Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΥΓΙΑΝΑΚΗΣ η προσέγγιση

Τον τελευταίο καιρό όλο και πιο συχνά γράφουμε εδώ στο δισκορυχείον, για τον Κωστή Δρυγιανάκη, τον πειραματιστή-συνθέτη από την Μαγνησία.
Να θυμηθούμε το βιβλίο Για τη διαύγεια ανάμεσα στην ταχύτητα και τη διάρκεια / Ψ ί χ ο υ λ α / που πέταξαν πίσω τους ο Θανάσης Χονδρός και η Αλεξάνδρα Κατσιάνη για να βρουν το δρόμο [Εκδόσεις οίκοι, Θεσσαλονίκη 2019], στο οποίο ο Δρυγιανάκης συμμετέχει μέσω κειμένου, την επανέκδοση του παλαιότερου άλμπουμ του «Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό» [REKEM Records, 2019], την αρχειακή συνεργασία του με τον Κώστα Παντόπουλο στο «Ο Μύθος του Πενθέα / Βόλος 1989» [HXOI KATO APO TO SPITI, 2019], όπως και την κασέτα Chained to the World” [Falt, 2018], για την οποίαν τα είπαμε τον προηγούμενο Μάρτιο. Όλα τούτα, και άλλα ακόμη (live κ.λπ.) δείχνουν πως ο Δρυγιανάκης βρίσκεται σε μια παραγωγική φάση, κάτι που, γενικότερα (για έναν καλλιτέχνη), αλλά και ειδικότερα (για έναν πειραματιστή) είναι πολύ σημαντικό, καθώς μόνον έτσι «ξεμπερδεύεις» με «πράγματα» που έχεις στο μυαλό σου (έχοντάς τα υλοποιήσει), πηγαίνοντας παρακάτω.
Επί του προκειμένου έχουμε ένα ακόμη πολύ περιποιημένο εικαστικώς all paper CD (με δίγλωσσο booklet 32 σελίδων), το οποίον αποκαλείται «Η Προσέγγιση» [HXOI KATO APO TO SPITI, 2019].
Η «Προσέγγιση» δομείται, κατά βάση, γύρω από τριών ειδών κείμενα, τα οποία υπογράφουν οι Θανάσης Χονδρός-Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Θάνος Κόης (ex-Lost Bodies) και Κωστής Δρυγιανάκης. Τα κείμενα αυτά είναι διασκορπισμένα μέσα στο ηχητικό πλαίσιο, που κανονίζει ο Δρυγιανάκης, καθώς ακούγονται πότε το ένα και πότε το άλλο, και μετά ξανά το ένα και μετά ξανά το άλλο, σε μια ροή, που κάτι σηματοδοτεί και κάτι σημαίνει. 
Το πρώτο κείμενο έχει να κάνει με κάποιες σκέψεις των Χονδρού-Κατσιάνη σχετικές με τους ζωολογικούς κήπους, το δεύτερο προέρχεται από ένα διήγημα του Κόη υπό τον τίτλο Σημεία τομής στο Παρίσι, ενώ στο τρίτο ακούγονται όνειρα του Δρυγιανάκη (σε πρώτη φάση ημερολογιακώς καταγραμμένα).
Φυσικά καθ’ όλη τη διάρκεια των αφηγήσεων, πριν απ’ αυτές και μετά απ’ αυτές, είναι οι ήχοι εκείνοι που πρωταγωνιστούν, σ’ ένα μπροστινό ή πίσω πλάνο – ήχοι που προέρχονται από μια πλειάδα οργανοπαικτών (Νίκος Βελιώτης, Λάμπρος Ζαφειρόπουλος, Έλενα Κακαλιάγκου, Κώστας Παντόπουλος, Όλια Γκλουσένκο, Αλέξης Καραβέργος και πολλοί άλλοι) και οι οποίοι στα χέρια τού Δρυγιανάκη αποκτούν μιαν ενότητα, συνεισφέρουν σ’ ένα σχέδιο (ακουστικής) δράσης.
Δεν είναι εύκολο, φυσικά, να περιγραφεί το τι συμβαίνει σ’ αυτό το ηχογράφημα, που αναπτύσσεται σε 70 σχεδόν λεπτά. Εκείνο, όμως, που πρέπει να πω, είναι πως «Η Προσέγγιση» ακούγεται σαν ταινία – μέσω της ηχητικής μπάντας της δηλαδή. Η αφήγηση έχει ένα οργανόγραμμα, έστω και χαλαρό, που αναπτύσσεται πάνω στους άξονες, τους οποίους επινόησαν όσον αφορά στην pop, στα χρόνια του ’60, οι Musica Elettronica Viva βασικά, μα και άλλα σχήματα σε διάφορες μεριές του κόσμου.
