Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

THE NEXT STEP QUINTET ένα νέο φύσει και θέσει ελληνικό τζαζ σχήμα

Δεν ξέρω πόσο έχει γίνει κατανοητό, αλλά καλόν είναι να το πω (δηλαδή να το ξαναπώ). Το επίπεδο των ελλήνων μουσικών, που σκάνε από παντού και που ασχολούνται με την jazz, είναι πολύ ανεβασμένο τα τελευταία χρόνια. Και έτσι, με μιαν αίσθηση πλημμυρίδας, όλο αυτό το staff σκεπάζει τα πάντα – τα κλαμπ, τον Τύπο, τα social media, τη δισκογραφία. Βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν έκρηξη – ας το συνειδητοποιήσουμε. Στα χρόνια του ’60 και για πολύ καιρό έκτοτε (χονδρικώς έως τα τέλη του ’80), για να ασχολιόταν κάποιος με την jazz θα έπρεπε να ήταν μιας κάποιας ηλικίας. Συχνά δε (για να μην πω πάντα και φανώ υπερβολικός) θα έπρεπε να είχε θητεύσει, στα νειάτα του, στο rock (στα πάσης φύσεως συγκροτήματα). Ασχολούμενος με το rock από τα 16 του ή τα 18 του, κάποια στιγμή στα 20βάλε ή τα 30βάλε του ανακάλυπτε την jazz και προχωρούσε στη… μουσική ζωή του. Το ίδιο περίπου συνέβαινε και με την πλειονότητα των (παλαιοτέρων) ακροατών. Πολλοί από ’μας μάθαμε, γνωρίσαμε και αγαπήσαμε την jazz μέσα από το rock (μέσα από τους Soft Machine και τους Caravan π.χ.). Τα πράγματα τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει. Και σταδιακώς έχουν αλλάξει ή αλλάζουν από το 1992 και μετά, με την ίδρυση του Τμήματος Μουσικών Σπουδών (ΤΜΣ) του Ιονίου Πανεπιστημίου (ΙΠ), στην Κέρκυρα. Το ΤΜΣ του ΙΠ βασικά, τα ιδιωτικά ωδεία περαιτέρω, αλλά και τα ευρωπαϊκά σχολεία (κυρίως τα ολλανδικά), όπως και τα αμερικανικά (που δεν είναι πάντως το ίδιο προσβάσιμα) έχουν επιφέρει μία κολοσσιαία αλλαγή στον τρόπο του εγχωρίου τζαζ φέρεσθαι και είναι. Προϊόν, ας το πω έτσι, αυτής της «έκρηξης» είναι και οι 25χρονοι Next Step Quintet.
Το συγκρότημα σχηματίστηκε όταν τέσσερις φοιτητές του ΤΜΣ του ΙΠ, οι Θοδωρής Κότσυφας κιθάρα, Γιάννης Παπαδόπουλος πιάνο, Ντίνος Μάνος κοντραμπάσο και Βασίλης Ποδαράς ντραμς συναντήθηκαν τυχαίως, σ’ ένα jam session, με τον ελληνο-σουηδικής καταγωγής σαξοφωνίστα Ορφέα Τσουκαλά, βλέποντας ότι «κολλάνε» και πως θα μπορούσε να σχηματίσουν ένα (νεανικό) τζαζ συγκρότημα, εφαρμόζοντας όσα διδάχθηκαν στα σχολεία που φοίτησαν και όσα απεκόμισαν από τις ακροάσεις δίσκων και από τις εμφανίσεις τους στα κλαμπ και τα μπαρ. Έτσι κάπως πήραν μπροστά οι Next Step Quintet κι έτσι κάπως ήρθε η ώρα της ηχογράφησης του πρώτου φερώνυμου CD τους (2013) στην Puzzlemusik. Μέσα από εννέα συνθέσεις, συνολικής διάρκειας περί τα 63 λεπτά, το νεανικό συγκρότημα δείχνει εμφανώς όλη την γκάμα των αναφορών-επιρροών του, συνδυάζοντας το δυναμισμό της rock αφήγησης (άκου το “Insomnia” π.χ.), με την συγχορδιακή ευρηματικότητα της jazz ανάπτυξης. Το αποτέλεσμα είναι, με γοητευτικό τρόπο, προκλητικό. Κομμάτια όπως το “The urchin” (ακούγεται και στο “Greek Jazz Times/ Volume I: Modern Jazz TracksCD του Jazz & Τζαζ), το “Connection” (με την πολύ ωραία μελωδία, αλλά και με την κάπως «μπροστά» κρουστή συνοδεία), το ρομαντικό-ελεγειακό “Esbjörn” (αφιερωμένο προφανώς στον Esbjörn Svensson), μα ακόμη και το έσχατο μεγαλόπνοο (περί τα 13 λεπτά) “Obsession”, που δίνει την ευκαιρία σε όλους τους παίκτες (και μαζί και μόνοι) ν’ αποδείξουν την εκτελεστική επάρκειά τους είναι δείγματα του ταλέντου και της μελέτης μιας νέας γενιάς ελλήνων μουσικών της jazz, που έρχεται (η γενιά) για να μείνει και να παραμείνει, προσφέροντας έργο. Όσο μπορώ θα το προβάλλω…

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

για τον φασισμό που… δεν έρχεται απ’ το μέλλον

Χθες ξεκόλλησα από μία στάση λεωφορείου μία αφισέτα του ΚΚΕ σε μέγεθος Α4 (συγκεκριμένα της Κομματικής Οργάνωσης Αττικής), που σχετιζόταν, προφανώς, με τα πρόσφατα γεγονότα (τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τον χρυσαυγίτη). Το κόμμα μάς καλεί να διώξουμε τους φασίστες από τις γειτονιές μας, απομονώνοντας τα φασιστοειδή της Χρυσής Αυγής. Η προκήρυξη κατέληγε με τους στίχους του… Μπέρτολτ Μπρεχτ, ή τους στίχους του… ποιητή κατά τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα, «Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον, δε θα πεθάνει μόνος τσάκισέ τον».
Εγώ, προσωπικώς, δεν ξέρω πώς μπορώ να διώξω τους φασίστες από τη γειτονιά μου. Έχω γείτονες φασίστες, ή μάλλον ανθρώπους που ψήφισαν Χρυσή Αυγή για να είμαι πιο ακριβής, και προσπαθώ να συζητήσω μαζί τους, ασχέτως αν σπανίως το καταφέρνω επειδή βρίσκονται σαν σε κατάσταση πανικού. Δεν διανοήθηκα όμως ποτέ να τους ξεσπιτώσω, ούτε βεβαίως να τους τσακίσω. Τι σημαίνει «τσακίσω»; Πως πρέπει να πάρουμε τίποτα καδρόνια και ν’ αρχίσουμε να κυνηγάμε τους χρυσαυγίτες ή όσους ψήφισαν Χρυσή Αυγή; Δεν είμαστε καλά. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να οδηγείται σε τέτοιες καταστάσεις, αλλά, ταυτοχρόνως, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε και τι σημαίνει βία (γιατί κι εδώ υπάρχει θέμα). Προσωπικώς, αντιλαμβάνομαι απολύτως τον… Διονύση Σαββόπουλο όταν τραγουδούσε στον «Πολιτευτή» του «Χαρά να σε γιαούρτωνα εκεί που ρητορεύεις…». Η έμπρακτη αποδοκιμασία δεν είναι πάντα βία. Αφήνω δε την άνωθεν ασκούμενη βία, η οποία οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αντιβία. Αυτή η καραμέλα τού «είμαι εναντίον της βίας απ’ όπου και αν προέρχεται» πρέπει να επεκταθεί προς πάσα δυνατή κατεύθυνση και προς κάθε είδους βία, αν θέλουμε να λέμε κάτι (και όχι να κοροϊδεύουμε). Βία δεν είναι μόνον το να σπάμε ή να μας σπάνε τα κεφάλια. Βία, έτσι όπως καταντήσαμε, μπορεί να είναι (είναι δηλαδή) και το εκκαθαριστικό της εφορίας, η αγωνία να διατηρήσεις την περιουσία σου, η ανέχεια ή η ανεργία. Ο πολίτης, που ξαφνικά αισθάνεται ανασφαλής και εκτεθειμένος βρίσκεται στα πρόθυρα της βίας· με τη βία να απευθύνεται στον ίδιο τον εαυτό του, στην οικογένειά του ή την κοινωνία. Φυσικά, δεν υπονοώ πως ο χρυσαυγίτης σκότωσε, επειδή δεν είχε να πληρώσει το χαράτσι. (Χιλιάδες άνθρωποι αδυνατούμε ή δυσκολευόμαστε να ανταπεξέλθουμε σε διάφορες υποχρεώσεις, αλλά δεν φθάνουμε στο απροχώρητο. Είναι και θέμα ψυχοσύνθεσης ή και κουλτούρας). Η συγκεκριμένη περίπτωση είναι διαφορετική. Η βία μπορεί να έπαιρνε γραμμή από τον ψυχισμό του συγκεκριμένου ατόμου, αλλά είχε και άλλου τύπου κίνητρα. Επρόκειτο, καθαρώς, για μία πολιτική δολοφονία. Άτομα της λαϊκής δεξιάς κυρίως (που ψήφιζαν Νέα Δημοκρατία δηλαδή όλα τα προηγούμενα χρόνια), καθώς και αγράμματοι νεολαίοι (που μπορεί τώρα, στα χρόνια του μνημονίου, να πρωτοψηφίζουν) έχουν πλημμυρίσει τις τάξεις του ακροδεξιού κόμματος, και των διαφόρων συμμοριών που δρουν εγκληματικώς πίσω απ’ αυτό (υπό το όνομά του), φέρνοντας τούς 19.624 ψήφους του 2009 (0,29%), στο ύψος των 425.990 (6,92%) το 2012 και σε διπλάσια νούμερα (όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις) σήμερα. Δεν είναι ανεξήγητο το γεγονός. Τα αίτια πρέπει να δούμε κι εκείνα να απαλείψουμε. Τον θυμό και κυρίως την ανασφάλεια, που βιώνει μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας πρέπει να «τσακίσουμε». Εκεί πρέπει να κατευθυνθούν όλες μας οι προσπάθειες. Πώς θα… ξεθυμώσουν οι άνθρωποι και πώς θα γίνουν λιγότερο ανασφαλείς, ώστε να επιστρέψει και η Χρυσή Αυγή στα… ανύπαρκτα ποσοστά της. Εγώ έχω προτάσεις, όπως και ο καθένας μας εξάλλου, αλλά περιμένω να τις ακούσω απ’ τον Στουρνάρα…
Οι σύντροφοι του ΚΚΕ (δεν υπήρξα ποτέ μέλος του ΚΚΕ, αλλά η λέξη «σύντροφοι», που μπορεί σε κάποιους να φέρνει μειδίαμα, είναι ιδανική για όσους εξακολουθούν να ονειρεύονται μία μεγάλη και δυνατή Αριστερά) κάνουν λάθος όταν χρεώνουν τους συγκεκριμένους στίχους («Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον/ δε θα πεθαίνει μόνος τσάκισέ τον» κ.λπ.) στον Μπέρτολτ Μπρεχτ. Ο Μπρεχτ δεν θα έγραφε ποτέ (όση ποιητική άδεια και να μετερχόταν) πως «Ο φασισμός δεν έρχεται από μέρος/ που λούζεται στον ήλιο και στ’ αγέρι», καθότι, ιστορικώς, αυτό ακριβώς συνέβη! Ο φασισμός ήλθε από μέρος που… λουζόταν και στον ήλιο και στο αγέρι, την μεσογειακή Ιταλία. Ο Φώντας Λάδης λοιπόν έχει γράψει τους στίχους του τραγουδιού, και όχι ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Ρίχνοντας μάλιστα μια ματιά στο δίκτυο διαπίστωσα πως η μπούρδα πάει σύννεφο. Τα μισά, να πούμε, sites, αναφέρουν πως ο Μπρεχτ έχει γράψει τους στίχους, ενώ κάποια άλλα λένε πως… ναι μεν ο Λάδης τους έγραψε, αλλά βασίστηκε σε ποίημα του Μπρεχτ (φυσικά, ουδείς αναφέρει το… υποτιθέμενο ποίημα του Μπρεχτ που διαχειρίστηκε ο έλληνας στιχουργός). Τέλος πάντων. Όταν υπάρχει ο δίσκος απορώ τι καθόμαστε και συζητάμε.
Στο άλμπουμ λοιπόν «Τραγούδια της Λευτεριάς» [Lyra YLP 3313] του 1978 ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποιεί (και η Μαρία Δημητριάδη αποδίδει), όπως καταφανώς διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο «5 τραγούδια του Φώντα Λάδη» (ανάμεσα και τον «Φασισμό»), «1 τραγούδι του Άλκη Αλκαίου», «1 τραγούδι του Bertolt Brecht» («Άννα μην κλαις»), «2 τραγούδια του Μανώλη Αναγνωστάκη» (το «Κι ήθελε ακόμη» είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Μικρούτσικου) και «1 τραγούδι του Γιάννη Ρίτσου». Αν ο «Φασισμός» ήταν σε στίχους του Μπρεχτ, στο άλμπουμ θα έγραφαν… «4 τραγούδια του Φώντα Λάδη» και «2 του Bertolt Brecht». Σύντροφοι διορθώστε το. Είναι κρίμα… για πολλούς λόγους.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

ΣΑΒΒΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ 70s funk απ’ τη Μελβούρνη

“This album is a selection of provocative and entertaining pieces of composition which have been composed by Greek-Cypriot bornSavvas’. The composer’s style has accepted the challenge of bridging the worlds of middle eastern and modern Greek music with the more recognizable western elements of jazz, rock, African, blues, cabaret and electronic music. Savvas’ music progresses easily through moods of peace and reflection to moods of dynamic energy and impulse. With such a variety of musical idioms and themes it is no wonder that his style is difficult to categorise. But, however illusive the composer’s style appears the impression created is one of a ‘synthesis’ of cultural and musical experience which can only be called the ‘Savvas’ experience”.
Πρόκειται για το κείμενο που υπάρχει στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ Savvas [Klarion Enterprises SF271] από το 1974. (Στο άλμπουμ δεν αναγράφεται χρονιά, αλλά στο internet βρήκα μια παρουσίασή του στην εφημερίδα της Μελβούρνης The Age http://is.gd/HEzCit της 26/9/1974). Να κι ένα δεύτερο κείμενο από το Δισκορυχείον του Jazz & Τζαζ (#139, 10/2004), όταν ασχολήθηκα για πρώτη φορά μ’ αυτό το LP:
«Ο Σάββας Χριστοδούλου, ελληνοκυπριακής καταγωγής συνθέτης, πιανίστας και κιμπορντίστας, μετανάστης προφανώς στην Αυστραλία, παίρνει τη σκυτάλη από τον Phil Woods και τον Ιορδάνη Τσομίδη –καθώς και από άλλους Ελληνοαμερικανούς ή Έλληνες επί αμερικανικού εδάφους της ίδιας εποχής–, και συνδέει την jazz και τον αυτοσχεδιασμό, με την ελληνική λαϊκή μουσική και το μπουζούκι. Ο δίσκος “Savvas” ηχογραφημένος στην Μελβούρνη κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’70 (αν μαντεύω σωστά από τα ρούχα και τα κουρέματα στις φωτογραφίες των μουσικών του οπισθοφύλλου) επιχειρεί ακριβώς σ’ αυτόν το χώρο, με αποτελέσματα πολύ σοβαρά, που δεν επιδέχονται εύκολες αμφισβητήσεις. Υπάρχουν θέματα στα οποία τα μέρη του μπουζουκιού προηγούνται, φερ’ ειπείν, του jazz section και ακούγονται κάπως ξεκομμένα, αλλά και άλλα, όπως το εξαιρετικό jazz-funkA dream of Zeus”, στα οποία το μπουζούκι εντάσσεται αρμονικώς στο υπόλοιπο «δυτικό» σύνολο δίχως να ξενίζει. Ο Χριστοδούλου επηρεασμένος απ’ όλη την γκάμα των ήχων του καιρού του δίνει ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ, που ελάχιστες φορές ξεφεύγει προς την ευκολία, αφού κομμάτια όπως τα “Tomcat blues”, “Medieval maid”, “Catapult” ή το “Someone” με τα jazzy φωνητικά της Lyndsay Hammond (αργότερα στους Cheetah) ξεχωρίζουν με άνεση [οι υπόλοιπες συνθέσεις, όπως π.χ. η “Trilogy (to Theodorakis)”, είναι περισσότερο προφανείς για ’μας τους Έλληνες και σε κάθε περίπτωση όχι αδιάφορες]. Όσον αφορά στο “A dream of Zeus”, το ξαναλέω, θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνεται 'σκίζοντας' σε οποιαδήποτε συλλογή με deep funk των seventies, τώρα που αυτές οι μουσικές βρίσκονται ξανά στην επικαιρότητα».
Στην ηχογράφηση του “Savvas” πήραν μέρος ορισμένοι ελληνικής καταγωγής μουσικοί (μπουζούκι κάποιος Λάμπρος Πολίτης, ντραμς κάποιος Γιώργος Βαγιωνίτης), αλλά και αρκετοί Αυστραλοί, όπως οι Graeme Murphy κιθάρες, Andrew Snow ντραμς, Jon Pack κρουστά, Celeste Howden μπάσο, George Walpole φλάουτο και Nick Aitken άλτο σαξόφωνο, οι περισσότεροι από τους οποίους εμφανίστηκαν, αργότερα, με επιτυχημένα (κατά κανόνα) αυστραλιανά συγκροτήματα (Stiletto Groove, Armchairs, Stray Dags…). Πιο πριν, δεν ξέρω

