Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ ένα τεύχος αφιερωμένο στον ΣΤΑΥΡΟ ΞΑΡΧΑΚΟ

Έχουν νόημα τα μουσικά περιοδικά στις μέρες μας; Έχουν, όταν κινούνται με τη λογική του Μετρονόμου. Όταν, δηλαδή, μπορούν να πράξουν κάτι που δυσκολεύονται ή αδυνατούν να αναλάβουν ή να επαναλάβουν τα μουσικά sites. Να προβαίνουν σε αφιερώματα. Αληθινά αφιερώματα και όχι της πλάκας – γιατί εννιά στις δέκα φορές, όταν βλέπουμε στα μέσα και τον Τύπο τη λέξη «μουσικό αφιέρωμα» είναι για να βάζουμε τα γέλια (απερίγραπτες ξεπέτες).
Τα αφιερώματα πρέπει να είναι πλήρη, πολυσέλιδα, φίσκα στα ντοκουμέντα και τις απόψεις από ανθρώπους που ξέρουν – να παρέχουν δηλαδή πλήρη ικανοποίηση πρώτα σ’ εκείνους που τα ετοιμάζουν και μετά στο αναγνωστικό κοινό.
Χαίρομαι, λοιπόν, γιατί ξεφυλλίζω τώρα ένα περιοδικό που μου δημιουργεί αυτό το αίσθημα της απόλαυσης και της ικανοποίησης – τον τελευταίο Μετρονόμο, το τεύχος 56 (Απρίλιος-Ιούνιος 2015) το αφιερωμένο στον Σταύρο Ξαρχάκο.
Να προλάβω την εξής σκέψη (όποιων) εν σχέσει με τα μουσικά περιοδικά και τα πολυσέλιδα αφιερώματα. Και αν κάποιος δεν ενδιαφέρεται να διαβάσει ένα κάρο σελίδες για το Χ, Ψ εκάστοτε θέμα, δεν αποβαίνει αυτό εις βάρος του περιοδικού; Μήπως δηλαδή η «ποικιλία» είναι εκείνη που θα φέρει και τους περισσότερους αγοραστές; Διαφωνώ. Το είπα και στην αρχή. Τα μουσικά περιοδικά, ούτως ή άλλως, εδώ και χρόνια κινούνται σε χαμηλές τροχιές, τιράζ, πωλήσεων κ.λπ. Όποιος θέλει να γίνει πλούσιος απ αυτά τα περιοδικά, ας ψάξει για κάποια άλλη δουλειά… Τα περιοδικά θα βγαίνουν πια μόνον από μερακλήδες εκδότες και γραφιάδες και θα απευθύνονται σε μερακλήδες αναγνώστες. Οι εκδότες θα προσπαθούν να βγάζουν τα έξοδα του περιοδικού τους κι εμείς, ως οι τελευταίοι αναγνώστες του χαρτιού, θα μένουμε με την ικανοποίηση πως κρατάμε στα χέρια μας ένα έντυπο, που δεν προσβάλλει τη νοημοσύνη μας, δίνοντάς μας τη χαρά της ανακάλυψης ή έστω της ξανα-ανακάλυψης.
Αυτά σκέφτομαι καθώς ξεφυλλίζω τον πιο πρόσφατο Μετρονόμο του Θανάση Συλιβού, με τις 85 βαριές σελίδες του, οι 67 από τις οποίες αφορούν στον Σταύρο Ξαρχάκο.
Μεγάλη μορφή του ελληνικού τραγουδιού, με δράση που ξεπερνάει πια τον μισόν αιώνα, ο Σταύρος Ξαρχάκος υπήρξε ο «τρίτος» στα sixties (πίσω από τους Χατζιδάκι-Θεοδωράκη ή Θεοδωράκη-Χατζιδάκι αν προτιμάτε) και κάπως έτσι ως… «Ξαρχάκος “O τρίτος”» εμφανίστηκε σ’ ένα από τα πρώτα μεγάλα εξώφυλλά του (αν όχι το πρώτο) στο περιοδικό ΕΙΚΟΝΕΣ, στο τεύχος 596 τής 24/3/1967. Και όμως ο Ξαρχάκος ήταν... πρώτος και όχι τρίτος. Ήταν πρώτος στον τρόπο που πέρασε τη λαϊκή διπλοπενιά στο έντεχνο τραγούδι – καθότι οι διπλοπενιές του θα μπορούσε να συγκριθούν μόνο με εκείνες του Ζαμπέτα και κανενός άλλου (Χατζιδάκι ή Θεοδωράκη).
Περαιτέρω ο Ξαρχάκος ήταν ο πρώτος που είδε συνολικά, και σε βάθος, την επίδραση της ποπ, του ροκ, της τζαζ και της αβαντγκάρντ στο ελληνικό τραγούδι, ηχογραφώντας απερίγραπτες «ψυχεδελικές» ενορχηστρώσεις (από το σάουντρακ του «Τετραγώνου» και τους αυτοσχεδιασμούς της «Θεμιστοκλέους 43», μέχρι τα «Κορίτσια στον ήλιο», το «Τι μας μέλει» από το LP «Ξαρχάκος + Κόκοτας», το «Διόνυσε Καλοκαίρι μας» και τη «Συλλογή» με τον Ξυλούρη). Για να μη μιλήσουμε για τις μουσικές και τα τραγούδια του από το «Κονσέρτο 70» με τη Φλέρυ Νταντωνάκη και τον Βλάσση Μπονάτσο… (Και να πούμε τι δηλαδή, αφού δεν το έχουμε ακούσει – Αντώνη Μποσκοΐτη τι γίνεται, προχωράει το πράμα;).
Έτσι λοιπόν στο αφιέρωμα του Μετρονόμου διαβάζουμε μελετημένα κείμενα των Αλέξη Βάκη, Γιώργου Παπαστεφάνου, Γιώργου Β. Μονεμβασίτη, Σιδερή Πρίντεζη, Σπύρου Αραβανή, Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη, Γιώργου Π. Τσάμπρα, Στυλιανού Τζιρίτα κ.ά., κείμενα που αφορούν σε επιμέρους διαστάσεις του έργου του Ξαρχάκου (Γκάτσος-Ξαρχάκος, συνεργασίες με Μοσχολιού και Μπιθικώτση, Ρεμπέτικο κ.λπ.), για να συμπληρωθεί το όλον με την αναλυτική δισκογραφία (LP, CD) σε επιμέλεια του Συλιβού.
Στις υπόλοιπες σελίδες του τεύχους συνεντεύξεις των καλών τραγουδιστών Τάκη Κωνσταντακόπουλου και Αφεντούλας Ραζέλη, του νέου λυράρη Γιώργου Νικηφόρου Ζερβάκη κ.ά.
Αράζουμε, διαβάζουμε… και στο πικάπ οι ουράνιες διπλοπενιές…

