Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

LORD BYRON – ΝΙΚΟΣ ΣΠΑΝΙΑΣ «μου ξανάρχονται ένα-ένα χρόνια δοξασμένα»

Ποτέ δεν φανταζόμουν πως σ’ ένα βιβλίο για το underground θα συμπεριλαμβανόταν, και μάλιστα σε «δικό του» ξεχωριστό κεφάλαιο, ο άγγλος ρομαντικός ποιητής και φιλέλληνας Λόρδος Βύρων (Λονδίνο 1788 - Μεσολόγγι 1824). Το έπραξε αυτό, ως γνωστόν θα πω, ο ισπανός (μυστικιστής) συγγραφέας Luis Racionero στο βιβλίο του Filosofías del underground το 1977, το οποίον είδαμε κάποτε και στη γλώσσα μας (1980 και ’83) ως Οι Φιλοσοφίες του Underground από τις εκδόσεις Οδυσσέας. Στο βιβλίο αυτό έχω αναφερθεί ξανά στο δισκορυχείον στην ανάρτηση για τον εκδότη Γρηγόρη Μιχαλόπουλο την σχετική (και) μ’ ένα πόνημα(;) του από το 1973 που είχε τίτλο Ο ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΫΡΟΝ ήταν ΧΙΠΠΙΣ;.
Γράφει ο Racionero ανάμεσα σε άλλα: «Όταν μια ομάδα άγγλων οργάνωσε την Επιτροπή για την απελευθέρωση της Ελλάδας, ο Μπάυρον πρόσφερε την περιουσία του για το σκοπό αυτό και ήταν ο μόνος ανάμεσα στους επιφανείς ανθρώπους που μετείχε στην επιτροπή, που κατέβηκε στην Ελλάδα. Ο θάνατός του στο Μεσολόγγι το 1824, από αρρώστια, δεν ήταν ηρωικός, ωστόσο ήταν συμβολικός. Η παρουσία τού πιο διάσημου δημόσιου άντρα της εποχής στην Ελλάδα, τράβηξε την προσοχή στον ελληνικό αγώνα, μεταμορφώνοντάς τον σε ιερό αγώνα για την ελευθερία, που ίσως μπορεί να πέρναγε σαν μια ακόμη αγροτική εξέγερση στην Ευρώπη. Ο θάνατος του Μπάυρον έφερε ένα δάνειο 800 χιλιάδων χρυσών λιρών που πήραν από το Λονδίνο οι έλληνες πατριώτες και ανακάτεψε την αγγλική κυβέρνηση στον ελληνικό αγώνα. Το γεγονός πως ο Μπάυρον άφησε εθελοντικά τις ηδονές του ταξιδιού του στην Ιταλία για να ριχτεί στην ελληνική του περιπέτεια, είναι ακόμα ένα δείγμα της πολυπλοκότητας και της ανωτερότητας του χαρακτήρα του. Ο λόγος είναι απλούστατος όπως κι η εξήγηση που δίνουν και τώρα οι ψαράδες του Μεσολογγιού όταν τους ρωτάς για τον Μπάυρον: “Ήταν ένας τολμηρός άντρας που ήρθε να πεθάνει για την Ελλάδα, επειδή αγαπούσε την ελευθερία”»
Εντάσσοντας τον Λόρδο Βύρωνα σε μία ευρύτερη ομάδα δημιουργών που έδρασαν τον 19ον αιώνα, και που ευλόγησαν, κατά μίαν έννοια, το αποκλεισμένο, ο Racionero αντιμετωπίζει τον άγγλο ποιητή κάπως σαν πρόδρομο του χιπισμού, ως βασικό φορέα, δηλαδή, μιας άλλης κοινωνικής πρακτικής που να συνδέεται περισσότερο με το συναίσθημα και λιγότερο με την λογική. Αν και προσωπικώς δεν μου αρέσουν αυτού του τύπου οι ακροβασίες –δεν βρίσκω πολύ ενδιαφέρον, δηλαδή, στο να ψάχνω τις ρίζες κινημάτων των sixties ή του σήμερα διακόσια ή τριακόσια χρόνια πριν– δεν γίνεται να μην σημειώσουμε πως στην περίπτωση τού Βύρωνα ήταν απολύτως διακριτή μία ευθεία επικοινωνία της ποίησής του με την πολυκύμαντη ζωή του. Κάτι που φέρνει, σήμερα, το έργο του… θέσεις μπροστά, υπερκεράζοντας, ως ποιητική προσωπικότητα ο ίδιος, άλλους δημιουργούς της εποχής του.
Απ’ όσα ποιήματα του Λόρδου Βύρωνα έχω διαβάσει εκείνο που μ’ έχει εντυπωσιάσει περισσότερο είναι το On this day I complete my thirty-sixth year, το οποίον έχει μεταφράσει κάπως ελεύθερα, αλλά με περισσό ταλέντο (διατηρώντας φυσικά την λειτουργία της ρίμας), ένας «καταραμένος» των ελληνικών γραμμάτων, ο Νίκος Σπάνιας (1924-1990). Το Σήμερα συμπληρώνω τα τριάντα-έξη μου χρόνια λογικώς δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Δελφικά Τετράδια (#7-8, 1966), που διηύθυνε ο (ποιητής) Φοίβος Δέλφης και στο οποίον ο Σπάνιας είχε συμμετάσχει με μεταφράσεις ποιημάτων του Shakespeare, του Hölderlin κ.ά. Λίγα χρόνια αργότερα το ποίημα συμπεριλήφθηκε (κάπως διαφοροποιημένο – δηλαδή ακόμη πιο επεξεργασμένο) στο βιβλίο του Νίκου Σπάνια Μεταφράσεις 1941-1971 [Athens Printing Company, Νέα Υόρκη 1972] και από ’κει θα το αντιγράψω. Μάλιστα, στον πρόλογο, ο Σπάνιας διατυπώνει ορισμένες σκέψεις, που έχουν ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά στον τρόπο που αντιλαμβανόταν ο ίδιος την διαδικασία της μετάφρασης. Διαβάζω: «Ο εμπνευσμένος μεταφραστής, όποιος νοιώθει τις λέξεις του άλλου να τον χτυπούν στο πρόσωπο, παραμερίζει τολμηρά κι’ αδιάφορα την πιστή και κατά λέξη απόδοση για χάρη του ευτυχισμένου αποτελέσματος». Και πιο κάτω: «Σημείωσα πάρα πάνω πως δεν έχω καμμιάν απλή θεωρία, κάτι σαν ορισμό για τη μετάφραση. Μα να μη νομιστεί πως στερούμαι τρόπου και επιμέλειας, μιας μεθόδου τέλος γιατί, βέβαια, κανείς δεν μεταφράζει τυχαία και μοιραία. Η μέθοδος αυτή είναι μια αποστήθιση του κειμένου (μ’ αρέσει να κουβαλώ τις λέξεις του όπου κι αν βρίσκομαι) αφ’ ενός, και αυτό που θ’ αποκαλέσω αισθητικήν εποπτείαν αφ’ ετέρου. Και επειδή μόνο με αντιπαραθέσεις μπορώ να κάνω συγκεκριμένη την εποπτεία αυτή που πηγάζει από σύγκριση, παραθέτω το μεταφρασμένο κείμενο ενός άλλου».
Το να συμβουλεύεται ένας μεταφραστής προηγούμενες μεταφράσεις είναι κάτι που το βρίσκω απολύτως σωστό. Μόνον έτσι μπορεί να προσεγγιστεί ακόμη περισσότερο η «πρώτη» ουσία ενός ποιήματος. Δεν ξέρω αν υπήρχε προγενέστερη μετάφραση τού On this day I complete my thirty-sixth year, εκείνο που ξέρω (συμβουλευόμενος και το πρωτότυπο) είναι πως η πρόταση του Σπάνια είναι εντυπωσιακή – και το γεγονός πως διαφοροποιείται σε πολλά σημεία από την προηγούμενή του στα Δελφικά Τετράδια δείχνει πως το θέμα της «τελειότητας» τον απασχολούσε μονίμως και διακαώς.
ΣΗΜΕΡΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΩ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑ-ΕΞΗ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ… 
(Μεσολόγγι, 22 Ιανουαρίου 1824) 

Αδιάφορη τούτη η καρδιά θα μένει
γιατί καρδιά καμμιά δεν συγκινεί:
κι’ όμως απαρνημένη και θλιμμένη
ματώνει στη στιγμή.