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΔΙΕΞΟΔΟ 38 χιλιοστά

Το «,38» των Αδιέξοδο ήταν μάλλον το πρώτο ελληνικό punk LP που ξεφορτώθηκα, εκεί στις αρχές των 00s. Όχι πως «βάραινε» σώνει και καλά τη δισκοθήκη μου – απλώς είχα δεχθεί πολύ στενό μαρκάρισμα από νεαρό συλλέκτη κι επειδή δεν το άκουγα πια, το είχα δώσει. Όπως έχω δώσει κι άλλα LP, και πριν και μετά απ’ αυτό. Και όπως πάντα θα δίνω, επειδή η δισκοθήκη είναι δυναμική και όχι στατική. (Αλλοίμονο αν κρατάγαμε όλους τους δίσκους που έχουν περάσει από τα χέρια μας. Θα είχαμε σπίτι για τους δίσκους και όχι για τους εαυτούς μας). Πάντως, κακά τα ψέμματα, άλμπουμ όπως το «,38» μπορείς να το ακούσεις με μια κάποιαν όρεξη όταν βρίσκεσαι στα 20, αλλά πολύ δύσκολα αν είσαι στα υπερδιπλάσια. Εννοώ «δύσκολο» να το βάλεις στο πικάπ παίρνοντας από μόνος σου την πρωτοβουλία. Όταν όμως υπάρχει συγκεκριμένη αφορμή, την οποίαν μπορεί να παράσχει μιαν επανέκδοση π.χ., τότε αλλάζει το πράγμα. Και... ναι, επανεκδόθηκε και το μοναδικό LP των Αδιέξοδο [B-Other Side/ Scarecrow] σε 800 αντίτυπα, με νέο mastering, συν 4σέλιδο δίγλωσσο ένθετο με στίχους, βιογραφικό και φωτογραφίες. Επιβαλλόταν; Σίγουρα – και γιατί οι τιμές του αυθεντικού είχαν ξεφύγει εντελώς τα τελευταία χρόνια, αφού είχαν υπερβεί τα 150 ευρώ.
Τα τραγούδια των Αδιέξοδο από μουσικής πλευράς δεν αντέχουν σε κριτική· θα είναι άδικο όμως αν αντιμετωπίσεις ένα ναΐφ punk σχήμα, όπως ήταν εκείνοι στα μέσα του ’80, με τον τρόπο που θ’ αντιμετώπιζες τους Φατμέ π.χ. ή τους Last Drive – ψάχνοντας να βρεις δηλαδή συνθετικές ιδέες και ό,τι άλλο. Εδώ προέχει ο λόγος, τα λόγια. Η θέληση να ειπωθούν κάποια πράγματα, έξω απ’ τα δόντια, άτεχνα, όσο πια άτεχνα γίνεται, με σκοπό την έκφραση (όχι για την έκφραση). Οι Αδιέξοδο είχαν αγαθές προθέσεις. Δεν έφτυσαν, για να τα μαζέψουν μετά. Δεν καταφέρθηκαν, για να τα πάρουν πίσω. Υπερασπίστηκαν μία αναρχοπάνκ προβληματική χώνοντάς τα στις κοινωνικές τάξεις (αστική και μικροαστική βασικά), στην οικογένεια, στην αστυνομία, στην υψηλή τέχνη, στα κόμματα, στην Εκκλησία, λέγοντας τα πράγματα έτσι όπως τα έβλεπαν, δίχως φιοριτούρες και μισόλογα. Τι αντιπρότειναν; Γιατί κάτι αντιπρότειναν… «Μίσος, μίσος, μίσος… Μίσος για όλους και για όλα» («Μίσος»)… από το οποίο, φυσικά, δεν προκύπτει τίποτα, αλλά και πιο κάτω… «Κομμουνισμός και αναρχία, μακρινή ουτοπία» («Διπρόσωπα συστήματα»). Δεν ξέρω αν μεταφράζω σωστά αυτόν τον στίχο, αλλά αν τον μεταφράζω σωστά, τότε, το ένα πρόσωπο, ρωτώ, είναι… ο κομμουνισμός (ως ιδέα, και άρα ως ενδεχόμενη ουτοπία) ή η αναρχία (από τα επιθυμητά, για τους Αδιέξοδο, να πούμε;) και το δεύτερο πρόσωπο η «μακρινή ουτοπία»; Πως τα πράγματα, τελικώς, δεν θ’ αλλάξουν ποτέ, ή εν πάση περιπτώσει είναι δύσκολο ν’ αλλάξουν; Φιλοσοφικοί προβληματισμοί από ένα νεανικό συγκρότημα λαϊκής αφήγησης; Πιθανώς· αν δεν πρόκειται για μία ανέξοδη διατύπωση.

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

οι NIHILIST SPASM BAND με ελληνικό LP!

Δεν είμαι σίγουρος πότε άκουσα-διάβασα για πρώτη φορά το όνομα των Καναδών Nihilist Spasm Band. Μάλλον στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, όταν είχε πέσει στα χέρια μου η περίφημη λίστα με τα «προχωρημένα» γκρουπ και τους καλλιτέχνες των Nurse with Wound (περιελάμβανε μόνον ονόματα και όχι τίτλους δίσκων) και σίγουρα όταν μελέτησα μία επέκταση εκείνης της λίστας από τους ανθρώπους που τύπωναν και κυκλοφορούσαν το βρετανικό περιοδικό Audion, τους Steve και Alan Freeman την ίδιαν εποχή (early 90s). Οι Freemans είχαν πάρει τη λίστα των NWW κι είχαν προσθέσει τίτλους στα άλμπουμ, τους οποίους (τίτλους) υποτίθεται πως είχαν κατά νου οι Steven Stapleton, John Fothergill και Heman Pathak όταν κατάρτιζαν τον ιστορικό τους πίνακα. Εκεί, μεταξύ των σχεδόν 300 ονομάτων, μνημονεύονταν και οι καναδοί πειραματιστές, με την… τρομερή υποσημείωση These sleeve notes are dedicated to The Nihilist Spasm Band. Δηλαδή ολάκερη η λίστα ήταν αφιερωμένη στο παράξενο αυτό καναδικό συγκρότημα, το οποίο, αν και είχε ξεκινήσει τη διαδρομή του στα μέσα του ’60 αφήνοντας έναν καθοριστικό δίσκο, εξακολουθούσε να εμπνέει και να συναρπάζει. Φυσικά, αναφέρομαι στο LPNo Record” [Allied Record Corporation RECORD No.5] του 1968 – αν και δεν είναι σίγουρο πως οι NWW είχαν αυτό κατά νου, όταν ετοίμαζαν τη λίστα τους, και όχι το “Vol.2” [Music Gallery Editions MGE 13, 1979].
Στον Καναδά ήδη από τις αρχές των sixties αναπτυσσόταν ένα μουσικό κίνημα πρωτοπορίας με βασικούς εκπροσώπους τους ArtistsJazz Band, μέλη των οποίων ήταν οι Graham Coughtry, Robert Markle, Gordon Rayner και Michael Snow (γνωστός στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα, κυρίως ως σκηνοθέτης πειραματικών φιλμ – ο Albert Ayler με την παρέα του έγραψαν το soundtrack στην ταινία του New York Eye and Ear Control το 1964). Με ισχυρές αναφορές στο new thing της jazz (Archie Shepp, Albert Ayler, Don Cherry, Sonny Murray, Cecil Taylor…), βεβαίως στη σύγχρονη κλασική, στην ηλεκτρονική μουσική μα και στην pop, οι ArtistsJazz Band ήταν το σχήμα μέσω του οποίου έπαιρνε ακόμη πιο σαφή μορφή η καναδική μουσική πρωτοπορία στα μέσα του ’60 – την εποχή δηλαδή που άρχιζε να απασχολεί τους σχετικούς κύκλους η επικοινωνία των Τεχνών (μουσική, ζωγραφική, γλυπτική, κινηματογράφος, εγκαταστάσεις…) μέσω πρωτόλειων ή, το αντίθετο, περισσότερο σύνθετων καταστάσεων. Η Allied Record Corporation κατέγραψε αυτήν την προσπάθεια δίνοντας άλμπουμ των Intersystems (Blake Parker, Dik Zander, John Mills-Cockell, Michael Hayden), του ποιητή bpNichol, κάποιο LP ενός γκρουπ που είχε οργανώσει ο κιμπορντίστας Peter Csanky και που δεν κατάφερα να εντοπίσω τον τίτλο του (η πληροφορία από ένα κείμενο της Marjorie Harris στο περιοδικό ArtsCanada, τον Ιούνιο του 1968), προσθέτοντας στο ρόστερ της και μερικά από τα καλύτερα ψυχεδελικά σχήματα της χώρας (Plastic Cloud, Reign Ghost, Folklords…).
Το “No Record” των Nihilist Spasm Band δεν ήταν εύκολο να το βρει κανείς και να το ακούσει στα χρόνια του ’90. Κάποια στιγμή επανεκδόθηκε σε ιαπωνικό CD, αλλά η πιο σωστή επανέκδοση ήταν εκείνη της αμερικανικής Cortical Foundation [organ of Corti 26] το 2000, σε βινύλιο 220(!) γραμμαρίων, με bonus CD και insert ένα 4σέλιδο από το ArtsCanada. Εκείνο είχα αγοράσει, και τότε, το 2000, άκουσα για πρώτη φορά το “No Record”, ένα σχεδόν 50λεπτο άλμπουμ που δύσκολα μπορείς να το χαρακτηρίσεις, αλλά όχι και τόσο δύσκολο να το… απολαύσεις. Οι Nihilist Spasm Band ήταν μια ομάδα οκτώ ατόμων (Hugh McIntyre, Art Pratten, Archie Leitch, Murray Favro, John Clement, William Α. Exley, J.B. Boyle, Greg Curnoe) τα μέλη της οποίας χειρίζονταν συμβατικά, παράξενα ή ιδιοκατασκευασμένα όργανα (ηλεκτρικό μπάσο με τρεισήμισι χορδές –είναι το όργανο που κρατά ο McIntyre στο εξώφυλλο του άλμπουμ–, kazoo, slide μπάσο κλαρίνο, κιθάρα, ντραμς, κρουστά, θερεμίνη…). Το αποτέλεσμα ήταν ένας εντελώς αυτοσχεδιαστικός, αναρχοκρατούμενος ηχητικός ποταμός (the Nihilist Spasm Band is a practical example of anarcho-syndicalism αναφέρει ο Curnoe ανάμεσα σε άλλα στο οπισθόφυλλο), ο οποίος θα μπορούσε να ενδιαφέρει (σήμερα ας πω) όσους γουστάρουν την προχωρημένη jazz της ESP-Disk ή έστω το “Trout Mask Replica” του Captain Beefheart. Κλασικό θέμα για το χώρο τής… απονενοημένης πρωτοπορίας το “Destroy the nations”, με τους Nihilist Spasm Band, ή μάλλον τον William Α. Exley να κραυγάζει Destroy the nations, destroy America, England is deadCanada is already dead…”, σε μιαν εποχή όπου οι καταστροφικές πολιτικές και πρακτικές των… εθνών ήταν ουκ ολίγες.
Οι Nihilist Spasm Band χωρίς κατ’ ουσίαν να αποχωριστούν ποτέ, αλλά και χωρίς να είναι πάντα μαζί, επανεμφανίστηκαν δισκογραφικώς σχεδόν μια δεκαετία αργότερα (1979) μ’ ένα δεύτερο LP, για να αποκτήσουν στα 80s, τα 90s και τα 00s cult status, όχι μόνο εξ αιτίας της παρουσίας τους στην NWW list, αλλά και γιατί θεωρήθηκαν (δικαίως) προπάτορες ενός lo-fi/ noise/ experimental sound, που θεοποιήθηκε στην Ιαπωνία… και αλλαχού τα πιο πρόσφατα χρόνια. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως η κυκλοφορία ενός πρωτότυπου ελληνικού βινυλίου αυτής της θρυλικής –γιατί όχι;– μπάντας είναι κάτι που δεν μπορεί να περάσει (διεθνώς) απαρατήρητο. Ο λόγος, φυσικά, για το Breaking Wind, που τύπωσε η REKEM Records τον προηγούμενο μήνα –το label που μας είχε δώσει πριν λίγο καιρό και το 2CD με τα ηλεκτρακουστικά έργα του Μιχάλη Αδάμη–, επ’ αφορμής των τεσσαρακοστών γενεθλίων του ανθρώπου που βρίσκεται, ως παραγωγός, θιασώτης, promoter και άλλα τινά, πίσω από κάθε τι ηχητικώς προχωρημένο που συμβαίνει στην Ελλάδα τα τελευταία 20βάλε χρόνια, του Νικόλα Μαλεβίτση. Ηχογραφημένο στην έδρα των Nihilist Spasm Band, στο Λονδίνο του Ontario (Forest City Gallery) το 2009 και με mastering από τον Θεμιστοκλή Παντελόπουλο (Nokalypse, Triple Bath Records κ.λπ.), το “Breaking Wind” είναι ένα άλμπουμ που θα ενθουσιάσει τους φίλους των καναδών πειραματιστών – κάθε φίλο της «διαφορετικής» μουσικής.
Ρίχνοντας, κατ’ αρχάς, μια ματιά στην line-up παρατηρεί κανείς πως από τα χρόνια του ’60 εξακολουθούν να υπάρχουν στο γκρουπ ο John Boyle ντραμς, kazoo, ο John Clement μπάσο, ο Bill Exley φωνή, ο Murray Favro κιθάρες, και ο Art Pratten… τα δικά του (πέντε από τα οκτώ original μέλη δηλαδή), ενώ την ομάδα συμπληρώνει η Ιαπωνίδα Aya Ohnishi ντραμς, kazoo. Από την παλαιά σειρά ο Hugh McIntyre πέθανε το 2004, ο Greg Curnoe σκοτώθηκε σε δυστύχημα με ποδήλατο το 1992 (όπως διάβασα στη Wikipedia), ενώ ο Archie Leitch αποσύρθηκε. Άρα, η τρέχουσα line-up περικλείει σχεδόν όλο το μύθο του παμπάλαιου σχήματος, μεταφέροντας στο τώρα σχεδόν 50 χρόνια improv και noise vibes.
Το άλμπουμ της REKEM, να το πω, αποτελείται από τέσσερα κομμάτια (δύο ανά πλευρά) με τίτλους “North”, “South”, “East” και “West”. Από το πρώτο track φαίνεται η ισχυρή παρουσία της Ιαπωνίδας στα ντραμς και βεβαίως ο ακρογωνιαίος ρόλος του μπασίστα John Clement. Πάνω σ’ αυτούς τους δύο στηρίζεται όλη η μουσική ή, αν προτιμάτε, η… μη-μουσική των Nihilist Spasm Band. Εκείνο που είναι εντυπωσιακό με το set των Καναδών είναι πως, ακούγοντάς το, δύσκολα μαντεύεις το είδος των οργάνων που χρησιμοποιούν. Μπορείς να ανιχνεύσεις πρωτόλειες πνευστές «γραμμές», οι οποίες προέρχονται από τα kazoo, κιθαριστικές παρασπονδίες (ήχοι πρώτου πλάνου ή από αναδράσεις, που βαθαίνουν το θορυβώδες περιβάλλον) και βεβαίως πλήθος κρουστών (ή κάποιων κρουστών τέλος πάντων), τα οποία συμβάλλουν από διαφορετικές μεριές στην οριοθέτηση του τελικού ηχοχρώματος. Εκείνο που είναι ολοφάνερο είναι πως δεν πρόκειται για μουσική… χωρίς αρχή και τέλος, ούτε για ήχους ξεκομμένους από ένα ευρύτερο γίγνεσθαι. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο δρουν οι έξι πειραματιστές είναι απολύτως ρεαλιστικό, με τη μουσική τους να κατακρατεί έντονα ρυθμικά στοιχεία από το πειραματικό rock και την ελεύθερη jazz, συνδυασμένα εντός ενός πλαισίου κανονικοποιημένου θορύβου που δεν ξενίζει. Τίποτα το εξωφρενικό, τίποτα το αυτάρεσκο, τίποτα που ν’ ακούγεται απλώς για ν’ ακουστεί. Αυτή η λεπτολογία ενός δύσκολου και απονενοημένου, ενίοτε, ηχητικού διαβήματος είναι το βασικό χαρακτηριστικό της μουσικής, ή μη μουσικής –να το ξαναγράψω– προσφοράς των Nihilist Spasm Band· ενός σχήματος που έχει μετατρέψει, χρόνια τώρα, το «αντιδημοφιλές» του πειράματος σε πλήρη ηχητική γιορτή.  

