Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2023

HANIA RANI φαντάσματα

Το νέο άλμπουμ τής πολωνής συνθέτριας και τραγουδοποιού Hania Rani έχει τίτλοGhosts [Gondwana Records / ΑΝ Μusic, 2023], λέξη που οπωσδήποτε ταιριάζει με την ακραία ατμοσφαιρική και τρόπον τινά φασματική μουσική της.
Πρόκειται για ένα άλμπουμ δεκατριών συνθέσεων και τραγουδιών, που είναι εμπνευσμένο από τη δίμηνη διαμονή τής Rani, σ’ ένα στούντιο, κάπου στα ελβετικά βουνά, όταν δούλευε πάνω στο σάουντρακ τής ταινίας “I Giacometti” (σκ. Susanna Fanzun) – από το οποίο θα προέκυπτε το άλμπουμ “On Giacometti”, για το οποίο θα γράφαμε, πριν από κάποιους μήνες (1 Ιουλίου 2023). Όπως γράφει η ίδια στο bandcamp της:
«Εκεί όπου έμενα ήταν κάποτε ένα παλιό σανατόριο, σε μια περιοχή που σε αλλοτινούς καιρούς ήταν πολύ δημοφιλής, αλλά τώρα υπήρχαν μόνον τεράστια εγκαταλελειμμένα ξενοδοχεία, στα οποία οι ντόπιοι έλεγαν ότι ζούσαν φαντάσματα. Θέλω να πω πως αυτή ήταν μια τοπική πεποίθηση –φανταστείτε πως σ’ αυτά τα φαντάσματα οι είχαν δώσει μέχρι και ονόματα!–, αλλά όταν χανόσουν βαθιά στη φύση ή πήγαινες σε κάποιο παρατημένο μέρος, η φαντασία σου άρχιζε να οργιάζει και να λειτουργεί σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο».
Μέσα από ένα τέτοιο σκηνικό θα προέκυπταν οι μουσικές και τα τραγούδια τού “Ghosts”, για τα οποία η Hania Rani (που τραγουδά και παίζει πιάνο στην ηχογράφηση, και ακόμη σύνθια, moog και πλήκτρα γενικώς) θα ζητούσε την συνδρομή πολλών και καταξιωμένων συναδέλφων της, όπως του τραγουδιστή-πιανίστα Patrick Watson, του πιανίστα-κιμπορντίστα Ólafur Arnalds, του ντράμερ Duncan Bellamy (από Portico Quartet κ.λπ.) και πολλών άλλων ακόμη – καθώς στην ηχογράφηση ακούγονται πάμπολλα έγχορδα, μπάσο φυσικά, και πληθώρα από synths και keyboards.  
Μέσα από απλούς στη βάση τους στίχους, που έχουν να κάνουν με την αγάπη, τοποθετημένη (η αγάπη) και τοποθετημένοι (οι στίχοι) σε λίγο αδιόρατα και μεταιχμίων πλαίσια, η Hania Rani ξεδιπλώνει τις συνθετικές περισσότερο (εμείς θα πούμε) ικανότητές της, καθώς η ίδια εξελίσσεται διαρκώς και προς τα πάνω από δίσκο σε δίσκο, προσφέροντας, μέσω του “Ghosts”, την πιο ώριμη έως σήμερα δουλειά της, που οπωσδήποτε ακούγεται συναρπαστική κατά τόπους.
Μεταξύ των πιο δυνατών στιγμών του νέου δίσκου της Hania Rani και τα “24.03”, “The boat” και “Utrata”, και βεβαίως το 11λεπτο “Komeda”, ίσως το ωραιότερο track του δίσκου, που αποτελεί, φυσικά, κι ένα φόρο τιμής στον μεγάλο συμπατριώτη της συνθέτη Krzysztof Komeda (1931-1969).
Ένας πολύ αξιόλογος δίσκος από την Hania Rani, που αφήνει υποσχέσεις για κάτι ακόμη πιο σημαντικό στο μέλλον.

Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2023

ARVO PÄRT και VELJO TORMIS δύο νέα άλμπουμ των εσθονών συνθετών στις ECM New Series

ARVO PÄRT: Tractus [ECM New Series / AN Music, 2023]
Το πιο νέο άλμπουμ του 88χρονου εσθονού συνθέτη Arvo Pärt –που ηχογραφούσε στην Σοβιετική Ένωση από τα χρόνια του ’60 (να μην το ξεχνάμε αυτό) και που θα γινόταν παγκοσμίως γνωστός μέσα από τα άλμπουμ του στις ECM New Series, αρχής γενομένης με το “Tabula Rasa” του 1984– έχει τίτλο “Tractus” και κυκλοφορεί σε CD και 2LP, σε δύο περιποιημένες εκδόσεις. Βαριές, στιβαρές, με πολυσέλιδα δίγλωσσα (γερμανικά, αγγλικά) booklets και με τον πρέποντα εικαστικό σχεδιασμό, που ταιριάζει σ’ αυτόν τον «σοβαρό» συνθέτη, με το μεγάλο και γιατί όχι αγαπητό και ρηξικέλευθο έργο.
Σ’ αυτό το άλμπουμ παρουσιάζονται επιμέρους έργα του
Arvo Pärt, δεκατέσσερα για την ακρίβεια, συντεθειμένα ανάμεσα στα χρόνια 1988-2022, γραμμένα, βασικά για μεικτή χορωδία και ορχήστρα εγχόρδων. Σε κάποια έργα υπάρχουν και κρουστά ή και πιάνο ή και συγκεκριμένες φωνές (σοπράνο), αλλά κατά βάση αυτό που ακούμε στο “Tractus” είναι χορωδία και έγχορδα.
Λέμε λοιπόν για την Estonian Philharmonic Chamber Choir και την Tallinn Chamber Orchestra, υπό τον Tõnu Kaljuste, ο ήχος των οποίων χαρακτηρίζει απάκρη σάκρη το άλμπουμ.
Περιττό να το πούμε πως η αφετηρία και σ’ αυτό το CD/2LP τού Arvo Pärt είναι θρησκευτική. Εξάλλου η λέξη “Tractus” δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στη σειρά των θεολογικών γραπτών “Tracts for the Times” (τυπωμένα ανάμεσα στα χρόνια 1833 και 1841), που θα ξεκινούσαν από τον John Henry Newman (1801-1890), άγγλο θεολόγο, ακαδημαϊκό, φιλόσοφο, ιστορικό, συγγραφέα και ποιητή, αγγλικανό ιερέα και αργότερα καθολικό και καρδινάλιο, τον οποίον θα αγιοποιούσε η Καθολική Εκκλησία το 2019.
Η ηχογράφηση του “Tractus” συνέβη στην Εκκλησία των Μεθοδιστών του Tallinn, τον Σεπτέμβριο του 2022, έχοντας την γενική επιστασία, στην παραγωγή, του ιδίου του Manfred Eicher – που γνωρίζει φυσικά πώς να αντιμετωπίσει, από ηχογραφικής πλευράς, τα έργα του Arvo Pärt, όχι μόνον όσον αφορά στην καταγραφή των φωνών και των οργάνων, μα και στην διατύπωση του θρησκευτικού-πνευματικού κλίματος, που εξ ορισμού απαιτείται.
Δίσκος αναφοράς για το είδος του.
VELJO TORMIS: Reminiscentiae [ECM New Series / AN Music, 2023]
Με μεγάλη δισκογραφία στη σοβιετική Μελόντια και με εκτεταμένη στην ECM από το 1992 (“Forgotten Peoples”) και μετά, ο εσθονός συνθέτης Veljo Tormis (1930-2017) αποτελεί ένα ακόμη μεγάλο «σύγχρονο κλασικό» όνομα της μουσικής των Βαλτικών Χωρών.
Στο πιο νέο CD του, που αποκαλείται “Reminiscentiae”, συμπεριλαμβάνονται διάφορα έργα τού Tormis, γραμμένα ανάμεσα στο 1962 και τα πιο πρόσφατα χρόνια, με το φερώνυμο Reminiscentiae” (1964/2009) να κυριαρχεί, αφού από τα 28 tracks του άλμπουμ καταλαμβάνει τα 21 (από το track 6 έως το 26).
To έργο αυτό αποτελείται από πέντε βασικά μέρη (“Autumn Landscapes”, “Winter Patterns”, “Spring Sketches”, “Summer Motifs” και “Three I Had Those Words of Beauty”) και πάμπολλα υπο-μέρη και θεωρείται ως ένα από τα χαρακτηριστικά της γραφής για ορχήστρα του Tormis – αποδιδόμενο, εδώ, από την Tallinn Chamber Orchestra, υπό τον Tõnu Kaljuste. Όπως σημειώνει ο διευθυντής ορχήστρας στο ένθετο:
«Αυτό το άλμπουμ είναι μια επαναφορά αναμνήσεων, που ξυπνά σκηνές από την παιδική ηλικία του Veljo Tormis. Όπως και συμβαίνει με τα “Melancholy Songs” και “Herding Calls”, περιλαμβάνει μια επιλογή από τα χορωδιακά του κομμάτια, καθώς και το Reminiscentiae, για ορχήστρα εγχόρδων. Το δε “The Tower Bell in My Village”, που ανοίγει τον δίσκο είναι μια εργασία του από το 1978. Θυμάμαι πως είχα φθάσει στην πόρτα του, κρατώντας στα χέρια μου το κείμενο του Fernando Pessoa, που ανοίγει το έργο, ζητώντας του να δημιουργήσει ένα κομμάτι για την περιοδεία της χορωδίας μου. Αυτό το άλμπουμ αντικατοπτρίζει, οπωσδήποτε, τη συνεργασία μας όλα αυτά τα χρόνια, ενώ είναι και το πρώτο, που ηχογραφώ από τότε που έφυγε από τη ζωή ο Veljo Tormis».
Στο άλμπουμ, πέρα από την Tallinn Chamber Orchestra ακούγονται ακόμη αφηγητής,  τρεις σοπράνο και μία μέτζο-σοπράνο, τρομπέτα, κρουστά και φλάουτο, με τις ηχογραφήσεις να συμβαίνουν στην Εκκλησία των Μεθοδιστών του Tallinn, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2020.

