Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

KEITH OXMAN, MARK MASTERS ENSEMBLE δύο τζαζ CD της αμερικανικής CAPRI Records

KEITH OXMAN: Glimpses [CAPRI, 2018]
Τον τενόρο σαξοφωνίστα Keith Oxman τον έχουμε συναντήσει και σε άλλα άλμπουμ της CAPRI – καταρχάς στο περσινό δικό του “East of the Village”, αλλά και σε εγγραφές του σπουδαίου Charles McPherson (στο “The Journey” του 2015). Τώρα, ένα νέο CD έρχεται να προστεθεί στη δισκογραφία τού καλού μουσικού, που αποκαλείται “Glimpses”, και στο οποίο συνυπάρχει με τον πάντα πανταχού παρόντα David Liebman (σοπράνο, τενόρο) και τους Jeff Jenkins πιάνο, Ken Walker μπάσο και Todd Reid ντραμς.
Υπάρχουν δύο κείμενα στο triple-folded digipak, ένα του Liebman κι ένα του Oxman, που εξηγούν διάφορα, ανάμεσα στα πώς και τα γιατί τής μεταξύ τους συνεργασίας. Το συμπέρασμα είναι ένα. Πως ο Liebman προσθέτει για μιαν ακόμη φορά (το λέω, επειδή η δισκογραφία του αριθμεί εκατοντάδες άλμπουμ) το δικό του ξεχωριστό στίγμα και σ’ αυτή την εγγραφή. Πρόκειται απλώς για έναν κορυφαίο πνευστό, που δεν εμποδίζεται από τίποτα προκειμένου να συμμετάσχει σε εφήμερους ή λιγότερο εφήμερους σχηματισμούς, πάντα προσιτός στην επαφή του με οργανοπαίκτες από κάθε γωνιά του κόσμου (φυσικά έχει συνεργασθεί και με Έλληνες ο Liebman) και πάντα καίριος και καθοριστικός με τα παιξίματα και τη εν γένει παρουσία του. Εδώ, στο “Glimpses”, δεν προσφέρει μόνο το τελευταίο φερώνυμο track τού CD (ως συνθέτης), μα και τα εντυπωσιακά soli του, πάντα σε ευγενή κόντρα με τον Oxman (απίθανοι αμφότεροι στο “Afreaka” του Cedar Walton).
Για τον Keith Oxman, τώρα, θα λέγαμε πως, σαν πνευστός, ανήκει στην «κολτρεϊνική» παράδοση, κάτι που διαφαίνεται όχι μόνο στα τέσσερα (από τα συνολικά οκτώ) δικά του tracks, αλλά και στις versions (σε στάνταρντ των Duke Ellington και Leon René, όπως και στο “Afreaka” όπως προείπαμε).
Το άλμπουμ ανοίγει με το 8λεπτο “Shai”, που εκπλήσσει όχι μόνο για τις συνομιλίες των Oxman και Liebman, αλλά και για τη γενικότερη hard bop δομή του, με το εκκωφαντικό swinging. Απίθανο track, που πατάει γερά στην ιστορία. Το “Lenny”, απεναντίας, είναι μια μπαλάντα με πολύ ωραία δουλειά και μπροστά (από τα πνευστά), αλλά και πίσω (από το πιάνο), με το “Tranes pal”, που ακολουθεί, να αποδίδει έναν επιπρόσθετο φόρο τιμής στον John Coltrane (απίθανο!). Τέλος, από τις versions θα ήθελα να σταθώ σ’ εκείνη του “I sold my heart to the junkman” (του Leon René), με τον Oxman να μελωδεί στο τενόρο του ακαταπαύστως, με τρόπο που σε «στέλνει», σε «λιώνει» και τα συναφή… 
MARK MASTERS ENSEMBLE: Our Métier [CAPRI, 2018]
Ο Mark Masters δεν είναι τυχαίος μουσικός – είναι ακριβώς το αντίθετο. Ένας από τους πιο σημαντικούς συνθέτες και ενορχηστρωτές της jazz, τις τελευταίες δυο-τρεις δεκαετίες. Αυτό το μαρτυρά πρωτίστως η δισκογραφία του, που απλώνεται όλη σχεδόν στην CAPRI Records (έχει την έδρα της στην Bailey του Κολοράντο) και στην οποία συναντάς ουκ ολίγα «διαμάντια». Για κάποια απ’ αυτά, μάλιστα, έχουμε γράψει και στο δισκορυχείον, όπως για το περυσινό άλμπουμ του “Blue Skylight”, στο οποίο διασκευάζονταν συνθέσεις των Charles Mingus και Gerry Mulligan, ή για ’κείνο το “Everything You Did” από το 2013, με τις εξαίσιες versions στα τραγούδια των Steely Dan. Τώρα, στο έσχατο “Our Métier”, ο Mark Masters μάς παρουσιάζει δικές του συνθέσεις γραμμένες για τζαζ σεξτέτο και φυσικά για το ensemble του.