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΙΟ δύο δισκάκια

ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΙΟ - ΨΥΧΕΔΕΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ: Βόσπορος/ Moog ρεμπέτης (Drum machine version) (amola kalimba)
45άρι με σαφές και προφανές oriental ηχόχρωμα από τον Σούπερ Μάριο (fender, σύνθια και διάφορα πλήκτρα) και την παρέα του (Πάνος Τσίγκος farfisa, saz, 12χορδη, Δημήτρης Μαυροφοράκης κρουστά, Γιώργος Λαμπάντης μπάσο, Αιμιλία Ναθαναήλ, Δημήτρης Τάσαινας, Κωνσταντίνος Κόκκινος φωνές). Ελληνο-τουρκική (δηλαδή τουρκική)… ψυχεδέλεια, με κάποιες ελαφρές reggae ή και funk απολήξεις – ιδίως στην πρώτη πλευρά. Ενδιαφέρον ως… ανάμνηση ήχων ελκυστικών. Στην flip side o «Moog ρεμπέτης» (με τα κανταδόρικα φωνητικά και την «ντανσική» αισθητική του) μοιάζει περισσότερο με φραγκολεβαντίνικη καρικατούρα. Ok
SUPER MARIO & THE EXOTIC WATERMELONS: Exotic side/ Watermelon side (amola kalimba)
Το παρόν είναι 12ιντσο και περιέχει δύο κομμάτια ανά πλευρά. Στην Exotic side, που είναι η πρώτη, ακούγονται τα “Jamiro beat” και “Setting you free”, ενώ στη δεύτερη, την Watermelon side, τα “Hammond street/ Africa rising” και “Seaside”. To Α1 είναι ένα funky track, με ωραία γυναικεία φωνητικά –άδει η alida (the soul mama)– κι έχει ωραίο παίξιμο στο μπάσο και τις κοφτερές κιθάρες. Το break δε στα σαξόφωνο το σπρώχνει περισσότερο προς το deep funk, με τα keyboards να έχουν έναν κάπως περιγραφικό/ περιπαικτικό ρόλο. Στο A2 η κατάσταση βαίνει προς το… πνευματικότερο και σε πιο… ψυχεδελοφάνκι πεδία. Τα φωνητικά (“Im setting you free” και τα ρέστα) κυριαρχούν στο κομμάτι, με το ωραίο σόλο στο fender να προσθέτει μια cosmic χροιά. Και η κιθάρα λαλάει (αλλά μάλλον ήταν αχρείαστο το σόλο της). To ξαναμμένο disco-funky B1, που χρωματίζεται επιτυχώς από το hammond και το σαξόφωνο, είναι το πιο jazzy από τα κομμάτια του δίσκου· κάτι, που το κάνει, αρχικώς, περισσότερο ενδιαφέρον. Ιδίως όταν το κάτι-σαν-afrobeat εισβάλει στην ρυθμοδομή, οδηγώντας με να θυμηθώ ακόμη και τον Pax Nicholas. Το έσχατο B2 είναι ένα πολύ καλό mid-tempo soulful track, με τα γυναικεία φωνητικά να το χαρακτηρίζουν από την αρχή έως το τέλος.Υποσχέσεις για κάτι δυνατότερο στο μέλλον...
Επαφή: www.amolakalimba.gr

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΟΜΜΥΔΑΣ επιθετικές τζαζ σκέψεις