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2023

τέσσερα μουσικά βιβλία, που κυκλοφόρησαν τον τελευταίο καιρό – είναι γραμμένα από ανθρώπους που αγαπούν τη μουσική και ζουν γι’ αυτήν

Τα μουσικά βιβλία, όπως τα λέμε, ή τα βιβλία που σχετίζονται με τη μουσική, βρίσκονται πάντα στις προτεραιότητες των μουσικόφιλων – όλων εκείνων που στηρίζουν τα live των καλλιτεχνών, τη δισκογραφία κ.λπ. Είναι βασικά συμπληρώματα της ενασχόλησης των fans με τη μουσική, ανοίγοντας, πολλές φορές, νέες διεξόδους, βοηθώντας περαιτέρω στη βαθύτερη κατανόηση των μουσικών καταστάσεων.
Τέσσερα τέτοια βιβλία, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα, σας παρουσιάζουμε στη συνέχεια...
ΝΤΙΝΟΣ ΔΗΜΑΤΑΤΗΣ:
Its Only RocknRoll [Όγδοο, 2023]
Τον συγγραφέα Ντίνο Δηματάτη τον γνωρίζουν όλοι οι μουσικόφιλοι του ροκ, και ιδίως οι παλαιότεροι, από τα βιβλία του «Οι Άγνωστοι του Ροκ» [Rotonda, 1982], «25 Χρόνια Ελληνικού Ροκ» [Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, 1992], «Παύλος Σιδηρόπουλος / Το Μοναχικό Μπλουζ του Πρίγκηπα» [Κατσάνος, 1997], «Get That Beat / Ελληνικό Ροκ 60’s & 70’s» [Κατσάνος, 1998], «Get That Beat / Ελληνικό Ροκ 80’s & 90’s» [Κατσάνος, 2001] και «Get That Beat / Ελληνικό Ροκ 2000-2013» [Ars Nocturna, 2015].
Αν και προσωπικά τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση για το πρώτο-πρώτο βιβλίο τού Ντίνου Δηματάτη, τους «αγνώστους του ροκ», επειδή εκείνη την εποχή (early 80s) τής πληροφοριακής ξεραΐλας και της άπνοιας λειτουργούσε κάπως σαν «ευαγγέλιο» (σημειώναμε τα ονόματα των όντως άγνωστων, τότε, βρετανικών ροκ συγκροτημάτων και γυρνούσαμε στα δισκάδικα ρωτώντας για τους… Comus και για τους Saturnalia), δεν μπορώ να μην παραδεχθώ πως τα νεότερα βιβλία του ήταν εκείνα που διαβάστηκαν περισσότερο – και βασικά εκείνο για τον Παύλο Σιδηρόπουλο, που μάλλον είναι το πιο επιτυχημένο εμπορικά, μουσικό ροκ βιβλίο, όλων των εποχών, γραμμένο από έλληνα συγγραφέα.
Ένα σύντομο βιογραφικό του Ντίνου Δηματάτη είναι εκείνο που διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του «25 Χρόνια Ελληνικού Ροκ» και είναι το ακόλουθο:
«Ο Ντίνος Δηματάτης ξεκίνησε ως δημοσιογράφος το 1969 στην εφημερίδα “Νέα Αλήθεια”, με θέματα μουσικού και αθλητικού περιεχομένου, ενώ δύο χρόνια αργότερα  προσχώρησε στην εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”. Οι δραστηριότητές του σταμάτησαν το 1972, όταν έφυγε για νομικές σπουδές στην Ιταλία. Το 1979 επιστρέφει στην δημοσιογραφία, γράφοντας κυρίως στο περιοδικό “Μουσικό Εξπρές”. Δύο χρόνια αργότερα εκδίδει το πρώτο του βιβλίο “Οι Άγνωστοι του Ροκ”, που αναφέρεται στη βρετανική σκηνή. Σήμερα ασκεί το επάγγελμα του νομικού στη Θεσσαλονίκη, ενώ παράλληλα ασχολείται με το ραδιόφωνο. Η εκπομπή του “Στην άκρη της βελόνας” αναδείχθηκε από το περιοδικό “Ποπ & Ροκ”, μέσα στις καλύτερες για τα έτη 1989 και 1990».
Τα χρόνια μπορεί να πέρασαν, αλλά δεν πέρασε και η «μανία» του Ντίνου Δηματάτη να γράφει βιβλία, με το τελευταίο του να έχει τίτλο Its Only RocknRoll”.
Το βιβλίο αυτό με μία λέξη θα μπορούσες να το χαρακτηρίσεις... αυτοβιογραφικό. Βασικά είναι ένα βιβλίο στο οποίο ο συγγραφέας επιχειρεί να αποτυπώσει την προσωπική σχέση του με το ροκ. Πώς και πότε ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το ροκ, πώς «έμπλεξε» με τη μουσική, στο επίπεδο του ακροατή, του δημοσιογράφου, του ραδιο-παραγωγού και του ροκ-αρθρογράφου και συγγραφέα, και βασικά πώς συγχρωτίστηκε με μεγάλα ονόματα του ροκ, στην Ελλάδα, όταν αυτά θα μας επισκέπτονταν για συναυλίες (αν και στο βιβλίο υπάρχουν κεφάλαια που αναφέρονται και σε έλληνες ρόκερ).