δύο ακόμη άλμπουμ της SATOKO FUJII

Η περίπτωση της ιαπωνίδας bandleader, συνθέτριας και πιανίστριας Satoko Fujii είναι ξεχωριστή (για να μην πω μοναδική) στα σύγχρονα jazz και improv σκηνικά. Και το «ξεχωριστή» δεν αναφέρεται μόνο στο κατά πώς δρα και σκέπτεται, εν σχέσει με την jazz και τον αυτοσχεδιασμό, αλλά και στον τρόπο μέσω του οποίου αποτυπώνονται τα διάφορα δικά της live ή στούντιο sessions (σε συνεχείς καλαίσθητες, κατά τον συνήθη ιαπωνικό τρόπο, δισκογραφικές εκδόσεις). Εσχάτως έφθασαν άλλα δύο CD της Satoko Fujii στα χέρια μου, κάτι που δείχνει πως η δισκογραφική παραγωγή τής Ιαπωνίδας συνεχίζεται απρόσκοπτη…
Το “Ichigo Ichie” [Libra Records, 2015] είναι ένα ιδιαίτερο άλμπουμ στην καριέρα τής Fujii (και του συζύγου και μόνιμου τρομπετίστα-συνεργάτη της Natsuki Tamura αν θέλετε), κυρίως γιατί αποτελεί το παρθενικό CD της με την… Satoko Fujii Orchestra Berlin. Αν και η Fujii ζει στο Βερολίνο από το 2011, μόλις τον τελευταίο καιρό κατόρθωσε να φέρει εις πέρας ένα σχέδιό της – να δώσει υπόσταση δηλαδή σε μιαν ορχήστρα, που να έχει έδρα την πόλη στην οποία ζει και εργάζεται. Κάτι που, έτσι κι αλλιώς, έχει τη σημασία του, αν σκεφθούμε πως η Fujii έχει πάθος με τις ορχήστρες έχοντας ιδρύσει… διάφορες σε διαφορετικές πόλεις (Νέα Υόρκη, Τόκιο, Ναγκόγια, Κόμπε – άπασες και με τις σχετικές ηχογραφήσεις).
Η Satoko Fujii Orchestra Berlin είναι μια 12μελής μπάντα μέλη της οποίας είναι οι: Matthias Schubert και Gebhard Ulmann τενόρο σαξόφωνα, Paulina Owczarek βαρύτονο σαξόφωνο, Natsuki Tamura, Richard Koch και Nikolaus Neuser τρομπέτες, Matthias Müller τρομπόνι, Kazuhisa Uchihashi κιθάρα, Satoko Fujii πιάνο, Jan Roder μπάσο και Michael Griener, Peter Orins ντραμς. Το ρεπερτόριο τής ορχήστρας αποτελείται, κατά βάση, από συνθέσεις της Fujii (οι τέσσερις εκ των οποίων είναι τα τέσσερα μέρη του “Ichigo Ichie”, ενώ η πέμπτη έχει τίτλο “ABCD”), χωρίς τούτο να σημαίνει πως η παρουσία όλων των υπολοίπων μουσικών είναι απλώς διεκπεραιωτική.
Το πρώτο μέρος του “Ichigo Ichie” ξεκινά με μια τρίλεπτη ντραμιστική καταιγίδα, που ακολουθείται από επίσης μακρόπνοα σόλι στο μπάσο από τον Roder και στο τρομπόνι από τον Müller και με τα συνολικά 12 λεπτά του να μοιάζουν με μιαν εξίσου μακρόπνοη εισαγωγή. Στο β μέρος της σύνθεσης η ορχήστρα αποκτά την πλήρη διάστασή της, με το horn section να αναλαμβάνει τα πρωτεία, ενώ τα πυκνώματα και τα αραιώματα της ηχητικής αφήγησης παρέχουν αφορμές στους οργανοπαίκτες για προσωπικές καταδείξεις. Το τρίτο δεκάλεπτο μέρος κινείται σε improv/ avant περιβάλλοντα με τον Tamura να «υποσκάπτει» (κατά τα συνήθη) το ακρόαμα και με τη φαντασία, εν γένει, να θεριεύει, τείνοντας σε ακραίες, αν και όχι οριακές free καταστάσεις. (Οι νύξεις, εξάλλου, στον ήχο και το γενικότερο περιβάλλον της Globe Unity Orchestra είναι οπωσδήποτε κάτι που δεν μπορεί παρά να χαροποιεί). Το “Ichigo Ichie” θα κλείσει με το πλέον εκρηκτικό μέρος του (το “4”), το οποίον αποτελεί και κάτι σαν επιτομή του ήχου του γκρουπ. Όσον αφορά στο 14λεπτο trackABCD”, που ολοκληρώνει το άλμπουμ… εδώ έχουμε να κάνουμε με το απόλυτο «ελεύθερο» σκηνικό. Ένα free-improv track για μεσαία ορχήστρα, με καινοφανείς πνευστούς ήχους («πνιχτούς», «στραγγαλισμένους» κ.λπ.), απροσάρμοστα breaks και οριακή εικονοκλαστική αφήγηση, άπαντα ενταγμένα μέσα σ’ ένα… κατολισθητικό πλαίσιο, εντελώς τυχαίας εξέλιξης και προοπτικής.
«Το Satoko Fujii New Trio (FujiiNicholsonItani) κυκλοφόρησε το παρθενικό CD του “Spring Storm” το 2013 (σ.σ. μπορείτε να δείτε εδώ… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/11/satoko-fujii-jazz-improv.html). Από τότε έχουμε παίξει όχι μόνο στην Ιαπωνία, αλλά ακόμη στην Ευρώπη, όπως και στη Βόρεια Αμερική. Μάλιστα, μερικές φορές ο Natsuki Tamura συνδέθηκε με το σχήμα μας ως guest. Φέρνοντάς μας την ενέργεια και το χιούμορ του η μπάντα απέκτησε καινούρια χρώματα – αυτό είναι αλήθεια. Κάπως έτσι αποφασίσαμε να αλλάξουμε και τ’ όνομά μας, και από New Trio να μετονομαστούμε σε Tobira. “Tobira” στη γλώσσα μας σημαίνει “πόρτα”. Θέλησα ν’ ανοίξω την πόρτα δηλαδή, προκειμένου να φέρω φρέσκο αέρα στη μουσική μας, αποφεύγοντας να την κάνω πιο εσωστρεφή. Έγραψα τα κομμάτια στην παρτιτούρα, παρά ταύτα είναι η μπάντα εκείνη που τα έκανε ν’ ακούγονται τόσο ζωντανά. Ξέρουν όλοι τους τι... μπαχαρικά απαιτούνται για να το πετύχουν. Νοιώθω πάντα τόσο τυχερή, όταν έχω να κάνω με τέτοιους συνεργάτες. Πραγματικό αγαπώ τη γεμάτη από ενέργεια μουσική μας και ελπίζω να αρέσει και σ’ εσάς».
Αυτά γράφει στο μέσα μέρος του cover η Satoko Fujii σε σχέση με τους Tobira, δίνοντας κάποια βασικά στοιχεία τής ουσίας του νέου σχήματος (των Satoko Fujii Tobira). Είναι η line-up λοιπόν (Natsuki Tamura τρομπέτα, Satoko Fujii πιάνο, Todd Nicholson μπάσο και Takashi Itani κρουστά) εκείνη που κάνει τούτο το νεοϋορκέζικο CD (rec.17/6/2014), που έχει τίτλο “Yamiyo Ni Karasu” [Libra Records, 2015], να φαίνεται και να είναι διαφορετικό από το ας-το-πούμε προηγούμενο “Spring Storm”. Ο Tamura, εννοώ, έχει μεγάλη ευθύνη στη διαμόρφωση αυτού του νέου κλίματος, συμβάλλοντας με τα παιξίματά του όχι μόνο στην επέκταση των ηχοχρωμάτων του τρίο (που πλέον είναι κουαρτέτο), αλλά, την ίδιαν ώρα, απελευθερώνοντας τις ρυθμικές δυνάμεις, κάνει διακριτή την παρουσία των lead και των ρυθμικών οργάνων. Έτσι, τόσο το μπάσο, όσο και τα ντραμς αποκτούν περισσότερο χώρο κίνησης, δημιουργώντας συνεχώς νέα ρυθμικά patterns, μετατρέποντας τις κατά τ’ άλλα γραμμένες συνθέσεις της Fujii σε αναπάντεχα ακούσματα. Όλα τα tracks, από το πιο εκτεταμένο σε διάρκεια, το 14λεπτο “Hanabi”, μέχρι το 4λεπτο “Yamiyo ni karasu” είναι χαρακτηριστικά αυτής της πολυχρωματικής αντίληψης, η οποία στο επίσης 4λεπτο “Fuki” συμπυκνώνει (σ’ αυτόν το λίγο χρόνο) και τα δύο επιμέρους χαρακτηριστικά της – το φανταχτερό piano playing, που μπορεί ακόμη και να μελωδεί κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως και το γενικότερο πλάνο, που μπορεί να υποσκάπτει διαρκώς, δίχως ν’ ακυρώνει, την κλασική αφήγηση.
Επαφή: www.satokofujii.com

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

η SUN RA ARKESTRA υπό τον Marshall Allen στο Beyoğlu της Κωνσταντινούπολης

Ο Sun Ra μπορεί να έγινε… αστρόσκονη τον Μάιο του 1993, στα 79 γήινα χρόνια του, όμως η ορχήστρα του, η περίφημη Sun Ra Arkestra, δεν σίγησε μετά το όριο. Εξακολούθησε να εκπέμπει τα διαγαλαξιακά της vibes υπό την καθοδήγηση του Marshall Allen, βασικού συνεργάτη του Βασιλιά Ήλιου και άλτο σαξοφωνίστα στην μπάντα τού μεταστάντος τζαζ-αβαντγκαρντίστα.
Έτσι, και υπό τον 90χρονο Marshall Allen, η Arkestra θα βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη την 21/5/2014, στο κλαμπ Babylon στο Beyoğlu, με νέα ανανεωμένη σύνθεση, παρουσιάζοντας ένα σετ κλασικών θεμάτων της (συνθέσεις του Sun Ra κατά βάση) ούσα δημοφιλής και περιζήτητη στη γείτονα. Και πού δεν είναι δηλαδή…
Να υπενθυμίσουμε πως η Arkestra, με τον Sun Ra επικεφαλής, είχε εμφανισθεί και στην Αθήνα, στον Ορφέα, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Praxis, τον Φλεβάρη του 1984, ενώ είχαν προκύψει και τρία βινύλια από ’κει. Παλιές ιστορίες…
Πρώτη φορά η Arkestra επισκέφθηκε την Πόλη το 1990, ζώντος του Sun Ra. Το γεγονός υπήρξε εντυπωσιακό, καλύφθηκε από τα μέσα και τον Τύπο, ενώ εκείνο που συνέβη στους δρόμους της Πόλης είναι μάλλον δύσκολο να περιγραφεί ή να ξανασυμβεί απ’ οποιαδήποτε μπάντα (της τζαζ, του ροκ ή ό,τι άλλο).
Οι promoters εκείνου του live, τα αδέλφια και fans Mehmet και Ahmet Uluğ, δημιούργησαν ένα σκηνικό, μοναδικό για τα δεδομένα μιας τζαζ συναυλίας. Περιέφεραν την Arkestra στους δρόμους και τις πλατείες της Πόλης, πάνω σε μια πλατφόρμα(!), με τον Sun Ra να κάθεται αναπαυτικά στο θρόνο του… ευλογώντας το πλήθος (υποψιασμένο ή μη) που συνέρεε από κάθε μεριά, και με τους μουσικούς, την ίδιαν ώρα, να απολαμβάνουν και να παίζουν.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/59280

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2015

ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ 1940-2015

Πέθανε χθες στα 75 του ο Νίκος Χουλιαράς, από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του «νέου κύματος» στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60. Φυσικά, ο Χουλιαράς δεν ήταν μόνο τραγουδιστής και τραγουδοποιός, αλλά και σημαντικός εικαστικός, όπως και άξιος λογοτέχνης. Ίσως, δε, να πρόκειται για μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις καλλιτεχνών (αυτή τη στιγμή δεν θυμάμαι κάποιο άλλο πρόσωπο), που να διέπρεψαν (αυτή είναι η σωστή λέξη) και στα τρία αυτά διαφορετικά πεδία. Εμάς πάντως, εδώ στο δισκορυχείον, μας ενδιαφέρει πρωτίστως ο Χουλιαράς ως τραγουδοποιός, και πάνω σ’ αυτό το θέμα θα πούμε λίγα λόγια.
Πολλοί συνδέουν τον Νίκο Χουλιαρά με τις πρώιμες απόπειρές του να διασκευάσει παραδοσιακά τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ηπείρου – κάτι που αναφέρει και η Βικιπαίδεια («υπήρξε ο πρώτος που διασκεύασε παλιούς ηπειρώτικους δημοτικούς σκοπούς») και το οποίον αναπαράγεται-αντιγράφεται κατά κόρον στα μέσα και τον Τύπο. Είναι σωστό; Μάλλον, αλλά χρειάζονται και διευκρινήσεις, ώστε να φανεί πως εκείνος που (αντι)γράφει γνωρίζει τι (αντι)γράφει.
Ο Χουλιαράς ηχογραφούσε για την Zodiac, δηλαδή την ευρύτερη Lyra του Αλέξανδρου Πατσιφά. Η Lyra από το ξεκίνημά της κιόλας συμπεριλαμβάνει στο ρόστερ της (όσο κι αν φαίνεται περίεργο αυτό) καλλιτέχνες και δημοτικά τραγούδια απ’ όλη την Ελλάδα. Αν δει κανείς τα πρώτα 50 δισκάκια της π.χ. θα διαπιστώσει πως καμμιά 15αριά έχουν ηχογραφήσεις του Σίμωνος Καρρά, των Κονιτοπουλαίων, του Τάσου Χαλκιά, του Παναγιώτη Κοκοντίνη κ.ά. Υπήρχε τάση, θέλω να πω, στα μέσα του ’60, να παρουσιαστούν οι δημοτικοί σκοποί και τα τραγούδια με τον αυθεντικά σύγχρονο τότε τρόπο, τον τρόπο εννοώ που διακονούσαν καλλιτέχνες όπως ας πούμε ο 50χρονος (το 1964) Τάσος Χαλκιάς. Υπήρχε κοινό εννοείται, στην Αθήνα βασικά, αλλά και στις άλλες μεγάλες πόλεις, που δεν είχε ξεκόψει από τις ρίζες του (η εσωτερική μετανάστευση εξάλλου βρισκόταν ακόμη στο φόρτε της) και το οποίον κοινό μπορούσε να «καταναλώσει» τα δημοτικά τόσο στα κέντρα, όσο και στα οικογενειακά γλέντια μέσω του ραδιοφώνου και κυρίως της δισκογραφίας. Αυτό, από την πλευρά της Lyra, συνεχίστηκε όλο το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60, με αποτέλεσμα τα δημοτικά τραγούδια να συμπορευτούν από ένα σημείο και μετά τόσο με το «νέο κύμα», όσο και με το «ελληνικό ροκ» - δύο είδη δηλαδή που προωθούσαν, βασικά, τα labels του Πατσιφά.
Μέσα σ’ ένα τέτοιο σκηνικό μπαίνει και ο Νίκος Χουλιαράς, ζητώντας τη βοήθεια του νούμερο 1 νεοκυματικού (και όχι μόνο) κιθαρίστα της εποχής, του Νότη Μαυρουδή, στην προσπάθειά του να εναρμονίσει έξι ηπειρώτικα δημοτικά για κλασική κιθάρα («Εξέφεξεν η Ανατολή», «Χαλασιά μου», «Άσπρο τριαντάφυλλο», «Μοιρολόι», «Η λεμονιά», «Γιάννη μου το μαντήλι σου»), τα οποία και συμπεριλαμβάνει στον πρώτο προσωπικό δίσκο του «Νίκος Χουλιαράς» [Zodiac SYZP 88002], που πρέπει να κυκλοφορεί προς τα τέλη του ’67, ή μάλλον στις αρχές του ’68. Ήταν το δεύτερο μόλις LP της Zodiac, με τη φοβερή φωτογραφία του Γιάννη Σμυρναίου στο εξώφυλλο και την τόσο ωραία γραμματοσειρά. Τα ηπειρώτικα «έπιαναν» τη δεύτερη πλευρά του άλμπουμ, ενώ τα πρωτότυπα τραγούδια του Νίκου Χουλιαρά («Οι σαρανταπέντε», «Το τσιμεντένιο δάσος», «Μικρό ακρωτήρι», «Το τραγούδι του νερού», «Το παγωμένο αστέρι», «Εννιά καβαλλαρέοι») ήταν στην Πλευρά Α. Αργότερα ο Χουλιαράς, σε άλλους δίσκους του, διασκεύασε κι άλλα δημοτικά («Κάτω στις μαυροθάλασσες», «Ο Σιαμαντάκας», «Δεν μπορώ μανούλα»...), όμως είναι βασικά αυτά τα έξι τραγούδια του πρώτου δίσκου του, που κάνουν τη διαφορά. Ποια διαφορά; Μα... να εισχωρήσουν στο ρεπερτόριο του «νέου κύματος» (γιατί περί αυτού επρόκειτο) τα δημοτικά τραγούδια. Κι εδώ η ερμηνευτική συνεισφορά του Νίκου Χουλιαρά, η τεχνική της εποχής (με το βάθος σε πρώτο πλάνο) και κυρίως η εναρμόνιση του Νότη Μαυρουδή (που συνοδεύει στην κιθάρα) δημιούργησαν ένα πρότυπο.
Η πρωτιά λοιπόν του Χουλιαρά έγκειται σ’ αυτό ακριβώς. Στο να φέρει το ηπειρώτικο δημοτικό (το δημοτικό γενικότερα) μέσα στις μπουάτ, καθότι για τα… γιεγιέδικα φλόρια και τη ροκ δισκογραφία είχαν φροντίσει νωρίτερα οι Forminx (“Mandjouranas shake” - 1965), o Μίμης Πλέσσας με το “Greece Goes Modern” (1967) και δεν ξέρω ποιοι άλλοι ακόμη… Να το ψάξουμε αυτό...
Και κάτι τελευταίο. Την εποχή εκείνη (1968), όταν οι χουντικοί έφερναν γυροβολιές υπό τους ήχους των κλαρίνων, κάποιοι μουσικοί δεν κόλλησαν, δεν μάσησαν. Αυτό αποδεικνύεται. Πήραν αυτά τα ίδια τα δημοτικά κι έκαναν το δικό τους παιγνίδι στην πορεία (Σαββόπουλος, Κωχ, Γκαϊφύλλιας… ων ουκ έστιν αριθμός). Χρόνια μετά κάτι ροκάδες των eighties θα έρθουν να μας πουν πως δεν άκουγαν δημοτικά, όταν ήταν νέοι, γιατί τα είχαν συνδέσει, λέει, με τη χούντα… Καλά να πάθουνε… Γιατί άμα ήταν πιο ξύπνιοι θα τα είχαν συνδέσει με τον Νίκο Χουλιαρά! Χα!