«Οι “Επιθετικές Σκέψεις” είναι ένα άλμπουμ εμπνευσμένο από προσωπικές ιστορίες και εμπειρίες. Μέσα από τους ταραγμένους ελληνικούς καιρούς, στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, σκέψεις και συναισθήματα γίνονται ένα μουσικό ταξίδι που οδηγούν τον συνθέτη σε μια ψυχική απελευθέρωση, στο ασφαλές λιμάνι του πενταγράμμου».
Είναι τα λίγα λόγια του κιθαρίστα Γιώργου Κρομμύδα στο ένθετο του δεύτερου άλμπουμ του Aggressive Thoughts [Ankh/ Jadeo, 2012], που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες (μέσα στο ’13). Όσοι έχουν κατά νου το πρώτο CD του Κρομμύδα, που είχε τίτλο “Jazzium” [El Capitan, 2010] και το οποίο εκινείτο σ’ ένα groovy και κάπως lounge στυλ (ο ήχος της IRMA και τα συναφή), σίγουρα θα εκπλαγούν με το άκουσμα του παρόντος. Εδώ, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα πιο straight ahead jazz άλμπουμ, στο οποίο έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης, πέραν του κιθαρίστα Κρομμύδα, ο σαξοφωνίστας (άλτο) Τάκης Πατερέλης και ο πιανίστας Γιάννης Παπαδόπουλος (το γκρουπ συμπληρώνεται με τους Κωνσταντίνο Μάνο κοντραμπάσο και Βαγγέλη Κοτζάμπαση ντραμς).
Ορισμένοι από τους αναγνώστες του blog ίσως έχουν πάρει ήδη γεύση από το “Aggressive Thoughts” μέσω του CDGreek Jazz Times/ Volume I: Modern Jazz Tracks” που είχε κυκλοφορήσει με το 242 τεύχος του Jazz & Τζαζ τον περασμένο Μάιο, πιθανώς δε ορισμένοι να είδαν και την μπάντα του Γιώργου Κρομμύδα στο Γκάζι, στο 13ο Athens Technopolis Jazz Festival την 1/6/2013, παρά ταύτα ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ είναι κάτι ξεχωριστό, κάτι άλλο. Έρχομαι λοιπόν να πω πως, επί του προκειμένου, έχουμε να κάνουμε με μία πολύ μεστή τζαζ καταγραφή (περί τα 56 λεπτά η διάρκεια), περιέχουσα επτά πρωτότυπες συνθέσεις (όλες του Κρομμύδα). Με αναφορές στα παιξίματα των περισσοτέρων από τους πολύ γνωστούς jazz guitarists (δεν χρειάζεται να λέμε ονόματα) και κινούμενες σ’ ένα, γενικώς, hard-bop soulful περιβάλλον (βάζετε και το… post μπροστά, αν θέλετε), οι «Επιθετικές Σκέψεις» είναι ένα ευχάριστο CD, που θα τραβήξει την προσοχή όλων των jazz fans. Άλλοτε μέσα από groovy, νευρώδεις και «ψυχωμένες» συνθέσεις και άλλοτε κινούμενο σε πιο artistic και contemporary περιβάλλοντα, το “Aggressive Thoughts” του Γιώργου Κρομμύδα φανερώνει πλήρη γνώση των τζαζ παραμέτρων· πώς «κατασκευάζεται», εν ολίγοις, ένα άλμπουμ που να μην απεμπολεί ποτέ τη «δημιουργικότητά» του, έχοντας, ταυτοχρόνως, κι ένα άμεσο hook στον κόσμο.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