Οι μέρες μου χλωμά κίτρινα φύλλα
τ’ άνθη και της αγάπης οι καρποί
είναι σκουλήκια βούρκος και σαπίλα
και κούφιοι οι παλμοί.

Οι σπίθες που μου φεύγουν απ’ τα σπλάχνα
καθώς ηφαίστεια νησιού νεκρά
φλόγες δεν βγάνουνε παρά μιαν άχνα
σα νεκρικά πυρά.

Τον κλήρο του έρωτα που συνταράζει
ελπίδες και πόθους δεν έχω εγώ
μηδέ σκοπό πάρεξ ένα μαράζι
ένα βαρύ ζυγό.

Και να μην πω: «ούτε έτσι – μήτε τώρα…»
στα εξιλαστήρια πάθη της ζωής
ηρώων στεφάνια πλέκονται οληνώρα
θανάτου και τιμής.

Βόλια και λάβαρα! Αχός, Ελλάδα
φως μου, πώς με καλείς. Πολεμιστές
και πάλι στης ασπίδας την απλάδα
πεθαίνουν νικητές.

Ω ξύπνα! Ελλάδα μου όχι συ, ξύπνα
και βύζαξε τις ρίζες πνεύμα μου
δυνάμωσε μες των Γραικών τα δείπνα
με ένα νεύμα μου.

Πείνες της σάρκας, ηδονές και πάθος
τα βδελυρά και τερατόμορφα
Όχι! Κύττα την ομορφιά σαν λάθος
σε πρόσωπα όμορφα.

Αν κλαις τη νειότη σου, τότε μη ζήσεις!
Χρέος και θάνατος σωστός εδώ
με σφαίρες τη ζωή σου να σφαλίσεις
στο χώμα αυτό.

Γύρνα με περιέργεια το κεφάλι
μέτρα καλά, να ’ναι φαρδύς-πλατύς
ο τάφος σου, κι’ ύστερα από την ζάλη
πέσε ν’ αναπαυτείς.

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

δύο CD με ελληνικά τραγούδια

Μετά από καιρό στο δισκορυχείον δύο άλμπουμ με τραγούδια στην γλώσσα μας, από μιαν εταιρεία (τον Μετρονόμο) που επιμένει… ελληνο-ελληνικά.
ΕΛΙΣΣΑΒΕΤ ΚΑΡΑΤΖΟΛΗ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ: Κλείσε τα Σκούρα [Μετρονόμος, 2014]
Να πω από την αρχή πως πρόκειται για ένα CD, που έχει σίγουρα ενδιαφέρον. «Κλείσε τα Σκούρα» είναι ο τίτλος του και περιλαμβάνει τραγούδια σε μουσικές Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη (υπάρχει κι ένα, που ανήκει στην Ελισσάβετ Καρατζόλη), στηριγμένα σε στίχους διαφόρων (Μάνος Ελευθερίου, Χρήστος Α. Μιχαήλ, Σπύρος Αραβανής, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ). Τα τραγούδια αποδίδονται, με ψυχή, από την Ελισσάβετ Καρατζόλη. Ο δε Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης είναι ένας συνθέτης από τους πιο ελπιδοφόρους του νεότερου τραγουδιού μας, κάτι που είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω, για πρώτη φορά, με αφορμή ένα παλαιότερο άλμπουμ του που είχε τίτλο «Όμορφοι & Ηττημένοι» [Μικρός Ήρως, 2010].
Ο Εμμανουηλίδης συνθέτει πατώντας στέρεα σε δύο βάσεις, στο λεγόμενο «έντεχνο» τραγούδι και στο rock. Συνδυάζει δηλαδή στις συνθέσεις του το ήρεμο πνεύμα της ελληνόφωνης μπαλάντας ενός Μάλαμα π.χ., με την... εκτροχιασμένη αφήγηση ενός Tom Waits, ή ενός Nick Cave. Βεβαίως, για να το γράψω αυτό, ακούω τα συγκεκριμένα τραγούδια του έτσι όπως τα έχει ηχογραφήσει και επεξεργαστεί ο Ottomo (ο οποίος επιμελήθηκε και την ενορχήστρωσή τους μαζί με τον Εμμανουηλίδη). Υπάρχει δηλαδή μία στουντιακή διαχείριση που είναι πολύ σημαντική για την ολοκλήρωση του CD και στην οποίαν συμβάλλουν οι session μουσικοί, με τους Otommo και Εμμανουηλίδη να αναλαμβάνουν σχεδόν όλα τα έγχορδα και τα keyboards (ακουστικές & ηλεκτρικές κιθάρες, τζουράς, μπάσο, πλήκτρα) – ηχογραφούνται ακόμη ντραμς, κοντραμπάσο, πιάνο, κλαρινέτο και ομάδα φωνητικών. Οι κατά βάσιν ερωτικοί στίχοι του Μάνου Ελευθερίου, που ακούγονται στ’ αυτιά μου κάπως τυπικοί ενώ τους διαβάζω, ανακυκλώνοντας δηλαδή παλαιότερα μοτίβο του ποιητή, όταν αποδίδονται από την Καρατζόλη (όταν γίνονται τραγούδια δηλαδή από τον Εμμανουηλίδη ) απελευθερώνουν άλλα vibes, γίνονται πιο «σκοτεινοί», πιο εσωστρεφείς δίχως στην πραγματικότητα να είναι. Επηρεασμένοι από την στιχουργική του Ελευθερίου οι πολύ νεότεροί του Μιχαήλ και Αραβανής αποδεικνύονται, περιέργως πως, πιο λιτοί και πιο «κεντραρισμένοι» στην περιγραφή του ερωτικού ανέφικτου. Για το οποίον «ανέφικτο» (ιδωμένο, τώρα, μέσα από μία συνολικότερη υπαρξιακή διάσταση) έρχεται να «μιλήσει» με τον δικό της τρόπο η σεβαστή ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στο έσχατο «Η ευλογία της έλλειψης», που είναι μια σύνθεση της Καρατζόλη.
Η Ελισσάβετ Καρατζόλη, λοιπόν, είναι η τραγουδίστρια που μπορεί να δώσει «χρώμα» όχι μόνο στους στίχους των ποιητών, μα και στις μουσικές του Εμμανουηλίδη. Είναι η τραγουδίστρια, με άλλα λόγια, που μπορεί να κινηθεί μεταξύ διαφορετικών απαιτήσεων, εμφανίζοντας γκάμα ερμηνευτική και τονίζοντας επί μέρους μουσικά ζητήματα. Κι αυτό βοηθά, περαιτέρω, στο να έχει το «Κλείσε τα Σκούρα» έναν ηχητικό-φωνητικό ρυθμό, που σπανίζει πλέον στην ελληνική δισκογραφία (κυρίως λόγω της πολυδιάσπασης που, συνήθως, επιφέρουν οι πάσης φύσεως «συμμετοχές»).
ΘΩΜΑΣ ΙΩΣΗΦ ΒΕΝΑΚΗΣ: Ρουμπίνι και ζαφείρι μου/ Μικρασιάτικα τραγούδια [Μετρονόμος, 2014]
Διδάκτωρ χημικός, ο Κρητικός Θωμάς Ιωσήφ Βενάκης είναι ένας τραγουδιστής της παράδοσης. Ένας εξαιρετικός (τενόρος) τραγουδιστής της παράδοσης, ο οποίος αφού μαθήτευσε δίπλα στο ζεύγος Σίμωνος και Αγγελικής Καρά (υπήρξε μέλος της Χορωδίας του Δημοτικού Τραγουδιού του Σίμωνος Καρά), έρχεται πολλά χρόνια μετά, δηλαδή σήμερα, να δώσει την δική του, την προσωπική άποψή του για ένα σώμα τραγουδιών που αν και, γενικώς, επιγράφονται ως «μικρασιάτικα» στην πραγματικότητα αφορούν (και) στα Δωδεκάνησα, στο βορειοανατολικό Αιγαίο, στον Πόντο και την Προποντίδα. Η ερμηνευτική προσέγγιση του Βενάκη περικλείει, βασικά, γνώση και ήθος. Δύο στοιχεία δηλαδή που πάνε μαζί, συμπληρώνοντας το ένα το άλλο. Η ενασχόλησή του δε, από χρόνια, με το αντικείμενο τού επιτρέπει να είναι όσο «προσωπικός» χρειάζεται, προκειμένου αυτά τα θαυμάσια τραγούδια που επιλέγει να ερμηνεύσει να διατηρούν, πάντα, το μεγαλείο τους. Γιατί, αυτό είναι το σημαντικότερο που μπορώ να γράψω για το «Ρουμπίνι και ζαφείρι μου»… το γεγονός, δηλαδή, πως ακούμε τα «Στα ψηλά τα παραθύρια», «Από τα γλυκά σου μάτια», «Στο είπα και στο ξαναλέω» και όλα τα υπόλοιπα αποκαθαρμένα από τις τραγουδιστικές τσιριμόνιες κάποιων «όνομα και μη χωριό», που τραγουδάνε ό,τι να ’ναι ρίχνοντας στα προγράμματά τους κι ένα-δυο παραδοσιακά (επειδή με αυτά μεγάλωσαν…).
Δεν έχω να πω περισσότερα γι’ αυτό το θαυμάσιο CD (όλες οι πληροφορίες εξάλλου υπάρχουν στο 56σέλιδο booklet), που ακούγεται με τον πιο φυσικό και αναπάντεχο τρόπο. Να μνημονεύσω μόνον τα ονόματα των μουσικών που συνοδεύουν τον Θωμά Ιωσήφ Βενάκη σε τούτο το μοναχικό ταξίδι του στο παρελθόν του τραγουδιού μας. Μανώλης Καρπάθιος κανονάκι, Στρατής Ψαραδέλης πολίτικη λύρα, Περικλής Παπαπετρόπουλος πολίτικο λαούτο και Γιώργης Τζανέτος κρουστά.
Επαφή: www.metronomos.gr