Να πούμε, κατ’ αρχάς, πως το σεξτέτο είναι ένα εν δυνάμει σούπερ γκρουπ, καθώς αποτελείται εκ των Andrew Cyrille ντραμς, Gary Foster άλτο, Tim Hagans τρομπέτα, Oliver Lake άλτο, Putter Smith μπάσο και Mark Turner τενόρο, γεγονός που δηλώνει ανάμεσα σε άλλα και την αξία του Masters στο χώρο (το πόσο μετράει το όνομά του δηλαδή), με το Ensemble να συνοδεύει άλλοτε δυναμικά και άλλοτε κάπως πιο διακριτικά. Σ’ αυτό το σχήμα η τραγουδίστρια Anna Mjöll έχει πρώτο ρόλο, με τα υπόλοιπα όργανα (δύο τρομπέτες, ένα γαλλικό κόρνο, τρία τρομπόνια, τρία σαξόφωνα, ένα πιάνο, ένα βιμπράφωνο) να παίρνουν κι αυτά το χρόνο τους.
Στο εισαγωγικό “Borne towards the stars” (αναφορά στο μυθιστόρημα του Malcolm Lowry Κάτω από το Ηφαίστειο) τα soli των Oliver Lake και Tim Hagans υπογραμμίζουν απλώς την… μπιγκ-μπαντική bop αφήγηση μιας σύνθεσης, που σε ταρακουνά από το ξεκίνημά της. Στο “51 west 51st street” είναι η φωνή της Mjöll, που κάνει τη διαφορά, χωρίς βεβαίως να υποτιμάται η γενικότερη ενορχηστρωτική διαχείριση, που φέρνει στο νου ακόμη και Frank Zappa (της εποχής των ορχηστρών του, “The Grand Wazoo” κ.λπ.), με τα θαυμάσια soli σε τρομπόνι, τρομπέτα κ.λπ. και την αδιαπέραστη ρυθμική ακολουθία των Cyrille / Smith. Στο bluesLift” η Mjöll φανερώνει όλη την αξία της σαν βοκαλίστρια, με το “Ingvilds dance” να δίνει την ευκαιρία στους Foster (άλτο) και Turner (τενόρο) για μια σαξοφωνική συνομιλία άλλου επιπέδου. Αλλά και στα πιο μικρά σε διάρκεια tracks, όπως στην μπαλάντα “Dispositions of the heart”, ο Masters, ως συνθέτης και βεβαίως ως επικεφαλής των δύο σχημάτων, αποδεικνύει πως ξέρει να ελέγχει απολύτως ακόμη και τους πιο περιορισμένους… χώρους και χρόνους, προσφέροντας ολοκληρωμένο έργο (με έξοχο υπόγειο groove, εδώ, και έξτρα vibes).
Σπουδαίο άλμπουμ με πρώτης τάξεως συνθέσεις, από πρώτης κλάσης μουσικούς.
Επαφή: www.caprirecords.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου