Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

το βασίλειο της προχειρότητας...

Ενώ για τους cine-κριτικούς εξυπακούεται πως βλέπουν (και κρίνουν) όλων των ειδών τις ταινίες – μοιάζει ανόητο να υποστηρίξει κάποιος πως βλέπει μόνο θρίλερ ή κωμωδίες και πως γράφει μόνον γι’ αυτά, αφού ελάχιστοι θα έδιναν σημασία στις κριτικές του – δεν ισχύει το ίδιο και για τους μουσικοκριτικούς. Υπάρχει τόσος καταμερισμός ακουσμάτων, ώστε είναι ν’ αναρωτιέσαι τελικώς, τι, κατά βάθος, σημαίνει κάτι τέτοιο. Άλλος ακούει μόνον έντεχνα, άλλως μόνο κλασική, άλλος μόνο παραδοσιακά, άλλος μόνον ethnic, άλλος μόνον καινούρια κι εκστασιάζεται μπροστά σ’ ένα τραγούδι του Donovan ή του Phil Ochs, άλλος ακούει soundtracks, άλλος μόνο garage και ψυχεδέλεια κ.ο.κ. Και ξαναλέω, δεν μιλάω για απλούς ακροατές, αλλά για δημοσιογράφους που κρατούν στήλες «μουσικοκριτικής» σε περιοδικά, εφημερίδες, free-press κ.λπ., απευθυνόμενοι στον κόσμο.
Το έχω ξαναπεί και θέλω να το πω κι εδώ. Η κριτική είναι συστατικό της ανθρώπινης σκέψης, δεν είναι ταλέντο. Όπως μπαίνεις σ’ ένα κατάστημα και διαλέγεις ένα πουκάμισο και όχι ένα άλλο, έτσι κάπως, περίπου, αποφασίζεις αν ένα μουσικό ή φιλμικό συμβάν σου «ταιριάζει» ή όχι. Ok, κάτι θα πρέπει να μεσολαβεί, αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα μιας σειράς πράξεων, τις οποίες αποφασίζει καθένας για τον εαυτό του, ίνα προστατευτεί από τη βλακεία· βασικά, όμως, η διαδικασία παραμένει ίδια. Ή, όπως έλεγε, σκληρά, αλλά παραστατικά, και ο αείμνηστος Ραφαηλίδης, από την κριτική οι μόνοι που θα πρέπει να αποκλείονται είναι τόσο οι εκ φύσεως ηλίθιοι, όσο και οι επίκτητα ηλίθιοι. Βασικά, με τους τελευταίους γεννάται ζήτημα.

Παρατηρώ, φερ' ειπείν, σε στήλες δισκοκριτικής να ξεπετάγονται δίσκοι με 20 και με 30 λέξεις (δεν υπονοώ τον Αργύρη Ζήλο κι αυτά που γράφει στο Αθηνόραμα – ξέρω ότι ακούει μουσική περισσότερο από τον καθένα μας και σέβομαι τα πολύχρονα ακούσματά του), δείχνοντας, καθαρά, πως οι άνθρωποι αυτοί ή είναι κακοί επαγγελματίες, αφού δεν μπαίνουν στον κόπο ν’ ακούσουν άλμπουμ δεύτερη φορά (ιδίως εκείνα που ξεπερνούν τα 40 λεπτά, δεν μιλάω για τα 70λεπτα), ή δεν είναι καν επαγγελματίες, μια και κρίνουν από τη σκοπιά των προσωπικών τους ακουσμάτων («ξεβρακώνονται» οι ίδιοι πριμοδοτώντας, ολοφάνερα, συγκεκριμένα είδη ή θάβοντας άλλα), ή είναι εν τέλει ηλίθιοι, ή μάλλον «έξυπνοι», πιάνοντας κορόιδα, κατ’ αρχάς, τα αδιάφορα (και επί της μουσικής ανίδεα) αφεντικά τους. Πάντα υπήρχε πρόβλημα στο χώρο, αλλά το κακό παράγινε με τα free press. Ξεπέτα κι άγιος ο θεός...
[Τα blogs δεν τα λογαριάζω, τα οποία σιγά-σιγά εξελίσσονται σε μάστιγα, γιατί εκεί ο καθένας μας λογοδοτεί πρώτα στον εαυτό του. Και, ως γνωστόν, στον εαυτό μας κάνουμε πολλά χατίρια...].

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

CHARLES IVES δοκίμια πριν τη σονάτα

Το βιβλίο «Δοκίμια πριν τη σονάτα» (εκδ. Άκρον, Καλαμάτα 2001, μτφ. Σπύρος Φέγγος), το είχα διαβάσει την εποχή που κυκλοφόρησε. Το ξαναδιάβασα όμως στις διακοπές, γιατί υπήρχε λόγος...
Πρόκειται, γενικώς, για ένα παράξενο ανάγνωσμα, γραμμένο από τον τρανό αμερικανό συνθέτη Charles Ives (1874-1954). Παράξενο γιατί, ενώ πρόκειται για το συγγραφικό έργο ζωής ενός ανθρώπου της μουσικής – άρα θα περίμενε κάποιος, και σωστά, άμεσες αναφορές σε σχετικούς προβληματισμούς –, εντούτοις, τα «δοκίμια πριν τη σονάτα» είναι επί της ουσίας ένα σύνολο φιλοσοφικών καταγραφών, που θα μπορούσε να διαβασθούν ανεξαρτήτως των όποιων/κάποιων, αναμενόμενων ή όχι, μουσικών στοχεύσεων. Ο Ives υπήρξε ένας εντελώς ιδιότυπος συνθέτης. Η εμπειρική του σχέση με τη μουσική, η σθεναρή αντίδρασή του απέναντι σε κάθε ακαδημαϊσμό και η διάθεσή του να κινηθεί έξω από κάθε συμβατικότητα δεν ήταν προϊόν κάποιος προχωρημένης μουσικής αντίληψης, που στόχευε εξ αρχής στη δημιουργία μιας καινούριας γλώσσας, αλλά μία φυσική διαδικασία, που συντελέστηκε με αθόρυβο τρόπο. Αυτό εξηγεί και εξηγείται από το γεγονός ότι ο Ives δεν αισθάνεται ως συνεχιστής καμμίας μουσικής παράδοσης, δεν νοιώθει ως διάδοχη κατάσταση κανενός προγενέστερου συνθέτη (παρ’ εκτός, ίσως, του πατέρα του!), δεν επεκτείνει καμμία στο μέλλον σύγχρονή του ανησυχία. Δημιουργεί εκ του μηδενός (δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι χρησιμοποιεί την πολυτονικότητα 20 χρόνια πριν από τον Milhaud και τον Στραβίνσκι, ανακαλύπτει την ατονικότητα 10 χρόνια πριν από τον Schoenberg «παίζει» με το κολάζ σχεδόν 30 χρόνια πριν από την εμφάνισή του στην avant-garde, ενώ μιλά για ηχητικά “cosmic landscapes” ήδη από το 1906!), κινούμενος από μία ιδεαλιστική αντίληψη, που θέλει τη μουσική ως άμεση προέκταση της ζωής και όχι ως παρεπόμενό της. Ήταν φυσικό, λοιπόν, ν’ αναζητήσει τις πηγές της αληθινής, προσωπικής δημιουργίας στους υπερβατικούς φιλοσόφους, συγγραφείς, ποιητές και διανοητές της Νέας Αγγλίας, στον τόπο που γεννήθηκε και έζησε για πάρα πολλά χρόνια.
Πέντε ήταν οι πνευματικοί πατέρες του Charles Ives. Ο ποιητής, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος Ralph Waldo Emerson (1803-1882), ο πεζογράφος Nathaniel Hawthorne (1804-1864), ο φιλόσοφος και δάσκαλος Amos Bronson Alcott (1799-1888), όπως και η κόρη του, συγγραφέας Louisa May Alcott (1832-1888) και τέλος ο επιφανέστερος, ίσως, εκπρόσωπος του Υπερβατισμού, ο φιλόσοφος, ποιητής και δοκιμιογράφος Henry David Thoreau (1817-1862).
Στα «δοκίμια πριν τη σονάτα» ο Ives επιχειρεί να εμβαθύνει στο φιλοσοφικό στοχασμό καθ’ ενός από τους προαναφερθέντες – κανείς εκ των οποίων δεν υπήρξε μουσικός – αναζητώντας, εκεί, τις κύριες συνιστώσες του δικού του μουσικού οράματος. Για τον Emerson αναφέρει χαρακτηριστικώς: «Αν ένας ποιητής αποσυρθεί σε μια βουνοπλαγιά για να αποφύγει το χυδαίο μη-πολιτισμό των ανθρώπων και την ενόχλησή τους, ώστε να μπορέσει ευκολότερα να εμπνευστεί ένα σπουδαίο θέμα για τη συμφωνία του, ο Emerson τού λέει πως ο πολιτισμός του ανθρώπου δεν μπορεί να αφήσει τίποτα αχρησιμοποίητο, χρειάζεται όλα τα υλικά, μετατρέπει όλα τα εμπόδια σε εργαλεία, όλους τους εχθρούς σε ισχύ». Για τον Thoreau σημειώνει: «Ήταν τόσο οικουμενικός ώστε δεν είχε ανάγκη να κάνει το γύρω του κόσμου για να το αποδείξει. Όπως έλεγε ο ίδιος, εγώ έχω το μεγαλύτερο μέρος του Θεού, και αυτοί μεγαλύτερο μέρος του δρόμου».
Τα «δοκίμια» ολοκληρώνονται με τον Επίλογο, το πιο εκτεταμένο τμήμα του βιβλίου, στο οποίο ο Ives συνοψίζει τις βασικές κατευθύνσεις του στοχασμού του, κάνοντας την κύρια διάκριση ανάμεσα στον «τρόπο» (έκφραση της κατώτερης αξίας) και την «ουσία», που την ορίζει ως υπερβατική έννοια. Οι παρατηρήσεις του, εδώ, δεν είναι απλώς καίριες, είναι τόσο σαφείς και διεισδυτικές, που θα μπορούσε να προξενήσουν πλήγματα ηθικής φύσεως, ταρακουνώντας κοιμισμένες συνειδήσεις. Η ουσία, δε, όλων αυτών φαίνεται να περικλείεται στο ακόλουθο: «ίσως η Τέχνη γεννηθεί τη στιγμή που χαθεί και ο τελευταίος άνθρωπος που είναι πρόθυμος να κερδίσει τα προς το ζην από αυτήν». Κάτω απ’ αυτήν την ιδεαλιστική ομπρέλα, ο Ives, που υπήρξε συνάμα ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, παρέμεινε σταθερά προσηλωμένος καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ 50ετίας…

Από τις απρόσμενες (προπέρσινες) επανακυκλοφορίες. Όμως υπήρχε λόγος. Σαράντα χρόνια μετά το “If....” (με τις τέσσερις τελείες), το, ρομαντικά ακραίο, φιλμ-σύμβολο του Lindsay Anderson, πάνω στο οποίο πάντα θα σκοντάφτουν οι εκάστοτε... εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, οι Βρετανοί ξαναδίνουν ένα άλμπουμ, το οποίο συνδέθηκε άμεσα μαζί του.Το “Missa Luba” [el/Cherry Red, 2008] των Troubadours du Roi Baudouin δεν είναι ακριβώς το soundtrack της ταινίας, εμπεριέχει όμως το κομμάτι “Sanctus”, που βρισκόταν στο... i-pod του Mick Travis (Malcolm McDowell), λίγο πριν το τελικό black out. Πέραν αυτού τι; Γιατί δεν είναι το θέμα μας το “If....”. Τι άλλο από ένα περιποιημένο ημίωρο CD, με το σύνολο της “Missa Luba”, της κογκολέζικης λειτουργίας που εμπνεύστηκε ένας βέλγος φραγκισκανός μοναχός o πατήρ Guido Haazen, και την οποία παρουσίασε και ηχογράφησε [Philips, 1958], με τη βοήθεια μιας χορωδίας παιδιών και δασκάλων από το τότε Βελγικό Κονγκό. Θα το πω το... άσχετο. Νομίζω πως πάνω στην ιδέα τού καλόγερου Haazen στηρίχτηκαν οι Jean Kluger και Daniel Vangarde μερικά χρόνια αργότερα (1971), όταν αποφάσισαν να «japan-οποιήσουν» τα διδάγματα της γαλλικής pop στον «Θαυμαστό Κόσμο του Yamasuki». Το “Touch of Evil” (1958) είναι ένα από τα λίγα φιλμ του Orson Welles που δεν έχω δει. Ας πω λοιπόν ότι θεωρείται ως ένα από τα τελευταία μεγάλα noir της «παλαιάς σχολής» – παρότι κάτι τέτοιο ακούγεται σχεδόν υβριστικό, μια και το έργο του Welles εξετάζεται ως «σχολή» από μόνο του. Το soundtrack στην el/Cherry Red (2008) έχω τώρα στη διάθεσή μου, συντεθιμένο από τον Henry Mancini· στην ουσία ένα παράξενο μουσικό σύμπαν, απολύτως ενταγμένο στο ηχητικό πλαίσιο της περιόδου (exotica, latin, rock n’ roll, τύπου... Chicago electric blues, cine-jazz, jump-blues, «ελαφρά» μουσική – πολλά τα θαυμαστικά). Το ’χουμε δει και στην Ελλάδα το... έργο με τον Μίμη Πλέσσα, τον Κώστα Κλάββα κ.ά. Οι μεγάλοι συνθέτες, χειριζόμενοι με άνεση τα εκάστοτε ηχοχρώματα, μπορούν να γράψουν οτιδήποτε.Το “Driftwood and Dreams” του Henry Mancini βγήκε για πρώτη φορά, ως mono, από την Liberty, το 1957. Όπως διάβασα στο δίκτυο, δύο χρόνια αργότερα (1959), ο Mancini ξαναηχογράφησε το συγκεκριμένο άλμπουμ, σε stereo version αυτή τη φορά, ως “The Versatile Henry Mancini” (έκδοση και πάλι της Liberty). Αυτές οι δύο εκδοχές, η mono και η stereo, συν δυο-τρία «άσχετα» tracks (εννοώ από ταινίες, που δεν είχαν σχέση με το εν λόγω έργο), αποτελούν το CD “The Versatile Henry Mancini” [el/Cherry Red, 2008].
Τι να πει κανείς για τον Mancini (του συγκεκριμένου άλμπουμ εννοώ); Είναι η μεγάλη εποχή της exotica και της mood music και ο συνθέτης, όντας μέσα στο ευρύ εκείνο πλάνο, δημιουργεί το δικό του μαγικό κόσμο, παίρνοντας ισχυρές βοήθειες από τη σοπράνο Loulie Jean Norman, τον βραζιλιάνο κιθαρίστα Laurindo Almeida, τον οργανίστα Lou Maury, τον ακορντεονίστα Dominic Frontiere και τον μπασίστα Robert Bain – όλοι τους «ονόματα» – και βεβαίως από την ορχήστρα και τη χορωδία του. Παράξενο άλμπουμ το “Driftwood and Dreams”. Weird ασυζητητί. Και, γενικώς, διαφορετικό από εκείνα του Les Baxter, του Martin Denny, του Arthur Lyman ή του George Melachrino. Ο Mancini δεν φαίνεται να εκβιάζει καταστάσεις, ούτε ηχοχρώματα. Τα… world στοιχεία εντοπίζονται ύστερα από επισταμένο ψάξιμο, με την «παραδείσια» μουσική του να πηγάζει ως φυσική ανάγκη και όχι ως... έχοντας κατά νου «κάτι». Το “Bali hai” είναι ένα θαυμάσιο υποβλητικό κομμάτι, με το απίθανο δίδυμο bass guitar-όργανο να γράφει (και) ιστορία. Εξώκοσμο το “Moon of Manakoora” και ηδονικώς θριλερικό το “Sleepy lagoon” (ο Mancini είχε γράψει μουσική για το “Creature from the Black Lagoon” του Jack Arnold, το 1954). Η mono version μοιάζει πιο κοντινή στο ηχητικό κλίμα της εποχής. Κατατοπιστική συλλογή, από την ίδιαν εταιρία, με στόχευση στη γέννηση του ρυθμού των… αγγέλων στα χρόνια του ’50. Μπορεί οι επιμελητές τής “The Birth of Bossa” (2009) να πηγαίνουν αρκετά πίσω στο χρόνο, πιάνοντας το νήμα από τον Garoto και τις πενιές του στα early fifties, όμως είναι, βασικά, το άλμπουμ της Elizete Cardoso “Cancao do Amor Demais” [Festa, 1958] γραμμένο εξ ολοκλήρου από τους A.C. Jobim και Vinicius de Moraes (με τον Joao Gilberto στην κιθάρα), που σηματοδοτεί την… επίσημη αρχή (περιλαμβάνεται ολάκερο στη συλλογή). Στο εν λόγω LP ακουγόταν και το “Chega de saudade”, στην πρώτη του εκτέλεση, πριν το πάρει λίγους μήνες αργότερα ο Gilberto και το μετατρέψει σε hit. Ανθολογείται επίσης το “Bim bom, που θεωρείται ως το πρώτο bossa nova τραγούδι, αφού συνετέθη από τον Gilberto το 1956 – παρότι δισκογραφήθηκε τον Ιούλιο του ’58 στο LP του “Chega de Saudade” [Odeon, 1958] –, αλλά και κομμάτια των Luiz Bonfa, Os Cariocas, Agostinho Dos Santos, Laurindo Almeida και Sylvia Telles, που έπαιξαν ένα ρόλο (μικρό, μεγάλο ή μεγαλύτερο) στη γέννηση του στυλ. Αν και όλα τούτα με τις «πρωτιές» δε μου λένε και πολλά πράγματα, ξανατονίζω πως πρόκειται για κατατοπιστική συλλογή.Στο “The First Book of Songs 1954-58” [el/ Cherry Red, 2009], CD αφιερωμένο στον Burt Bacharach, καταγράφονται 28 τραγούδια της πρώιμης εποχής του· η οποία μπορεί να μην είχε την τεράστια επιτυχία των sixties (χωρίς να απολείπουν τα hits), άφησε όμως δυνατά κομμάτια. Έτσι, το “The story of my life” (1957) με τον Marty Robbins, αν και έφθασε μέχρι το νούμερο 1 τον Ιανουάριο του ’58, δεν έπιανε μία μπροστά στο “Warm and tender” με τον Johnny Mathis (ακόμη και ο Andrew Lloyd Webber φαίνεται πως τσαλαβούτηξε στα απόνερά του), ή στο “Uninvited dream” με την Peggy Lee. Στη συλλογή και τα “Magic moments” με τον Perry Como, “The blob” με τους Five Blobs και “Heavenly” ξανά με τον Johnny Mathis, που γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία και ανέβηκαν στα charts, τη συγκεκριμένη πενταετία. Χρήσιμη συλλογή. Μάλλον, θα πρέπει να περιμένουμε (λέμε τώρα…), άλλα δέκα χρόνια για να δούμε, με την ίδια φροντίδα (ας το πω έτσι) αποτυπωμένα, και τα μεγάλα τραγούδια του Burt Bacharach από τα sixties· και ο νοών νοείτω.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

τάδε έφη ΡΩΜΑΝΟΣ…

Διαβάζοντας τη συνέντευξη του Γιώργου Ρωμανού στην Ναταλί Χατζηαντωνίου (Ν.Χ.), στη Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία (11/9) επιβεβαίωσα, για εκατομμυριοστή φορά, κάτι που ανοήτως ετέθη προς συζήτηση σε προηγούμενα «συντεχνιακά». Το ότι για να μιλήσει ή να γράψει κάποιος για το παρελθόν δεν χρειάζεται να το έχει ζήσει. Πολλές, δε, φορές δεν χρειάζεται να έχει έρθει ούτε καν σ’ επαφή με το εκάστοτε «υποκείμενο» της έρευνας, από τη στιγμή που έχει ψάξει, έχει αντιπαραβάλλει, έχει ορθώς συμπεράνει κι έχει καταλήξει. (Μπορεί να είναι κουραστικό ή αστείο όταν επαναλαμβάνω τα προφανή, αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, από καιρού εις καιρόν, χρειάζεται…).
Δεν γνωρίζω εκ του σύνεγγυς τον Γιώργο Ρωμανό. Δεν τον έχω δει ποτέ. Ούτε στα live της προηγούμενης σεζόν, ούτε τυχαίως κάπου. Ούτε, επίσης, έχω κάποιο φίλο ή γνωστό μου, που να τον ξέρει. Αν κι έχω ένα τηλέφωνό του στην ατζέντα μου από 15ετίας – δεν θυμάμαι ποιος μου το έδωσε, μάλλον μου προσεφέρθη – δεν τον έχω ενοχλήσει (τον Ρωμανό), ούτε προτίθεμαι να το κάνω, απλώς, γιατί δεν είχα έως ώρας (κι ούτε έχω) κάτι που να ήθελα να τον ρωτήσω. Τηλεφωνήματα στο βρόντο δεν κάνω. Σέβομαι την ιδιωτικότητα του καθενός. Ό,τι θέλω να ξέρω για τον καλλιτέχνη Ρωμανό το γνωρίζω μέσα από το έργο του, τη διαδρομή του εδώ και στη Γαλλία, τα λόγια που έχει θελήσει ο ίδιος να φανούν στις μετρημένες συνεντεύξεις του, μελετώντας τις πηγές δηλαδή, αφήνοντας – όπως κάνω πάντα – τη σκέψη μου να κλείσει τις όποιες «τρύπες», οδηγούμενος σε ασφαλή (νομίζω) συμπεράσματα. Χαίρομαι, λοιπόν (αν και δεν είναι αυτή η σωστή λέξη), όταν όσα έχω γράψει κατά καιρούς για τον καλλιτέχνη επιβεβαιώνονται στη συνέντευξη της κ. Χατζηαντωνίου, η οποία – μελετώντας το «δισκορυχείον» υποθέτω – επέκτεινε και επιβεβαίωσε (μέσω του ιδίου του Ρωμανού) εκείνα που έχω αναφέρει. (Όχι πως συνέβη και τίποτα κοσμογονικό, αφού στα στοιχεία δεν χωρούν μισόλογα).
Έτσι, όταν την 11η Δεκεμβρίου του ’09 έγραφα για τις ανακρίβειες του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου (Σ.Τ.) σ’ ένα editorial της Lifo (δες http://is.gd/f5vJ0), αναφορικώς με τον Ρωμανό – ο Σ.Τ μιλούσε περί… ευγενούς εξαφανίσεως του τραγουδοποιού και άλλα δυστυχή – έρχεται η Ν.Χ. να ρωτήσει: «γιατί επικράτησε η εντύπωση ότι εξαφανιστήκατε;». Και για να κάνω λίγο κρύο χιούμορ… αυτή είναι μία σωστά διατυπωμένη ερώτηση. Απαντάει, λοιπόν, ο Ρωμανός: «Ίσως γιατί δεν παρουσίασα καινούργια μουσική». Και λίγο πιο κάτω: «Δεν εξαφανίστηκα. Εδώ ήμουν».
Αλλά και πριν από λίγες μέρες, την Τρίτη 7/9 (http://is.gd/f5wdW), όταν έγραφα για τα λάθη του Βασίλη Αγγελικόπουλου στην Καθημερινή, ο οποίος, με αφορμή τη «Μυθολογία», μιλούσε για την… παντελώς άγνωστη τότε φωνή, του πρωτοεμφανιζόμενου Γιώργου Ρωμανού, έρχεται, τέσσερις μέρες μετά, η κ. Χατζηαντωνίου να χρησιμοποιήσει ως τίτλο σε μία στήλη της, τη λέξη «Παρεξηγήσεις…», φιλοξενώντας από κάτω τα ίδια τα λόγια του Ρωμανού. «Δεν ξεκίνησα με τη ‘Μυθολογία’ του Χατζιδάκι. Είχα ήδη βγάλει τις ‘Μπαλλάντες’, στη Philips, το 1965, με δικά μου τραγούδια. Και πιο πριν, το ’63, είχαμε τραγουδήσει με τον Βασίλη Ριζιώτη το «Αστέρι του βοριά» στους εισαγωγικούς τίτλους του ‘America-America’ του Καζάν». Αν ήμουν ανόητος θα έλεγα πως ο Ρωμανός με αντιγράφει. Απλώς, ο άνθρωπος λέει τα πράγματα όπως συνέβησαν· και όπως ακριβώς τα έγραψα κι εγώ στην ανάρτηση της 7/9.
Στις «Παρεξηγήσεις…» ο Ρωμανός αρνείται επίσης τον τίτλο του νεο-κυματικού τραγουδιστή κι έχει δίκιο, ασχέτως αν οι «Μπαλλάντες» του [Philips 630 114 PL, 1965], στις οποίες φυσαρμόνικα έπαιζε ο άγνωστος τότε Δήμος Μούτσης, και το πρώτο του 45άρι «Η μεταμόρφωση/ Η μπαλλάντα του χωρισμού» [Lyra LS 1108, 1965] είχαν κάποια νεοκυματική χροιά. Αυθαιρέτως ο Πατσιφάς τον έμπλεξε μ’ αυτή την ιστορία. Ιδίως το «Ρολόι», που υπάρχει σε όλες τις συλλογές του Νέου Κύματος, είναι παντελώς out ως… νεοκυματική επιλογή. Λέει, μάλιστα, ο Ρωμανός: «εκ πεποιθήσεως δεν τραγουδούσα ποτέ σε μπουάτ». Αυτό, όμως, δεν είναι απολύτως σωστό. Τα Ταβάνια στην Πλάκα, όταν τραγουδούσε το χειμώνα του ’70, τι ήταν; Μπουάτ δεν ήταν; Απλώς, είχαν μπει πια στις μπουάτ (σε κάποιες έστω) μικρόφωνα, μεγάφωνα κι ενισχυτές. (Προφανώς, ο Ρωμανός, εννοεί τις… unplugged μπουάτ). Για την Μαρίζα Κωχ, ακόμη και το Ροντέο όταν άνοιξε, το ’69, ήταν κάτι σαν μπουάτ: «Είχε το χαρακτήρα μπουάτ και το Ροντέο, είχε τις αναλογίες: το στριμωξίδι, τα χαμηλά καθίσματα, τα πηγαδάκια, το ξενύχτι, αλλά όπως και στο Τζάκι είχαμε μιαν ορχήστρα, και φυσικά το Διονύση να ροκάρει…» (από τα Μουσικά Προάστια http://is.gd/f5BYJ).
Η Ναταλί Χατζηαντωνίου πήγε διαβασμένη στη συγκεκριμένη συνέντευξη (από μένα, από αλλού; – δεν έχει και τόσο σημασία), αν και άφησε ένα-δυο θεματάκια να ξεφύγουν. Πάντως, δεν αναλώθηκε σε φαντασιοπληξίες και σε αυθαίρετα συμπεράσματα, κάνοντας, γενικώς, σωστή δουλειά (κάτι που δεν θα πρέπει να θεωρείται κατόρθωμα, όταν αναφερόμαστε σε επαγγελματίες), δίνοντας και μια-δυο πληροφορίες. Κατ’ αρχάς πως το «Πέρα στο θολό ποτάμι», από τον «Μεγάλο Ερωτικό», ανήκε, βασικά, στη «Μυθολογία» (θυμίζει, εδώ που τα λέμε, κάτι από το «Είσουν παιδί σαν το Χριστό») και πως μετά τον Ρωμανό το τραγούδησε η Φλέρυ Νταντωνάκη, και ακόμη πως ο Ρωμανός έφυγε για το Παρίσι το 1972, όχι για να κάνει…αντίσταση στη χούντα, αλλά γιατί δεν έβλεπε προκοπή εντός των τειχών, αλλά κι επειδή ήταν νέος κι ήθελε να ταξιδέψει. Λέει, χαρακτηριστικά, ο ίδιος: «με είχαν καλέσει στην ΕΡΤ για να μου πουν πως ό,τι αντιπροσωπεύω με τα μακριά μαλλιά και τα ρυθμικά τραγούδια δεν ταιριάζει στην ελληνική νεολαία. Κι επειδή ήθελα και να ταξιδέψω έφυγα».
Αυτό το.. προτελευταίο, βεβαίως, θα πρέπει να του το είπαν το ’69, άντε αρχές του ’70, γιατί το ’72 η χούντα δεν είχε πρόβλημα ούτε με τα «μακριά μαλλιά», ούτε με τα «ρυθμικά τραγούδια». Απεναντίας, τα… πριμοδοτούσε.

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

ΩΡΙΩΝΕΣ κύκλος

Παρότι παρακολουθούσα το παλαιό Να η Ευκαιρία σχεδόν από την αρχή, εντούτοις δεν θυμόμουν την παρουσία, εκεί, του συγκροτήματος Ωρίωνες – διάβασα την πληροφορία στο ένθετο. (Θυμάμαι όμως, σε μια τηλεφωνική επικοινωνία που είχα με τον κιθαρίστα Βασίλη Αβραμίδη, το 1996, να μου λέει πως το γκρουπ, με άλλο όνομα φυσικά, ως Familiar Love, υπήρχε από τις αρχές των seventies και πως είχε συμμετάσχει με τραγούδι του στο “Pop Festival ’73” – μια πληροφορία που, επίσης, αναγράφεται στο ένθετο). Βραβευμένοι, τον Ιανουάριο του 1978, στην κατηγορία «σύνθεση» από την τότε κριτική επιτροπή της εκπομπής (Γρηγόρης Γρηγορίου, Γιώργος Κατσαρός, Ροζίτα Σώκου, Γιάννης Φλερύ), οι Ωρίωνες κερδίζουν πάραυτα ένα δισκογραφικό συμβόλαιο με τη Lyra/ Zodiac, η οποία και τυπώνει μετά από λίγο καιρό, σε κόκκινο 45άρι, δύο τραγούδια τους· το «Κουρδιστά ανθρωπάκια» (το κομμάτι για το οποίο είχαν βραβευθεί) και το «Για να ζήσει πιο καλά» [Zodiac ZS 8381].
Το πρώτο, να το πω από την αρχή, είναι πολύ καλό τραγούδι. Δεν εξετάζω το αν είναι συμβατό με τις εξελίξεις στο rock στα late seventies – το κομμάτι είναι της αισθητικής… Poll, Νοστράδαμος, Blue Birds και τα τοιαύτα –, αλλά το γεγονός ότι πρόκειται για πολύ καλή σύνθεση (γι’ αυτό και η βράβευση), αφού το τραγούδι κατ’ ουσία δεν έχει ρεφρέν, αλλά πέντε διαφορετικά ή… περίπου διαφορετικά κουπλέ! Τέτοια... σπατάλη επ’ ουδενί δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Και όμως πέρασε. Οι Ωρίωνες δεν προχώρησαν, με αποτέλεσμα, μέχρι το 1984, όταν το γκρουπ επανεμφανίστηκε στη δισκογραφία με dance ρεπερτόριο, να μην αξιωθούν άλλου ελληνόφωνου υλικού. Τώρα, 30 τόσα χρόνια αργότερα, η Anazitisi Records συγκεντρώνει οκτώ τραγούδια του συγκροτήματος (1978-1983), σ’ ένα LP που έχει τίτλο «Κύκλος», κόβοντας 200 αντίτυπα, προσφέροντας μαζί κι ένα 4σέλιδο LP-sized ένθετο. Φυσικά, τα τραγούδια του single εμπεριέχονται.
Για το «Κουρδιστά ανθρωπάκια» τα είπαμε. Ενδιαφέρον έχει όμως και το flip-side «Για να ζήσει πιο καλά» (πάντα κοντά στο ύφος των ύστερων Blue Birds), που είναι… προσεγμένο και καλοπαιγμένο. Από τα 6 ανέκδοτα ο «Παλιάτσος» (1979) reggae-φέρνει, αν και, πάλι, το στιχουργικό κομμάτι είναι early seventies. Τα υπόλοιπα πέντε κομμάτια προέρχονται όλα από τη διετία 1982-83, διαθέτουν μέρη με synthesizers και πνευστά, ενώ ο ήχος του γκρουπ θυμίζει τους πολύ γνωστούς και επιτυχημένους, τότε, 2002 GR. Το καλύτερο τραγούδι αυτής της περιόδου είναι ο «Ήρωας» (ανακαλεί στη μνήμη μου τη «Μαγική αυλή»), με στίχους κομματάκι… σκληρούς, για τα μέτρα της εποχής (αν και αναφέρονται στη χούντα θα μπορούσε να... παρεξηγηθούν, κι ας βρισκόμαστε στην πρώτη «πασοκική» τετραετία). Τους αντιγράφω: «Σε μια χώρα κάπου εκεί στη γη/ όπου θεοί είναι οι στρατηγοί/ δικτατορία χρόνια πάνω και σκοτάδι/ σχολεία υποχρεωτικά κρεμούν/ εικόνα του μεγάλου αρχηγού/ βιβλία ιστορίας έχουν πια αλλάξει/ σημαίες, δάφνες, εθνική γιορτή/ πλήθη πηγαίνουν στην παρέλαση/ κάποια ηλιόλουστη ημέρα του Απρίλη/ μεγάφωνα ουρλιάζουν, όλοι ριγούν/ σκύψτε οι αρχηγοί σας χαιρετούν/ με τρόμο κατεβάζει ο κόσμος το κεφάλι./ Όμως μέσα από το πλήθος νεανική μορφή/ ορμά, πυροβολάει τον αρχηγό, αστοχεί/ πλήθος καραμπινιέροι τον ρίχνουν καταγής/ στη φυλακή τον κλείνουν, λένε θα δικαστεί./Οο οοο με μια σφαίρα στο κεφάλι/Οο ο ο ήρωας ή αναρχικός».
Επαφή: www.anazitisirecords.com , www.oriones.gr 

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

οι FRED VAN HOVE και WOLFGANG DAUNER εκκλησιάζονται...

Την άνοιξη του 2001 είχε επισκεφθεί την Αθήνα (Μικρό Μουσικό Θέατρο) ο βέλγος πιανίστας, οργανίστας και ακορντεονίστας Fred van Hove. Πολλοί δεν είχαν δώσει σημασία στην είδηση τω καιρώ εκείνω, όσοι όμως πήγαν τελικώς στο… δωμάτιο της Βεΐκου, τη 18η ή 19η του Μαΐου, δύσκολα θα λησμονήσουν το γεμάτο ουσία πιανιστικό παιγνίδι του van Hove (αλλά και του Νίκου Βελιώτη, που τον συνόδευε στο τσέλο), ενός αθόρυβου μουσικού, «κεφάλαιο» για την τέχνη του αυτοσχεδιασμού στην Ευρώπη τα τελευταία 45 χρόνια.
Γεννημένος στην Αμβέρσα, το 1937, ο Fred van Hove θα γίνει πλατύτερα γνωστός στα χρόνια του ’70, όταν θα αποτελέσει κινητήριο μοχλό διαφόρων projects της εταιρίας FMP, συμβάλλοντας με το δικό του τρόπο στη δημιουργία ενός free improvised ήχου, ο οποίος ποτέ δεν έκρυψε τις προοδευτικές αναφορές του (όχι ο ήχος – οι άνθρωποι που έφτιαχναν τον ήχο).
Μερικά από τα άλμπουμ, στα οποία η παρουσία του van Hove υπήρξε καθοριστική ήταν τα: “The End” (με Brotzmann, Bennink, Mangesldorff, rec. 8/1971), “Brotzmann, van Hove, Bennink” (rec. 2/1973), “Outspan No1 και No 2” (με Brotzmann, Mangelsdorff, Bennink, rec. 4-5/1974), “Tschus” (με Brotzmann, Bennink, rec. 9/1975), αλλά και τα αυστηρώς προσωπικά “Verloren Maandag” (rec. 9/1977) και “Church Organ” (rec. 8/1979) – όλα στην FMP ή στην SAJ/FMP.
Το ξεκίνημα όμως του Fred van Hove δεν ήταν λιγότερο ενδιαφέρον. Σταθμός στην καριέρα του υπήρξε η γνωριμία με τον σαξοφωνίστα Peter Brotzmann, στο βελγικό φεστιβάλ Comblain-la-Tour το 1966, με τη σχεδόν ταυτόχρονη ίδρυση του περιώνυμου Peter Brotzmann Octet, ενός σχήματος που πέρασε με πατημένα γράμματα στην ιστορία της euro-jazz ελέω “Machine Gun” (πρώτη ανεξάρτητη έκδοση το 1968, επανέκδοση στην FMP το 1972).
Ήταν τότε, όταν ο Fred van Hove, καλεσμένος του Joachim E. Berendt στο Berlin Jazz Festival του ’68 (την 10η Νοεμβρίου για την ακρίβεια) θα βρεθεί στο πάλκο μαζί με τους Cel Overberghe, Kris Wanders και Willem Breuker σαξόφωνα, Ed Kroger τρομπόνι, Peter Kowald μπάσο και Han Bennink ντραμς, προκειμένου να ερμηνεύσουν όλοι μαζί την 18λεπτη σύνθεση του πρώτου “Requiem for Che Guevara, Martin Luther King, John F. and Robert Kennedy, Malcolm X”.
Το πρωτότυπο αυτού του live που απαθανάτισε η MPS [MPS 15 205 ST] το 1968, ήταν πως συνέβη μέσα σε εκκλησία, φανερώνοντας έτσι πως η jazz, στην πιο προχωρημένη της φόρμα, κατακτούσε και το τελευταίο οχυρό της λεγόμενης σοβαρής μουσικής – προσωπικώς, δεν μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή κάτι ανάλογο πιο πριν. Jazz in der Kirche λοιπόν από το σεπτέτο του Fred van Hove, μία επιμνημόσυνη δέηση για πέντε Αμερικανούς, που σημάδεψαν ο καθένας με τον τρόπο του τη σύγχρονη ιστορία και που μπορεί σε πρώτη φάση, ή και τελευταία, η ταυτόχρονη τιμή σε τόσο διαφορετικούς ανθρώπους να προκαλεί μιαν απορία. (Ο Che υπήρξε αντίπαλος του J.F.K., όπως και τα κηρύγματα του Malcolm X, μέσα στο πνεύμα της μαύρης αυτοσυνείδησης, δεν είχαν καμμία σχέση μ’ εκείνα του Martin Luther King – κι ας προσπαθεί ο van Hove να αμβλύνει τις διαφορές τους στο εσώφυλλο).
Πέραν όμως από τα ονόματα, που επιλέγονται για να τιμηθούν, σημασία έχει και το προτεινόμενον. Κι αυτό είναι αρκετά ενδιαφέρον. Στην ουσία ένας λειτουργικός συνδυασμός ελεύθερης jazz και «δυτικής» θρησκευτικής μουσικής, τη βοηθεία εκκλησιαστικού οργάνου, σε ατμόσφαιρα κατανυκτική, αλλά και μ' ένα κλείσιμο θορυβώδες, δυνατό, στα όρια της «οπλομηχανής» (rec. 5/1968), που είχε κατά λίγους μήνες προηγηθεί.
Κι ενώ όλα τούτα συμβαίνουν στη δεύτερη πλευρά, στην πρώτη ακουγόταν το έργο του Wolfgang Dauner “Psalmus Spei for Choir and Jazz Group”, πάντα live από το Berlin Jazz Festival, ερμηνευμένο από τους Wolfgang Dauner όργανο, μελόντικα, Manfred Schoof τρομπέτα, Gerd Dudek τενόρο, Eberhard Weber τσέλο, Jurgen Karg μπάσο, Fred Braceful ντραμς, συν τους Κάντορες του Αγίου Μαρτίνου της πόλης Kessel (της Έσης) υπό τον Klaus Martin Ziegler. Εδώ, η… μυστικιστική ανάγνωση των κειμένων (μουσικών ή μη) δημιουργεί το κλίμα μίας κάπως «υπερβατικής» jazz, από την οποία δεν απουσιάζει, εννοείται, το free improv στοιχείο. (Δεν μας διαφεύγει το γεγονός πως, ενάμισι χρόνο νωρίτερα, ο Dauner είχε ηχογραφήσει ένα από τα μνημεία της ευρωπαϊκής improv σκηνής, το άλμπουμ “Free Action” στην Saba, στο οποίο συμμετείχαν όλοι οι ανωτέρω – πλην του Schoof).

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

SOCOS το σύνολον ή περίπου…

Με αφορμή ένα σχόλιο του Κώστα Παπ. στην προηγούμενη ανάρτηση, παραθέτω κάποια κείμενα που έχω γράψει στο Jazz & Τζαζ για τα άλμπουμ του Socos. Έτσι, όλα μαζί, αφηγούνται νομίζω μιαν ιστορία…
Το πρώτο άλμπουμ του Socos που έπεσε στα χέρια μου ήταν το…[socos]/ Παναγιώτης Λάμπρου/ the live project band – δάκρυα του ονείρου – New Location nl-pr002 – 12/2004
Τα «δάκρυα του ονείρου» έχω να τ’ ακούσω έξι χρόνια. Δεν είχα γράψει κριτική στο περιοδικό και γι’ αυτό δεν θέλω από μνήμης να την κάνω τώρα (κάτι που δεν γίνεται εξάλλου). CD, DVD και ωραίο ασπρόμαυρο booklet, σε μία έκδοση 800 αριθμημένων αντιτύπων. Μάλλον μ’ αυτό ανοίγει η ιστορία. socos & the live project band – kAFkA – Puzzlemusik piece X01 – 3/2007
Το πρώτο CD 65λεπτο, το δεύτερο σχεδόν 70λεπτο και ακόμη ένα DVD 72 λεπτών εν είδει φιλμ ή έστω διαδοχικών video-clips, αλλά κι ένα booklet με σχέδια και φωτογραφίες είναι ένα «πακέτο» που δεν… χωνεύεται εύκολα. Αναφέρομαι στο “kAFkA” βεβαίως στο «προσωπικό» concept έργο του κιθαρίστα, συνθέτη, στιχουργού, ερμηνευτή και υπεύθυνου, εν ολίγοις, επί παντός επιστητού Socos, ενός ανθρώπου με διάφορα ταλέντα, που βρίσκουν όλα διέξοδο σ’ αυτό το δεινοσαυρικό, με την… αγαθή έννοια project.
Αντιμετώπισα το “kAFkA” μεμονωμένα και σε διάρκεια τριών ημερών. Το πρώτο CD την πρώτη μέρα, το δεύτερο τη δεύτερη, το DVD την τρίτη, χάνοντας κάτι – υποθέτω – από την άμεση αλληλουχία ήχων και εικόνων, αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Κυρίως, για έναν πολύ βασικό λόγο. Είναι τόσο compact, σύνθετα, πλήρη και ερμητικώς προσαρμοσμένα σε κάτι που έχει στο μυαλό του ο Socos, όλα όσα καταγράφονται στα δύο ηχητικά δισκάκια, με αποτέλεσμα κάθε κομμάτι χωριστά να απαιτεί ξεχωριστή «παρακολούθηση». Γενικώς, θα μιλούσα για έναν σύγχρονο τύπο progressive rock – που δεν παραπέμπει κάπου αναγκαστικώς και κυρίως, σε κάποιο δηλωμένο παρελθόν –, ο οποίος στηρίζεται στις άψογες κιθάρες, στον πλήρως ελεγχόμενο προγραμματισμό, καθώς και στις διακριτικές αλλά γόνιμες παρουσίες «άλλων» οργάνων (τσέλο, βιολί, βιόλα, πιάνο), όλα συνδεδεμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να προάγεται το όραμα του Socos. Πράγματι, είναι απορίας άξιον πώς καταναλώνεται ο φίλος μας, πόσο αφειδώς προσφέρει τον εαυτό του για την πραγμάτωση εκείνων που στρίβουν στο κεφάλι του – ένα υλικό, με λίγα λόγια, που θα μπορούσε να γεμίσει τρία ή τέσσερα διαφορετικά CD, μέσα σ’ ένα διάστημα τριών ή τεσσάρων χρόνων. Ίσως ν’ ακούγεται παράξενο, όμως κανένα θέμα του “kAFkA” δεν στερείται ενδιαφέροντος, ούτε ακούγεται παρωχημένο ή κολλημένο. Κι αυτό συμβαίνει, γιατί ο Socos συνθέτει και κυρίως επεξεργάζεται το υλικό του δίχως να έχει κάτι συγκεκριμένο κατά νου, κάτι που να τον εμποδίζει να δει πέρα απ’ όλα – απλώς φιλτράρει rock, punk, electro, trip-hop, spoken word ακόμη και ελληνικές αναφορές (τραγουδά στη γλώσσα μας) δημιουργώντας ένα έργο με συμπυκνωμένη δύναμη. Εξ αιτίας ακριβώς αυτού είναι δύσκολο να επιλέξεις κάτι, που να είναι χαρακτηριστικό του “kAFkA”, αφού το concept, αν και όχι σαφές, αναπτύσσεται μ’ έναν υπόγειο, όσο και δραματικό τρόπο. Κάπως σαν ένα φυσικό φαινόμενο που εξελίσσεται με τους δικούς του νόμους, σπέρνοντας την καταστροφή ή τη σωτηρία – όπως το πάρεις. Όπως και να το πάρεις, όμως, αποκλείεται… θα μείνεις μ’ ανοιχτό το στόμα μπροστά σε κομμάτια όπως το «Μαγικό χαλί», η «Κοκαΐνη», ή το «Σου ζητώ»… πριν το κλείσεις αρκετά μετά το τέλος. SOCOS – hyperythmique analogue – Triple Bath [TRB.007] – 8/2007
Ο Socos, χωρίς τη Live Project Band, προσφέρει εδώ ένα ακουστικό, κατά βάση, έργο για κιθάρα (CD-R, 96 μόλις αριθμημένων αντιτύπων), μέσα από το οποίο αναπτύσσει αυτοσχεδιαστικές πρακτικές, με το ελάχιστο δυνατό στουντιακό μανιπουλάρισμα. Θέματα όπως το 14λεπτο “Vis-à-vis” φανερώνουν το ταλέντο του μουσικού να διαπερνά ποικίλα κιθαριστικά ηχοχρώματα (αντανακλάσεις από το έργο του John Fahey ή του Νίκου Μαμαγκάκη θα μπορούσε ν' αναζητηθούν), δημιουργώντας ένα άλμπουμ το οποίο «αδικείται» από τη μικρο-ποσότητα. Αν και αυτό διορθώνεται… Socos – Music For the Play “Merry Freeze-mass & a happy new world”/ Sub Breath, Outer Speech – Puzzlemusik piece Q01 – 2008
Μουσικές για θεατρικά έργα δεν κυκλοφορούν εύκολα. Το θέατρο δεν μπορεί να συναγωνιστεί το σινεμά σε καταναλωτικό status, με αποτέλεσμα και η σκηνική μουσική επένδυση να υπολείπεται σε «αναγνωσιμότητα» της κινηματογραφικής. Άρα, επί του προκειμένου, θα έλεγα πως η Puzzlemusik, μία μικρή ανεξάρτητη εταιρία από το Χαϊδάρι, πράττει κάτι έξω από το σύνηθες. Ο συνθέτης μάς είναι γνωστός. Πρόκειται για έναν μουσικό, που βαδίζει, γενικώς, σε avant μονοπάτια, δίχως όμως αισθητικά συμπλέγματα. Εννοώ, δηλαδή, πως ο Socos δεν αρνείται τη μελωδικότητα, την παραγωγή εικόνων μέσω της μουσικής του, δεν αδιαφορεί για τη συναισθηματική φόρτιση του ακροατή. Στο παρόν “Sub Breath, Outer Speech” ακούμε την επένδυσή του για ένα θεατρικό της Ευγενίας Μαραγκού. Η αλήθεια είναι πως δεν έχω παρακολουθήσει την παράσταση και γι’ αυτό δεν μπορώ να πω πολλά. Σίγουρα, όμως, πρόκειται για μία άκρως ενδιαφέρουσα κάλυψη, βασισμένη σε ορισμένα μελωδικά μοτίβο που σπάνε κόκκαλα (“Prelude in Gm”) και τα οποία, συχνά, υποσκάπτονται από εφφέ και ηλεκτρονισμούς. (Το έσχατο “Bottom reflex”, που έχει κάτι από τη φουτούρα τού "Blade Runner" στο μεσαίο μέρος του, είναι απολαυστικό). Η ακουστική κιθάρα πρωταγωνιστεί, όπως και τα πλήκτρα και κάποια έγχορδα σ’ ένα έργο που σε κερδίζει με απρόβλεπτη άνεση. SOCOS & THE LIVE PROJECT BAND – Objects In Mirror are Closer Than They Appear – Puzzlemuzik piece X03 – 3/2009
Ήχος και εικόνα είναι «ένα και το αυτό» στον καλλιτεχνικό κόσμο του Socos. Το αντιλαμβάνεσαι, κατά πρώτον, βλέποντας το DVD “Mescaline” που εμπεριέχεται στο πακέτο – εκεί όπου, και τα δύο, τρεμοπαίζουν στο ίδιο «μήκος κύματος» –, σίγουρα αν έχεις παρακολουθήσει κάποια παράστασή του, ενδεχομένως, αν περιοριστείς στο «τυπικό» audio CD. Τι να πεις για το “Objects In Mirror...”; Να πεις ότι είναι η φυσική συνέχεια όλων των προηγουμένων; Είναι προφανές. Ένας άνθρωπος που βιώνει τη δημιουργία μ’ έναν τόσο προσωπικό τρόπο, που δεν άγεται από ζητήματα που επιδρούν στρεβλωτικώς στην υλοποίηση του στόχου, δεν μπορεί παρά να κυοφορεί το «ίδιο». Να πεις, από την άλλη, ότι το λεγόμενο (όσο και ακατανόητο) post-rock, και οι όποιες σχετικές ή ανάλογες σημασίες που αναβλύζουν από τούτο, είναι ό,τι δίδει «πρόσωπο» στο περιεχόμενο του «καθρέφτη»; Μάλλον, τότε, μπαίνεις στη λογική να δεις το έργο από τη... σκοτεινή πλευρά της βαβέλ, αγνοώντας, προφανώς, τις φωτισμένες «χαραμάδες» του. Αν, πάλι, υποθέσεις ότι ο λόγος – ποιος λόγος; – είναι το μέσον για να σπάσεις την κρούστα της μακαριότητας, πάλι ενέχει ο κίνδυνος να μείνεις στα μισά του δρόμου.Ίσως, τελικώς, το μόνο για το οποίο μπορείς να βεβαιώσεις είναι για τα αισθήματά σου, κατά τη διάρκεια της θέασης-ακρόασης. Υπάρχει μια πίεση, που δρα λυτρωτικώς, στην προσπάθεια που καταβάλλει ο Socos να εντοπίσει το επείγον του προβλήματος. Είτε αυτό είναι πολιτικό, είτε κοινωνικό, είτε οικολογικό – βασικά το πρόβλημα είναι ένα, και αφορά στη σύνθεση των επί μέρους πάνω στη (μη) ηθική του κέρδους – εκείνο που απαιτείται είναι η ευαισθητοποίηση του εγώ, προς την κατεύθυνση αποσταθεροποίησης της κυρίαρχης γλώσσας (πολυγλωσσία, κραυγές, καγχασμοί, φωνήματα, αλλοιώσεις – στον «καθρέφτη» υπάρχουν όλα). Μιλάμε για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους; Ο καθρέφτης λέει «όχι»· το ’χουμε δει το έργο...

ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ, SOCOS

Δεν είναι η πρώτη φορά κατά την οποία μελοποιείται Νίκος Εγγονόπουλος – σε έκδοση της Lyra, το 1968, ο Νίκος Μαμαγκάκης είχε γράψει μουσική για τον «Μπολιβάρ» – είναι όμως η πρώτη φορά, που αντιμετωπίζεται η ποίησή του ως ένα από τα συστατικά (το κυριώτερο) μιας electro-rock απόπειρας. Της απόπειρας να παραταχθεί ο λόγος – έτσι όπως μεταφέρεται εκείνος από τον Δημήτρη Πουλικάκο –, πάνω από τις κιθάρες και τον προγραμματισμό τού Socos, τα έγχορδα, τα κρουστά, τα φωνητικά… Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Οι λόγοι γνωστοί. Ο Εγγονόπουλος δεν μελοποιείται χωρίς αναταράξεις. Ό,τι πιο σημαντικό μου έρχεται στο νου, στο επίπεδο της… κλασικής μελοποίησης εννοώ, είναι ο παραληρηματικός «Αφέντης της Καρύταινας» («…τα σπλάχνα που ξερίζωσε στους άνεμους θα σπείρει/ και θα σταθεί εκδικητής στο κάστρο της σιωπής») ένα από τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια, πάλι σε μουσική του Μαμαγκάκη, από το άλμπουμ «Συλλογή, 1» [Lyra, 1970] σε ερμηνεία του Γιώργου Ζωγράφου. Και τούτο (το ανυπέρβλητο της μελοποίησης εννοώ) είναι κάτι το οποίο γνωρίζουν, εν πολλοίς, οι συντελεστές του άλμπουμ· και γι’ αυτό πράττουν το αυτονόητο.Στην «Ύδρα ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ» [Puzzlemusik PIECE 016, 2010] δεν έχουμε ακριβώς μελοποιήσεις. Εκείνο που ηχοποιείται είναι η «ανάγκη» εξεύρεσης μιας πλατφόρμας – κάπως σαν ένα ροκοποιημένο trip-hop – επί της οποίας θα μπορούσε ν’ ακουμπήσει ο ατέρμων ποιητικός λόγος. Έτσι, ο Socos πλάθει, βασικά, περιβάλλοντα – χωρίς αυτό να σημαίνει πως, κατά περιπτώσεις, δεν αντιμετωπίζει μελοποιητικώς τους στίχους του Εγγονόπουλου («Άνθη», «Στα όρη της Μυουπόλεως»)· αν και όχι πάντα προτείνοντας, ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ολοκληρωμένα τραγούδια. Τον συνθέτη-διαχειριστή, τον ενδιαφέρει κυρίως η αποκατάσταση ενός υποδόριου κλίματος, συχνά τελετουργικού – δίχως, όμως, να αποκλείονται οι «εκρήξεις» – μέσω του οποίου ο λόγος θα εκφράζει όχι μόνο το δικό του «είναι», αλλά και, ταυτοχρόνως, θα υποβάλλει (κανονίζει), την επένδυσή του. Έχω την εντύπωση πως «Ο μαθητευόμενος της οδύνης», «Η Ύδρα ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ», η «Κλέλια ή μάλλον το ειδύλλιο της λιμνοθάλασσας Ι» και ακόμη η «Πολυξένη» (ιδίως αυτή) αποτελούν χαρακτηριστικές και κυρίως επιτυχημένες απόπειρες μεταφοράς τού λόγου του Εγγονόπουλου στη σύγχρονη δισκογραφία.

STEVE SWELL’S SLAMMIN’ THE INFINITE

H jazz στην Πολωνία παραμένει πάντα ζωντανή, γεγονός που αποδεικνύεται (και) από τον τρόπο που λειτουργούν… διεθνείς ετικέτες τύπου Not Two Records (www.nottwo.com). Η πολωνική εταιρία δεν καταγράφει μόνον, ή κάποιες έστω, από τις τοπικές ιδιαιτερότητες, αλλά ταυτοχρόνως δίνει βήμα και σε… πάσης φύσεως μουσικούς, οι οποίοι επιθυμούν να προβάλλουν με το έργο τους το ασύνηθες και το αυθόρμητο. Εκεί, ανάμεσα στον Ken Vandemark, την Satoko Fujii, τον Peter Brotzmann, τον Matthew Shipp, τον Ivo Perelman και άλλους διαφόρους φιγουράρει το όνομα του αμερικανού τρομπονίστα Steve Swell. Το τέταρτο(;) άλμπουμ του με τους Slammin’ the Infinite, που έχει τίτλο “5000 Poems” [MW 827-2, 2009], έρχεται, λοιπόν, για να υπογραμμίσει τη σημαντικότητα αυτής της ομάδας (Steve Swell τρομπόνι, συνθέσεις, Sabir Mateen σαξόφωνα, κλαρινέτο, φλάουτο, John Blum πιάνο, Matthew Heyner μπάσο, Klaus Kugel ντραμς), η οποία επιχειρεί να ανατάξει τις κλασικές «ελεύθερες» συνταγές, προσαρμόζοντάς τες στις σύγχρονες τζαζικές ανάγκες.Στο εισαγωγικό “Not their kind” τα ρυθμικά και μελωδικά μοτίβο επιβάλλονται, θα έλεγα, από την «ελεύθερη φόρμα» και μορφοποιούνται μέσω του… πυρωμένου αυτοσχεδιασμού. Στο “Sketch #1” προκαθορίζεται ένα τυπικό bebop pattern επί του οποίου ενορχηστρώνεται η, συν τω χρόνω, ανατροπή του, την ώρα που στο 12λεπτο “Where are The Heartfelt?” το swinging και το grooving εμφανίζονται κυρίαρχα. Στο 14λεπτο “My myth of perfection” έχουμε μία κάπως «σκοτεινή» σύνθεση, η οποία εξελίσσεται γενικώς με ήπιο τρόπο, εξαιρουμένων των soli των Swell και Mateen, που ανεβάζουν στροφές, μετά τη μέση του κομματιού. Απεναντίας, το 16λεπτο “The only way… out” είναι ένα δυναμικό track, ενταγμένο σε κλασικά free πλαίσια, με τους μουσικούς να συναγωνίζονται σε φαντασία και τεχνική («πρώτο» το σόλο του Mateen και εξαιρετική η «σύνδεση» του Blum, πριν παραλάβει ο Swell). Τέλος, το 14λεπτο “The darkness afoot”, αν και εκκινεί από μία πιασάρικη μπασογραμμή… ελέγχεται ως προς τις funky και, κυρίως, τις only-percussive καταστάσεις. Εξαιρετικό, περιπετειώδες άλμπουμ ενός μουσικού με ιστορία.
Δείτε τη συνέντευξή τού Steve Swell στον Βαγγέλη Αραγιάννη, που δημοσιεύτηκε τον προηγούμενο Ιούλιο στο Jazz & Tζαζ (http://is.gd/f4eL6).

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ και ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Από τις χιλιάδες μουσικές και κινηματογραφικές προσφορές των εφημερίδων, που απλώνονται και κατακυριεύουν τα περίπτερα τα τελευταία χρόνια, έχω αγοράσει ελάχιστες. Δύο ή τρεις. Βασικά, δεν στηρίζω την κίνηση, για τους δικούς μου, προφανείς θα τους έλεγα, λόγους. Δεν ανέχομαι το ξεπούλημα, την υπεροψία της κατανάλωσης, το «πάρε κόσμε» (ακόμη και αν μιλάμε για Χατζιδάκι, πόσω μάλλον για Χατζιδάκι…), προσδοκώντας την ώρα και τη στιγμή – όταν έλθει, αν έλθει –, όταν οι εφημερίδες θα παραδοθούν και πάλι απλές και ισχνές στο αναγνωστικό κοινό, σ’ εκείνο που ενδιαφέρεται μόνο να διαβάζει (ό,τι διαβάζει, αν διαβάζεται...). Όχι πως τώρα ζορίζομαι ιδιαιτέρως – αφού αγοράζω, πάντα, τις σκέτες εκδόσεις – αλλά, να, υπάρχει κι ένα πρόβλημα αισθητικής που συνδέεται με όλο αυτό το καρναβάλι.
Καθημερινή αγοράζω, κυρίως, κάποιες… καθημερινές· δεν θυμάμαι να είχα δώσει ποτέ 4 ευρώ για να την αγοράσω μαζί με τις «προσφορές». Το έπραξα την προηγούμενη Κυριακή, γιατί τσίμπησα από τα «Σεπτεμβριανά» και βεβαίως από το Κ, που είχε στο εξώφυλλο τον Χατζιδάκι. Φυσικά, είχα ενημερωθεί για την «προσφορά με τα «17 συλλεκτικά CD» από προηγούμενα φύλλα (αυτή την μπούρδα με τα «συλλεκτικά», μία σοβαρή εφημερίδα θα έπρεπε να την αποφύγει), αλλά δεν ήταν εκείνο που μ’ ενδιέφερε, μια και ό,τι θέλω και χρειάζομαι να έχω από το έργο του Χατζιδάκι το έχω από χρόνια. Τα κείμενα του Κ μόνο μ’ ενδιέφεραν, και σ’ αυτά θα ήθελα να ρίξω μια ματιά.
Αναφέρομαι, βασικά, στο αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι, που έχει επιμεληθεί ο Βασίλης Αγγελικόπουλος και το οποίο καταλαμβάνει τις 38 από τις 66 σελίδες του περιοδικού. Να πω ότι απογοητεύτηκα; Ας μην το πω, γιατί μπορεί το προσδόκιμό μου να ήταν, άνευ λόγου, υψηλό – άρα εγώ να… ευθύνομαι. Εν πάση περιπτώσει. Ο Αγγελικόπουλος προέβη σε μία, CD το CD, κειμενογραφία, την οποία θα χαρακτήριζα διεκπεραιωτική – πράγμα λογικό, από τη στιγμή κατά την οποίαν ένας άνθρωπος καταπιάνεται με όλα τα κείμενα – και η οποία σώζεται από μερικές μόνον παρεμβάσεις των συνεργατών του Χατζιδάκι (τον Γιώργο Μούτσιο, κυρίως, έχω κατά νου, που αναπολεί ένα περιστατικό από τους «Όρνιθες»), όπως και από κάποιες φωτογραφίες (δε θυμάμαι να είχα ξαναδεί κάπου την ολοσέλιδη του Χατζιδάκι με τον Ρωμανό).
Πάντως, εκείνο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί οι «χατζιδακικοί» κάνουν τόσα λάθη, όταν μιλάνε για το Γιώργο Ρωμανό. Τα ’χουμε πει, τα ’χουμε ξαναπεί (και δεν εννοώ μόνον τον εαυτό μου), αλλά εκείνοι, εκεί, τα ίδια. Στο κείμενο για τη «Μυθολογία» γράφει ο Αγγελικόπουλος (οι εμφάσεις δικές μου): «Η τόλμη του συνθέτη έφτασε στο σημείο να παρουσιάσει τα ‘παράξενα’ εκείνα τραγούδια με μια παντελώς άγνωστη τότε φωνή νέου, του πρωτοεμφανιζόμενου Γιώργου Ρωμανού». Αν και θιασώτης του "χατζιδακικού" έργου, ο Αγγελικόπουλος φαίνεται πως αγνοεί το γεγονός ότι ο Ρωμανός ούτε παντελώς άγνωστος ήταν, αφού είχε κυκλοφορήσει και μάλιστα σε παραγωγή (ας το πούμε έτσι) του Χατζιδάκι τις «Μπαλλάντες» του, στη Philips, το 1965 (πώς μπορεί να είναι κάποιος «παντελώς άγνωστος», όταν έχει βγάλει LP - κάποιοι θα τον είχαν πάρει χαμπάρι) και, βεβαίως, ούτε πρωτοεμφανιζόμενος ήταν (ο Ρωμανός), αφού ακόμη πιο πριν από το LP του, το 1963, είχε συνεργαστεί με τον Χατζιδάκι στο soundtrack του “America America”. (Ο Γιώργος Ρωμανός τραγουδά μαζί με τον Βασίλη Ριζιώτη το «Αστέρι του βοριά»). Αυτά είναι βασικά πράγματα και (επί τούτων) δεν πρέπει να γίνονται λάθη.Φυσικά, δεν κάθισα να ψειρίσω όλα τα κείμενα (δεν έχω το χρόνο), είμαι όμως σίγουρος πως θα υπάρχουν σ’ αυτά κι άλλες ανακρίβειες. Για παράδειγμα, τα δικά μου στοιχεία λένε πως οι «Έξι λαϊκές ζωγραφιές» δεν είναι έργο του 1950, αλλά του 1949. Τέλος πάντων, δεν επιμένω σ' αυτό. Σε αρκετά, εξάλλου, λήμματα στο internet, αλλά και σε διάφορα booklets, αναφέρονται και τα δύο έτη, 1949-50. Επειδή όμως η γνωστή εισήγηση του Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο, στο Θέατρο Τέχνης, έγινε την 31/1/1949 (πολύ νωρίς το '49 δηλαδή) οδηγούμαι να υποθέσω πως ο συνθέτης είχε ήδη καταπιαστεί με το έργο, ολόκληρώνοντάς το, μάλλον, μέσα στη χρονιά. Κάπου αλλού, γράφει ο Αγγελικόπουλος για τις… «δέκα συνθέσεις» του «Χαμόγελου της Τζοκόντα». Στην πρώτη, αμερικανική έκδοση οι συνθέσεις δεν ήταν δέκα, αλλά δώδεκα. Στην ελληνική μόνον έκδοση αφαιρέθηκαν οι δύο, οι “Le soldat” (Ο στρατιώτης) και “The athletes” (Οι αθλητές) κι έτσι έμειναν δέκα. Αλλού αναφέρεται πως στο τραγούδι «Δεν ήταν νησί» (από τον «Καπετάν-Μιχάλη») κατά τη διάρκεια της δικτατορίας προσδόθηκε και αντιστασιακή χροιά, με την επωδό «άμα λευτερωθεί η Κρήτη/ θα λευτερωθεί κι εμένα η καρδιά μου». Σοβαρότατο λάθος. (λεπτομέρεια από το LP "Μάνος Χατζιδάκις για πάντα..." στην Pan-Vox X33 SPV 10145, από το 1972)
Αν είναι έτσι θα ήθελα να ξέρω ποιες εκτελέσεις γνώριζε ο κόσμος, τραγουδώντας με… αντιστασιακό τρόπο το τραγούδι; Επί χούντας το είχε πει η Κλειώ Δενάρδου, η Λίτσα Σακελλαρίου, η Ξανθίππη Καραθανάση (σε ενορχήστρωση Γιώργου Μουζάκη! – το αναφέρει ο δίσκος της), o Πάνος Κόκκινος με τους Faces, η Νάνα Μούσχουρη… Πήξαμε στoυς… αντιστασιακούς. (Δεν ειρωνεύομαι τους καλλιτέχνες. Κανείς εξάλλου, τραγουδώντας το κομμάτι, δεν νομίζω να πίστευε πως έκανε αντίσταση). Επί χούντας το είχε ηχογραφήσει και η Φλέρυ Νταντωνάκη, αλλά η δική της ερμηνεία κυκλοφόρησε τη Μεταπολίτευση. Το τραγούδι, δε, μεταδιδόταν σωρηδόν από το χουντικό ραδιόφωνο (το θυμάμαι ακόμη κι εγώ, που ήμουν παιδί), όπως και από την τηλεόραση, επέχοντας ρόλο «ύμνου της εθνοσωτηρίου» και όχι «αντιστασιακού» άσματος. Υπήρχε ποτέ περίπτωση ένα τραγούδι, το οποίον είχε αποκτήσει, υποτίθεται, "αντιστασιακή χροιά" να προβαλλόταν τόσο πολύ από τη χούντα και τα κανάλια της, ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά; Δεν μας τα λέει καθόλου καλά ο Αγγελικόπουλος.(το "Aman efem" είναι το "Δεν ήταν νησί" του Μάνου Χατζιδάκι)
Εξάλλου, πρώτη φορά θα συνέβαινε ελληνικό «αντιστασιακό» τραγούδι να ακουγόταν την ίδιαν εποχή και στην Τουρκία! Η Fusun Onal, το 1973, στο 45άρι “Senden Baska/ Aman Efem” [diskotur DT 5087] τραγούδησε δύο κομμάτια του Χατζιδάκι. Το πρώτο ήταν το «Μίλησέ μου» (το μετριότατο τραγούδι σε στίχους Νίκου Γκάτσου, που είχε πει ο Μπιθικώτσης), ενώ το δεύτερο ήταν το «Δεν ήταν νησί». Ως τουριστικό έφθασε στ’ αυτιά τής Τουρκάλας το τραγούδι, όχι ως… αντιστασιακό. Μην λέμε ό,τι θέλουμε. Δυστυχώς, το «Δεν ήταν νησί», ένα ωραίο τραγούδι του Χατζιδάκι, το οποίο πρωτοείπε ο Ρωμανός στον «Καπετάν-Μιχάλη» (1966) το έκανε δικό της η χούντα, κακοποιώντας το (δια της χρήσης του). Αυτό πρέπει να πούμε και όχι να προσπαθούμε να το μετατρέψουμε, αυθαιρέτως, σε... αντιστασιακό.
Στο «αφιέρωμα» παρεμβαίνει και κάποια κυρία Γιώτα Σύκκα ή Συκκά (Γ.Σ.) – δεν είμαι σίγουρος που ακριβώς τονίζεται το επώνυμό της – με το κείμενο «Ο Μάνος και οι ζωγράφοι». Κι ενώ άμα έχεις τους δίσκους, βλέπεις τα εξώφυλλα και λες ένα-δυο λόγια για το εικαστικό τους περιεχόμενο, όταν είναι να δώσεις ένα σοβαρό στοιχείο λες άλλα αντ’ άλλων. Γράφει η Γ.Σ.: «Ο Μόραλης έκανε το πρώτο εξώφυλλο του Χατζιδάκι, αλλά και το πρώτο εξώφυλλο της ελληνικής δισκογραφίας το 1969 στη Fidelity, στα χρόνια του Αλέκου Πατσιφά». Αυτό το 1969 είναι παντελώς λάθος. Το 1959, μάλλον, ήθελε να πει (μα κι αυτό είναι λάθος), γιατί τότε, το '59, ο Πατσιφάς είχε τη Fidelity (μαζί με τον Νίκο Καρύδη), ενώ και αυτό που λέει για τον Μόραλη, πως έκανε το πρώτο εξώφυλλο του Χατζιδάκι και το πρώτο, ταυτοχρόνως, της ελληνικής δισκογραφίας ελέγχεται – από τη στιγμή κατά την οποίαν η Γ.Σ. δεν αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία (να μας πει, δηλαδή, για ποιο δίσκο πρόκειται).Ο πρώτος δίσκος του Χατζιδάκι 45 στροφών, extended play, που τυπώθηκε στην Ελλάδα και είχε εξώφυλλο – βάσει των δικών μου στοιχείων – είναι «Το Καταραμένο Φίδι» [Fidelity EP 8901] από το 1958, ούτε καν το ’59, και στο εξώφυλλο δεν υπήρχε έργο του Μόραλη, αλλά του Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Αν κάποιος γνωρίζει παλαιότερο δίσκο του Χατζιδάκι, με έργο του Μόραλη στο εξώφυλλο, θα τον παρακαλούσα πολύ να με πληροφορήσει σχετικώς.... καθότι, για μένα, δεν υπάρχει. Ο πρώτος Μόραλης σε εξώφυλλο Χατζιδάκι είναι σίγουρα στις "Έξη Λαϊκές Ζωγραφιές" [Fidelity 8906] από το 1959. Επίσης, το εξώφυλλο από τον "Κύκλο του C.N.S" [Fidelity 8905] ίσως να είναι Μόραλης - το έχω δει στο επίσημο site του Χατζιδάκι, οι... γραμματοσειρές μοιάζουν - αλλά κι αυτό είναι του '59, όχι του '58 (αφήνω το γεγονός ότι βγήκε μετά το υπ' αριθμόν 8901).
(εξώφυλλο 7ιντσου τού Μίκη Θεοδωράκη από το 1957 - από το βιβλίο του Α. Ζακυθηνού)
Όσον αφορά, τώρα, το ποιοι ήταν οι πρώτοι ελληνικοί δίσκοι που είχαν εξώφυλλο, εμένα οι δικές μου πληροφορίες δεν με πάνε στον Μάνο Χατζιδάκι, αλλά στον Μίκη Θεοδωράκη. Στο βιβλίο του Αλέξη Ζακυθηνού «Δισκογραφία ελληνικής κλασικής μουσικής» [εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 1993] εικονίζονται δύο 7ιντσα του Θεοδωράκη, στην His Master’s Voice, από το 1957, με τα έργα “Love and Death” και “O Kyklos”, τα οποία ερμηνεύει η σοπράνο Arda Mandikian. Τα δισκάκια αυτά, τα οποία (το ξαναλέω) έχουν εξώφυλλα, δεν τα έχω δει ποτέ και γι’ αυτό δεν είμαι 100% σίγουρος αν (τα εξώφυλλα) ήταν τυπωμένα στην Ελλάδα. Για προηγούμενα όμως εξώφυλλα (του 1954 και του 1955) ο Ζακυθηνός αναφέρει ότι (εκείνα) ήταν τυπωμένα στην Ολλανδία. Οπότε, λογικώς, αν τα δύο εξώφυλλα του ’57, με τα έργα του Θεοδωράκη, δεν ήταν ελληνικά, επίσης θα το έλεγε. Τι να συμπεράνω απ’ αυτό; Πάντως όχι ότι ο «ο Μόραλης έκανε το πρώτο εξώφυλλο του Χατζιδάκι, αλλά και το πρώτο εξώφυλλο της ελληνικής δισκογραφίας το 1969 στη Fidelity, στα χρόνια του Αλέκου Πατσιφά». Σε μία και μόνον πρόταση εντοπίζονται, σίγουρα δύο, για να μην πω τρία λάθη!
Ελπίζω, στα κείμενα που θα συνοδεύουν τα CD, οι προχειρότητες και οι ανακρίβειες να είναι λιγότερες…

ΜΙΚΡΟ ΚΑΙ ΕΥΕΛΙΚΤΟ…

Στη συνέντευξη Τύπου που είχε δώσει στο Ζάππειο, την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου 2009, ο τότε αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και μετέπειτα πρωθυπουργός είχε μιλήσει για μικρό και ευέλικτο κυβερνητικό σχήμα. Επειδή… λεφτά υπάρχουν, το «μικρό» και «ευέλικτο» κυβερνητικό σχήμα άγγιξε πλέον την 50άδα. Οι προσλήψεις στο Δημόσιο, ως φαίνεται, συνεχίζονται και μάλιστα άνευ ΑΣΕΠ…