Δεν είναι εύκολο να τιθασεύσεις ένα τέτοιο υλικό, να το ενοποιήσεις και να το κάνεις ν’ ακούγεται σαν «ένα», και μάλιστα σε μια τόσο μεγάλη χρονική έκταση. Απαιτεί ειδικές γνώσεις ηχο-σκηνοθεσίας, σεναρίου και ντεκουπάζ, και φυσικά μοντάζ. Ο Δρυγιανάκης τις έχει, καθότι διακεκριμένος... συν-θέτης δεκαετίες τώρα. Κι εδώ, στην «Προσέγγιση», βάζει τα δυνατά του προκειμένου να δώσει ένα ηχητικό έργο, που να μην είναι ερμητικό, που να μην είναι «δύσκολο» –με την προϋπόθεση να μπορείς να χαλαρώσεις, απομονώνοντας κάθε εξωτερική πηγή, που πιθανώς να σε αποσυντονίσει από το αφήγημα– ώστε, τελικώς, να το απολαύσεις.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

SATOKO FUJII & JOE FONDA – SATOKO FUJII & TATSUYA YOSHIDA

Δύο νέα CD από την Satoko Fujii, που ανήκουν, αυθωρεί, στο πλέγμα τού δημιουργικού πανικού, που χαρακτηρίζει μονίμως τις δουλειές της Ιαπωνίδας.
SATOKO FUJII & JOE FONDA: Four [Long Song Records, 2019]
Ο τίτλος “Four” τού πιο πρόσφατου CD τής πιανίστριας-συνθέτριας-αυτοσχεδιάστριας Satoko Fujii και του κοντραμπασίστα-φλαουτίστα-συνθέτη-αυτοσχεδιαστή Joe Fonda, είναι προφανές τι σημαίνει – πρόκειται για το τέταρτο άλμπουμ, το οποίον αναφέρεται στο συγκεκριμένο ντούο. Ας πούμε, λοιπόν, πως για τα προηγούμενα τρία, άπαντα για την Long Song Records από το Μιλάνο, δηλαδή τα “Duet” (2016), “Triad” (2018), που ολοκληρώθηκε και με την συμμετοχή του σοπρανίστα Gianni Mimmo και “Mizu” (2018) υπάρχουν τα σχετικά reviews στο δισκορυχείον και πως αυτή η ιστορία αποκτά τώρα το πιο νέο κεφάλαιό της, το οποίο θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε στις επόμενες γραμμές.
Το “Four”, όπως συχνά συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, είναι ζωντανά ηχογραφημένο – στο Oda Community CenterSubaruConcert Hall, στην ιαπωνική πόλη Uchiko (στα νότια της χώρας) την 6η Σεπτεμβρίου 2018 και στο Live and Restaurant BarMonk”, στην κοντινή πόλη Matsuyama (κοντινή στην Uchiko), την 7η Σεπτεμβρίου 2018. Ως «ζωντανό», λοιπόν, διατηρεί όλα εκείνα τα άμεσα αυτοσχεδιαστικά γνωρίσματα, τα οποία έχουν βάλει σε μια σειρά οι δύο μουσικοί τον τελευταίο καιρό. Γιατί η Fujii και ο Fonda είναι αλήθεια πως έχουν «κολλήσει» με τον καλύτερο τρόπο –αλλιώς δεν εξηγείται η παραγωγή τεσσάρων CD μέσα σε τρία χρόνια–, έχουν διαμορφώσει, θέλω να πω, έναν κώδικα επικοινωνίας, που κάθε φορά ξεκινά όχι από το ίδιο σημείο, αλλά από ένα (κατακτημένο) επίπεδο και-πέρα. Υπάρχει, με άλλα λόγια, μιαν επέκταση του improv περιβάλλοντος στο “Four”, που συνίσταται βασικά, και για να το πω πιο απλά, στη συγκρότηση θεμάτων που μοιάζουν με συνθέσεις. Με παιξίματα περφεξιονιστικά (σε πιάνο, κοντραμπάσο και φλάουτο) και από τους δύο αυτοσχεδιαστές, τα οποία διαρκώς εκπλήσσουν και κυρίως με συνεχή ισοτιμία ρόλων και με αναφορές σε όλο το σώμα της σύγχρονης μουσικής, το “Four” δεν μπορεί να είναι κάτι λιγότερο από ένα improv masterpiece.
Η jazz του Cecil Taylor και του Barry Altschul, οι folk-μελωδίες που διαστρέφονται και επεκτείνονται στο άπειρο, οι avant προσεγγίσεις, που οδηγούν τα tracks σε νέους δρόμους, εκεί όπου η Fujii «υφαίνει» με το πιάνο της ακόμη και ambient «χαλιά»... και τούτα σε πρώτη φάση, γιατί σε μία δεύτερη θα πρέπει να κάνουμε λόγο και για την πάντα ρηξικέλευθη παρουσία τού τρομπετίστα Natsuki Tamura σε δύο κομμάτια και βασικά στο 22λεπτο “Stars in complete darkness” – ένα track που ξεκινά μ’ ένα λυρικό passage στο πιάνο, για να εξελιχθεί εντελώς απρόσμενα και τελετουργικά, με τα πνευστά (φλάουτο, τρομπέτα) να οικοδομούν από spiritual έως και noisy περιβάλλοντα.