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

το βιβλίο του Δημήτρη Μπαγέρη για τον μεγάλο τραγουδιστή ΓΙΩΡΓΟ ΖΩΓΡΑΦΟ

Με συγκινεί αφάνταστα η φωνή του Γιώργου Ζωγράφου (1936-2005). Με ανατριχιάζει. Σε οποιοδήποτε τραγούδι και να την/τον ακούσω. Νοιώθω το σέβας να ξεχειλίζει από κάθε συλλαβή που αρθρώνει, έτσι όπως την αρθρώνει, μιαν ατράνταχτη πίστη σ’ εκείνο που κάθε φορά αποδίδει. Δεν το συναντώ αυτό, συχνά, σε τραγουδιστές – κυρίως γιατί οι πιο τέλειοι από ’κείνους, όσοι έχουν «φωνάρες» εννοώ, διασπώνται σε αλλότρια πρόσωπα μέσα στα χρόνια υπηρετώντας τους εκάστοτε ρόλους.
Με τον Ζωγράφο δεν συνέβη το… αναμενόμενο. Ο ρόλος του υπήρξε ένας και μοναδικός. Να μετατρέπει το πέτρινο ήθος, έτσι όπως εκείνο πήγαζε από τα σωθικά του, σε υψηλή τραγουδιστική τέχνη. Το είχε και ο Ξυλούρης αυτό. Ίσως και μερικοί ακόμη… Ο συνδυασμός μεγάλης φωνής, ήθους και συγκίνησης δεν συναντάται συχνά. Κυρίως γιατί η συγκίνηση, που προϋποθέτει το ήθος, αλλά όχι αναγκαστικώς και τη μεγάλη φωνή (καθότι υπάρχουν μέτριοι φωνητικά τραγουδιστές, που μπορεί να συγκινήσουν), είναι ακριβοθώρητη.
Μπορεί, φυσικά, ο μέγας αυτός ερμηνευτής να πλήρωσε την… εμμονή του να παραμείνει «αμετακίνητος», ενδεχομένως και με την ίδια του τη ζωή (να υπενθυμίσω πως ο ξεχασμένος Γιώργος Ζωγράφος βρέθηκε μόνος του, νεκρός, στο σπίτι του μετά από μέρες), όμως η παρακαταθήκη που άφησε δεν ήταν μικρή… και αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως ν’ απαλύνει, στο διηνεκές, την πίκρα των δικών του ανθρώπων. Της κόρης του, των όποιων συγγενών του, των φίλων του.
Ένας τέτοιος φίλος τού Γιώργου Ζωγράφου, ο συγγραφέας και μελετητής τού ελληνικού τραγουδιού Δημήτρης Μπαγέρης, είναι εκείνος που αποφασίζει, δέκα χρόνια μετά το «τέλος», να εκδώσει ένα βιβλίο για τον τρανό τραγουδιστή. Έπρεπε. Ο τίτλος του βιβλίου είναι Γιώργος Ζωγράφος/ Θα πούμε το τραγούδι του που ξεκινά απ’ τον ήλιο και κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις εκδόσεις «Μετρονόμος».

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/book/59208

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

ZENERIK επιτέλους σε δίσκο (και CD)