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

βελγικά

Το Life Is…” (2014) δεν είναι το πρώτο ολοκληρωμένο CD της βελγίδας τραγουδοποιού Susan Clynes (η ίδια ηχογραφεί από το 2005), είναι όμως το πρώτο διεθνές της (τυπωμένο για την νεοϋορκέζικη MoonJune), πράγμα που σημαίνει πως περισσότεροι μουσικόφιλοι θα έχουν την ευκαιρία να την ανακαλύψουν στην πορεία, εκτιμώντας την μουσική ιδιαιτερότητά της. Η Clynes, που συνδέεται μ’ ένα από τα πιο σημαντικά σύγχρονα prog γκρουπ της πατρίδα της, τους Wrong Object (συμμετέχει στο πρόσφατο “After the Exhibition”, που βγήκε κι αυτό στην MoonJune), είναι, επίσης, σύζυγος του κιμπορντίστα των Univers Zero Antoine Guenet. Ο Guenet, μάλιστα, ήταν εκείνος που την έφερε κοντά στην αμερικανική εταιρεία, από τη στιγμή που ο ίδιος είχε, ήδη, ηχογραφήσει εκεί με τους SH.TG.N, ενώ συμμετέχει (και αυτός) στο “After the Exhibition”. Υπάρχει λοιπόν μία παρέα και οι περί αυτήν «άκρες» , που συνδέονται με γεγονότα και καταστάσεις του νέου progressive. Βεβαίως, η περίπτωση της Clynes δεν είναι τόσο «καθαρή» (δεν αφορά δηλαδή σ’ ένα παλιομοδίτικο prog rock – που, ok, μπορεί να έχει και σήμερα λόγον ύπαρξης), αλλά σε μιαν αβαντ-γκαρντίστικη μορφή του, που μπορεί να εκκινεί από τα τύπου R.I.O. ηχοχρώματα και την ροκάδικη chamber music των Univers Zero, καταλήγοντας στην Anne Clarke και την Kristin Hersh. Μάλιστα, αυτή ακριβώς η συνθετική ποικιλία της Susan Clynes (που τραγουδά και παίζει πιάνο σε όλα τα κομμάτια) είναι διακριτή στο “Life Is…” επειδή το συγκεκριμένο CD περιέχει «ζωντανές» ηχογραφήσεις της από διάφορα σημεία και ημερομηνίες (στο μπαρ Archiduc των Βρυξελλών, στην Βιβλιοθήκη του Πολιτιστικού Κέντρου της βελγικής πόλεως Bree και ξανά στο Archiduc). Έτσι, έχουμε τέσσερα tracks μόνο με φωνή και πιάνο, δύο tracks με μπάσο-ντραμς (Pierre Motet, Nico Chkifi αντιστοίχως) και πιάνο, όπως και πέντε tracks μόνο με τσέλο (Simon Lenski) και πιάνο. Πέραν, λοιπόν της ποικιλίας των settings, άρα και των καταγεγραμμένων συνθέσεων, εκείνο που πρέπει να ειπωθεί είναι πως το “Life Is…” είναι ένα άλμπουμ που δονείται από την δημιουργική δύναμη μιας τραγουδοποιού που γνωρίζει άψογα να χειρίζεται την κεντρο-ευρωπαϊκή «σκοτεινιά», όπως και την ρομαντική στιχουργική θλίψη, επενδύοντας με ποικίλα ηχοχρώματα «μεταιχμίου» (ούτε rock, ούτε jazz, ούτε ηλεκτρονικά, ούτε classic…), επιτυγχάνοντας την ποθούμενη σύγκλιση. Την σύγκλιση, εννοώ, του «σημαντικού» με το «ωραίο».
Επαφή: www.susanclynes.be
Το Βέλγιο έχει ισχυρή, σύγχρονη prog σκηνή συνεχίζοντας, απλώς, μία παράδοση δεκαετιών. Αν λοιπόν η Susan Clynes βρίσκεται στις παρυφές αυτής της σκηνής, οι Machine Mass είναι η καρδιά της (ή έστω εκ των…). Έχοντας ξαναγράψει για το σχήμα, όταν ως Machine Mass Trio (Michel Delville, Tony Bianco, Jordi Grognard) είχαν δώσει το “As Real as Thinking” το 2011, πάντα για την MoonJune, επανέρχομαι τώρα με το πιο καινούριο CD τους, το INTI (2014), στο οποίον οι δύο πλέον Machine Mass (Michel Delville κιθάρες, σύνθια, ηλεκτρονικά, Tony Bianco ντραμς, λούπες, κρουστά) συνεργάζονται με μια μεγάλη μορφή του σαξοφωνικού αυτοσχεδιασμού, τον… μίστερ-μάστερ Dave Liebman (σοπράνο, τενόρο, ξύλινο φλάουτο). Το αποτέλεσμα είναι ένα ωριαίο έργο, ηχογραφημένο τον Οκτώβριο του 2012 σ’ ένα στούντιο κάπου στην Pennsylvania, αποτελούμενο από εννέα μέσης και κάπως μεγαλύτερης διάρκειας tracks, τα οποία βρίθουν όχι μόνον εμπνευσμένων συνθετικών στιγμών, αλλά και… εξωφρενικών παιξιμάτων. Με μία μόλις διασκευή στο κλασικό “In a silent way” του Joe Zawinul, το οποίο μετατρέπεται σ’ ένα χάρμα ώτων… raga-rock/exotica track, και με οκτώ πρωτότυπα κομμάτια ενδιαμέσως, το “INTI” δεν μπορεί παρά να είναι ένα ακόμη άψογο prog/fusion CD, από εκείνα που συχνά μας φιλοδωρεί η βελγική σκηνή. Το όλον κλίμα θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω χονδρικώς… Canterbury. Υπάρχουν κομμάτια όπως το “Lloyd” φερ’ ειπείν που μοιάζουν λες και ξεπήδησαν από κάποιο άλμπουμ των μέσων Softs ή του Hugh Hopper (το τενόρο του Liebman αρχικώς «μπροστά», για ν’ ακολουθήσουν ένα πύρινο και ενίοτε… παραμορφωμένο σόλο στην κιθάρα, όπως κι ένα τρίτο στο σοπράνο, με τα ντραμς να συνοδεύουν σε γρήγορο τέμπο και την κιθάρα, όταν δεν σολάρει, να… επιτείνει με τζιριτζίρια). Άλλα tracks, πάλι, όπως το “The secret place” είναι πιο… πνευματικά, με αδιάκοπτο ήπιο κιμπορντικό background και την φωνή μπροστά (πρόκειται για το μοναδικό τραγούδι του άλμπουμ, που αποδίδει η Saba Tewelde), ενώ άλλα όπως το 13λεπτο “Elisabeth” μοιάζουν συχνά μ’ έναν συνδυασμό early 70s Miles Davis, Return to Forever και άλλων τινών (έξοχο το ντραμιστικό σόλο στην αρχή, πριν αναλάβει η κιθάρα σ’ ένα ψυχεδελικό στυλ à la Kawabata Makoto, με το σοπράνο να «πετάει» πάνω από ένα ελαφρώς θορυβώδες υπόστρωμα που τέμνεται συνεχώς από τα κιθαριστικά breaks).
Το “INTI” είναι ένα πολύ «πυκνό» και στιβαρό CD, που δεν γνωρίζει όρια στον ενδιάμεσο χώρο που καθορίζουν η jazz και το rock.
Επαφή: www.moonjune.com

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

οι… ΠΑΝΚ ΜΠΑΝΤΕΣ ΤΟΥ ’80 ΣΤΟ «ΕΘΝΟΣ» ή αλλιώς… βαράτε βιολιτζήδες

Φίλος μού σφύριξε, χθες, στο Gagarin 205 (στη συναυλία των Stress, των ANFO και των Cartoons), τις «κοτρώνες» που γράφτηκαν από κάποια κυρία Νατάσα Παπανικολάου στο Έθνος τής 19/3, με αφορμή την υπό κατασκευή ταινία Εδώ Δεν Υπάρχει Άσυλο που σχετίζεται με τα ελληνικά μουσικά eighties. Το κείμενο της Παπανικολάου έχει τίτλο Φλας μπακ στις πανκ μπάντες του ’80… και από ’κει ακόμη αντιλαμβάνεσαι (από τον τίτλο εννοώ) πως κάτι δεν πάει καλά με την συντάκτρια, αφού –και με βάση όσα έχουν διαρρεύσει δηλαδή– η ταινία δεν ασχολείται αποκλειστικώς με το punk. Αν η Παπανικολάου δεν μπερδεύτηκε με το… Μέχρι να γίνεις ο βασιλιάς των ηλιθίων, τότε κάτι άλλο, σοβαρότερο, πρέπει να συμβαίνει.
Οι τρεις πρώτες παράγραφοι τού εν λόγω κειμένου είναι ένα ύπατο δείγμα δημοσιογραφικής προχειρότητας… και εν τέλει ανευθυνότητας. Από ’κει θ’ αρχίσω κι εκεί θα τελειώσω… Τις αντιγράφω και στη συνέχεια θα τις σχολιάσω: 
«Μεταφερόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Η Μελίνα Μερκούρη φωτογραφίζεται με τη Νίνα Χάγκεν στα παρασκήνια του πρώτου ροκ φεστιβάλ της Αθήνας, του θρυλικού ‘Rock in Athens’ στο Καλλιμάρμαρο, όπου για πρώτη φορά στη χώρα μας εμφανίζονται στην ίδια σκηνή οι Clash, οι Depeche Mode, οι Cure και οι Stranglers. Από τη δημόσια τηλεόραση και το ‘Μουσικόραμα’ φτάνουν στο ευρύ κοινό, οι πρώτοι new wave, πανκ και ποστ πανκ ήχοι, ενώ η κασέτα είναι το μοναδικό μέσο διάδοσης της μουσικής. Την ίδια εποχή γεννιέται στην Ελλάδα μια ανεξάρτητη μουσική σκηνή η οποία καταφέρνει να βρεθεί σε πλήρη συγχρονισμό με τις αντίστοιχες σκηνές του Βερολίνου, της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου. Εκφραστές της οι Anti Troppau Council, οι Metro Decay οι Magic De Spell, οι Villa 21, οι ΑΝΤΙ, τα Αρνάκια, οι Last Drive, οι Panx Romana και άλλες μπάντες που έδωσαν τη δική τους μάχη απέναντι στο ‘σκυλάδικο’ και μπήκαν στο περιθώριο γνωρίζοντας την πολεμική του συστήματος».
Τώρα, από πότε ο Ιούλιος του 1985 αποκαλείται «αρχές της δεκαετίας του ’80» αυτό είναι ένα μυστήριο. Όπως είναι γνωστόν το Rock in Athens ’85 διεξήχθη στο Παναθηναϊκό Στάδιο το διήμερο 26-27 Ιουλίου 1985 – ακριβώς στα μέσα, δηλαδή, της δεκαετίας του ’80 και όχι «στις αρχές». Αν, λοιπόν, δεν μπορέσουμε να συμφωνήσουμε ούτε σε τούτο, τότε είναι μάλλον αδύνατον να συμφωνήσουμε σε όλα τα υπόλοιπα και... μάλλον σοβαρότερα.
Όταν η Παπανικολάου γράφει πως «από τη δημόσια τηλεόραση και το ‘Μουσικόραμα’ φτάνουν στο ευρύ κοινό, οι πρώτοι new wave, πανκ και ποστ πανκ ήχοι» το πιο πιθανόν είναι κάποιος να την πήρε στο λαιμό του. Δεν περίμενε κανένα Μουσικόραμα ο κόσμος, για ν’ ακούσει… πανκ και μεταπάνκ, αφού το βασικό μενού της εκπομπής ήταν τα tops. Ο Γκούτης αν δεν σε έπρηζε με George Michael και Duran Duran σε έπρηζε, σίγουρα, με Peter Gabriel, που ενίοτε ήταν πιο βαρετός (παρότι είχε ωραία βιντεοκλίπ). Θέλω να πω πως πολλοί από εμάς που μπορεί να ρίχναμε καμμιά ματιά στο Μουσικόραμα το κάναμε πιο πολύ εξαιτίας των βίντεο· καθότι δεν υπήρχε περίπτωση να έβλεπες αλλού τα οπτικά ποιήματα του David Byrne ή των Startled Insects.
Όταν πανκ δίσκοι κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα από το 1977, όταν υπήρχαν ραδιοφωνικές εκπομπές όπως του Αργύρη Ζήλου (Χωρίς Περιστροφές) ή ακόμη και του Γιάννη Πετρίδη (που μπορούσες ν’ ακούσεις όλο το πανκ και μεταπάνκ της Virgin…) και όταν όλα τα μουσικά περιοδικά γράφανε και ξαναγράφανε για το πανκ ήδη από το ’77, κανείς δεν περίμενε να πάρει γραμμή βλέποντας το Μουσικόραμα.
Όσον αφορά εκείνο το… «η κασέτα είναι το μοναδικό μέσο διάδοσης της μουσικής» δεν χρειάζεται να πω πως είναι πολύ χοντρή μπαρούφα. Πώς μπορεί η κασέτα να είναι «μοναδική», όταν υπήρχε ο δίσκος βινυλίου (33 και 45 στροφών) και βεβαίως το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση; Αλλά και οι συναυλίες ή και τα έντυπα, δεν αποτελούν και αυτά μέσα διάδοσης της μουσικής ή της μουσικής πληροφορίας; Καθότι και η μουσική πληροφορία διαδίδει (εμμέσως) τη μουσική. Μαθαίνεις για κάτι, και εν συνεχεία το αναζητάς για να το ακούσεις. Αυτά είναι προφανή πράγματα και απορώ δηλαδή πως καθόμαστε και τα συζητάμε.
Όταν η Παπανικολάου γράφει πως «την ίδια εποχή γεννιέται στην Ελλάδα μια ανεξάρτητη μουσική σκηνή η οποία καταφέρνει να βρεθεί σε πλήρη συγχρονισμό με τις αντίστοιχες σκηνές του Βερολίνου, της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου» είναι ξανά εκτός τόπου και χρόνου. Κατ’ αρχάς να διευκρινίσω πως η λέξη «ανεξάρτητη», όσον αφορά στην γέννηση μιας σκηνής είναι πλεονασμός. Όλες οι σκηνές όταν ξεκινούν να διαμορφώνονται είναι ανεξάρτητες. Κάποιες, δε, διατηρούν την ανεξαρτησία τους και όταν μπαίνουν στην δισκογραφία, ενώ κάποιες άλλες όχι. Ο όρος «ανεξαρτησία» δεν είναι απλός, και ούτε καθαρίζεις εύκολα μαζί του. Έχουν υπάρξει ανεξάρτητες εταιρείες με ποικίλα στεγανά (τα λένε τα γκρουπ αυτά), που μπροστά τους τινές πολυεθνικές αποδεικνύονται πολλάκις… ανεξάρτητες μεμονωμένες (όπως λέγαμε παλαιά για κάποιους υποψηφίους σε εκλογές). Βασικά είναι θέμα ανθρώπων (που δουλεύουν σε ανεξάρτητα ή… εξαρτημένα μέσα). Εξάλλου και στην ελληνική δισκογραφία της εποχής αν ανατρέξει κανείς θα διαπιστώσει πως ουκ ολίγα «νέα» ονόματα υποστηρίχθηκαν από πολυεθνικές. Δεν ξέρω αν κάποιοι μιλούν με υποτιμητικό τρόπο για τον Γιάννη Μπελτέκα, τους Sharp Ties, τους Scraptown, τους Psycho ή την Λευκή Συμφωνία επειδή ηχογραφούσαν στην ΕΜΙ, την CBS ή την WEA, αλλά αν το κάνουν τότε είναι κόπανοι. Και επιτέλους ας σταματήσει αυτή η σαχλαμάρα με την ελληνική σκηνή που καταφέρνει να βρεθεί σε πλήρη συγχρονισμό με ό,τι συνέβαινε έξω. Όπως έγραψα και προσφάτως (9/1/2014) μεταξύ άλλων:
«Ένα πράγμα δεν καταλαβαίνω (ένα ανάμεσα στα πολλά). Βγαίνουν κάποιοι και λένε πως για πρώτη φορά στα χρόνια του ’80 ό,τι συνέβαινε ‘έξω’ συνέβαινε κι εδώ. Αυτό είναι εντελώς λάθος. Στα μέσα του ’60 ο ήχος των Beatles, των Stones και των Kinks αναπαραγόταν την ίδιαν εποχή και στην Ελλάδα από τα ελληνικά συγκροτήματα. (Να μην αναφέρω, τώρα, δεκάδες παραδείγματα). Ορισμένοι θέλουν να εμφανίσουν την δεκαετία του ’60 ως… λίθινη εποχή, ξεχνώντας πως στην Ελλάδα κυκλοφορούσαν ‘τα πάντα’ στις 45 στροφές (και κάποια LP) και πως τα συγκροτήματα επηρεάζονταν από τους Animals και τους Troggs, μαθαίνοντας να παίζουν rock και garage-punk εν τη γενέσει τους. Απεναντίας, έπρεπε να περάσουν 3-4 χρόνια από την εποχή που κυκλοφόρησαν σε ελληνικά βινύλια οι Sex Pistols και οι Damned (1977), για να πάρουν γραμμή κάποιοι πως υπήρχε και το πανκ. Κι ας έκαναν τα περιοδικά αφιερώματα στο πανκ (Μουσική, τεύχος 5, 4/1978), κι ας μετέδιδε “God save the Queen” ο Πετρίδης στο ραδιόφωνο. Εγώ θέλω να ρωτήσω. Γιατί δε σκάσανε punk συγκροτήματα στην Ελλάδα το 1977; Ή έστω το 1978, όταν είχε βγει και το “Rocket to Russia” των Ramones; Δεν υπήρχαν 18χρονοι το 1978, που γρατζούναγαν κιθάρες και χτυπούσαν ντραμς; Δεν υπήρχε ο 815 στα Πανεπιστήμια; Δεν υπήρχαν οι αύρες και τα MAT της Δεξιάς, που πλακώνανε τον κόσμο; Δεν υπήρχαν καταλήψεις; Δεν υπήρχε το Χημείο; Που ήταν οι πάνκηδες τότε; Και ποια κοινωνική αναγκαιότητα, τέλος πάντων, έφερε το πανκ στην Ελλάδα το 1980-81; Γιατί δεν γράφτηκε πανκ (με ελληνικό στίχο) το 1978 (όταν οι συνθήκες ήταν ακμαιότατες) και γράφτηκε το 1983-84; Αν αυτό δεν είναι καθυστέρηση… ετών φωτός, τότε τι είναι;».
Αλλά αυτά είναι... ψιλά γράμματα, δεν είναι ερωτήματα που απασχολούν την Παπανικολάου. Ούτε φυσικά όλα τα γκρουπ που αναφέρονται στο κείμενό της (Anti Troppau Council, Metro Decay, Magic de Spell, Villa 21, ΑΝΤΙ, Αρνάκια, Last Drive, Panx Romana) σχετίζονταν μεταξύ τους. Τι δουλειά είχαν οι Last Drive που έπαιζαν γκαράζ και γκαραζοψυχεδέλεια με τους Panx Romana που έπαιζαν ελληνόφωνο πανκ ή με το new wave των Metro Decay;
Έχω την… βεβαιότητα πως υπάρχει σφοδρή τάση μυθοποίησης των eighties και πως ορισμένοι προσπαθούν να απαλείψουν τινές διαχωριστικές γραμμές (οι οποίες μπορεί να μην ήταν σοβαρές, αλλά υπήρχαν, ήταν έντονες και λειτουργούσαν).
Ας πούμε κανείς από ’κείνους που γνωρίζουν πώς λειτουργούσαν τα πράγματα της εποχής δεν θα έβαζε στο ίδιο τσουβάλι ελληνόφωνα (Metro Decay, Panx Romana) και αγγλόφωνα συγκροτήματα (Anti Troppau Council). Προσέξτε τι έλεγαν οι τελευταίοι (οι Anti Troppau Council) στο περιοδικό Μουσική λίγο μετά τα μέσα των 80s (το 1986 ας πούμε, όχι το 1981…):
«Πρώτα απ’ όλα δεν συμφωνούμε με τον όρο ‘αγγλόφωνο ροκ γκρουπ’, γιατί πιστεύουμε ότι ένα τραγούδι μπορείς να το πεις ροκ όταν έχει αγγλικούς στίχους. Από ’κει και πέρα μπορεί κάποιος να τραγουδάει στα ελληνικά ή στα γερμανικά χρησιμοποιώντας ροκ στοιχεία στη μουσική του ή και ροκ ιδεολογία στους στίχους του. Για αισθητικούς όμως λόγους δεν μπορούμε να το πούμε ροκ, δεν ακούγεται ‘ροκ’».
Έφερα στο φως αυτό το απόσπασμα για να δουν ορισμένοι, που δεν τα έζησαν τα πράγματα (ή για να… φρεσκάρουν τη μνήμη τους οι παλαιότεροι), πως υπήρχαν χοντρά στεγανά στα eighties μεταξύ των συγκροτημάτων, ενώ ακούγονταν απίστευτες υπερβολές, για να μην μιλήσω για… χοντρές χοντράδες και φανώ (χωρίς να είμαι) υπερβολικός. Μάλιστα, αυτά δεν τα έλεγαν μόνον τα συγκροτήματα, αλλά περνούσαν και στον κόσμο. Απ’ όσο, δε, μπορώ να θυμηθώ κανένας από τους φίλους μου που άκουγε Last Drive δεν άκουγε και Panx Romana, και όσοι ακούγανε Αρνάκια (στα live εννοώ) δεν γουστάρανε με τίποτα το “Cpt Blind” των Magic de Spell (που ήταν αγγλόφωνο και electro).
Υπήρχαν γούστα δηλαδή και διαφορετικές αισθητικές πεποιθήσεις – δεν ήταν όλα «ένα». Πάντως οι χοντράδες ακούγονταν, συνήθως, από ’κείνους που τραγουδούσαν στην αγγλική, καθότι οι ελληνόφωνοι έμοιαζαν και ήταν (όταν ήταν) πιο συνειδητοποιημένοι. Να τι έλεγαν στο ίδιο τεύχος της Μουσικής οι Λευκή Συμφωνία (ένα από τα σημαντικότερα ελληνόφωνα γκρουπ της δεκαετίας, που ηχογραφούσε για την EMI/ Columbia):
«Επιδιώκουμε χρησιμοποιώντας και αναλύοντας τις φόρμες του rock να τις ανανεώσουμε μορφολογικά και αισθητικά και να τις προσαρμόσουμε στη μουσική μας, προσπαθώντας φυσικά να αποφύγουμε τον κίνδυνο των κλισέ και της επανάληψης. Πιστεύουμε ότι μόνο με πολύ ψάξιμο και πίστη σ’ αυτό που κάνεις μπορείς να δημιουργήσεις κάτι πρωτότυπο και ενδιαφέρον».

