 2018

DON KAPOT ένα μυστήριο τρίο από το Βέλγιο

Οι Don Kapot είναι ένα μυστήριο τρίο από το Βέλγιο. Μέλη του είναι οι Γιώτης Δαμιανίδης μπάσο, Viktor Perdieus βαρύτονο σαξόφωνο και Jakob Warmenbol ντραμς. «Μυστήριο», γιατί η μουσική που απλώνει το τρίο, σ’ αυτό το παρθενικό να υποθέσω CD του [Private, 2018], δεν είναι και πολύ εύκολο να προσδιοριστεί.
Η jazz βεβαίως είναι η πρώτη λέξη, που έρχεται στο μυαλό σου, αλλά δίπλα-δίπλα σκάει και το funk, το afro, ακόμη και το punk ή εν πάση περιπτώσει η… punk-jazz. Αναφορές στο αμερικανικό no wave (και στους Lounge Lizards) ή σε κάποια σχήματα του John Zorn ή ακόμη και στους Material (με τον σαξοφωνίστα Henry Threadgill) θα μπορούσε να είναι και υπαρκτές και βασικές, όμως τόσο η μορφή του γκρουπ (η τριπλέτα), όσο και μια ρυθμική αγωγή με καθαρούς, ορισμένες φορές, afrobeat υπαινιγμούς, συχνά σπρώχνει το πράγμα προς κάπου αλλού.
Έχουν πολύ ενδιαφέρον οι συνθέσεις των Don Kapot και γιατί δεν είναι περιαυτολογικές, και γιατί διαρκούν «σωστούς» χρόνους (τρίλεπτα, τετράλεπτα, πεντάλεπτα tracks) και γιατί δεν αναπαράγουν προφανή και ομοιόμορφα κλισέ. Φυσικά, το ρυθμικό τμήμα είναι σχεδόν το παν εδώ, καθώς είναι διαρκώς στο κόκκινο, με συνεχή γεμίσματα, κοψίματα, αλλαγές, κόντρα ρούλους στις μπασογραμμές, εκμετάλλευση συνολική του ντραμ-σετ και βεβαίως μ’ ένα lead όργανο, το βαρύτονο σαξόφωνο, να καλύπτει μελωδικά και ρυθμικά χιλιόμετρα, υποκαθιστώντας κιθάρες, πλήκτρα, άλλα πνευστά κ.λπ.
Τι άλλο να πούμε για τους Don Kapot; Τι άλλο… πέραν αυτού. Τρεις εξαιρετικοί μουσικοί, με πάθος, με όρεξη και με διάθεση να ξεφύγουν από τα πάσης φύσεως κλισέ και τα αναμενόμενα, που μπορεί να τους περιτριγυρίζουν. Το καταφέρνουν στον πιο ψηλό βαθμό.

Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΑΡΑΠΑΤΑΚΗΣ / HUB HILDENBRAND / ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ μία έντεχνη προσέγγιση της παράδοσης, στην οποία χωράει και η jazz

Το παρόν άλμπουμ, υπό τον τίτλοNenemia [Ears love music, 2018], μπορεί να θεωρηθεί με άνεση και χωρίς σοβαρές αντιρρήσεις πως ανήκει σ’ αυτό το χώρο της ελληνικής-ελληνοκυπριακής σκηνής, που εξερευνά διακριτικές ή και λιγότερο διακριτικές σχέσεις με την παράδοση – κάτι που συμβαίνει εδώ και μερικές δεκαετίες τώρα και που θα συμβαίνει, σίγουρα, και στο μέλλον. Είναι, λοιπόν, ένας κύπριος μουσικός, που χειρίζεται άταστο μπάσο, ο Γαβριήλ Καραπατάκης, ένας γερμανός κιθαρίστας, ο Hub Hildenbrand, κι ένας Έλληνας, ο λυράρης Ζαχαρίας Σπυριδάκης, οι οποίοι συνεργάζονται αρμονικά, για την ολοκλήρωση του συγκεκριμένου CD, που συνέβη τον Αύγουστο του 2016 σ’ ένα στούντιο του Βερολίνου.
Για τον Καραπατάκη έχουμε ήδη δύο αναφορές στο δισκορυχείον, και τις δύο για τα εξαιρετικά άλμπουμ του με τον Μάριο Τακούση “Seven Miles East” (2012) και “Colours of Another Sky” (2015), ο Ζαχαρίας Σπυριδάκης είναι ένας γνωστός επίσης κρητικός μουσικός (από την εποχή του γκρουπ Παλαιινά Σεφέρια ή και πιο πριν), ενώ και ο Hildenbrand, όπως διαπίστωσα από το site του, έχει κι αυτός μια 20ετή ιστορία στη δισκογραφία και τα πάλκα – πράγμα που σημαίνει πως, στην περίπτωσή μας, έχουμε τρεις καταξιωμένους και αναγνωρισμένους μουσικούς, που έχουν κατά νου και τα (αισθητικά) όριά τους και κυρίως το τι ακριβώς θέλουν να παρουσιάσουν και έως πού θέλουν να φτάσουν μέσω του “Nenemia”.
Υπάρχει λοιπόν, και είναι ολοφάνερο, αυτό το αναγνωρισμένο crossover, που φέρνει σ’ επαφή τις μουσικές της ανατολικής Μεσογείου, με την «έντεχνη» προσέγγιση και στο βάθος-βάθος με την jazz, όπως υπάρχει και η αποφασιστικότητα των οργανοπαικτών ώστε αυτή ακριβώς η προσέγγιση να μην συμβεί με όρους απόλυτης αυτοσχεδιαστικής ελευθερίας, αλλά μέσα από την ανάπτυξη ποικίλων μελωδικών στοχασμών, που δεν θα αποποιούνται τον λυρισμό και την πιο αναμενόμενη από τις αφηγηματικότητες. Βεβαίως οι συνθέσεις των Hildenbrand (5), Καραπατάκη (3) και Σπυριδάκη (2) (υπάρχει κι ένα παραδοσιακό θέμα στο “Nenemia”) δεν είναι απλές, ούτε στη σύλληψή τους, ούτε στην οριστική αποτύπωσή τους. Διαθέτουν αυτό το… δαιδαλώδες των κλασικών, μουσικών της Ανατολής, και καθώς εξελίσσονται συνήθως (όχι πάντα) σε μέσα και αργά tempi αποκτούν όλο και περισσότερο αυτή την μεγαλοπρεπή διάσταση, που παρέχουν αφειδώς οι θαυμάσιες, «ελικοειδείς» και ίσως και αυτοσχεδιαστικές (από ένα σημείο και μετά) μελωδίες τους.
Το “Nenemia”, και ας το τονίσουμε αυτό τώρα στο τέλος, δεν είναι ένα άλμπουμ του ενός. Οι τρεις μουσικοί, ανεξαρτήτως τού ποιος συνθέτει τι, έχουν ίσο μερίδιο στην τελική αποτύπωση των κομματιών, καθώς συνεργάζονται μεταξύ τους ακούγοντας ο ένα τον άλλον, αφουγκραζόμενοι μια κοινή αισθητική συνισταμένη. Το αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της συνεργασίας τους είναι το συμπαγές και το πλήρες τού “Nenemia” (πέραν του εντυπωσιακού, του λυρικού και όσων άλλων αναφέρθηκαν πιο πάνω).
Επαφήwww.nenemia.com