Για τους Έλληνες Zenerik είχε γράψει πέρυσι τέτοιαν εποχή (28/6/2014), όταν είχε φθάσει στα χέρια μου ένα CD-R τους, υπό τον τίτλο Yeneƨis. Το άλμπουμ ήταν εξαιρετικό, ένα αμάλγαμα«progressive rock και ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, με εξερευνητική-ψυχεδελική διάθεση», καταλήγοντας σ’ εκείνο το κείμενο με την απορία… «πώς και με τέτοιας κλάσης tracks το “Yeneƨis” δεν έχει κοπεί ακόμη σε βινύλιο». Και να λοιπόν τώρα, ένα χρόνο αργότερα, το ίδιο εκείνο άλμπουμ έρχεται να φιγουράρει στα καταστήματα όχι σε μία, αλλά σε δύο εκδόσεις τής negative/positive (μια 180άρα βινυλιακή των 250 αριθμημένων αντιτύπων και μία «σιντιακή», περιέχουσα τρία bonus tracks), προκειμένου να ικανοποιηθούν άπαντα τα γούστα!
το LP
Οι Zenerik φαίνεται πως είναι ένα project της Λίνας Φονταρά, η οποία έχει συνθέσει-δώσει οδηγίες για όλα τα κομμάτια, παίζοντας συγχρόνως μπάσο (η Φονταρά μάς είναι ήδη γνωστή από την Popis Orchestra και από παλιότερες συμμετοχές της). Δίπλα της στέκεται μια ομάδα μουσικών την οποίαν απαρτίζουν οι Σταύρος Τσαγγαλίδης φλάουτο, σοπράνο, κλαρινέτο κρουστά, Σωτήρης Τσιγαρίδας άλτο, κρουστά, tapes, Αλέξναδρος Κρητικός τρομπέτα, Γιάννης Καρατζάβελος κιθάρες, Ζαχαρίας Κοτσίκης σόλο κιθάρες, Super Mario moog, Άκης Κοσσυβάκης ντραμς και Αντώνης Παπάζογλου κρουστά (με κάποιους εξ αυτών να έχουν περάσει, σε διάφορους ρόλους. και από άλλα προγενέστερα σχήματα σαν τα Παιχνίδια του Ήλιου, Esc Key και Υπόγεια Ρεύματα – οι πληροφορίες από το discogs), προτείνοντας όλοι μαζί, ως Zenerik, ένα απίθανο άλμπουμ.
Το πρώτο κομμάτι έχει τίτλο “Fear” και ξεκινά… κουβεντιαστά, όντας μέσα σ’ ένα noisy και βομβώδες περιβάλλον, το οποίο διαρρηγνύουν κιθαριστικά και ντραμιστικά γεμίσματα. Γρήγορα η σύνθεση αποκτά πιο free-improv χαρακτηριστικά, με τα πνευστά να παίρνουν το πάνω χέρι και με την μπασογραμμή να καθορίζει, βομβαρδίζοντας, την εξέλιξη. Το “Confusion” που ακολουθεί δεν ξεφεύγει από τον αυτοσχεδιασμό και το πείραμα, όμως, εδώ, το πλαίσιο αποκτά περισσότερο cosmic και heavy χαρακτηριστικά, λόγω του φλάουτου αρχικώς, αλλά και των κιθαρών που… δεινοπαθούν, κινούμενες μέσα σ’ ένα γενικώς ακατέργαστο περιβάλλον. Το γενικότερο background, με τα ηλεκτρονικά breaks, είναι πάντα noisy, αλλά με μιαν αίσθηση εκστατικού. Η πλευρά θα ολοκληρωθεί με το “Realization”, που προσφέρει και αυτό συνδυασμούς kraut και progressive συγκινήσεων, πάνω σε μια γραμμή απόλυτα λειτουργικής μονοτονίας. Εγώ θα πω πως είναι ultra τιμητικό για τους Zenerik το ν’ ανακαλείς στο άκουσμά τους τούς Anima, τους Guru Guru του “UFO” και τους Annexus Quam του “Beziehungen”… και πάμε παρακάτω…
Η δεύτερη πλευρά περιλαμβάνει δύο tracks, με τo πρώτo να αποκαλείται “Acceptance”. Επί του προκειμένου το ρυθμικό τμήμα φαίνεται να αποκτά μεγαλύτερο ρόλο στην ανάπτυξη, έχοντας το jazz-improv σε πρώτη θέση, και με σταθερή πάντα τη ροκ διάθεση. Έξοχο track. Αν και σε γενικές γραμμές θα έλεγα πως είναι λιγότερο περιπετειώδες από άλλα τινά της Side 1, είναι εν τέλει το ίδιο ή και περισσότερο συναρπαστικό, με συνεχή breaks απ’ όλα τα όργανα – αγγίζοντας και progressive, πέραν των improv-kraut, καταστάσεις.
Στο έσχατο “Deliverance” οι Zenerik πραγματικά ξεφεύγουν. Είναι δύσκολο να φανταστώ άλλες ελληνικές μπάντες που να δημιουργούν ένα τέτοιο progressive kraut σκηνικό, ολοκληρώνοντας μια σύνθεση, που από την αρχή έως το τέλος της διατηρεί τη δύναμη του «μαγικού». Όπως είχα σημειώσει και στην περυσινή ανάρτηση… «το κομμάτι παραπέμπει στo space-improv-prog των Catapilla του άλμπουμ “Changes”», με ευφάνταστες συμβολές κιθάρας, πνευστών και πλήκτρων, και με το μπάσο-ντραμς να προσφέρει μιάν αργή, νωχελική πλατφόρμα τέμπου, πάνω στην οποία πατά ένα συναρπαστικό ψυχεδελικό αφήγημα. Ένα μεγαλοπρεπές track, χωρίς αρχή και τέλος, που κυλάει όπως του αξίζει. Σαν έπος.
το CD
Τα bonus tracks που υπάρχουν στο CD αφορούν σε τρεις edits του εισαγωγικού “Fear”. Βασικά, αυτό που αποκαλύπτεται εδώ είναι η πιο... prog-psych τροπή που μπορεί να πάρει το κομμάτι, κάπως σαν οι… Pink Floyd του “Ummagumma” να τζαμάρουν με τους ΑΜΜ. Το λέω για να δώσω ένα κάποιο στίγμα δηλαδή, και όχι για να… βλαστημήσω. Μην βιαστείτε, λοιπόν, να με επικρίνετε… για ένα άλμπουμ, πάντως, που σε κάθε περίπτωση το γουστάρω πολύ!