Αυτό το εισιτήριο μού το έκοψε στο ταμείο του Rodeo, τον Φεβρουάριο του 1986, κάποιος άνθρωπος του «συστήματος»…
Την τεράστια «κοτρώνα», όμως, την τρώμε κατακέφαλα στο τέλος. Αφήνω κατά μέρος το «σκυλάδικο» (που έδωσε φαΐ και πιοτί σε πλείστους όσους μουσικούς του ελληνικού ροκ) και που πιθανώς η συντάκτρια το συγχέει με το… κωλομεγλυφέ λαϊκό της παραλιακής, και μένω στην… πολεμική του συστήματος.
Για ποια «πολεμική» από το «σύστημα» μας μιλάει η Παπανικολάου, όταν προηγουμένως έχει αναφερθεί στο «θρυλικό ‘Rock in Athens’ στο Καλλιμάρμαρο»; O… Καραμπελιάς, που ’χε «λεβέντες νέους αναρχικούς κι ωραίους», ήταν πίσω από τους Clash και την Nina Hagen ή το… Ministere de la Culture της Μελίνας Μερκούρη;
Όταν πάμπολλα συγκροτήματα των μέσων του ’80 (Ασυμφωνία –τι έπαιζαν αυτοί, θυμάται κανείς;–, Daltons, Λήτης + Τρυκ, Λευκή Συμφωνία, Μαύρο Πρόβατο, Magic de Spell, Panx Romana, Σύνδρομο, Scraptown, Sharp Ties, Τρύπες…) ανήκαν στην Μουσική Συνεργατική Κίνηση Αθήνας (ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α.) που συνεργαζόταν με την πασοκική Γενική Γραμματεία Νέα Γενιάς, επί Στεφάνου Μανίκα (1984-86), παίρνοντας μέρος και στις σχετικές τηλεοπτικές εκπομπές τής τότε ΕΡΤ-2, τι ρόλο έπαιζε το «σύστημα»; Προσέξτε τι έλεγε –το «σύστημα»– δια στόματος Στεφάνου Μανίκα (το ξαναλέω, από το πασοκικό Υπουργείο Πολιτισμού επί Μελίνας Μερκούρη) στην Μουσική (#102, 5/1986):
«Αυτό το έμπρακτο ενδιαφέρον της πολιτείας ίσως ξενίζει. Και είναι φυσικό, όταν στο παρελθόν τα πάντα είχαν περίπου αφεθεί στους αδυσώπητους νόμους του εμπορικού κυκλώματος, χωρίς την δυνατότητα ισχυρής εναλλακτικής πληροφόρησης. Όταν ολόκληρα μουσικά ρεύματα είχαν ‘αφορισθεί’[sic]. (…) Έχουμε την πρόθεση, τη φιλοδοξία, αλλά και το χρέος να συμβάλλουμε. Χωρίς καμία διάθεση χειραγώγησης.(…) Χρέος της πολιτείας είναι –και σαν Γ.Γ. αυτό επιδιώκουμε– να υποβοηθήσει την προσέγγιση με την καλλιτεχνική δημιουργία και τον δημιουργό(…). Ενθαρρύνουμε και υποστηρίζουμε τη δημιουργία συνεργατικών κινήσεων καλλιτεχνών. Αυτές οι ‘κοοπερατίβες’ πιστεύουμε ότι είναι μια ανάγκη κι ένα βήμα στον χώρο της τέχνης.(…) Η εκκίνηση έγινε με την δημιουργία της ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α.(…) για να απομακρυνθεί η μουσική δημιουργία από την εμπορική σκοπιμότητα και να προσεγγίσει πιο άμεσα στον βασικό της προορισμό που είναι η ‘άσκηση της ψυχής’».
Μην νομίζετε πως το ΠΑΣΟΚ έκανε κάτι εκ του μη όντος. Απλώς εφάρμοζε, με αδεξιότητα, πρακτικές που ήδη είχαν εφαρμοστεί στην Γαλλία επί Jack Lang (εκείνον αντέγραφε η Μερκούρη), αλλά και στο τότε «ανατολικό μπλοκ (στην Σοβιετική Ένωση, την Γιουγκοσλαβία και την Ανατολική Γερμανία). Μάλιστα από τέτοιες ιδέες εμφορούνταν όχι μόνον οι σοσιαλδημοκράτες, αλλά και διάφοροι εγχώριοι κομμουνιστές, όπως διαπιστώνουμε από τα πρακτικά του Συμποσίου Τέχνη και Ιδεολογία, που είχε οργανωθεί από το Κεντρικό Συμβούλιο της ΚΝΕ και την Πολιτιστική Επιτροπή της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, στην Αθήνα, στο διάστημα 20-24 Απρίλη του 1983 (δες το σχετικό βιβλίο στις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, από το 1984). Ο ανατολικογερμανός εισηγητής Φίλιπ Ντικ προβαίνει σ’ έναν ύμνο του γερμανόφωνου ανατολικογερμανικού ροκ, μέσα από το οποίο (ροκ) αναδεικνύονταν… «τραγούδια που υποστήριξαν και ύμνησαν τον αγώνα του βιετναμέζικου λαού ενάντια στην αμερικανική επίθεση, τραγούδια για την αντίσταση των χιλιανών συντρόφων ενάντια στο φασισμό, τραγούδια για τον ηρωικό αγώνα του παλαιστινιακού λαού ενάντια στην ιμπεριαλιστική πολιτική του Ισραήλ, καθώς και τραγούδια που εκφράζουν την αλληλεγγύη της γερμανικής νεολαίας στον αγωνιζόμενο λαό του Σαλαβαδόρ».
Ποιός θα μπορούσε να αντιτιθόταν στους σκοπούς μιας τέτοιας ροκ τραγουδοποιίας;
Θέλω να πω δηλαδή πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, πως κανένας δεν κατέχει την πάσα αλήθεια και πως μόνο μέσα από την έρευνα και το ενδελεχές ψάξιμο, θα μπορέσουμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα, τα οποία να στέκουν.
Το ροκ είναι ένα πολύπλοκο κοινωνικό φαινόμενο, με πολύ διαφορετικές εκφάνσεις, που υπηρετήθηκε τόσο στην Δύση όσο και στην Ανατολή, και καλόν είναι να προσέχουμε τι λέμε πριν ανοίξουμε το στόμα μας ή το πληκτρολόγιο. Γιατί πολλή αρλούμπα κυκλοφορεί τελευταία…