TOH-KICHI: Baikamo [Libra Records, 2019]
Το Toh-Kichi είναι το project των Satoko Fujii πιάνο και Tatsuya Yoshida ντραμς. Υπάρχει από τις αρχές των 00s και έως τώρα μάς έχει φανερωθεί μέσω τριών CD. Το πρώτο ήταν το “Toh-Kichi” [Les Disques Victo, 2002], το δεύτερο ήταν το “Erans” [Tzadik, 2004], ενώ το τρίτο είναι το παρόν “Baikamo”. Να σημειώσουμε πως ο Yoshida αποτελεί μεγάλη περίπτωση και του σύγχρονου avant-rock και της improv-jazz, και πως η παρουσία του έχει γίνει αισθητή μέσα από δεκάδες γκρουπ, ομάδες και συνασπισμούς (ποικίλα Acid Mothers, Korekyojinn, Ruins, Samla Mammas Manna κ.λπ.). Στο δισκορυχείον, ας το σημειώσουμε και αυτό, έχουμε αναφερθεί ξανά στην περίπτωσή του σε σχέση με τους Ruins κ.λπ.
Το “Baikamo” αποτελείται από δέκα έξι tracks, ποικίλων διαρκειών, δώδεκα ηχογραφημένα σ’ ένα στούντιο της Nagoya (Ιούλιος, 2019) και τέσσερα από εμφάνιση τού ντούο στο Live and Restaurant BarMonk” (δες και το προηγούμενο άλμπουμ) στην Matsuyama (Φεβρουάριος, 2019).
Οι Fujii και Yoshida ροκάρουν δίχως συστολή – να το πούμε αυτό εξ αρχής. Τι κι αν απουσιάζει το μπάσο και η κιθάρα... υπάρχουν, εδώ, το πιάνο και τα ντραμς, που κάνουν για όλα.
Το σετ έχει μεγάλη δύναμη, σπάνια ορμή και κυλά σαν κατολίσθηση.
Και οι δύο οργανοπαίκτες βρίσκονται σε μεγάλη φόρμα, αναπτύσσοντας πιο συμβατικά, λιγότερο συμβατικά και καθόλου συμβατικά περιβάλλοντα, ικανά να ταράξουν και να προκαλέσουν τις αισθήσεις μας. Δεν είναι απλώς το ότι δίνουν «πάσες» σε μεγαλύτερους avant-rock σχηματισμούς, για να εμπνευστούν και να δημιουργήσουν το δικό τους έργο, είναι το γεγονός πως το “Baikamo” είναι από μόνο του, και έτσι όπως είναι γραμμένο, τόσο «σωστά» περιστοιχισμένο, ώστε να μην αφήνει την παραμικρή αμφιβολία πως πρόκειται για μιαν ολοκληρωμένη αισθητική πρόταση. 
Δεν χρειάζεται να ξαναπούμε για την παικτική φαντασία τής Fujii και την ολιστική χρήση του πιάνου της, με συνεχείς «εκπλήξεις» και απροσδιόριστα timbre, ούτε να επιμείνουμε στην καταιγιστική παρουσία του Yoshida, καθώς, ανά στιγμές, είναι σαν ν’ ακούς noisy μεταλλική μπάντα (“Ajhisakdafitch”).
Σπουδαίο άλμπουμ, όχι μόνο για το είδος του, γενικότερα, βασισμένο στο ταλέντο και τη δουλειά δύο μεγάλων μουσικών.
Επαφή: www.satokofujii.com

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019

FRED HERSCH μέγας δεξιοτέχνης της jazz, εντυπωσιακός συνθέτης και αυτοσχεδιαστής, μα και γκέι ακτιβιστής με διαρκή συνεισφορά στον αγώνα κατά τους AIDS

Ο Fred Hersch είναι ένας τζάζμαν, πιανίστας, συνθέτης και αυτοσχεδιαστής με μεγάλη ιστορία, αλλά όχι ιδιαιτέρως γνωστός στην Ελλάδα.
Γεννημένος στο Σινσινάτι του Οχάιο το 1955, ο Hersch βρίσκεται στη σκηνή από τα μέσα προς τέλη των σέβεντις, παίζοντας στις σκηνές και ηχογραφώντας ακατάπαυστα. Έχει ταξιδέψει και εμφανιστεί σε όλο τον κόσμο, έχει γράψει δίσκους σόλο, με μικρά και μεγαλύτερα σχήματα, έχει προταθεί δεκατέσσερις(!) φορές για Grammy, έχει τιμηθεί από την Académie Charles Cros, έχει αναδειχθεί τρείς φορές (2011, 2016, 2018) Pianist of the Year από την Jazz Journalists Association, ενώ τον προηγούμενο Αύγουστο το τρίο του, ανακηρύχθηκε ως το Νούμερο #1 Jazz Group της φετινής μουσικής χρονιάς, από το 67ο δημοψήφισμα των International Critics του αμερικανικού τζαζ περιοδικού DownBeat.
Και όμως δεν ήταν πάντα εύκολα τα πράγματα για τον Fred Hersch. 
Το 1993 o αμερικανός πιανίστας δηλώνει δημοσίως πως είναι γκέι, πως πάσχει από AIDS και πως υποβάλλεται σε θεραπεία ήδη από το 1984, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον ιό HIV. Τα καταφέρνει καλά για αρκετά χρόνια, αλλά το 2008, πέφτει σε κώμα, για δύο μήνες. Κινδυνεύει η ζωή του, χάνει κάθε ικανότητα μυϊκής λειτουργίας και παράλληλα τη δυνατότητά του να παίξει πιάνo.
Σώζεται την τελευταία στιγμή. Καταφέρνει σιγά-σιγά και αναρρώνει, ξαναβρίσκει τη φόρμα του και μπαίνει πάλι στο jazz circuit. Βάζει σε κίνηση το περίφημο πια τρίο του με τον μπασίστα John Hébert και τον ντράμερ Eric McPherson, ενώ συνεχίζει να υποστηρίζει διάφορες καμπάνιες για την καταπολέμηση του AIDS (Classical Action: Performing Arts Against AIDS, Broadway Cares / Equity Fights AIDS), παίζοντας σε κονσέρτα για ιερό σκοπό και δίνοντας διαλέξεις σε διεθνή ιατρικά συνέδρια τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ευρώπη.
Τον προηγούμενο μήνα η εταιρία τού Fred Hersch, η Palmetto Records του Ελληνοαμερικανού Matt Balitsaris, κυκλοφόρησε ένα box-set, με πέντε άλμπουμ (έξι CD) του Fred Hersch Trio, προκειμένου να τιμήσει τον άξιο μουσικό, αλλά και τα δεκάχρονα του συγκροτήματός του. Τα άλμπουμ είχαν κυκλοφορήσει και παλαιότερα, αλλά συσκευάστηκαν ξανά σε μορφή κουτιού.
Παράλληλα το Fred Hersch Trio ήλθε στην Ευρώπη για εμφανίσεις, που συνέβησαν στο διάστημα 25 Οκτωβρίου έως 2 Νοεμβρίου. Πιο συγκεκριμένα έπαιξε στην Μπολόνια, στο Κορκ (Ιρλανδία), στο Αμβούργο, στη Μάλαγα, στη Σεβίλλη, στο Παρίσι... 

Η συνέχεια εδώ... 

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2019

ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ (1960) μια εκπληκτική σκηνή, μιας σπουδαίας ταινίας

Δεν ξέρω αν θυμάστε μια σκηνή από την φοβερή ταινία τού Ντίνου Κατσουρίδη Έγκλημα στα Παρασκήνια (σενάριο Γιάννης Μαρής) από το 1960. Πιστεύω πως είναι μία από τις πιο ουσιαστικές σκηνές, με σιδερένιο ντεκουπάζ, στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Θα την τοποθετούσα ασυζητητί στις δέκα κορυφαίες.
Κάποια στιγμή ο δημοσιογράφος Μακρής, που τον υποδύεται ο Αλέκος Αλεξανδράκης, κατεβαίνει τις σκάλες ενός νάιτ-κλαμπ με στριπ-τιζ κ.λπ. Εκεί συναντά τον ιδιοκτήτη του κλαμπ, που τον υποδύεται ο Δημήτρης Νικολαΐδης, ο οποίος τον ρωτά για τον φόνο της Ρόζας Δελλή (το φόνο που έχει αναλάβει να εξιχνιάσει ο αστυνόμος Μπέκας-Τίτος Βανδής), ο οποίος (φόνος) έχει μαθευτεί από τις εφημερίδες και απασχολεί την κοινή γνώμη.
Ο Αλεξανδράκης μαθαίνει από τον Νικολαΐδη (χρησιμοποιώ τα κανονικά επώνυμα των ηθοποιών) πως η Δελλή (την υποδύεται για λίγο η Έφη Μελά) ήταν παντρεμένη στην Κατοχή (μία πληροφορία, που θα αποδειχθεί η πιο κρίσιμη στην διαλεύκανση της υπόθεσης), για να ακολουθήσει ένας διάλογος, μεταξύ Αλεξανδράκη και Νικολαΐδη που, με λίγα λόγια, είναι εκπληκτικός! Κάθε λέξη που λέγεται εκεί είναι ένα μάθημα ιστορίας! Δεν πετάς τίποτα!
Κατ’ αρχάς οδηγείσαι, νοερά, στο άγριο σκηνικό της κατοχικής Αθήνας, που, κανονικά, θα έπρεπε να αποτελεί το κορυφαίο, ιστορικά, κινηματογραφικό σκηνικό μας. Ούτε ο Εμφύλιος, ούτε τα sixties, ούτε η Χούντα, ούτε η Μεταπολίτευση, ούτε η «Αλλαγή», ούτε η «Κρίση» διαθέτουν τη δύναμη τής Κατοχής – η οποία Κατοχή, αν εξαιρέσεις κάποιες ελάχιστες καλές ταινίες, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού δηλαδή, πέρασε παντελώς ανεκμετάλλευτη. (Ευτυχώς, πάντως, που δεν συνέβη το ίδιο με την λογοτεχνία μας, καθότι γράφτηκαν μερικά αριστουργηματικά βιβλία με φόντο τη συγκεκριμένη εποχή).