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

ZA ROCK

Τον Ιούλιο του 2009 ξεκινούσα κάποια κείμενα στο J&T, σχετικά με το νοτιο-αφρικανικό rock της δεκαετίας του ’70 (κυρίως). Λίγους μήνες αργότερα η Missing Vinyl ερχόταν σ’ επαφή με την εταιρία Fresh Music, από το Sandton του Johannesburg, ζητώντας δικαιώματα για την κυκλοφορία στην Ελλάδα(!) και οπουδήποτε αλλού, τριών (κατ’ αρχάς) LP από τα… ZA (Zuid Afrika) seventies. Μου φάνηκε παράξενη η σύμπτωση, καθότι με τον Νίκο Β. της Missing Vinyl, δεν είχε προϋπάρξει καμμία μεταξύ μας επαφή· επίσης, δεν είμαι σίγουρος αν είχε υπ’ όψιν του τα κείμενά μου στο περιοδικό. Βρέθηκαν, έτσι, δύο Έλληνες να επικοινωνούν, σχεδόν ταυτοχρόνως, με τον ίδιον Νοτιοαφρικανό, τον Benjy Mudie (της Fresh Music), και ανεξαρτήτως ο ένας από τον άλλον, να προχωρούν τo νοτιο-αφρικανικό «σχέδιο» στην Ελλάδα. Εγώ, μέσα από τα κείμενα και τις κριτικές και ο Νίκος Β. μέσα από τις εκδόσεις του. Κάποια στιγμή συμπέσαμε βεβαίως, αλλά αυτό ήταν… μοιραίο.Το πρώτο από τα νοτιο-αφρικανικά LP που κυκλοφόρησε η Missing Vinyl ήταν το παρθενικό των McCully Workshop, υπό τον τίτλο “McCully Workshop Inc.” [MV014, 2010], που είχε πρωτοβγεί στην Trutone, το 1970. Το συγκρότημα δημιουργείται το 1969 από τους Mike McCullagh (McCully κανονικά) κρουστά, Richard Hyam ρυθμική κιθάρα, Glenda Wasmann όργανο, φωνή, Ian Smith πνευστά και Tully McCully μπάσο, φωνή, με τους περισσοτέρους από τους μουσικούς να έχουν παρελθόν σε folk και folk-rock συγκροτήματα (Tiny Folk, The Blue Three), αλλά και λίγο πιο μετά σε πιο ροκάδικα σχήματα (The Blue Beats, The Larfing Stocke). Το “McCully Workshop Inc.” είναι ένα κλασικό flower-power άλμπουμ, εφάμιλλο των καλυτέρων αμερικανικών που κυκλοφορούσαν 2-3 σεζόν νωρίτερα. Στηριγμένο στις εμπνευσμένες μελωδίες, βεβαίως στην πολύ καλή δουλειά στον αρμονικό τομέα, φυσικά στο ταλέντο των οργανοπαικτών και οπωσδήποτε στην παραγωγή τού Billy Forrest (μορφή του za rock – βρες και άκου Quentin E Klopjaeger, αλλά κοίτα κι αυτό http://is.gd/f4yLK), το… Inc. εκπλήσσει με τη ψυχή και τη δυναμική του.
Στο άλμπουμ υπάρχουν εξαιρετικά κομμάτια, που μπορεί να συγκριθούν μόνο με τα καλύτερα των Growing Concern ας πούμε (“Ice lover”, “Stargazer”, “Rush hour at midnight”, “Jackin’ around”, "Why can't it rain"), με άλλα ν’ αφήνουν μία απερίγραπτη coolness που σε στέλνει (“Four walls”), άλλα να ενσωματώνουν spacey effect alla Pink Floyd (“Head for the moon”, “Seance”) και άλλα να φέρνουν στο νου την british psychedelia των Attack, των Jason Crest και των Flaming Youth (“The circus”, “Years of my life”). Σπουδαίο άλμπουμ.Το “Genesis” [Trutone/ Missing Vinyl MV015, 2010], δεύτερο LP των McCully Workshop από το 1971, ήταν μία διαφορετική περίπτωση. Το συγκρότημα, με τη σταθερή παρουσία των αδελφών McCully και του τρομπετίστα Ian Smith και βεβαίως με την άφιξη του κιθαρίστα και τραγουδιστή Bruce Gordon μπαίνει σε περισσότερο prog χωράφια, δημιουργώντας ένα άλμπουμ επηρεασμένο, βεβαίως, από τη Bίβλο, αλλά και με τις προσωπικές (μεταφυσικές) αγωνίες του Tully McCully (αυτός φαίνεται πως είχε γράψει τους στίχους) να κυριαρχούν ενίοτε. Οι συνθέσεις ρέουν δίχως προβλήματα, με τον κιθαρίστα Gordon να παρουσιάζει ωραία δουλειά· την ώρα κατά την οποίαν η απουσία των πλήκτρων κάνει το άκουσμα πιο ροκάδικα σφιχτό και κομματάκι πιο… απόκοσμο. (Έχω την αίσθηση πως γι’ αυτό το «χρώμα» ευθύνονται τα πνευστά – η τρομπέτα, το φλάουτο, το φλούγκελχορν, το τρομπόνι –, τα οποία χειρίζεται ο Smith). Παρ’ ότι οι psych, flower power υπαινιγμοί δεν απολείπουν, ιδίως στη δεύτερη πλευρά – με τα μικρότερα σε διάρκεια κομμάτια “Sweet fields of green”, “Togetherness” και “Order out of chaos” να φέρνουν στη μνήμη… C.A. Quintet ηχοχρώματα – το γενικότερο κλίμα θα έλεγα πως περιγράφεται ως proggy. (Οι McCully Workshop το 1972 - η photo είναι από το "Astral Daze/ Psychedelic South African Rock 1968-1972) 
Και κάτι ακόμη για τους McCully Workshop. Από το τέταρτο άλμπουμ τους και μετά, το “Workshop Revisited” [Nitty Gritty Records NGC 1018, 1977], βασικός κιμπορντίστας τους ήταν και είναι (αφού το γκρουπ υπάρχει ακόμη) ο Rupert Mellor, «αξία» του za rock, με καριέρα που ξεκινάει από τα sixties (The Difference, First Acquaintance, The Hedgehoppers…). Όπως μου είχε πει ο θεματοφύλακας του νοτιο-αφρικανικού rock Tertius Louw, o Rupert Mellor μοιραζόταν το ίδιο διαμέρισμα με τον Harry Poulos στα τέλη του ’60. Προσπάθησα, μάλιστα, να επικοινωνήσω μαζί του για κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες, αλλά δεν κατέστη δυνατόν. Κάποια στιγμή θα το ξανα-επιχειρήσω. (Αυτό το στοιχείο δεν το είχα αναφέρει στο σχετικό κείμενο, για τον ελληνικής καταγωγής μουσικό – δες και http://diskoryxeion.blogspot.com/2009/11/harry-poulos-psych-hero-60.html).
Τo τρίτο LP, από τον κατάλογο της Fresh Music, που τυπώνει η Missing Vinyl είναι το “Concept” [MV016, 2010] των Canamii. Να τι είχα σημειώσει, γι’ αυτό το άλμπουμ, την 18/11/2009 στο blog, έξι μήνες πριν σκάσει μύτη στην Ελλάδα.
Παράξενη κυκλοφορία, για ένα... τραβηγμένο έτος, όπως το 1980. Αλλά γιατί; Ακόμη και σε... προηγμένες ροκάδικες χώρες (ΗΠΑ, Ιταλία, Ολλανδία...) δεν ηχογραφούνταν art-rock άλμπουμ – έστω και σ’ ένα underground επίπεδο; Aφήνουμε κατά μέρος, δηλαδή, την Ελλάδα, την Ισπανία ή τη Βουλγαρία... που «έβλεπαν» την ίδιαν εποχή, με μια 10ετία πίσω... Εκείνο, όμως, που έχει σημασία, πέραν του... αναχρονιστικού του πράγματος, είναι το αν και κατά πόσον ένα άλμπουμ όπως το “Concept” καταφέρνει να διαφυλλάξει την ουσία της art-rock συνείδησης (των Rennaisance ας πούμε). Κι εδώ ακριβώς μπαίνει ο δικός μας ρόλος· να αποτιμήσουμε δηλαδή, σε πρώτη φάση, ένα έργο, «τραβώντας» το από την εποχή του.
Οι Canamii ήταν, κατ’ ουσίαν, το μέσον του κιμπορντίστα και παραγωγού Phillip Nel στην προσπάθειά του να συγκεράσει «αντιθετικές» μουσικές αναφορές. Από τη μια μεριά οι ρώσοι «κλασικοί» (Ρίμσκι-Κόρσακοβ, Μουσόργσκι, Χατσατουριάν) και από την άλλην οι Emerson Lake & Palmer, οι Yes και οι Camel. Το πράγμα θ’ αρχίσει να παίρνει μία πιο ορατή μορφή, όταν δίπλα στον Nel θα πάρουν ρόλους ο κιθαρίστας Paul Woodley και, κυρίως, μία πράγματι σπουδαία τραγουδίστρια, η Claire Whittaker. Οπωσδήποτε οι συνθέσεις του Nel είναι ενδιαφέρουσες, οπωσδήποτε τα keyboards (κάτι... παλαιολιθικά Korg, Moog και ARP) δεν ακούγονται καθόλου παρωχημένα, οπωσδήποτε οι πενιές του Woodley είναι μαστορικές, εκείνο όμως που βγαίνει πάνω απ’ όλα είναι οι ερμηνείες της 23χρονης Whittaker. Εξαιρετική φωνή, πολύ κοντά στο ηχόχρωμα τής Kate Bush – καλύτερα ένα κράμα Kate Bush και Annie Haslam – η Whittaker από μόνη της ανεβάζει το άλμπουμ ένα επίπεδο.

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

fos, περισσότερο fos…

Δεν ξέρω αν ο Σταύρος Τσιώλης έχει επηρεάσει τον Αργύρη Μπακιρτζή ή το αντίθετο, πάντως – κι έχοντας στα μάτια μου το «Ας περιμένουν οι γυναίκες!», αλλά και το «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε…» – θα έλεγα πως οι Χειμερινοί Κολυμβητές, από ένα σημείο και μετά (μάλλον μετά τους «Δακοκτόνους»), είναι το τραγουδιστικό alter-ego του αρκάδα σκηνοθέτη. Ακούγοντας, τώρα, το έσχατο «23 Κόκκινα Φώτα» [Lyra, 2009] έρχομαι να πω πως… ok με μία ενδεχόμενη ζωντανή παρουσίαση των κομματιών, όμως με μία δισκογραφική μένω λιγάκι… κουμπωμένος. Το πράγμα δεν κυλάει δίχως καθυστερήσεις, άνευ, εννοώ, της εικόνας του γκρουπ στο πάλκο. Οι ελευθερίες, όπως και να το κάνουμε, είναι περιορισμένες, οι εκπλήξεις προαποφασισμένες, οι αυτοσχεδιασμοί κρυσταλλωμένοι και μένουν μόνον 6-7 κανονικά τραγούδια (από τα 23 του άλμπουμ), όπως η «Αχαριστία», το «Τραίνο εξορίας», το «Κάθε βράδυ στο Καφέ Αμάν», «Η κιθάρα μου να σπάσει» – το ωραιότερο –, το «Καϊμακτσαλάν», το «Στους πέντε ανέμους» (η επανάκαμψη του Ισίδωρου Παπαδάμου – πολύ καλό κι αυτό), να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον. Διάβασα κάπου πως «οι Χ.Κ. πιστοί στην υπόσχεσή τους προς τους ακροατές τους, για συχνή έκδοση δίσκων(…), παρουσιάζουν τον τρίτο, τα τελευταία 4 χρόνια(…)». Δεν ξέρω… δηλαδή ξέρω… Ο δίσκος, και μάλιστα ένας 65λεπτος, δεν μπορεί ποτέ να είναι ζωντανή παράσταση…Live στο Κύτταρο είναι το 2CD “Sing City” [Lyra, 2009] της Σωτηρίας Λεονάρδου, του Βασίλη Γισδάκη και του Στέλιου Μποτωνάκη και όπως συμβαίνει συνήθως – από τη στιγμή κατά την οποίαν οι ερμηνευτές λένε και τραγούδια άλλων – άλλα βγαίνουν όπως πρέπει, και άλλα έτσι κι έτσι. Κακή, λοιπόν, η εισαγωγή με το «Τσάμικο» του Σαββόπουλου, αλλά καλύτερη η συνέχεια με τον «Παράξενο κόσμο» (Λεονάρδου), τα τραγούδια του Μποτωνάκη, το “The day” από τα “Reflections” με τον Γισδάκη (κατ’ εμέ πρόκειται για την καλύτερη εκτέλεση μετά την πρωτότυπη – μπράβο –, αλλά κι η μπάντα πρώτης τάξεως). Τo δεύτερο CD ανοίγει καλύτερα, με το “I’m deranged” (David Bowie), το οποίο ο Μποτωνάκης υποστηρίζει δίχως πρόβλημα. Από τα τραγούδια των Τρύπες, το «Τρένο» είναι το ωραιότερο, με τη Λεονάρδου να φανερώνει πόσο κοντά είναι, αν το θέλει, στην υπόθεση «ροκ ερμηνεία», αν και στο «Της επανάστασης» του Άσιμου, δεν βγάζει την απελπισία του μακαρίτη (στο συγκεκριμένο άσμα εννοώ). Τέλος, ατυχή θα χαρακτήριζα την απόπειρα του Γισδάκη να τραγουδήσει Σιδηρόπουλο. Ειδικώς για το «Που να γυρίζεις» θα έλεγα πως του αλλάζει τα φώτα. Είπαμε. Καλή φωνή έχει ο άνθρωπος, αλλά τούτο δε σημαίνει πως μπορεί να τραγουδήσει και τα πάντα.Μα τω θεώ, αυτό δεν το περίμενα. Δεν περίμενα ποτέ δηλαδή ότι κάποιος (ο Τάσος Σαμαρτζής εν προκειμένω) θα έγραφε αγγλικούς στίχους στο «Πέντε μάγκες στον Περαία» (ή «Πέντε μάγγες», όπως ήταν ο πρωτότυπος τίτλος) του Γιοβάν Τσαούς και θα τους τραγουδούσε σ’ ένα στυλ ολίγον… old-timey swing (από combo, όχι από ορχήστρα) κάποιος Βαγγέλης Λούλης (sorry για το «κάποιος», αλλά αγνοώ την ιστορία του). Βασικά, εδώ, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα συγκρότημα, τους Fos (ουδεμία σχέση με τους Fos του Κώστα Παπαδούκα στα late 70s), οι οποίοι διασκευάζουν ουκ ολίγα ρεμπέτικα, λαϊκά και παραδοσιακά («Αργοσβήνεις μόνη» του Τσιτσάνη, «Στα σκαλοπάτια σου» του Ζαμπέτα, «Σεράχ» του Τσιτσάνη, «Μοιάζεις σαν θάλασσα» του Χιώτη κ.ά.), επιχειρώντας να δώσουν σ’ αυτά τα τραγούδια μίαν άλλη προοπτική. Βασικά, έχουν κρατηθεί οι μελωδίες, οι αρμονίες πειράζονται (όχι σε βαθμό… κακουργήματος – εννοώ πως νιώθεις τα τραγούδια μέσα σ’ ένα ευρύτερο jazzy, bluesy και folky σκηνικό), ενώ οι στίχοι είναι παντελώς άσχετοι (εννοώ πως δεν σχετίζονται με τα πρωτότυπα λόγια), αλλά όχι αδιάφοροι (απεναντίας!), αφήνοντας, εν τέλει, μόνον τις ερμηνείες μετέωρες· «αμούστακοι» τραγουδιστές, οι οποίοι δύσκολα ισορροπούν σε τούτα τα δοκιμασμένα άσματα. Από τα 11 τραγούδια του άλμπουμ “Europe, Your Rope” [Donna Luna, 2009] τα 7 είναι versions και τα 4 originals. Το θέμα είναι πως και τα originals είναι καλά, πράγμα που με οδηγεί να ρωτήσω το αυτονόητο: γιατί όχι μόνον πρωτότυπο υλικό; Ή, γιατί όχι μόνο versions; Σε κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα θα ήταν… πυκνότερο.