Σάββατο 26 Μαΐου 2018

και πάλι για τον ΧΑΡΡΥ ΚΛΥΝΝ – για μια μπούρδα, που γράφτηκε και διαδόθηκε

Όλες τις προηγούμενες ημέρες με αφορμή το θάνατο του Χάρρυ Κλυνν φαίνεται πως διάβαζες παντού, σε όλα τα sites, την εξής αρλούμπα. Εγώ το πρόσεξα χθες, αλλά ok, ποτέ δεν είναι αργά. (Φυσικά, μπορεί να το πρόσεξαν κι άλλοι πριν από μένα – δεν ξέρω).
>>Όπως αποκάλυψε σε συνέντευξή του προ ετών (σ.σ. ο Χάρρυ Κλυνν), το ψευδώνυμο με το οποίο καθιερώθηκε καλλιτεχνικά, ήταν επιλογή του σε αντιπαράθεση με τον εμβληματικό κινηματογραφικό χαρακτήρα της εποχής, τον Dirty Harry («Βρώμικος Χάρι»). Ο ίδιος επέλεξε να είναι ο «Καθαρός» («Clean» Harry)…<< 
Αυτή την μπούρδα τη δημοσίευσαν τα ert.gr, cnn.gr, in.gr, iefimerida.gr, zougla.gr, lifo.gr, left.gr… και δε συμμαζεύεται. 
Κανένας δεν έψαξε να βρει, εννοείται, την υποτιθέμενη συνέντευξη του Χάρρυ Κλυνν, για να διαπιστώσει αν ειπώθηκε, όντως, κάτι τέτοιο, ούτε κανείς τους σκέφτηκε πως ο Dirty Harry είναι χαρακτήρας του 1971 και πως αποκλείεται ο Χάρρυ Κλυνν να εμπνεύστηκε το καλλιτεχνικό ονοματεπώνυμό του απ’ αυτόν (τον χαρακτήρα), αφού ο μακαρίτης έκανε καριέρα ως Χάρρυ Κλυνν (διάφορες οι ορθογραφίες) τουλάχιστον μια δεκαετία και βάλε νωρίτερα.
Εδώ βλέπετε καταχώρηση στην εφημερίδα Μακεδονία της 11ης Σεπτεμβρίου 1959, στο κέντρο Λουξεμβούργον, εκεί όπου ο Χάρρυ Κλυνν, ως Χάρις Κλιν, εμφανίζεται μαζί με τον Γιώργο Οικονομίδη (που τον ανακάλυψε), τον Τώνη Μαρούδα και τον Γιώργο Μουζάκη, τα χορευτικά ζευγάρια Χρυσούλα Ζώκα-Μανώλης Καστρινός, Ελένη Προκοπίου-Βαγγέλης Σειληνός, τη Μάριον Σίβα και την Νάνα Μούσχουρη κ.ά.
Και όσον αφορά στον κινηματογράφο επίσης από το 1961 και την πρώτη μικρού μήκους ταινία του Σύγχυσις και βεβαίως στα 201 Καναρίνια (1964) το ονοματεπώνυμο είναι πλέον Χάρρυ Κλυνν (ή και Κλιν στην αρχή). 
Από την ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου "Τα 201 Καναρίνια" (1964) 
Το ’χουμε πει άπειρες φορές. Το απίθανο με όλους αυτούς που σπέρνουν τέτοιες μπαρούφες στο δίκτυο δεν είναι το γεγονός πως πρόκειται για άσχετους, μα πως πληρώνονται για να το κάνουν (τουλάχιστον στα μεγάλα sites).

Παρασκευή 25 Μαΐου 2018

ESBJÖRN SVENSSON TRIO ένα live στο Λονδίνο από το 2005, που τώρα γίνεται δίσκος

Για τους Esbjörn Svensson Trio ή απλώς e.s.t. (Esbjörn Svensson πιάνο, Dan Berglund μπάσο, Magnus Öström ντραμς) έχουν γραφεί πολλά, πάρα πολλά. Έχει τονιστεί στο έπακρο, δηλαδή, η σημαντικότητά τους πάνω σε αυτή τη νέα ταυτοποίηση της ευρωπαϊκής jazz – κάτι που ξεκίνησε να συμβαίνει σταδιακώς μετά τα μέσα του ’90, για να ολοκληρωθεί περίπου μια δεκαετία αργότερα, με τον αδόκητο θάνατο τού Svensson (το 2008, στα 44 χρόνια του).
Αυτό το συγκρότημα –που είχαμε την ευκαιρία να το δούμε ζωντανό στην καλύτερη στιγμή του, σε μια συναυλία που είχαν διοργανώσει το περιοδικό Jazz & Τζαζ και η A&N Music, την 11η Δεκεμβρίου 2006, στο προσφάτως τότε ανακαινισμένο Παλλάς– είναι σίγουρο πως δεν είχε φθάσει ακόμη στην καλλιτεχνική κορυφή του, κάτι που διαπιστώνεται τέλος πάντων και από τις… μεταθανάτιες εκδόσεις του, που δεν είναι και λίγες… “Leucocyte”, “301”, “E.S.T. Symphony” και τώρα “e.s.t. live in London”. Αυτό το τελευταίο 2LP και 2CD κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, πάντα από την ACT Music + Vision (ΑΝ Music), ως μνημόσυνο για τα δέκα χρόνια απουσίας τού Svensson, συλλαμβάνοντας τους e.s.t. σε μια δημιουργική καμπή της διαδρομής τους, λίγο μετά την κυκλοφορία του ιστορικού “Viaticum” (2005). Πρόκειται για μια παράσταση στο Λονδίνο, ανέκδοτη έως σήμερα φυσικά, που συνέβη στο Barbican Centre την 20η Μαΐου 2005.
Όπως γίνεται αντιληπτό το τότε εκδοθέν “Viaticum” αποτελεί το κυρίως μενού τού live set – καθώς από το πρώτο CD τα πέντε από τα έξι tracks προέρχονται από ’κει. Λέμε για τα “Tide of trepidation”, “Eighty-eight days in my veins”, “Viaticum”, “In the tail of her eye” και “The unstable table & the infamous fable”, με τηνπλευρά να συμπληρώνει το Mingle in the mincing-machine” από το “Seven Days Of Falling” του 2003. Αυτά τα πέντε tracks στο στούντιο άλμπουμ είχαν διάρκειες 7:12, 8:22, 6:51, 6:55 και 8:32, ενώ στο live οι νέες διάρκειες είναι 9:51, 10:17, 6:56, 7:13 και 12:55 αντιστοίχως. Επίσης το Mingle in the mincing-machine”, που στο “Seven Days Of Falling” διαρκούσε 6:48, εδώ διαρκεί 14:22.
Παρατηρούμε λοιπόν πως οι διάρκειες του live είναι μεγαλύτερες ή και πολύ μεγαλύτερες (έως και επτάμισι λεπτά!) εκείνων του στούντιο – πράγμα που σημαίνει πως το γκρουπ διαμορφώνει τις συνθέσεις του, στη συναυλία, μ’ έναν τρόπο διαφορετικό, προβάλλοντας και περισσότερα αυτοσχεδιαστικά στοιχεία και εμμένοντας σ’ ένα μεγαλύτερο ξεκαθάρισμα των αναφορών του (τουλάχιστον εκείνων που προσπερνούν την jazz, προσεγγίζοντας το rock, ή το fusion καλύτερα, όπως και των κόσμο των live electronics). Και είναι αυτά τα rock και ηλεκτρονικά στοιχεία (ας τα λέμε έτσι), που δείχνουν στο 14λεπτο “Mingle in the mincing-machine” (στην αρχή και στο τέλος του) και στο “The unstable table & the infamous fable” (επίσης στην αρχή, και μέχρι το έκτο λεπτό, και προς το τέλος πάλι) εκείνη τη μοναδική ικανότητα των e.s.t. να περιγράφουν με ενάργεια και με δύναμη πολύπλοκες και σύνθετες καταστάσεις, που η εμπλοκή των διαφορετικών αναφορών τις κάνει, στο πάλκο, ακόμη συνθετότερες.
Στο δεύτερο CD τα πράγματα δεν αλλάζουν. Εδώ έχουμε τέσσερα tracks, τρία από το “Strange Place For Snow” του 2002 (“When God created the coffeebreak”, “Behind The Yashmak”, “Spunky Sprawl”) και ένα από το “Seven Days Of Falling” του 2003 (“Believe, beleft, below”). Και εδώ οι διάρκειες είναι φυσικά μεγαλύτερες εκείνων των κανονικών CD (6:33, 10:22, 6:23, 4:51 στο στούντιο και 8:53, 17:32, 10:31, 7:24 στο live) και εδώ το μεγαλύτερο στο χρόνο track, το σχεδόν 18λεπτο “Behind The Yashmak”, είναι εκείνο το jazz-space κομψοτέχνημα, που μετά το ένατο λεπτό του, σταδιακώς, αποκτά εντελώς «χαμένα» και ανεπανάληπτα χαρακτηριστικά (ok o Svensson, αλλά το ρυθμικό τμήμα, και ιδίως ο μπασίστας Berglund, είναι εδώ το κάτι άλλο).
Βεβαίως η σειρά και η κατανομή των συνθέσεων (με τις σωστές εναλλαγές ανάμεσα στα πιο δυναμικά κομμάτια και τα περισσότερο ήπια) παίζει ένα ρόλο, αλλά είναι η εξαιρετική αρχική εγγραφή (Åke Linton) και το προσεκτικό mastering (Classe Persson) που συμβάλλουν τα μάλα στην ολοκλήρωση αυτού του άλμπουμ, το οποίον έρχεται να πλασαριστεί, ασυζητητί, μεταξύ των πιο εντυπωσιακών τού Esbjörn Svensson Trio.