Η συζήτηση των δύο λοιπόν, του δημοσιογράφου Μακρή (Αλεξανδράκης) και του καμπαρετζή Νικολαΐδη, αφορά στην περίοδο λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί.
Βαθύ σκοτάδι. Ο άντρας τής Δελλή (παίζει ο Γκίκας Μπινιάρης) υποτίθεται ότι είναι σκοτωμένος. Ποιοι να τον φάγανε; Πού να ξέρεις... Ο Δ. Νικολαΐδης δίνει με σπάνια ακρίβεια όλες τις εκδοχές (αναφέρει ακόμη και τη λέξη «αντίσταση»), μέσα σε δυο γραμμές, ενώ ο Αλεξανδράκης πετάει κάποια στιγμή τη λέξη-κλειδί «δωσίλογος» – κάτι όχι αυτονόητο για ταινία του ’60 (μην μας διαφεύγει αυτό).
Πώς περιγράφονται οι δωσίλογοι; Ως τύποι που έκαναν δουλειές με τους Γερμανούς και που μετά την Κατοχή, πολλοί απ’ αυτούς βρέθηκαν να κόβουν και να ράβουν, μέσα από δουλειές τής νύχτας.
Το λένε τόσο παραστατικά η Λήδα με τον Σπύρο (και τον Ανδρέα Αγγελάκη, που έγραψε τα λόγια) στο τραγούδι τους «Ο μαυραγορίτης» λες κι είχαν κατά νου τον Νικολαΐδη από την ταινία του Κατσουρίδη («Τώρα με κούρσα γυαλιστή γυρίζει την Αθήνα / και πάνε πια οι Γερμανοί και παν τα χρόνια εκείνα / ανοίγει κι ένα καμπαρέ για τους Αμερικάνους / μα πρώτος και καλύτερος στους εθνικούς εράνους»).
Μπορεί να ήταν δωσίλογος ο άντρας τής Δελλή και άγνωστης πραγματικής ταυτότητας (ένα ακόμη σεναριακό εύρημα, που επιτείνει την αγωνία), αλλά ήταν... καλό παιδί (φοβερή ατάκα!) κατά τον Νικολαΐδη, ο οποίος επωφελήθηκε και αυτός από τα πάρε-δώσε με τους Γερμανούς, για να βρεθεί με νυχτερινή επιχείρηση στην μετακατοχική Αθήνα.
Ορίστε αυτός ο σπάνιας πυκνότητας και αλήθειας διάλογος, ένα καμάρι του σινεμά μας (ρωτάει πρώτος ο Αλέκος Αλεξανδράκης): 
– Και δε μου λες, εκείνος τι έγινε; 
– Ποιος; 
– Ο άντρας της.
– Αα... Τον σκότωσαν λίγο πριν από την απελευθέρωση. 
– Ποιος;
– Πού να βρεις άκρη... Άλλοι λένε πως τον καθάρισε η αντίσταση, άλλοι πως τον σκότωσαν οι Άγγλοι κι άλλοι πως τον ξεφορτώθηκαν οι φίλοι του οι Γερμανοί. 
– Ήταν δωσίλογος; 
– Δωσίλογος (σιγά τώρα)... είχε μια λέσχη κρυφή, που την ήξεραν οι Γερμανοί, ε... κι όσο να ’ναι τους εξυπηρετούσε. Μυστήριος τύπος, αλλά κααλό παιδί. 
– Εσύ είχες δουλέψει στη λέσχη του; 
– Εμ, έπρεπε να ζήσω κι εγώ.
– Σωστά… Πώς τον λέγανε; 
– Αγγέλογλου, Μάκη Αγγέλογλου. Δηλαδή μ’ αυτό το όνομα κυκλοφορούσε. Εγώ νομίζω πως ήταν ψεύτικο. Με συγχωρείς... (και φεύγει)...

ECM RECORDS νέα άλμπουμ, μεγάλα ονόματα

JULIA HÜLSMANN QUARTET: Not Far From Here [ECM Records, 2019]
H πιανίστρια Julia Hülsmann έχει μια σταθερή θέση στον κατάλογο της ECM τα τελευταία χρόνια, καθώς την συναντάμε εκεί είτε σε ηχογραφήσεις με το τρίο της (“The End of a Summer” 2008, “Imprint” 2011, “Sooner and Later” 2017), είτε με το κουαρτέτο της (“In Full View” 2013, “A Clear Midnight” 2015), είτε σε πιο προσωπικές στιγμές (“Fasil” 2009). Στο παρόν “Not Far From Here” η Hülsmann συνεργάζεται με τους Uli Kempendorff τενόρο σαξόφωνο, Marc Muellbauer κοντραμπάσο και Heinrich Köbberling ντραμς σε μια σειρά πρωτότυπων συνθέσεων, δικές της και των μελών του γκρουπ, διασκευάζοντας περαιτέρω και το “This is not America” (των David Bowie / Pat Metheny / Lyle Mays).