ESP-DISK all time classics…

“Classic”, για τα μέτρα της ESP-Disk, σημαίνει π.χ. ο πρώτος δίσκος του Paul Bley Quintet στο label. Μάλιστα το Barrage [ESP 1008, επανέκδοση το 2008], ηχογραφημένο στη Νέα Υόρκη τον Οκτώβριο του ’64, ίσως είναι το παρθενικό, σκιώδες έστω, άλμπουμ της Carla Bley, μια και ο Paul Bley επιλέγει να παρουσιάσει, σ’ αυτό, αποκλειστικώς δικές της συνθέσεις. Με καίρια μπάντα συνοδείας (Eddie Gomez μπάσο, Milford Graves κρουστά, Dewey Johnson τρομπέτα, Marshall Allen άλτο – της Arkestra βεβαίως), ο Paul Bley χτίζει ένα μοναδικό αντιστικτικό περιβάλλον, στο οποίο συγκρούονται οι cool αναφορές του –μοντερνιστής μεν, αλλά περισσότερο κοντά στον Bill Evans, παρά στον Cecil Taylor– με το γεμάτο πάθος και θέρμη παίξιμο των υπολοίπων. Οι συνθέσεις της Bley, προσφέρουν όλα τα απαραίτητα, προκειμένου οι σολίστες (με πρώτο τον Allen) ν’ αυτοσχεδιάσουν και πάνω στα μελωδικά μοτίβο (“And now the queen”), αλλά και να συνυπάρξουν στα καταιγιστικά πλαίσια ενός “Around again”· μία από τις κορυφαίες, πρώιμες συνθέσεις της. Λελογισμένα δυνατή εγγραφή.Το τρίο του πιανίστα Lowell Davidson –δηλαδή ο ίδιος ο Lowell Davidson–, ήταν από ’κείνα τα... once in a lifetime. Από τις πιο αινιγματικές φιγούρες της περιόδου, ο βοστονέζος μουσικός προτάθηκε στην ESP από τον Ornette Coleman (παράξενο – δεν ήταν του στυλ του), ο οποίος εξετίμησε το παίξιμό του πηγαίνοντάς τον «σούμπιτο» στον Bernard Stollman (το αφεντικό της εταιρίας).
Τον Ιούλιο του ’65 ο Davidson θα μπει για πρώτη φορά (μάλλον) σε στούντιο και «με τη μία» θα γράψει το “Trio” [ESP 1012, επανέκδοση το 2008], συμπαίζοντας με τον Gary Peacock μπάσο και τον Milford Graves κρουστά.
Βιοχημικός ή χημικός ή κάτι παραπλήσιο τέλος πάντων, αυτός ο μάλλον παράξενος άνθρωπος, προσπάθησε να ενσωματώσει στο πιάνισμά του στοιχεία της χρωματικής θεωρίας. Τούτο, τον έκανε να μοιάζει ακόμη περισσότερο με τον Paul Bley π.χ., αν και ακούγοντας κανείς κομμάτια όπως το “Stately 1” (στo ξεκίνημά του τουλάχιστον) αντιλαμβάνεται την «απέχθεια» του Davidson για την cool προσέγγιση και, παραλλήλως, το δόσιμό του σ’ έναν ιδιότυπο, ευρωπαϊκής αίσθησης, ρομαντισμό. Απλές μελωδικές φράσεις, σύντομα θέματα μεγάλης εκφραστικής δύναμης, που στέκονται αυτόνομα μέσα στη συνολικότερη σύνθεση, ένας... Jarrett πριν τον Jarrett, που έπαυσε επίσημα να ηχογραφεί (δεν είμαι σίγουρος αν έκανε και τι έκανε ακριβώς, μετά), που είχε κάποιο σοβαρό ατύχημα στο εργαστήριό του και που πέθανε ξεχασμένος κοντά στα 50 του, κάποτε στα late eighties (το 1990). Το “Trio” του είναι ένα πέρα για πέρα αξιόλογο άλμπουμ. Σπουδαίο, από πάσης πλευράς.Ο reedman Giuseppi Logan –χειριζόταν άλτο, τενόρο, μπάσο κλαρίνο, φλάουτο, άλλα «εξωτικά» πνευστά– είναι μία από τις πιο αινιγματικές free προσωπικότητες της εποχής.
Συνεργάτης των Archie Shepp, Pharoah Sanders και Bill Dixon, σχημάτισε εκεί γύρω στο ’64 το δικό του κουαρτέτο αποτελούμενο από τους Don Pullen πιάνο, Eddie Gomez μπάσο και Milford Graves κρουστά. Με αυτήν ακριβώς την line-up θα ηχογραφήσει τον Οκτώβριο του ’64, στη Νέα Υόρκη, το πρώτο του άλμπουμ [ESP 1007] –θ’ ακολουθήσει λίγο αργότερα το “More”, ενώ τον Απρίλιο του ’66 θα συμμετάσχει και στο “College Tour” της Patty Waters, πάντα για την ESP–, στο οποίο εμφανίζει όλα εκείνα τα ιδιώματα της σύγχρονης μαύρης μουσικής που έδειχνε, τότε, να τον ενδιαφέρουν.
Τις (πρώιμες) world αναφορές, κυρίως την ινδική ρυθμοδυναμική, την επαναληπτικότητα υπό μορφή «κύκλων», το ψάξιμο του ήχου των οργάνων... Στο άλτο π.χ., το βασικό του πνευστό, κατόρθωνε να παράγει πάνω από τέσσερις οκτάβες, κρατώντας το κεφάλι του πολύ πίσω καθώς φυσούσε, γεμίζοντας τα πνευμόνια του και το όργανο με αέρα, που μπορούσε να τον κάνει ό,τι ήθελε. Δυστυχώς για εκείνον ο δύστροπος, οξύθυμος χαρακτήρας του, αλλά και η ροπή του προς τα ναρκωτικά, τον έθεσαν από πολύ νωρίς εκτός μάχης. Και εδώ είναι το θαύμα. Σχεδόν 40 χρόνια μετά, το 2008, τον Giuseppi Logan θα τον ανακαλύψει μία χριστιανική ιεραποστολική ομάδα στη Νέα Υόρκη. Αποτέλεσμα; Να ξαναμπεί στο στούντιο πέρυσι τέτοιαν εποχή, ηχογραφώντας τον πρώτο του δίσκο μετά από 44 χρόνια! (Πρόκειται για το “Giuseppi Logan Quintet” στην νεοϋορκέζικη Tompkins Square).
Ένα άλλο, όμως, θαύμα θα έλεγα πως είναι τούτες εδώ οι εγγραφές του από το ’64, τις οποίες ο Stollman ξανα-παρουσίασε σε απλό digipak CD πριν από δύο χρόνια.
Στο “Tabla suite”, ακολουθώντας τον «κολτρεϊνικό» δρόμο, ο Logan εμφανίζει ένα ωραιότατο δείγμα «ελεύθερης» indo-jazz, με τον Pullen να επιδίδεται σε (πιανιστικά) clusters και παίξιμο «από μέσα» και τον Graves να αυτοσχεδιάζει, με σαμανική ενάργεια, στις tabla. Στο “Dance of satan” το blues είναι η βάση, για ένα κομμάτι που δεν κρύβει τη ρυθμική οργή του, ενώ στο “Dialogue” η επιρροή(;) του Albert Ayler –λογικώς, ο Logan θα τον είχε να δει κάπου να παίζει ή μήπως όχι;– είναι φανερή· και όχι μόνο στο σαξοφωνικό ηχόχρωμα. Στα δύο μεγάλα θέματα της... δεύτερης πλευράς, το “Taneous” και το “Bleecker partita”, o Giuseppi Logan δείχνει απλώς κάτι που, ίσως, όλοι φαντάζονταν (ή φαντάζονται). Πως θα μπορούσε να τοποθετηθεί –από τους μουσικόφιλους, την κριτική κ.λπ.– πολύ ψηλά· στο πρώτο επίπεδο των «κολτρεϊνικών». Δίπλα στον Shepp και τον Sanders.

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

ΕΔΩ ΓΕΛΑΜΕ…

Γενέθλια του... Κινήματος (ημέρα Παρασκευή 3 του Σεπτέμβρη), κι είπα να ξεφυλλίσω μερικούς παμπάλαιους Αγωνιστές, που είχα μαζέψει από τα σκουπίδια, έξω από τα γραφεία του Πα.Σο.Κ. στην Πάτρα, στα μέσα της δεκαετίας του '80. Το... Κίνημα μετακόμιζε, πάντα επί της οδού Γεροκωστοπούλου, βρίσκοντας έτσι την ευκαιρία να ξεφορτωθεί την ιστορία του...
Από τη δεύτερη, λοιπόν, σελίδα του Αγωνιστή, τη δεκαπενθήμερη έκδοση της Νεολαίας του Πα.Σο.Κ. και από το τεύχος 19, που κυκλοφορούσε στο διάστημα 1-15/9/1975, με εξώφυλλο «ένας χρόνος αγώνα», διαβάζω το editorial, όπως θα το λέγαμε σήμερα, που δεν ήταν άλλο από ένα απόσπασμα από την περιβόητη διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη 1974. Θα μπορούσα να βάλω όλο το κείμενο σε «έμφαση» (να το «bold-άρω» δηλαδή), αλλά είπα απλώς να γελάσουμε, κι όχι να πεθάνουμε από τα γέλια...«Βασικός κυριαρχικός στόχος του Κινήματος είναι η δημιουργία πολιτείας απαλλαγμένης από ξένο έλεγχο ή επεμβάσεις, πολιτείας απαλλαγμένης από έλεγχο ή επιρροή της οικονομικής ολιγαρχίας, πολιτείας ταγμένης στην προστασία του έθνους και στην υπηρεσία του λαού. Η εθνική ανεξαρτησία είναι αναπόσπαστα δεμένη με τη λαϊκή κυριαρχία, με τη δημοκρατία σε κάθε φάση της ζωής του τόπου, με την ενεργό συμμετοχή του πολίτη σ’ όλες τις αποφάσεις που τον αφορούν. Μα είναι ταυτόχρονα συνυφασμένη με την απαλλαγή της οικονομίας μας από τον έλεγχο του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου που διαμορφώνει την οικονομική, την κοινωνική, την πολιτική και την πολιτιστική μας πορεία σύμφωνα με τα συμφέροντα όχι του λαού, αλλά της οικονομικής ολιγαρχίας. Και βέβαια πρέπει η Ελλάδα να αποχωρήσει και από το στρατιωτικό και από το πολιτικό ΝΑΤΟ. Και βέβαια πρέπει να ακυρωθούν όλες οι διμερείς συμφωνίες που έχουν επιτρέψει στο Πεντάγωνο να μετατρέψει την Ελλάδα σε ορμητήριο για την προώθηση της επεκτατικής του πολιτικής. Μα πίσω από το ΝΑΤΟ, πίσω από τις αμερικανικές βάσεις είναι οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις και τα ντόπια υποκατάστατά τους. Γι’ αυτό η κοινωνική απελευθέρωση, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός, αποτελεί τον θεμέλιο λίθο του Κινήματός μας. Για να απολαμβάνει ο αγρότης το προϊόν του ιδρώτα του και της γης του, για να απολαμβάνει ο εργάτης, ο βιοτέχνης , ο μισθωτός, ο υπάλληλος, ο απλός Έλληνας το προϊόν του μόχθου του. Για να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η εντυπωσιακή εισοδηματική ανισότητα ανάμεσα σε γεωγραφικές περιφέρειες και κοινωνικά στρώματα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Ελλάδα. Για να παύσει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Για να συμμετέχει ενεργά ο λαός στον προγραμματισμό της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής πορείας της Χώρας. Για να εξασφαλιστεί η εργασία και η κατοικία σε όλους τους Έλληνες. Για να καταργηθούν τα προνόμια των ολίγων στην ιατρική, νοσοκομειακή και φαρμακευτική περίθαλψη. Για να προστατευθούν η μητέρα, το παιδί, τα γηρατειά. Για να κατοχυρωθεί η κοινωνική και η οικονομική ισότητα των δύο φύλων. Για να ελευθερωθεί η σκέψη και να γίνει η παιδεία κτήμα όλων των Ελλήνων».
Γελάμε; Γελάμε. Αν και κάποιοι θα έπρεπε να κλαίνε, αλλά που τέτοια τύχη...