Κάτι που ξεκινά από πολύ παλιά, από τις εμφανίσεις των Johnny Hallyday-Sylvie Vartan, στο Παλαί ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης (7-8 Σεπτ. 1968), φθάνοντας μέχρι τα πιο πρόσφατα χρόνια (δεκαετίες του 2000 και 2010).
Από τις σελίδες του βιβλίου, λοιπόν, παρελαύνουν δεκάδες ονόματα τού πιο κλασικού ροκ, μα και νεότερα, συγκροτήματα και καλλιτέχνες, με τα οποία και τους οποίους ήρθε σε επαφή ο Ντίνος Δηματάτης, μέσα από διάφορες θέσεις (αν και τις περισσότερες ως απλός fan).
Έτσι, στο “Its Only RocknRoll” μπορείς να διαβάσεις ιστορίες για τους Θόδωρο Παπαντίνα, Rocky Roberts, Manu Dibango, Marmalade, Shocking Blue, Ντέμη Ρούσσο, Osibisa, Cat Stevens, Omega, Steppenwolf, Alex Harvey, Talking Heads, Eric Burdon, Police, Marianne Faithfull, Patti Smith, Willy DeVille, Rory Gallagher, Pavlovs Dog, Chris Spedding, Τζίμη Πανούση, Gogol Bordello κ.ά., ενώ υπάρχουν σελίδες που έχουν να κάνουν και με τον μουσικό Τύπο στην Ελλάδα, εγχώριο και εισαγόμενο, από την εποχή των «Μοντέρνων Ρυθμών», μέχρι τη φάση του «ZOO», του «Διφώνου», του «Jazz & Τζαζ» κ.λπ.
Πρέπει να το πούμε κι αυτό. Ο Ντίνος Δηματάτης γράφει σαν rock fan, σαν «ροκάς», δεν γράφει σαν ερευνητής. (Φυσικά το δεύτερο δεν αποκλείει το πρώτο. Δεν αποκλείεται δηλαδή ένας ερευνητής να είναι και fan). Αυτό έχει ως συνέπεια η ακρίβεια όσων γράφει πολλές φορές να είναι σχετική και ελεγχόμενη – με αποτέλεσμα να υπάρχουν ελλείψεις, λάθη σε ημερομηνίες και το κυριότερο λάθη σε ονόματα.
Αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό, και θα έπρεπε πάση θυσία να αποφευχθεί. Εντάξει μπορεί να μην είχε, ο Ν. Δηματάτης, τις ημερομηνίες των συναυλιών τού Manu Dibango στη Θεσσαλονίκη (ήταν 11 και 12 Μαΐου 1974), μπορεί να νομίζει ότι οι Rolling Stones έπαιξαν το 1967 στην Αθήνα δύο μέρες πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου (ενώ είχαν παίξει, ως γνωστόν, τέσσερις ημέρες πριν, αφού η συναυλία είχε γίνει στις 17 Απριλίου 1967), μπορεί να μην θυμόταν πως οι Osibisa είχαν παίξει στη Θεσσαλονίκη στις 27 Σεπτεμβρίου 1975 και όχι τις «μέρες του ’76» όπως διαβάζουμε –οk με όλα αυτά, δεν τρέχει και τίποτα, αφού είπαμε πως ο συγγραφέας είναι fan, όχι ερευνητής–, αλλά το να γράφει λανθασμένα πλείστα όσα ονόματα μουσικών το θεωρώ αρνητικό για το βιβλίο. Αυτό σίγουρα θα μπορούσε να αποφευχθεί, και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.
Δεν είναι σωστό δηλαδή να βλέπουμε Jimmy Hendrix αντί Jimi Hendrix, Van de Graaf Generator αντί για Van der Graaf Generator, Chacachas αντί του σωστού Chakachas, Airdales αντί του πρέποντος Airedales, Marisca Veres αντί Mariska Veres, Ruben van Leween αντί του σωστού Robbie van Leeuwen, Locomotive GTO αντί Locomotiv GT, Aynsley Dunbar Retalations αντί Aynsley Dunbar Retaliation, Jean Shripton αντί Jean Shrimpton, Willie de Ville αντί του ορθού Willy DeVille κ.λπ.
Είδα κάπου πρόσφατα, στο διαδίκτυο, τον Ντίνο Δηματάτη να τον γράφει κάποιος... Ντίνο Δημάτη (όντως). Νομίζω πως αυτό δεν θα του άρεσε καθόλου.
Κατά τα λοιπά το βιβλίο διαβάζεται εύκολα και είναι όμορφο σαν lay-out. Και χρήσιμο. Γιατί όχι; Βιβλίο είναι. Από κάθε βιβλίο κάτι θα πάρεις... Το αν αυτά θα είναι πολλά ή λίγα θα εξαρτάται, πάντα, από το ποιος είναι ο αναγνώστης. 
Επαφή: www.ogdoobooks.gr
 
Το όλον εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/tessera-moysika-biblia-poy-kykloforisan-ton-teleytaio-kairo

KAΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ!

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΧΑΡΜΠΗ χάρτινες γροθιές

Μια νέα τραγουδοποιός, η Κατερίνα Χαρμπή, κάνει τώρα την εμφάνισή της στην δισκογραφία, μέσω του άλμπουμ της «Χάρτινες Γροθιές» [Ανεξάρτητη Έκδοση, 2023], που είναι τυπωμένο σε ωραίο digipak, περιέχον 20σέλιδο booklet με στίχους και λοιπό πληροφοριακό υλικό. Στο CD καταγράφονται οκτώ τραγούδια της Χαρμπή, ενορχηστρωμένα για κοντραμπάσο, μαντολίνο, κρουστά, κιθάρες, ακορντεόν, βιολί, τρομπέτα, τζουρά και ορισμένα ακόμη όργανα. Γενικώς, σε κάθε τραγούδι υπάρχουν προσθέσεις ή αφαιρέσεις οργάνων, δίχως πάντως να διαταράσσεται η ακουστική ισορροπία του δίσκου.
Το άλμπουμ είναι αυτό που λέμε «έντεχνο», στο ύφος της μπαλάντας, με τα τραγούδια, γενικώς, να φέρνουν στη μνήμη εκείνα του Σωκράτη Μάλαμα.
Είναι μια βασική επιρροή για την Κατερίνα Χαρμπή ο Μάλαμας, ακόμη και στον τρόπο τραγουδίσματος και ερμηνείας, αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι αναγκαστικώς.
Τα τραγούδια τής Χαρμπή είναι ωραία σε γενικές γραμμές, αλλά σε όλα τα επιμέρους θέματα απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια, ώστε αυτά να γίνουν ωραιότερα. Και το πιο βασικό. Να καταβληθεί προσπάθεια, ώστε να θυμίζουν λιγότερο τα τραγούδια τού Μάλαμα.
Αυτό βέβαια είναι λίγο δύσκολο να συμβεί –όχι αδύνατον πάντως–, επειδή η φωνή τής Χαρμπή, αν και γυναικεία, παραπέμπει στην φωνή του Μάλαμα, που σημαίνει πως θα πρέπει να «τοποθετηθεί» κάπου αλλού.
Και στην πλευρά των στίχων, βεβαίως, πρέπει να καταβληθεί μεγαλύτερη προσπάθεια. Η Χαρμπή γράφει ωραία λόγια, με «καλά ελληνικά», αλλά σε κάποιες περιπτώσεις πρέπει να προσέξει τις συλλαβές της, έτσι ώστε, όταν τραγουδά, να μην ακούγονται «στριμώγματα» (για να χωρέσουν οι συλλαβές) και να μην υπάρχουν παρατονισμοί. Και αυτό είναι κάτι που λύνεται εύκολα, αφού το πρώτο, οι καλοί και ενδιαφέροντες στίχοι, ήδη υπάρχει.
Συνθετικά, τα πράγματα είναι αρκετά καλά, αφού οι μελωδίες τής τραγουδοποιού είναι ωραίες και αυθόρμητες, γενικώς τραγουδιστικές, δίχως να ακούγονται πιεσμένες.
Εκεί, τέλος, που χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια είναι στις ενοργανώσεις. Τι ηχόχρωμα θα έχουν τα τραγούδια, ώστε να ακούγονται διακριτά, και να μην συγχέονται με άλλα. Αυτό είναι και θέμα της παραγωγής φυσικά (ενός γνώστη παραγωγού εννοώ), αλλά εγώ θα πω πως ένα σταθερό και ολιγομελές σχήμα, χωρίς προσθήκες, θα έδινε μια ταυτότητα στον ήχο – η οποία τώρα κάπως ψάχνεται.
Η Κατερίνα Χαρμπή είναι αξιόλογη τραγουδοποιός και το μέλλον της ανήκει (το «Του δειλινού τα χρώματα», για παράδειγμα, είναι ένα πολύ ωραίο τραγούδι και δεν είναι το μόνο) και το «Χάρτινες Γροθιές», σαν άλμπουμ, είναι ένα αρκετά ελπιδοφόρο ντεμπούτο... και όλα αυτά τα γράφουμε, για να είναι η επόμενη δουλειά της ακόμη καλύτερη, όχι για άλλο λόγο.
Επαφή: https://www.facebook.com/KaterinaCharmpi

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2023

PHI-PSONICS το δεύτερο φοβερό άλμπουμ του «πνευματικού» γκρουπ, μέσα σε δυο χρόνια

Έχω ακόμη στ’ αυτιά μου τον ήχο από το προηγούμενο αριστουργηματικό άλμπουμ των Phi-Psonics, το “The Cradle” [Gondwana, 2022], και όσο να ’ναι ανυπομονούσα να ακούσω το νέο πόνημα αυτής της παράξενης τζαζ μπάντας από το Λος Άντζελες, την οποίαν καθοδηγεί ο ακουστικός μπασίστας Seth Ford-Young, με τους συνεργάτες του Sylvain Carton τενόρο & βαρύτονο σαξόφωνο, φλάουτο, άλτο φλάουτο, Mitchell Yoshida wurlitzer και Josh Collazo ντραμς.
Και πρέπει να το πω από την αρχή πως το Octava[Gondwana Records / ΑΝ Music, 2023], έτσι αποκαλείται το νέο CD τους, δεν με απογοητεύει επ’ ουδενί. Μπορεί βεβαίως να μην με εκπλήσσει, όπως με εξέπληξε το “The Cradle”, αλλά αυτό είναι φυσικό. Δεν ξέρω όμως αν είναι φυσικό το να παραδίδουν οι Phi-Psonics ένα, πρακτικώς, το ίδιο συναρπαστικό άλμπουμ, με spiritual, psych jazz «άλλης φάσης» και «άλλης εποχής», μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα.
Μοιάζει με ήχο κολεκτίβας αυτό που ακούγεται στο “Octava” (και στο “The Cradle” βεβαίως).
Σαν οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι να βρίσκονται κάπου «εξορισμένοι», κάπου απομονωμένοι, μακριά από τα αστικά κέντρα, σε κάποιο αμόλυντο φυσικό χώρο, να κάθονται καταγής και να παίζουν τα όργανά τους, χωρίς καλώδια, χωρίς ενισχυτές, στέλνοντας τους ήχους τους να ανακατευθούν με τους ήχους του νερού, του αέρα, των πουλιών, της θάλασσας κ.λπ. Λέμε για μια τζαζ φυσικής προέλευσης και εναλλαγής με άλλα λόγια, που να μπορεί να σε οδηγήσει κάπου «πέρα» ή και «έξω» από τον εαυτό σου, να σε εξυψώσει ή να σε εξαϋλώσει, αν αφεθείς στην λειτουργία της.
Αυτή είναι η «εικόνα», που αποκομίζει κάποιος από το “Octava”, ασχέτως αν όλα όσα περιγράψαμε πιο πάνω δεν έχουν και πολύ σχέση με την πραγματικότητα.
Οι Phi-Psonics ζουν στο L.A. και όχι στα περίχωρα, στα βουνά στους απομακρυσμένους κάμπους ή όπου άλλου, ηχογραφούν σε στούντιο με ηλεκτρισμό, καλώδια και εξοπλισμούς και όχι unplugged στην εξοχή, ενώ και σαν άνθρωποι, εμφανισιακά όπως λέμε, δεν μοιάζουν με... πρωτοχίπις ή ερημίτες.
Και αυτό θα μπορούσε να είναι ένα περίεργο σε πρώτη φάση –γι’ αυτό γράψαμε και το «παράξενης τζαζ μπάντας» στην αρχή–, επειδή μια τέτοιου τύπου και δυναμικής jazz μπορεί να παράγεται, εν τέλει, και σ’ ένα καθ’ όλα αστικοποιημένο περιβάλλον.
Όπως κι αν έχει, το κέρδος είναι και παραμένει «ένα». Είναι η απόλαυση και η «εμπειρία», εννοώ, που σου προσφέρει το “Octava” των Phi-Psonics – ένα τελείως διαφορετικό και καθηλωτικό ακρόαμα, έξω και πέρα απ’ οτιδήποτε, σε σχέση με την jazz, μπορείς ν’ ακούσεις τριγύρω.

Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2023

OSLO TAPES σύγχρονοι ιταλοί krautrockers

Οι Oslo Tapes είναι Ιταλοί και βασικά «όχημα», για τις εξερευνήσεις του Marco Campitelli, που έχει τη γενική επιστασία σε κάθε δίσκο τους, με τον πιο πρόσφατο από αυτούς να αποκαλείται Staring at The Sun Before GoinBlind [Sound Effect Records, 2023] και να κινείται σε cosmic χώρους, όπως και ο προηγούμενός τους “ØR” εν πολλοίς.
Στην ηχογράφηση του άλμπουμ παίρνουν μέρος πολλοί μουσικοί, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο κοντά στο γκρουπ, όπως ο κιθαρίστας, σιταρίστας και
keyboard player Amaury Cambuzat, που έχει κάνει επιπλέον την παραγωγή, τη μείξη και το mastering, μέλος των Ulan Bator και από ένα σημείο και μετά των Faust, ο ντράμερ Dahm Majuri Cipolla,  που είναι πιο γνωστός από την παρουσία τους στους Ιάπωνες Mono ή ακόμη και ο τσελίστας Sicker Man (από τους Trialogos). Ακόμη στο Staring at The Sun Before GoinBlind” ακούμε τους Mauro Spada μπάσο, Davide Di Virgilio ντραμς, Stefano Micolucci μπάσο, Federico Sergente κρουστά και Nicola Amici κιθάρες, μέλοτρον κ.λπ.
Το γενικότερο κλίμα σ’ αυτό το τέταρτο άλμπουμ των Oslo Tapes θα το χαρακτηρίζαμε krautrock. Και german progressive επίσης, με πολλές αναφορές στο «χθες», αλλά και με διάθεση να κατατεθούν καινούριες κοσμικές «εικόνες», που μέσω μιας συνεπούς πειραματικής διάστασης, να μπορέσουν να μετατοπίσουν το άκουσμα προς ένα επόμενο επίπεδο.
Έτσι, υπάρχουν κομμάτια εδώ που αποτίνουν φόρο τιμής στους Neu! (όπως το “Dejaneu”), αλλά υπάρχουν και πιο «ψαγμένα» tracks, που ανακαλούν στη μνήμη μου το φοβερό, αλλά μάλλον επισκιασμένο άλμπουμ τού Roman BunkaDein Kopf Ist Ein Schlafendes Auto” (1980), που ενσωμάτωνε krautrock, world beats, punk και ηλεκτρονικά σ’ ένα τελείως «φευγάτο» πλαίσιο (κάτι τέτοιο ακούμε εδώ, από τους Oslo Tapes, σε κομμάτια σαν το “Reject yr regret”, τεντωμένο στα άκρα βεβαίως).
Υπάρχουν και κομμάτια με Pink Floyd-ική διαχείριση των φωνών εδώ (σαν το “Like a metamorphosis”), που ροκάρει μ’ έναν πιο straight ahead τρόπο, πάντα τοποθετημένο σ’ ένα cosmic περιβάλλον, με το μονότονο “Middle ground” να τοποθετείται αφηγηματικά πάνω στα παίξιμο των ντραμς, που μαζί με το μπάσο φυσικά, ορίζουν μια πλατφόρμα, επί της οποίας «αφήνονται» πλήκτρα και κιθάρες. Ξεσηκωτικό κομμάτι (και με Tuvan throat singing στο ενδιάμεσο), που έρχεται σε αντίθεση με το περισσότερο «υπνωτιστικό» “Somnambulists daydream”.
ToStaring at The Sun Before GoinBlind” θα ολοκληρωθεί με το φερώνυμο 7λεπτο κομμάτι, που είναι και το πιο μακρύ, σε διάρκεια, του δίσκου. Εδώ ο Amaury Cambuzat, με τις κιθάρες και τα πλήκτρα του (που πατάνε πάνω στο βαρύ ρυθμικό μοτίβο, που ορίζουν οι Di Virgilio και Spada), δίνει την ευκαιρία στον Marco Campitelli να απλώσει φωνές και φωνητικά, που άλλοτε ακούγονται σαν σαμανική mantra και άλλοτε σαν υπαινικτικό spoken word σχεδόν, πριν από το τελικό οργανικό ντεμαράζ.
Οπωσδήποτε ένας δίσκος, που δεν είναι σκέτο «χθες», καθώς επιχειρεί να ανανεώσει παλαιούς και αγαπημένους ήχους.
Επαφή: https://www.soundeffect-records.gr/