Η jazz του Julia Hülsmann Quartet είναι η ευρωπαϊκή, contemporary. Μια... ECM-jazz δηλαδή, με όλα εκείνα τα βασικά χαρακτηριστικά της, τα αναγνωρισμένα από τους φίλους της χρόνια τώρα.
Συνθέσεις και μελωδίες φινετσάτες, που επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στα ευρωπαϊκά και τα blues μοτίβα και ελαφρές αποκλίσεις προς πιο πειραματικές ή free φόρμες, που λειτουργούν κυρίως ως υπαινιγμοί, ως «κλεισίματα ματιού» και λιγότερο ως αποδείξεις ηχητικού προοδευτισμού, είναι τα πλέον βασικά στο “Not Far From Here” – ό,τι τέλος πάντων διαμορφώνει στην πορεία ένα κλίμα... πνευματικού εφησυχασμού, μέσω του οργανοπαικτικού κύρους και της αδιαμφισβήτητης εκφραστικής πληρότητας.
Το κουαρτέτο, που δεν είναι τυχαίο φυσικά, καθώς ως τρίο (Hülsmann, Muellbauer, Köbberling) έχει την ιστορία του, προτείνει, θέλω να πω, μια σειρά συνθέσεων που άλλοτε ακούγονται περισσότερο ευρωπαϊκές και νωχελικά περιγραφικές και άλλοτε πιο σκληρές και κάπως δραματικές, σαν τις “No game” και “Einschub” (βασισμένες προφανώς στις κλασικές blues παρακαταθήκες), δίχως, είτε στην μία είτε στην άλλη περίπτωση, την υπόνοια οιασδήποτε αισθητικής ατασθαλίας.
Ένα πολύ καλό τζαζ άλμπουμ, εν ολίγοις, έχουμε εδώ, σύμφυτο με τα δεδομένα της γερμανικής εταιρείας.
MASIEJ OBARA QUARTET: Three Crowns [ECM Records, 2019]
Μετά το “Unloved” του 2017, το κουαρτέτο του πολωνού άλτο σαξοφωνίστα Masiej Obara (το συναποτελούν οι Dominik Wania πιάνο, Ole Morten Vågan κοντραμπάσο, Gard Nilssen ντραμς) έχει έτοιμο και το δεύτερο άλμπουμ του, το “Three Crowns”, που περιέχει έξι originals και δύο versions σε ισάριθμες συνθέσεις τού επίσης πολωνού Henryk Mikołaj Górecki (1933-2010). Δεν θα ήταν άστοχο αν υποστηρίζαμε πως ακόμη και τούτο (το τελευταίο) δείχνει τον τρόπο που σκέπτεται «τζαζικώς» ο Obara, ο οποίος δεν παραβλέπει σε κάθε λεπτό, σε κάθε θέμα αυτού του άψογου contemporary άλμπουμ, να δείξει την αγάπη και το ενδιαφέρον του για την «σύγχρονη μουσική» γενικότερα, που περνά, φυσικά, μέσα ή πάνω και από την σύγχρονη jazz.
O Obara, βασικά, έχει δίπλα του έναν πιανίστα, που κάνει την υπόλοιπη... μισή δουλειά. Λέμε για τον συμπατριώτη του Dominik Wania, που αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας όλο το πλέγμα των συνθέσεων του Obara – συνθέσεις που διακρίνονται για τις καθαρές, συμπαγείς μελωδίες τους, τις κλασικές επιρροές, την ρυθμική απλότητα και βεβαίως εκείνον τον μοντερνισμό που χωρίς να αναιρεί την ρομαντική παράδοση, μπορεί να την ξεπερνά, δίχως να καταφεύγει σε ακρότητες.
Άλμπουμ διαμορφωμένο από την γνώση και το υψηλό γούστο είναι το “Three Crowns”, που διαθέτει ακόμη τούτο το απλό, σαν-παιδικό εξώφυλλο τού ουρουγουανού γραφίστα Fidel Sclavo (όπως και το προηγούμενο Not Far From Here” εξάλλου), το οποίον πηγαίνει παράλληλα με τον λιτό, γενικότερα, ηχητικό διάκοσμο.
KIT DOWNES: Dreamlife of Debris [ECM Records, 2019]
Πέρυσι ο Kit Downes (πρωτοεμφανιζόμενος, τότε, με προσωπικό άλμπουμ στην ECM) έκανε ένα αναπάντεχο CD. Λέμε για το “Obsidian”, που περιείχε εγγραφές του βασικά για εκκλησιαστικό όργανο. Τώρα, ο βρετανός πιανίστας και οργανίστας επανέρχεται με το “Dreamlife of Debris”, ένα άλμπουμ για πιάνο και όργανο, και ακόμη για τενόρο σαξόφωνο (Tom Challenger), τσέλο (Lucy Railton), κιθάρα (Stian Westerhus) και ντραμς (Sebastian Rochford). Το “Dreamlife of Debris” περιλαμβάνει οκτώ tracks – έξι συνθέσεις του Downes, μία της μπασίστριας Ruth Goller και μία, που ανήκει εξ ημισείας στους Downes και Challenger.