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

inn pop

Η συλλογή Inn Pop κυκλοφόρησε στο τέλος του 2013 και σηματοδότησε την 100η κυκλοφορία της πατρινής εταιρείας Inner Ear. Είναι ένα βινύλιο λοιπόν, που θα μπορούσε να συνοψίζει τα χαρακτηριστικά και τα ενδιαφέροντα του label, που συνδέθηκε, χονδρικώς, με την άνθηση της ελληνικής pop, rock και electro σκηνής τα τελευταία χρόνια. Ως συλλογή όμως έχει και μια ξεχωριστή οντότητα, επειδή το υλικό που περιλαμβάνει είναι στο μεγαλύτερο μέρος του ανέκδοτο, προερχόμενο από συγκροτήματα και μουσικούς, γνωστούς ή λιγότερο γνωστούς, δισκογραφημένους ή όχι. Έτσι, σε γενικές γραμμές, στην πρώτη πλευρά καταχωρίζονται οι πιο pop ήχοι, ενώ στην δεύτερη οι πιο «ελεύθεροι», πειραματικοί κ.λπ. Και οι δύο όψεις έχουν ενδιαφέρον, και οι δύο όψεις αποκαλύπτουν τα πολλά και διαφορετικά πρόσωπα της εγχώριας σκηνής, που, εν μέσω της γενικότερης καθίζησης, έχει βρει τον τρόπο να απασχολεί με το έργο της (και όχι με το μη έργο της).
Από την πρώτη πλευρά τα κομμάτια που με «χτύπησαν» με την πρώτη ήταν το “Somewhere in time” των Five Star Hotel (το συγκρότημα το θυμόμουν από το μεταλλικό CD-single που είχε κυκλοφορήσει το 2005), μία… british pop μελωδία που σε πάει κατ’ ευθείαν στα 80s αλλά από… 10s δρόμους, καθώς και το “Avec toi” του Χρήστου Λαϊνά (τραγουδά η Παυλίνα Μιχαηλίδη) ένα κομμάτι με sixties αφήγηση βγαλμένο λες από κάποιο “Femmes de Paris/ Groovy Sounds from the 60’s”. Ενδιαφέρουσα η surf εκδοχή τού «Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα» του Χρήστου Νικολόπουλου από τους His Majesty The King of Spain και πολύ ιδιαίτερη η garage άποψη των My Drunken Haze στο “Gambling woman”. Γενικώς, όλα τα κομμάτια είναι από «καλά» και πάνω, δείχνοντας τόσο την σοβαρή δουλειά που κάνουν τα γκρουπ, όσο και η εταιρεία.
Στην δεύτερη πλευρά, όπως έγραψα ήδη, το σκηνικό αλλάζει (γενικώς και ειδικώς). Ο “Achilleas Kyriakidis” του Larry Gus (από τα ελάχιστα κομμάτια της συλλογής που δεν είναι… previously unreleased) είναι μία… ιχνογραφία του γνωστού –για πολλά, αλλά κυρίως για τις αστείρευτες μεταφράσεις του στα κείμενα του Jorge Luis Borges– μεταφραστή και λογοτέχνη Αχιλλέα Κυριακίδη, ένας τρόπος να εισχωρήσεις στο σύμπαν ενός δημιουργού (ή αναδημιουργού) μέσα από τους ήχους. Βρίσκω ευφυή την μουσικό-συναισθηματική προσέγγιση του Larry Gus, ο οποίος μέσα σε 2-3 λεπτά κατορθώνει με τα samples του και τα κόψε-ράψε να μεταφέρει «εικόνες» (δικές του, του Κυριακίδη, του Borges, κάποιου επόμενου…), σχηματίζοντας ένα μικρότατου μήκους «φιλμ», πλήρες και ολοκληρωμένο. Αλλά και ο «κόσμος» του Kid Flicks στο “Spiritstheme” εμφανίζει μιαν αισθητική αυτοδυναμία, συγχωνεύοντας pop, rock, jazz και ηλεκτρονικά σπαράγματα μέσω μιας δικής τους «πειραματικής», ηχητικής φιλοσοφίας. Περαιτέρω, ακόμη περισσότερο «γήινες» και ακόμη πιο επικεντρωμένες ακούω τις Berlin Brides στο δικό τους electro-garage Deathwish”, ενώ οι Fantastikoi Hxoi, που κλείνουν την συλλογή, είναι οι «χαμένοι» της υπόθεσης, με το επικο-φουτουριστικό “Beginning of the endless” να σείεται από τα drum-breaks και τα «κομμένα» κιθαριστικά riffs. Είπαμε… ωραία συλλογή.
Επαφή: www.inner-ear.gr

με αφορμή το χθεσινό ματς, που δεν είδα…

Όταν ήμουν παιδί, πριν γνωρίσω το δάκρυ… όπως λέει και το τραγούδι, το ποδόσφαιρο ήταν μία από τις βασικές απασχολήσεις μου. Στην ομάδα της γειτονιάς, και του σχολείου, είχα το νούμερο 3 στην πλάτη (θυμάμαι πώς ένοιωσα όταν έραψα για πρώτη φορά νούμερο στη φανέλα), παίζοντας συνήθως στο κέντρο της άμυνας (στόπερ) και όχι αριστερά. Το ποδόσφαιρο, ο αγώνας, δεν ήταν απλώς ένα ψυχαγωγικό παιγνίδι, ήταν ένα δεύτερο σχολείο – εκεί όπου μάθαινες να επιβιώνεις μέσα από την κλωτσιά, το βρισίδι, τον τσακωμό, την αποδοκιμασία ή ακόμη και τον τραυματισμό, ξεμπλέκοντας ταυτοχρόνως και με το… οιδιπόδειο. Πάντα στα «ξερά», και όχι στα 5Χ5 με το πλαστικό γκαζόν, και με παπούτσι «ό,τι βρεθεί». Ποδόσφαιρο δεν παίζαμε μόνον, αλλά ακούγαμε κιόλας Τετάρτες και Κυριακές απ’ το ραδιόφωνο (σε περιγραφή του Αντώνη Πυλιαρού κ.ά.), βλέπαμε που και που κανένα ματς στην τηλεόραση (όταν μεταδιδόταν δηλαδή), σπανίως πιάναμε στα χέρια μας αθλητικές εφημερίδες, ενώ μαζεύαμε «χαρτάκια», «τύχες» από γκοφρέτες, με ποδοσφαιρικές φάσεις από το Παγκόσμιο Κύπελλο του ’74, ή με τις φάτσες ελλήνων ποδοσφαιριστών της εποχής, τους οποίους είχαμε ως πρότυπα. Εννοώ πως πρότυπά μας ήταν ο Μαύρος, ο Δεληκάρης, ο Ελευθεράκης, ο Κούδας ή ο Δαβουρλής και όχι τραγουδιστές ή ηθοποιοί. Δέσιμο, δηλαδή, υπήρχε μόνον με τους ποδοσφαιριστές· όλοι οι υπόλοιποι ήταν «ξένοι». (Αργότερα κατάλαβα γιατί…). Μάθαμε επίσης να αναγνωρίζουμε την συμβολή των αλλοδαπών ποδοσφαιριστών, οι οποίοι συμπλήρωναν τις συνθέσεις (τα ρόστερ κατά την τρέχουσα διάλεκτο) των ομάδων μας, όπως των Λοσάντα, Βερόν, Βιέρα ή Μπάγεβιτς, ενώ μπαίνοντας στην εφηβεία, και αξιοποιώντας τινές γνωριμίες ή το μικρό μας χαρτζιλίκι, αρχίσαμε να πηγαίνουμε και στο γήπεδο, το οποίον αντιμετωπίζαμε κάπως σαν… Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.
Μεγαλώνεις και αλλάζουν ορισμένα πράγματα. Μια κάποια μαγεία, ας πούμε, σιγά-σιγά εξαφανίζεται. Όλα αποκτούν συγκεκριμένες διαστάσεις. Είναι μετρήσιμα. Μπαίνουν σε κουτάκια. Το ποδόσφαιρο είχε γίνει πια επαγγελματικό (κάτι που ποτέ δεν αποδέχτηκα – ούτε σήμερα), ενώ, ακόμη πιο μετά, όταν συνειδητοποιούσα την μηχανή κέρδους που επιστημονικώς είχε στηθεί εκμεταλλευόμενη τον πιο μαζικό λαϊκό ενθουσιασμό, έκοψα σχεδόν κάθε επαφή. Τελευταία φορά που πήγα σε γήπεδο ήταν περί το 2000, ενώ δεν θυμάμαι πόσα χρόνια (μπορεί και 20) έχω να στηθώ μπροστά στο «γυαλί» για να παρακολουθήσω μια ποδοσφαιρική «συνάντηση».
Ρίχνοντας μια ματιά στην χθεσινή ενδεκάδα του Ολυμπιακού στο «παιγνίδι» με την Μάντσεστερ (Ρομπέρτο, Σαλίνο, Χολέμπας, Μαρκάνο, Μανωλάς, Μανιάτης, Εντινγκά, Φουστέρ, Πέρες, Τσόρι, Κάμπελ) προσπαθούσα να αντιληφθώ αρχικώς –επειδή έχω χάσει επεισόδια το λέω– αν αυτή είναι σύνθεση ελληνικής ποδοσφαιρικής ομάδας ή των εργαζομένων μιας... πολυεθνικής. Και το ερώτημά μου είναι –που είναι εν μέρει αναπάντητο δηλαδή–, αν οι σημερινοί πιτσιρίκοι μπορεί να ταυτιστούν με τα συγκεκριμένα ονόματα και ό,τι αυτά συμπαρασύρουν (που αλλάζουν εν τω μεταξύ, τα ονόματα, από Τετάρτη σε Κυριακή σαν τις... δημοσκοπήσεις), όπως ταυτιζόταν ένας ολυμπιακάκιας (των δικών μου παιδικών χρόνων) με την ομάδα π.χ. που αντιμετώπιζε (σε μια παρόμοια διοργάνωση) την Σέλτικ, τον Οκτώβριο του ’74 (Κελεσίδης, Κυράστας, Αγγελής, Σιώκος, Γκλέζος, Λιόλιος, Περσίδης, Βιέρα, Δεληκάρης, Κρητικόπουλος, Σταυρόπουλος). Αν και είναι γνωστό τοις πάσι πως ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός δεν αναγνωρίζει πια εθνικά σύνορα, εντούτοις δεν έχει αποκόψει εντελώς το ποδόσφαιρο από την εγγενή εθνικιστική του διάσταση. Το χρειάζεται ακόμη. Πλέον, τα διεθνή ποδοσφαιρικά ματς είναι εκείνα που... «απεικονίζουν τη δύναμη αυτής της συλλογικής αυταπάτης, η οποία σκεπάζει τις αληθινές συγκρούσεις συμφερόντων μέσα στην κοινωνία. Αν η εθνική ομάδα νικήσει, το εθνικό σύνολο μπορεί να ξαναδώσει στους ανθρώπους ένα μέρος από κείνο τον αυτοσεβασμό, ο οποίος συνεχώς τους αφαιρείται» [Gerhard Vinnai Το Ποδόσφαιρο ως Ιδεολογία, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978].
Γι’ αυτό, σας παρακαλώ, ουδεμία στενοχώρια… καρπωθείται-δεν καρπωθείτε το «πλεόνασμα». Θα συναντηθούμε, οσονούπω, όλοι μας στην Βραζιλία…

