Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

THE BITTERSWEET μια ροκ ελληνική μπάντα με προσωπικότητα

Οι BitterSweet, όπως τους αρέσει να γράφονται, δεν είναι ένα καινούριο ελληνικό συγκρότημα, αφού σχηματίστηκαν το 2007, έχοντας ένα πρώτο άλμπουμ ήδη από το 2012 (“Dancing in the Zoo”), τυπώνοντας άλλο ένα τώρα. Λέμε για το LP “The Age of New Delirium” [Ikaros Records, 2019] με τα έντεκα καλοδουλεμένα και σωστά διαμορφωμένα rock tracks, τα οποία φέρουν εις πέρας οι: Νικόλας Αλαβάνος φωνή, κιθάρες, Δημήτρης Ρήγος ντραμς, φωνητικά, Αντώνης Γκούφας κιθάρες, Κωνσταντίνος Κοντονίκας μπάσο, Χριστίνα Παπανδρέου πιάνο, hammond και Κώστας Μέξης πιάνο, hammond, ηλεκτρικό όργανο.
Η μπάντα είναι πολύ δεμένη, παίζει σωστά και γεμάτα, ενώ εμφανίζει και... προσωπικότητα. Εννοούμε προσωπικό ήχο και στυλ. Σ’ αυτό συμβάλλουν οπωσδήποτε οι δύο κιμπορντίστες, αλλά και το ταλέντο του Αλαβάνου (δικά του όλα τα τραγούδια σε μουσικές και στίχους), η ικανότητά του δηλαδή να γράφει και να παρουσιάζει ολοκληρωμένα άσματα. Τραγούδια με hook, εννοούμε, απ’ αυτά που δεν τ’ ακούς κάθε μέρα, ούτε από ελληνικά, ούτε από ξένα συγκροτήματα. Βεβαίως υπάρχουν πάντα περιθώρια για βελτιώσεις (θα έλεγε πως η φωνή, η απόδοση του αγγλικού λόγου και η τοποθέτησή του πάνω στα μέτρα είναι από εκείνα, που αξίζει να προσεχθούν περισσότερο), όμως στην περίπτωση των BitterSweet δεν πρέπει να είμαστε μίζεροι. Πρέπει να πούμε εκείνο που... ακούμε. Ότι δηλαδή τραγούδια σαν τα “(It’s been) so very long” και “You know better” (καταπληκτικό! – έφερε στη μνήμη μου το “The long way home” του Neil Diamond) δεν τ’ ακούς πια κάθε μέρα (και δεν είναι τα μόνα). Και μπράβο στα παιδιά, κι εδώ τελειώνουν όλα όσα οφείλουμε να πούμε.
Τώρα...
Οι BitterSweet είναι ένα συγκρότημα με σοβαρές sixties-early seventies αναφορές. Και κυρίως βρετανικές. Ορκίζονται στην βρετανική pop-psych της εποχής και αυτήν την ατμόσφαιρα κατορθώνουν να δημιουργήσουν με τα τραγούδια τους, δίχως, πάντως, να εμφανίζονται κολλημένοι με το χθες (καθώς τα vibes τους είναι σημερινά). Επίσης να σημειώσουμε πως στο τελευταίο track του άλμπουμ (“Nobody plays with me”), που είναι και το πιο μακρύ στο χρόνο, καθώς ξεπερνά τα επτά λεπτά, οι BitterSweet φλερτάρουν και με το progressive (σ’ ένα στυλ Renaissance να πούμε), αποδεικνύοντας πως και σ’ αυτό το στυλ μπορούν να προχωρήσουν.
Τα τραγούδια τους, περαιτέρω, έχουν και καλούς στίχους (κοινωνικούς κ.λπ., σχετικούς με την εποχή μας, τα ζόρια και τα ντράβαλα, προβάλλοντας σωστά μηνύματα... “stand up for your dignity / respect the possibility of life / in this age of new delirium”), δίχως, την ίδια στιγμή, να δυναστεύονται από προσωπικές σολιστικές καταδείξεις. Υπάρχει frontman, αλλά η ομάδα μετράει πάνω απ’ όλα.  
Για να τους δούμε τους φίλους μας... μέχρι πού μπορεί να φθάσουν...

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

ERIC BURDON & JIMMY WITHERSPOON “Guilty!” ένα θρυλικό blues άλμπουμ από το 1971

Με αφορμή την εμφάνιση του Eric Burdon στο Ηρώδειο, απόψε, έψαξα και βρήκα ένα κείμενο που είχα γράψει πριν πολλά χρόνια (τον Δεκέμβριο του 1997) στο περιοδικό Jazz & Τζαζ (τεύχος 57) σχετικό μ’ έναν εξαιρετικό δίσκο, το “Guilty!” [USA. MGM SE 4791], που είχαν μοιραστεί, το 1971, ο Eric Burdon με τον Jimmy Witherspoon (1920-1997). Εκείνο το κείμενο το μεταφέρω, τώρα, εδώ...
Στις 19 του Σεπτέμβρη που μας πέρασε (για το 1997 ο λόγος) ο εξαίρετος τραγουδιστής της jazz και του blues Jimmy Witherspoon θα ερχόταν στην Ελλάδα, για μια σειρά εμφανίσεων. Η είδηση με είχε παραξενέψει θετικώς και παρότι γνώριζα το γεγονός, σχεδόν από τα μέσα του καλοκαιριού, εντούτοις, περνώντας ο καιρός, και πλησιάζοντας εκείνες οι μέρες του Σεπτέμβρη, είχα αρχίσει να ζω περισσότερο από κοντά και να περιμένω με μεγαλύτερη ανυπομονησία τις παραστάσεις του στην Αθήνα. Η είδηση έπεσε στα κεφάλια μας σαν κεραυνός. Ο Jimmy Witherspoon πέθαινε στο L.A., στις 18 του Σεπτέμβρη, μια μόλις ημέρα πριν την προγραμματισμένη επίσκεψή του στην Ελλάδα!
Το “Guilty!” τελευταία φορά το είχα ακούσει πριν από την εμφάνιση του Eric Burdon στην Αθήνα, στις 29 Νοέμβρη 1996 (στο Ρόδον), και βεβαίως το ξανακατέβασα αρκετές φορές από τη δισκοθήκη με αφορμή τις επικείμενες εμφανίσεις, που τις πήρε ο άνεμος εν τω μεταξύ, του Jimmy Witherspoon στα μέρη μας (μάλλον στο κλαμπ Half Note, αν δεν με απατά τώρα η μνήμη μου).
Ο δίσκος ανοίγει με το “I’ve been driftin’ / Once upon a time”, ένα medley κατ’ ουσίαν δύο προσωπικών στιγμών των καλλιτεχνών, πριν περάσουμε στο θαυμάσιο “Steam roller” σύνθεση του James Taylor από το “Sweet Baby James” (1970), το οποίο ξεχωρίζει για το σόλο της κιθάρας (από τον Howard Scott ή τον John Sterling) και τη στρωτή ερμηνεία του Witherspoon. Το “The laws must change” του John Mayall από το “The Turning Point” (1969) ερμηνεύεται από κοινού, ενώ το “Have mercy judge” (1970), σταθμός στο blues ρεπερτόριο για τον Chuck Berry, είναι φανερό ότι επιλέγεται για τους στίχους του. Η πλευρά θα κλείσει με το “Going down slow” (1942) του St. Louis Jimmy, το οποίο είναι ζωντανά ηχογραφημένο στις φυλακές του San Quentin (στην Καλιφόρνια), εκεί ακριβώς όπου είχε ηχογραφήσει δύο χρόνια πριν το “At San Quentin” (1969) και ο Johnny Cash. Ακούγονται δε τα χειροκροτήματα των Αδελφών, καθώς επίσης και ο αέρας που κάνει τα μικρόφωνα να βουίζουν.
Το “Soledad”, σύνθεση των Eric Burdon και John Sterling, που ανοίγει την δεύτερη πλευρά είναι ένα συγκλονιστικό τραγούδι, που ώρες-ώρες μου θυμίζει το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» του Σαββόπουλου. Soledad (δηλαδή «μοναξιά» στα ισπανικά) ήταν η ονομασία μιας από τις χειρότερες φυλακές εκείνων των χρόνων στην Αμερική, στην ίδια γραμμή με τα κολαστήρια του San Quentin και της Attica. [Στην Attica, ως γνωστόν, τον Σεπτέμβριο του ’71, σαράντα τρεις άνθρωποι θα θανατωθούν (τριάντα τρεις έγκλειστοι και δέκα αξιωματικοί της διοίκησης και πολιτικοί υπάλληλοι), μετά από επέμβαση που είχε σαν στόχο την καταστολή με κάθε τρόπο της εξέγερσης των εγκλείστων, που ζητούσαν καλύτερες συνθήκες κράτησης –επέμβαση που είχε την πλήρη κάλυψη τού κυβερνήτη της Νέας Υόρκης Nelson Rockefeller–, ένα γεγονός που, ανάμεσα σε άλλα, θα οδηγούσε, ένα χρόνο αργότερα, τον Archie Shepp στην ηχογράφηση του άλμπουμ του “Attica Blues”]. Το τραγούδι, που είναι ένας ύμνος για την ελευθερία είναι επηρεασμένο από τις περιπέτειες προφανώς των Αδελφών Soledad, τριών μαύρων κρατουμένων (όχι αδελφών φυσικά) που είχαν κατηγορηθεί άδικα και παραπεμφθεί, τότε, σε δίκη για το φόνο ενός φρουρού των φυλακών (16 Ιανουαρίου 1970). 
Η δίκη που είχε συγκλονίσει την προοδευτική Αμερική την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1970 δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τόσο τον Eric Burdon, όσο και τον Jimmy Witherspoon, που αφιέρωσαν στον αγώνα εκείνων των ανθρώπων ένα σπουδαίο τραγούδι. (Τα γεγονότα και οι περιπέτειες των Αδελφών Soledad περιγράφονται με λεπτομέρειες από την Angela Davis στο βιβλίο της If They Come in the Morning: Voices of Resistance του 1971, που είχε τυπωθεί και στα ελληνικά ως Αν Αυτοί Έρθουν την Αυγή, στις εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη το 1982). Τα “Home dream” (Eric Burdon), “Headin’ from home” (Burdon, Kesterson, Sterling) και “The time has come” (Witherspoon, Edwards) είναι τρία πρώτης τάξεως blues που κλείνουν το άλμπουμ, αφήνοντας ένα ξεκάθαρο αίσθημα συγκίνησης.
Στην ηχογράφηση που είχε γίνει στα στούντιο της MGM τον Ιούλη του 1971 έλαβαν μέρος πολλοί μουσικοί. Τα ονόματά τους: Bob Marcereau και Lee Oscar φυσαρμόνικες, Papa Dee Allen κόνγκα, Harold Brown και George Suranovich ντραμς, Charles Miller τενόρο σαξόφωνο, Howard Scott και John Sterling κιθάρες, Lonnie Jordan και Terry Ryan πιάνο, όργανο, B.B. Dickerson και Kim Kesterson μπάσο, ενώ στο live στο San Quentin έπαιξε η ορχήστρα της φυλακής, με τον Ike White στην κιθάρα. Φυσικά, απ’ αυτούς τους μουσικούς οι Oscar, Allen, Brown, Miller, Scott, Jordan και Dickerson ήταν μέλη των War, με τους οποίους ο Eric Burdon είχε κυκλοφορήσει μέσα στο 1970 άλλους δύο μεγάλους δίσκους (“Eric Burdon Declares ‘War’”, “The Black-Man’s Burdon”).
Και κάτι τελευταίο. Στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ υπάρχει ένα κείμενο κάποιου John Pence Wagner εκδότη ενός εντύπου, που επιγραφόταν The San Quentin News και προφανώς κρατούμενου (τότε) των φυλακών. Γράφει πολλά ωραία εκεί μέσα ο Wagner, αλλά διαλέγω μόνο ένα για να κλείσω τούτο το σημείωμα:  
“Miles and walls do not separate me from those that I love”.

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

οι JOHN YAO’S TRICERATOPS είναι ένα τζαζ κουιντέτο, που το αποτελούν αναγνωρισμένοι σολίστες

Είναι η πρώτη φορά που ασχολούμαστε στο δισκορυχείον με την περίπτωση του τρομπονίστα της jazz John Yao. Ο Yao, που καλλιτεχνικώς είναι Νεοϋορκέζος, δεν είναι κάποιος τυχαίος ή πρωτοφανέρωτος μουσικός. Έχει δώσει τουλάχιστον δύο προσωπικά CD από το 2012 και μετά, ενώ κι ένα άλλο του, το “Flip-Flop” (2015) υπογράφεται από την ορχήστρα John Yao and His 17-Piece Instrument. Τούτο σημαίνει πως ο Yao ξέρει να χειρίζεται και τα μικρά, αλλά και τα μεγάλα σχήματα, γεγονός που του δίνει άλλη διάσταση σαν arranger.
Στο παρόν “How We Do” [See Tao Recordings, 2019] o Yao συνθέτει (από τα οκτώ tracks που υπάρχουν εδώ τα επτά είναι δικά του) και ενορχηστρώνει για κουιντέτο – ένα πολύ δυνατό κουιντέτο, τους Triceratops, που το απαρτίζουν παικταράδες. Σημειώστε: Billy Drewes σοπράνο και άλτο σαξόφωνα, Jon Irabagon τενόρο, Peter Brendler μπάσο, Mark Ferber ντραμς (και John Yao τρομπόνι φυσικά). Διαμορφώνεται λοιπόν ένα σκηνικό, μέσα στο οποίο δεν μπορεί παρά να λάμπουν συνθέσεις και παιξίματα.
Το άλμπουμ ανοίγει με το 7λεπτο “Three parts as one”, ένα πολύ δυνατό up-tempo, που κινείται σε καθαρή μετα-bop φάση και που έχει τα σαξόφωνα σε πρώτο πλάνο (με τρομερά breaks, με άλτο μπροστά-τενόρο πίσω, αλλαγές κ.λπ. – καταπληκτικό κομμάτι και ό,τι πρέπει για εισαγωγή). Το “Triceratops blues” που ακολουθεί... το λέει ο τίτλος του. Είναι ένα βαρύ, μέσο προς αργό blues, με τον Yao να δίνει εδώ ένα πρώτο έξοχο σόλο. Στο φερώνυμο “How we do” o μπασίστας Brendler τα σπάει. Το κομμάτι είναι στηριγμένο πάνω του με φοβερές τριγωνικές ενοργανώσεις-παρεμβάσεις από τους (τρεις) πνευστούς. Κομμάτι, για τζαζ-σεμινάριο, όπως συνηθίζεται να λέγεται.
Όμως έτσι, με διαδοχικές αυξομειώσεις στις ταχύτητες, με επάλληλα χαμηλώματα και κρεσέντι, και με συνθέσεις δουλεμένες μέχρι και την τελευταία λεπτομέρειά τους, οι John Yao’s Triceratops κατορθώνουν τελικώς να δώσουν ένα άλμπουμ με tracks, που ν’ ακούγονται το ένα καλύτερο από το άλλο!
Υπάρχει αμερικανική τζαζ (οποία σοφία!), που δεν είναι ευρωπαϊκή (προφανώς) και που μπορείς να την ακούσεις έτσι συναρπαστικά κυρίως (για να μην πω «μόνο» και παρεξηγηθώ) από αμερικάνους παικταράδες. Σαν αυτούς εδώ.
Επαφή: www.johnyao.com

MIGUEL ZENÓN ένα αφιέρωμα στη μουσική του θρύλου Ismael Rivera

Ο πορτορικανός σαξοφωνίστας (άλτο) Miguel Zenón είναι μια πολύ σημαντική περίπτωση της σύγχρονης τζαζ. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο σας προτείνω να (ξανα)δείτε όσα έχουμε γράψει εδώ στο δισκορυχείον για τρία προηγούμενα άλμπουμ του: το “Yo Soy La Tradición” (2018), το “Típico” (2017) και το “Identities are Changeable” (2014).
Σε αυτά τα άλμπουμ ο Zenón επικεντρωνόταν, κάθε φορά, σ’ ένα διαφορετικό «κεφάλαιο», το οποίον και έφερνε εις πέρας με απόλυτη μαεστρία, προτείνοντας τελικώς καταπληκτικά άλμπουμ. Στο “Yo Soy La Tradición” συνέθεσε μουσικές επηρεασμένος από παλαιότατες κοινωνικές και θρησκευτικές παραδόσεις τού Πουέρτο Ρίκο, στο “Típico” βούτηξε στον κλασικό ήχο των Nuyoricans (típico) παραδίδοντας ένα άλμπουμ υψηλής αισθητικής αξίας, ενώ στο “Identities are Changeable” το ενδιαφέρον του είχε εστιαστεί στα στοιχεία της πορτορικάνικης ταυτότητας (των Πορτορικανών της Νέας Υόρκης). Όπως είχαμε γράψει και παλαιότερα:
Οι Πορτορικανοί αποτελούν μία από τις ισχυρότερες πληθυσμιακές ομάδες στο Μεγάλο Μήλο, αφού υπολογίζεται πως περισσότερο από 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στην ευρύτερη περιοχή, με τις παροικίες τους στο East Harlem και το Lower East Side να είναι γνωστές, από δεκαετίες τώρα, ως El Barrio και Loisaida. Φυσικά, ακόμη πιο γνωστές στους απανταχού μουσικόφιλους είναι οι μουσικές των Nuyoricans, έτσι όπως εκείνες άρχισαν να αποκτούν ποπ πρόσωπο στα sixties, καθώς ανακατεύτηκαν με τους ευρύτερους latin-brazilian και cuban ήχους (mambο, chachachá, bossa nova), καθώς και με την soul και την jazz, δημιουργώντας στην διαδρομή το boogaloo ή την salsa. Ο Zenón τα γνωρίζει όλα αυτά και εκεί εξακολουθεί να επιμένει, και να παραμένει, προτείνοντας κάθε φορά κι ένα διαφορετικό concept, ένα διαφορετικό θαυμάσιο άλμπουμ.
Στο παρόν “Sonero: The Music of Ismael Rivera” [miel music, 2019] ο Miguel Zenón επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε μια μεγάλη μορφή της πορτορικανικής και γενικότερα της latin μουσικής, τον συνθέτη και τραγουδιστή Ismael Rivera (1931-1987). Ο Ismael “Maelo” Rivera, γνωστός και ως El Sonero Mayor, υπήρξε η μεγαλύτερη αντρική φωνή που βγήκε μέσα από τα λατινοαμερικάνικα και καραϊβικά barrios της Νέας Υόρκης, στα χρόνια του ’50. Έφθασε σε μεγάλες δόξες ως τραγουδιστής, με το σχήμα Cortijo y su Combo (ξεκινώντας με εγγραφές από τα μέσα των fifties ήδη, παρουσιάζοντας bomba και plena), γνωρίζοντας και στα seventies μεγάλη επιτυχία μέσω των Los Cachimbos. Η βασική καινοτομία με την οποίαν ο Ismael Rivera μπόλιασε την ευρύτερη latin μουσική ήταν, πέραν της έξοχης και πειστικής φωνής του, η ιδιαίτερη έλξη του προς τον φωνητικό αυτοσχεδιασμό, το soneo, τον οποίον διέρρηξε με τον προσωπικό τρόπο του, προβάλλοντας νέες αρμονικές λύσεις, ξεκινώντας να κάνει σόλο στα τελευταία μέτρα των αρχικών chorus vocals, συνεχίζοντας στο «κενό» και επεκτείνοντας το τραγούδισμά του, αυτοσχεδιάζοντας πάντα, στα επόμενα μέτρα των chorus, και μάλιστα με διαρκές τραγούδισμα (πάνω στα chorus), σ’ έναν αντιστικτικό ρόλο. Δεν γίνεται να παραβλέψεις τις μουσικές του, που ήταν το ίδιο καταπληκτικές, αλλά τα φωνητικά τού Ismael Rivera ήταν άλλο πράγμα!
Φυσικά, τα φωνητικά αυτά δεν αναπλάθονται στο “Sonero” από το Miguel Zenón Quartet (Miguel Zenón άλτο, Luis Perdomo πιάνο, Hans Glawischnig μπάσο, Henry Cole ντραμς) και κάτι τέτοιο ήταν/είναι περίπου αναμενόμενο. Αναπλάθεται, όμως, αν και το πιο σωστό θα ήταν το «διασκευάζεται», η μουσική τού Ismael Rivera, το ρεπερτόριό του, οι επιτυχίες του, κομμάτια που στις πρωτότυπες εκτελέσεις τους σε... σκίζουν και που σ’ αυτές τις «δεύτερες» έχουν ξανά τον τρόπο να σε ταρακουνήσουν (μέσα από ένα πιο μικρό, τούτη τη φορά, τζαζ σχήμα). Συνθέσεις σαν τις “El negro bembón”, “Hola” και “El Nazareno”, δίχως να υποτιμάται, εννοείται, ουδεμία από τις υπόλοιπες, υπογραμμίζουν με τον καλύτερο τρόπο τη δουλειά που έχει γίνει εδώ, από τον Miguel Zenón και το κουαρτέτο του, προς την κατεύθυνση και της ουσιαστικής τιμής προς τον μεγάλο Ismael Rivera, αλλά και προς εκείνη της ακροαματικής απόλαυσης και της καλλιτεχνικής αναδημιουργίας. Ένα έξοχο CD!
Επαφή: www.miguelzenon.com