Κυριακή 19 Ιουλίου 2015

NICK FINZER το μέλλον στο τζαζ τρομπόνι

Νέο ανερχόμενο πρόσωπο στο χώρο του τζαζ τρομπονιού, ο Nick Finzer έχει έτοιμο το δεύτερο προσωπικό CD του που τιτλοφορείται The Chase και κυκλοφορεί αυτή την εποχή από την Origin Records. Το άλμπουμ περιέχει δέκα + μία συνθέσεις, όλες του Finzer, στις οποίες το τρομπόνι έχει βεβαίως τον πρώτο ρόλο δίπλα, όμως, σε άλλα σολιστικά ή μη όργανα. Υπάρχει ένα σεξτέτο δηλαδή, το οποίο έρχεται να αποδώσει τα πρωτότυπα κομμάτια του τρομπονίστα Finzer αποτελούμενο, πέραν του ιδίου, από τους Lucas Pino σαξόφωνα, Alex Wintz κιθάρες, Glenn Zaleski πιάνο, Dave Baron μπάσο, Jimmy MacBride ντραμς – ένα πλήρες, θεωρητικά και πρακτικά, γκρουπ, με τις απαιτούμενες (μεγάλες) δυνατότητες.
Ο Finzer δεν συνθέτει για τον εαυτό του, έχοντας τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας σ’ έναν απλώς υποστηρικτικό ρόλο. Τα κομμάτια του είναι έτσι δομημένα ώστε να παρέχουν χώρο για ωραία και ουσιαστικά σόλι από τα υπόλοιπα «βασικά» όργανα (κυρίως πνευστά, κιθάρες και πιάνο), με το rhythm section να διατηρεί σε ισχύ μία χαμηλών τόνων πλατφόρμα, πάνω στην οποία αυτοσχεδιάζουν συχνά, μελωδώντας, τα διάφορα όργανα. Υπάρχουν συνθέσεις που κουβαλούν κάτι παλαιικό στην ανάπτυξή τους, όπως ας πούμε το αργό “While youre gone”, που μπορεί να θυμίζει ακόμη και «ελινγκτόνιες» τζαζ μπαλάντες του Μεσοπολέμου, ενώ άλλες φορές ένας bop… λυρισμός φαίνεται να αναδύεται από άλλες συνθέσεις, όπως π.χ. την “All hype”, τη φερώνυμη με το άλμπουμ “The chase” ή την “Acceptance” – μία πραγματικά ήσυχη, απολαυστική στιγμή, στηριγμένη στα πληθωρικά σόλι της κιθάρας, του τρομπονιού και του σαξοφώνου. Μία άλλη σύνθεση που ξεχωρίζει, σ’ αυτό το εντελώς απέριττο και ουσιαστικό CD, είναι η περίπου 7λεπτη “Steadfast”, όταν πάνω σ’ ένα μέσο τέμπο, οικοδομείται συν τω χρόνω μία κάπως… τραγουδιστική ατμόσφαιρα, με το μπάσο κλαρίνο του Lucas Pino να αναλαμβάνει το σχετικό ρόλο. Το ίδιο, μάλιστα, θα μπορούσα να ισχυριστώ και για το “Search for a sunset”, μία ακόμη ζωηρή μελωδία του Finzer (καταπληκτική θα την αποκαλούσα), με το τρομπόνι να «ζωγραφίζει» και με το μπάσο κλαρίνο, ξανά, να προσθέτει αυτά τα ιδιόμορφα… vocally vibes.
Το “The Chase” θα ολοκληρωθεί με το “Just passed the horizon” (και την εισαγωγή του), μία ακόμη σύνθεση του Finzer που προσφέρει δυναμικά και πάντα ελεγχόμενα σόλι σε τρομπόνι, κιθάρα και πιάνο, κινούμενη σε μια ξεσηκωτική bop γραμμή.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΡΑΣ γεροντοπείσματα

Άπαντα τα «Γεροντοπείσματα» του Δημήτρη Καρρά στο Lifo.gr

SANGRE DE MUERDAGO σύγχρονο top κέλτικο folk από την Ισπανία

Ισπανική και κάπως γερμανική folk μπάντα, ας την πούμε έτσι, είναι οι Sangre De Muerdago, με το πιο πρόσφατο άλμπουμ της, που τιτλοφορείται “O Camiño das Mans Valeiras” [Sick Man Getting Sick/ Creative Eclipse PR, 2015], να ηχογραφείται το Φλεβάρη του ’15 κάπου στα δάση της Θουριγγίας από τους Pablo C. Ursusson συνθέσεις, κιθάρες, hurdy-gurdy, ντραμς, κρουστά, φωνή, Emma Skemp μπαρόκ φλάουτο, ντραμς, φωνή, Georg Börner άρπα, βιόλα, dulcimer, φωνητικά, Bubu κιθάρες και Jorge Olson de Abreu γενικότεραπνευματικά καθήκοντα. Ντελικάτος ακουστικός ήχος, τόσο σε τραγούδια όσο και σε  ορχηστρικά, που φέρνει στη μνήμη τα παλιά (late seventies) ισπανικά folk συγκροτήματα από την Γαλικία, τους Fuxan os Ventos και τους Milladoiro πρωτίστως, ή τους εξαιρετικούς Labanda (που είχαν και αυτοί βεβαίως κέλτικα στοιχεία στις μουσικές τους).
Οι κλασικές κιθάρες των Ursusson και Bubu αναλαμβάνουν, εννοείται, μεγάλο μέρος της διευθέτησης των μελωδιών, με όλα όμως τα υπόλοιπα όργανα (και βασικά το φλάουτο, τη βιόλα και το hurdy-gurdy) να προσφέρουν μαγευτικές στιγμές συνοδείας και εκστατικά αλλά ήρεμα σόλι. Τα κομμάτια των Sangre De Muerdago δεν έχουν ιδιαίτερες εξάρσεις, παραμένοντας πάντα σε μια «γραμμή» και βεβαίως πιστά στον ήπιο ακουστικό ήχο, που διατηρεί εντός του, και σε κάθε περίπτωση, υπόγειες εντάσεις. Με μελωδίες που φανερώνουν έμπνευση και ψάξιμο και με αρμονίες που «δένουν» ένα περιβάλλον φυσικής γαλήνης και εκτόνωσης, με ρίζες βαθιές στο χρόνο, και πάντα μακριά από τους συνήθεις ποπ εντυπωσιασμούς, οι σκοποί και τα τραγούδια των Sangre De Muerdago είναι βάλσαμo ψυχής. Και αναφέρομαι κυρίως στα οργανικά “De musgo e pedra” (το ακούμε παρακάτω στο βίντεο) και “Noites de treboada e ollos abertos” και βεβαίως σε τραγούδια όπως το “O conxuro”.
Το άλμπουμ κυκλοφορεί και σε 180άρι βινύλιο, για μεγαλύτερη απόλαυση…