για τη Χιλή… και πέραν αυτής…

Αυτές τις ημέρες συμπληρώθηκαν 40 χρόνια (11/9/1973) από το πραξικόπημα του στρατηγού Pinochet και την πτώση της σοσιαλιστικής κυβέρνησης Allende. Οι Χιλιανοί τίμησαν με εκδηλώσεις (και διαδηλώσεις) μνήμης την επέτειο, η οποία (επέτειος) συνοδεύτηκε από επεισόδια και συλλήψεις… κατά τα γνωστά και αναμενόμενα. Αφορμής δοθείσης κατέβασα από τη δισκοθήκη δύο άλμπουμ του Victor Jara, προκειμένου να ξανακούσω κάποια κομμάτια του, που πάντα με κάνουν να ανατριχιάζω και γιατί όχι να δακρύζω –να υπενθυμίσω πως ο Jara δολοφονήθηκε από την χιλιανή χούντα την 16/9/1973–, ενώ ξεφύλλισα κι ένα από τα πιο διεισδυτικά βιβλία, που εκδόθηκαν ποτέ στη χώρα μας εν σχέσει με τα γεγονότα της εποχής, το Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Χιλή [εκδ. Καρανάση, Αθήνα 12/1975] των Πωλ Σουήζυ και Χάρρυ Μάγκντοφ. Προτείνω, επίσης, για όσους ενδιαφέρονται, και το… Χιλή, Η ταξική αναμέτρηση των εκδόσεων Βέργος [Αθήνα, 1974], για ακόμη πιο ολοκληρωμένη πληροφόρηση.
Το βασικό άλμπουμ του Victor Jara που έχω είναι η βρετανική συλλογή Manifiesto, Chile September 1973” [XTRA xtra 1143] από το 1974. [H XTRA ήταν παράλληλο label της Transatlantic, το οποίο εξέδιδε πολύ blues (Blind Willie Johnson, LightninHopkins, Son House…) και folk (Peter Bellamy, Annie Ross, Archie Fisher…)]. Το άλμπουμ αυτό δεν περιλαμβάνει απλώς τα ωραιότερα τραγούδια του Victor Jara, όπως ταTe recuerdo Amanda” (που έχουν πει και οι Joan Baez, Robert Wyatt κ.ά.), “Canto libre”, “La plegaria a un labrador” (το έχει πει και η Μαρία Φαραντούρη), “El derecho de vivir en pazκαιManifiesto”, αλλά κι ένα 4σέλιδο ένθετο με τους στίχους στην ισπανική και την αγγλική, τη μετάφραση των οποίων είχαν επιμεληθεί η Joan Jara (σύζυγος του Victor Jara) και ο άγγλος ποιητής Adrian Mitchell (1932-2008). Μάλιστα οι αγγλικοί στίχοι απαγγέλλονται στις ηχογραφήσεις από την ίδια την Joan Jara, πλην του “Estadio Chile” (το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Jara ενώ εκρατείτο στο στάδιο του Σαντιάγκο λίγο πριν φονευθεί, και το οποίο διέσωσε κάποιος σύντροφός του που γλίτωσε προφανώς την τελευταία στιγμή), τους στίχους του οποίου απαγγέλει ο Mitchell. Οι εκτελέσεις του “El derecho de vivir en paz” (με τα folk-rock ηχοχρώματα) και “Manifiesto” είναι συγκλονιστικές. Το δε “Manifiesto” είναι ένα από τα πιο φορτισμένα άσματα που χαράχτηκαν ποτέ σε δίσκο – ένα τραγούδι που αν και μοιάζει με επιτάφιο θρήνο, κλείνει εντός του μιαν απέραντη αισιοδοξία, μα και αποφασιστικότητα και αιώνια πίστη στις αξίες των σοσιαλιστικών ιδεωδών. Το κομμάτι, που δεν έχει όμοιό του στη μουσική ιστορία, το απέδωσε πριν λίγες ημέρες και ο Bruce Springsteen, που βρέθηκε στo Σαντιάγκο της Χιλής για τη θλιβερή επέτειο (υπάρχει στο YouTube)…
Η υπόθεση «Χιλή» απασχόλησε πολύ κάθε χώρα του κόσμου στη δεκαετία του ’70 (εποχή της ανάδειξης των σοσιαλδημοκρατικών ιδεών), αλλά και έκτοτε (στη δεκαετία του ’80 και πιο μετά) ως το εργαστήριο του πιο απάνθρωπου νεοφιλελευθερισμού που εφαρμόστηκε ποτέ σε λατινοαμερικανική χώρα (υπό τας ευλογίας του Pinochet και του… Milton Friedman). Στο βιβλίο των Paul Sweezy και Harry Magdoff, που αποτελείται από άρθρα όχι μόνο των ιδίων, αλλά και των κοινωνιολόγων Betty & James Petras, του οικονομολόγου Andrew Zimbalist, της συγγραφέως και πανεπιστημιακού Barbara Stallings, και ανταποκριτών ΜΜΕ, υπάρχει ένας πρόλογος, τον οποίον και αντιγράφω:
Στους μήνες και στα χρόνια που έρχονται πολλά θα γραφούν για όσα έγιναν στη Χιλή από το Νοέμβρη του 1970 έως τον Σεπτέμβρη του 1973, δηλαδή από την έναρξη της προεδρίας του υποψηφίου της Λαϊκής Ενώσεως Σαλβαδόρ Αλλιέντε, μέχρι το πραξικόπημα που τον ανέτρεψε. Η εμπειρία αυτών των χρόνων είναι και θα εξακολουθήσει να είναι τεράστιας πρακτικής και θεωρητικής σημασίας για τα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κινήματα του κόσμου και είναι βέβαιο πως θα ερευνηθεί και θα συζητηθεί με πάθος. Για τούτο το λόγο το βιβλίο αυτό δεν ισχυρίζεται ότι αποτελεί την τελευταία λέξη για οποιοδήποτε θέμα σχετικά με τα χρόνια του Αλλιέντε. Πιστεύουμε ωστόσο ότι είναι ένα ξεκίνημα για όποιον θέλει να καταλάβει το βαθύτερο περιεχόμενο εκείνης της συναρπαστικής και μαζί τραγικής περιόδου. Πέρα απ’ αυτό, όλοι ενδιαφέρονταν έντονα για τις επιπτώσεις πάνω στα επαναστατικά κινήματα άλλων χωρών του κόσμου. Το αποτέλεσμα, μίγμα γνώσης, δημοσιογραφικής δουλειάς και πολιτικής ερμηνείας μοιάζει να μπορεί να κρατήσει θαυμάσια την προσοχή του αναγνώστη και να δώσει ανάγλυφες τις τάσεις, συγκρούσεις και αντιφάσεις εκείνης της εποχής.
Όλα τα κομμάτια, εκτός ενός, δημοσιεύτηκαν αρχικά στο περιοδικό Monthly Review, στις ημερομηνίες που αναφέρονται. Η μόνη εξαίρεση, το κείμενο «Ψήφοι που έγιναν σφαίρες» των Betty και James Petras, που δημοσιεύτηκε στο Ramparts, τον Νοέμβριο του ’73.
Νέα Υόρκη, 15 Ιανουαρίου 1974 
Paul Sweezy, Harry Magdoff
Μηνιαία Επιθεώρηση / Monthly Review, Ιούνης '82, με κείμενα των Paul Sweezy, Harry Magdoff κ.ά.
Ο Paul Sweezy (1910-2004) διακεκριμένος μαρξιστής οικονομολόγος, το «εκλεκτότερο δείγμα που παρήγαγε ποτέ το Harvard», «πνευματικός ηγέτης του αμερικανικού ριζοσπαστισμού και ευγενική μορφή του διεθνούς αριστερού κινήματος» κατά τον Κώστα Βεργόπουλο (Ο Κόσμος του Επενδυτή, 28/3/2004, στο άρθρο Η παρακαταθήκη του Σουίζι), υπήρξε ιδρυτής του Monthly Review, το 1949, μαζί με τον σοσιαλιστή συγγραφέα Leo Huberman (1903-1968) –αργότερα την εκδοτική δυάδα πλαισίωσε και ο κοινωνικός σχολιαστής Harry Magdoff (1913-2006)– ένα περιοδικό, που, όπως διάβασα στην Wikipedia αποτελεί το μακροβιότερο σοσιαλιστικό έντυπο στις ΗΠΑ, αφού συνεχίζει να τυπώνεται έως και σήμερα. Εκείνο που, ίσως, δεν είναι πολύ γνωστό είναι πως το Monthly Review, ως Μηνιαία Επιθεώρηση, κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα το 1975 με την έμπρακτη στήριξη του Πα.Σο.Κ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου λογικώς γνωριζόταν με τον Sweezy από το Harvard της δεκαετίας του ’40, ενώ ήταν και συνεργάτης του Monthly Review – μάλιστα όπως διάβασα στο blog βαθύ πράσινο οι Sweezy και Magdoff ήταν καλεσμένοι του Ανδρέα στην Ελλάδα, την περίοδο πριν τις εκλογές της 17/11/1974 και πως τότε έπεσε η ιδέα για την ελληνική έκδοση του περιοδικού (αυτό θέλω λίγο να το ψάξω, αλλά τώρα δεν προλαβαίνω). Ξέφυγα όμως, γιατί από τη Χιλή και τον Victor Jara… θα φθάσουμε στη θεωρία μητρόπολης-περιφέρειας (core-periphery), που αποτέλεσε το κυριότερο ιδεολογικό υπόβαθρο του Πα.Σο.Κ. για περισσότερο από μια δεκαετία…