Το “Dreamlife of Debris” είναι οπωσδήποτε ένα «βαρύ» άλμπουμ, αλλά αυτό δεν σηματοδοτεί κάτι αρνητικό (εννοείται). Οι συνθέσεις είναι κλασικότροπες βεβαίως, αλλά, από την άλλη μεριά, είναι και το συγκεκριμένο setting, που τους παρέχει έναν διαφορετικό αέρα. Όχι jazz αναγκαστικώς, αλλά κάπως πειραματικόν και ambient – αν αναφερόμαστε στην 13λεπτη “Bodes” ή στην 5λεπτη “M7”.
Ειδικώς αυτά τα δύο tracks ξεχωρίζουν, αν και ολάκερο το “Dreamlife of Debris” έχει τον τρόπο να σε παρασύρει στον ηχητικό κόσμο του, ο οποίος έχει να κάνει με τις αργές ταχύτητες, τον μελωδικό πλούτο, τις εμπεριστατωμένες ενορχηστρώσεις, τις καταλυτικές παρουσίες των πληκτροφόρων (πιάνο, όργανο), αλλά και την ξεχωριστή αρωγή που προσφέρουν στο κλίμα όλα τα υπόλοιπα όργανα, τα οποία, ανά περιπτώσεις, δείχνει να πρωταγωνιστούν είτε σε πιο συμβατικά, είτε σε πιο απρόσμενα πλαίσια.
JAN GARBAREK / THE HILLIARD ENSEMBLE: Remember me, my dear [ECM New Series, 2019]
Είκοσι πέντε χρόνια μετά το “Officium” (1994), είκοσι μετά το “Mnemosyne” (1999) και εννέα μετά το “Officium Novum” (2010), o νορβηγός σαξοφωνίστας (σοπράνο) Jan Garbarek και το βρετανικό φωνητικό κουαρτέτο The Hilliard Ensemble (David James κόντρα-τενόρος, Rogers Covey-Crump τενόρος, Steven Harrold τενόρος, Gordon Jones βαρύτονος), που δεν υφίσταται πλέον όπως διαβάζω, έχουν ένα καινούριο άλμπουμ σε κυκλοφορία. Αποκαλείται “Remember me, my dear” και είναι ηχογραφημένο, ζωντανά, στην Chiesa della Collegiata dei SS. Pietro e Stefano, στην Bellinzona της Ελβετίας, τον Οκτώβριο του 2014. Στο άλμπουμ περιέχονται δεκατέσσερα tracks, θρησκευτικού περιεχομένου φυσικά, παλαιών ανωνύμων δημιουργών, παλαιών επωνύμων (Pérotin, Hildegard von Bingen, Guillaume le Rouge, Komitas κ.ά.), μαζί με συνθέσεις πιο σύγχρονων ονομάτων (Arvo Pärt, Jan Garbarek). Το αποτέλεσμα είναι αυτό που αναμένεις – έχοντας κατά νου τα προηγούμενα άλμπουμ των Jan Garbarek / The Hilliard Ensemble.
Απόλυτη μουσικότητα, θρησκευτικό πνεύμα, εκστατική ατμόσφαιρα, αγγελικές φωνές, συνοδεία στο σοπράνο σαξόφωνο εφάμιλλης πνευματικότητας, έξοχη ηχητική αποτύπωση, με φυσικό βάθος πεδίου, το οποίον «κανένα» στούντιο δεν μπορεί να δημιουργήσει. Ακόμη και τα βηξίματα, στον ναό, ακούγονται λες και έρχονται από το υπερπέραν.
Ειδικού οπωσδήποτε περιεχομένου εγγραφή, που, στην σημερινή εποχή, θα την αποκαλούσα έως και «τόλμημα», υψηλής, όμως, καλλιτεχνικής στάθμης.
THOMAS ZEHETMAIR: Sei Solo / Johann Sebastian Bach, The Sonatas and Partitas for Violin Solo [ECN New Series, 2019]
Ο αυστριακός βιολονίστας Thomas Zehetmair (γενν. 1961) έχει ιδιαίτερη δισκογραφία στην ECM / ECM New Series. Είτε προσωπική, είτε μέσω σχημάτων (Zehetmair Quartett). Σ’ αυτά τα άλμπουμ προτείνει μπαρόκ, κλασικό, ρομαντικό και σύγχρονο ρεπερτόριο, αποδίδοντας έργα Robert Schumann, Ludwig van Beethoven, Anton Bruckner, Karl Amadeus Hartmann, Heinz Holliger, Niccolò Paganini, Béla Bartók κ.ά. Στο παρόν 2CD Sei Solo”, όπως μαρτυρά και ο υπότιτλός του, ο Zehetmair ερμηνεύει σονάτες και παρτίτες, για σόλο βιολί, του Johann Sebastian Bach.
Βασικό μέλημα τού Zehetmair είναι να χρησιμοποιήσει όλα τα δυνατά μέσα, για την όσο πιο πιστή προσέγγιση τού Bach (του ήχου της εποχής του βασικά) και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο καταφεύγει στη χρήση παλαιών οργάνων.
Για τις παρτίτες χρησιμοποιεί ένα βιολί κατασκευασμένο γύρω στο 1685, για δε τις σονάτες ένα άλλο του 1750. Επίσης δοξάρια, που αποτελούν ρέπλικες δοξαριών των αρχών του 18ου αιώνα.
Μαζί με αυτά, και μαζί με το πάθος, τη γνώση και την τεχνική του στην ερμηνεία τού συγκεκριμένου ρεπερτορίου, ο Zehetmair «χρησιμοποιεί» και κάτι ακόμη, που αποδεικνύεται καθοριστικό, όσον αφορά στην αποτύπωση του ήχου, του κλίματος και του αισθήματος της τελικής εγγραφής. Και αυτό δεν είναι άλλο από τον χώρο τής παλαιάς εκκλησίας του St. Gerold (Αυστρία), που αποδεικνύεται ιδανικός (ο χώρος) στην «φιλοξενία» τέτοιων έργων και οργάνων. 
Δεν υπάρχει κάτι άλλο να πούμε γι’ αυτό το άλμπουμ, που απευθύνεται στους ακριβούς θιασώτες της μπαρόκ μουσικής.
METTE HENRIETTE: S/T [ECM, 2015]
Νορβηγίδα σαξοφωνίστρια και συνθέτρια είναι η Mette Henriette, με το φερώνυμο άλμπουμ-ντεμπούτο της να προέρχεται από το 2015. Οπότε γεννάται το ερώτημα… γιατί να γράψουμε γι’ αυτό τέσσερα χρόνια αργότερα; Ο λόγος είναι απλός. Το άλμπουμ τής Mette Henriette, που ήταν διπλό CD (35 tracks) σε πρώτη φάση, μοιράζεται ξανά τώρα και ως LP (μονό LP), με νέο track list (13 tracks), και γι’ αυτό τον λόγο η ECM το βγάζει και πάλι στο προσκήνιο.
Βασικά εδώ, στο double CD (γιατί αυτό έχουμε στα χέρια μας), η Mette Henriette παρουσιάζει δύο ενορχηστρωτικά πρόσωπά της. Στο πρώτο CD, ξεκινάμε από ’κει, καταγράφονται 15 tracks, τα οποία αποδίδουν η Henriette και μαζί της ο πιανίστας Johan Lindvall και η βιολοντσελίστρια Katrine Schiøtt.
Εδώ το άκουσμα είναι αρκετά περίπλοκο, δύστροπο να το πούμε. Δεν πρόκειται για jazz με την στενή έννοια, αλλά για σύγχρονη μουσική. Τα στοιχεία που συναποτελούν αυτό το ηχητικό κράμα έχουν να κάνουν και με την jazz σε κάποιο ποσοστό, αλλά σε ίσο βαθμό και με την ambient, όπως και με τον μινιμαλισμό (ως «πρωτοποριακό» συστατικό). Το άκουσμα είναι βαρύ, χωρίς ιδιαίτερες μεταπτώσεις προς έτερες καταστάσεις και φυσικά υποβλητικό, εσωστρεφές και ερμητικό. Έχει το νόημά του δηλαδή, όπως και την αδιαμφισβήτητη σοβαρότητά του.
Το άλλο CD, το δεύτερο, με τα 20 tracks είναι ενορχηστρωμένο για ένα σχήμα δεκατριών ατόμων – και για δεκατρία όργανα περαιτέρω. Σαξόφωνο, τρομπόνι, τρομπέτα, τρία βιολιά, βιόλα, δύο βιολοντσέλα, μπαντονεόν, πιάνο, μπάσο και ντραμς. Το ύφος των συνθέσεων τής Henriette δεν αλλάζει – απλώς, η ενορχηστρωτική ποικιλία τού δίνει κατά τόπους μια πιο «φωτεινή» και «πλούσια» γραμμή. Επί της ουσίας όμως, και εδώ, προβάλλεται η ίδια αργή, τελετουργική σχεδόν ανάπτυξη, με λιγοστές παρεκκλίσεις προς κάπως πιο δυναμικά και περισσότερο κοντά στην jazz θέματα (“Late à la carte”, “I”), και με βασικό και μόνιμο μέλημα την καταγραφή μιας «προχωρημένης» διάθεσης, ικανής να περιγράψει... εσωτερικές καταστάσεις.
Μια συνθέτρια, η Mette Henriette, που δεν προδίδει (με την μουσική της) καθόλου την ηλικία της (είναι 29 ετών).

Οι ECM Records / ECM New Series εισάγονται από την AN Music