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

WILL Z μαύρη και λευκή λατρεία

Όσοι παρακολουθούν από κοντά το occult rock και folk σίγουρα γνωρίζουν την περίπτωση του πολυεθνικού συγκροτήματος Can Am Des Puig που είχε σχηματισθεί στην Σκωτία στις αρχές των seventies πριν καταλήξει στις Βαλεαρίδες Νήσους, εκεί όπου το 1978 ηχογράφησε ένα θρυλικό (εδώ ταιριάζει η λέξη) psych-folk άλμπουμ, που είχε τίτλο “The Book Of AM, Part One: Dawn And Morning”. Το 2006 η ισπανική εταιρεία Wah Wah επανεξέδωσε εκείνο το «χαμένο» άλμπουμ, μαζί με το δεύτερο, ανέκδοτο έως τότε, μέρος του, ως “The Book Of AM, Pts. I & II” (προσφέροντας μαζί και το απίθανο… λατρευτικό βιβλίο των 143 σελίδων), ενώ πέρυσι η ίδια εταιρεία έδωσε και το “Book Of AΜ, Parts III & IV - Afternoon & Evening”, επίσης ένα 2LP, ολοκληρώνοντας κατά μίαν έννοια το project. Πάνω σ’ αυτά τα τελευταία μέρη (το “III” και το “IV”)  δούλεψε ο Will Z (από τους Cosmic Trip Machine – “Vampyros Roussos” κ.λπ.) σε συνεργασία με τα αυθεντικά μέλη των Can Am Des Puig (Leslie Mackenzie, Juan Arkotxa, Carmeta Mansilla), ο οποίος, αφού επεξεργάστηκε παλαιά σκόρπια demos, προσθέτοντας και καινούρια όργανα, ολοκλήρωσε την ηχογράφηση. Το projectThe Book of AM” είναι η βασική πηγή έμπνευσης και για το (δεύτερο) προσωπικό LP του Will Z, που έχει τίτλο “12 Visions” (2013) και το οποίον κυκλοφορεί παγκοσμίως σε βινύλιο από την ελληνική Anazitisi Records (την παράλληλη ετικέτα της 69 Watt). Τον Will Z βοήθησαν στην παρούσα ηχογράφηση οι Majnun (σιτάρ, κιθάρες) και oG (κιθάρες, φωνητικά) αμφότεροι μέλη των Cosmic Trip Machine, η Alice Artaud φωνητικά και ο Juan Arkotxa (φλάουτο) από τους Can Am Des Puig.
Οι βασικές πηγές έμπνευσης του “12 Visions” εκτός από… ακουστικές είναι και… λατρευτικές – εξώκοσμες ή όχι. Γκραβούρες παλαιών δοξασιών, σατανιστικά και άλλα τινά κείμενα γραμμένα από τους Joris-Karl Huysmans (η νουβέλα του Là-Bas), Basilius Valentinus (η αλχημιστική «βίβλος» Duodecim Claves), Can Am Des Puig (το Book of AM), μα και ηχογραφήσεις… σκοτεινές ή φωτεινές της Shazzula (“Black Mass Rising”), της Ruth White (“Flowers of Evil”), της Judee Sill, της Shishonee Ruetenik και των (Αμερικανών) Trees Community (ή απλώς The Trees) κ.ά. Το αποτέλεσμα είναι μία σειρά κομματιών, κατανεμημένα στην «λευκή» και την «μαύρη» πλευρά, που δείχνουν ότι το occult rock και folk ή folk-rock, δεν έχει χάσει την ηχητική γοητεία των παλαιών άλμπουμ· των άλμπουμ του Twink και του D.R. Hooker ας πούμε, ή των συγκροτημάτων του Phil Pearlman. Έτσι, αν στην πρώτη «λευκή» πλευρά ο Will Z παραθέτει μια σειρά πέντε σκοπών, που αντανακλούν όλο εκείνο το σύστημα του ψυχεδελικού folk, με τις αργές αναπτύξεις, τα «χαμένα» φωνητικά, τα «βαθειά» φλάουτα, τα breaks από σιτάρ και τα «ελαφρά», cosmic, αναλογικά ηλεκτρονικά (το “Travellin’” είναι ένα τέτοιο… μαγικό track), στην δεύτερη πλευρά, την «μαύρη», χωρίς ν’ μεταβάλλεται το γενικότερο πλάνο η ηχητική κατάσταση διαφοροποιείται. Βασικά, οριοθετούνται μοναδικές «ταξιδευτικές» περιοχές, κυρίως μέσω του μεγαλόπνοου “Three sisters”, εκεί όπου υπάρχει χώρος, πλέον, ώστε να απλωθούν όλα τα παραπάνω, δημιουργώντας ένα μοναδικής ομορφιάς ψυχεδελικό περιβάλλον, με ωραία οργανικά «γεμίσματα», ποικίλες εναλλαγές (μέσα στο «απλωμένο» πάντα σκηνικό) και αρμονική φωνητική διαχείριση, που επιτείνει το τελετουργικό και το «φευγάτο». Ειδικώς από τη μέση και μετά το άκουσμα είναι εντελώς «αλλού», παραπέμποντάς σε σε ορισμένα, κλασικά, αναλογικά/ψυχεδελικά opus, όπως είναι το “Celestial Ocean” (1973) των Brainticket ή το “Traum” (1972) των Hölderlin. Το έσχατο “The gold”, ένα σύντομης διάρκειας track με ακουστική κιθάρα και φωνή, μοιάζει, και είναι, ιδανικό για κλείσιμο.
Η… παλαιάς αντίληψης παραγωγή, όπως και το ωραίο gatefold πακετάρισμα της Anazitisi Records («κόπηκαν» 300 βινύλια), αποτελούν τις παράλληλες «εγγυήσεις» που χαρακτηρίζουν, συνήθως, εκείνα τα άλμπουμ που θα μείνουν…