Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

MATT ELLIOTT για το “The Calm Before”

Ο Matt Elliott είναι γνωστός και αγαπητός στο ελληνικό κοινό, αφού και τα τραγούδια του έχουν κάνει εντύπωση από χρόνια και οι συναυλίες του είναι πάντα sold out. Δεν ξέρω αν το στυλ του ταιριάζει μ’ εκείνο που θα αποκαλούσαμε «ελληνική ψυχοσύνθεση», σε κάθε περίπτωση πάντως το δικό του γκελ στη χώρα μας είναι διακριτό, για να μην πω μεγάλο, κάτι που δείχνει πως, σαν λαός να πούμε, δεν είμαστε μόνο… ντιριντάχτα. Ok, το ξέρουμε… Δεν περιμέναμε τον συμπαθέστατο Matt Elliott για να το επιβεβαιώσουμε.
ΤοThe Calm Before [Ici d’ailleurs…, 2016] είναι το έβδομο, όπως διαβάζω, άλμπουμ του εγγλέζου (από το Μπρίστολ) μουσικού, ένα σκοτεινό «φολκτρονικό» διαμαντάκι, απ’ αυτά που, τέλος πάντων, δεν περιμένεις να μεγαλουργήσουν, σώνει και καλά, στην ημεδαπή. Και όμως… Οι βαθιές, βαριές και ενίοτε… απλησίαστες «κατασκευές» του Elliott έχουν τα… μεσογειακά παραθυράκια τους. Τις «τρύπες» εκείνες εννοώ, μέσα από τις οποίες θα περάσει μια στάλα φως, για να τις φωτίσει, έστω και για λίγο, πριν ξαναπλακώσει η σκοτεινιά και η μαυρίλα.
Με κιθάρες και λίγα ηλεκτρονικά (βασικά), και βεβαίως με μια φωνή, χαμηλή, αλλά με ωραία εκφραστικότητα, ο Matt Elliott παρατάσσει στο “The Calm Before” έξι κομμάτια, το ένα καλύτερο από το άλλο, με το “The allegory of the cave”, που κλείνει το CD, να μας οδηγεί ίσια στην Πολιτεία του Πλάτωνος και στον τρόπο που λειτουργούν οι ψευδαισθήσεις, χαλιναγωγώντας τη σκέψη, κάτω από δεδομένες συνθήκες. Πάντα επίκαιρο...

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Πόσο απαγορευμένη ήταν η… ψυχεδελική διάθεση και η πληροφόρηση επί χούντας; Ας ρίξουμε μια ματιά στα τρία «ψυχεδελικά» τεύχη του περιοδικού ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΡΥΘΜΟΙ από τις αρχές του ’68.

Στις αρχές του ’68 εκείνο που ονομάζουμε… αμερικανική και βρετανική ψυχεδέλεια βρισκόταν στο εμπορικό φόρτε του. Παντού στον κόσμο, ή σχεδόν παντού, οι συγκεκριμένοι ήχοι διαδίδονται από τα ραδιόφωνα (κρατικά, ερασιτεχνικά ή… στρατιωτικο-αμερικανικά τύπου AFRS δηλ. Armed Forces Radio Service), κόβονταν σε βινύλιο από τις κατά τόπους δισκογραφικές, έγραφαν γι’ αυτές τα περιοδικά και οι εφημερίδες.
Στην Ελλάδα, στην οποία, εκείνη την εποχή, έκανε κουμάντο δια πραξικοπήματος η προσκυνούσα τον υπερατλαντικό παράγοντα χούντα των συνταγματαρχών, ακολουθήθηκε το ίδιο μοτίβο. Τα ραδιόφωνα (κρατικά, ερασιτεχνικά και αμερικανικά) λαλάγανε, οι εταιρείες δεν προλάβαιναν να τυπώνουν σε βινύλιο τη μία… ψυχεδέλεια μετά την άλλη (από “Sgt. Peppers…”, “Their Satanic Majesties Request” και “See Emily play”, μέχρι “Surrealistic Pillow” καιEvery One of Us”), ενώ και τα έντυπα δεν έχαναν την ευκαιρία να προβάλλουν όψεις της νέας κουλτούρας, που δεν αφορούσε βεβαίως μόνο στη μουσική, αλλά και στο σχέδιο, στη μόδα κ.λπ.
Κάπως έτσι στις αρχές του 1968 σκάνε τα τρία «ψυχεδελικά» τεύχη των Μοντέρνων Ρυθμών. Ήτοι το τεύχος 98, της 31/1/1968, με εξώφυλλο τους Jimi Hendrix Experience, το τεύχος 99, της 14/2/1968, με εξώφυλλο τους Beatles και το τεύχος 100 της 28/2/1968, με εξώφυλλο τους Procol Harum. Τις καταπληκτικές, ψυχεδελικής τεχνοτροπίας, μακέτες των συγκεκριμένων covers είχε επιμεληθεί ο αείμνηστος Νίκος Παπαθανασίου – αδελφός του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Ας ξεφυλλίσουμε τα τεύχη κι ας επικεντρωθούμε στη σχετική θεματολογία…

Αρχή με το τεύχος 98…
Το περιοδικό ξεκινάει στη σελίδα 4 με μιαν ωραία, αλλά ασπρόμαυρη ψυχεδελική «αφίσα» των Jimi Hendrix Experience, ενώ στη διπλανή σελίδα, την 5, υπάρχει συνέντευξη του Hendrix, η οποία παίρνει τίτλο από το εξής τσιτάτο… «δεν αισθάνομαι τραγουδιστής ποπ!!» (έτσι ακριβώς προβάλλεται με ψυχεδελικά γράμματα και στο εξώφυλλο). Αν και δεν αναφέρεται η πηγή της συνέντευξης, χωρίς βεβαίως να υποδηλώνεται πως αυτή δίδεται στους Μ.Ρ. (μόνο βλάκες, όπως έχουμε ξαναπεί, συμπεραίνουν τέτοια πράγματα) το ενδιαφέρον δεν είναι μικρό. Διαβάζουμε λοιπόν τον Hendrix να λέει:
«Στην Αγγλία τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι στην Αμερική. Στην πατρίδα μου σε υπολογίζουν σαν μηχάνημα που παράγει χρήματα. Δεν είσαι καλλιτέχνης, είσαι μηχανή!(…)». Και πιο κάτω… «Αγαπημένοι μου καλλιτέχνες είναι ο Μούντυ[sic] Γουώτερς κι ο Μπομπ Ντύλαν. Επίσης θαυμάζω τον Τσακ Μπέρρυ και τον Β.Β. Κινγκ(…)» και πιο κάτω… «Όσο για τη μουσική των Μπητλς, είναι βέβαια όμορφη, όμως τόσο λεπτή, τόσο σχολαστικά προσεγμένη. Εμένα μ’ αρέσουν τα δυσκολότερα και “σκληρότερα” τραγούδια».
Στη σελίδα 8 υπάρχει μονοσέλιδη αναφορά στον Scott McKenzie με αφορμή το τραγούδι του “San Francisco (Be sure to wear flowers in your hair)” (σύνθεση του John Phillips των Mamas & the Papas) –είχε τυπωθεί και στην Ελλάδα από την CBS σε 45άρι με τα στοιχεία [BA 301143]–, τον hippie ύμνο εννοούμε που κυκλοφόρησε τον Μάιο του ’67 και συνδέθηκε αυθωρεί με το λεγόμενο «καλοκαίρι της αγάπης». Πάλι από συνέντευξη διαβάζουμε τον Scott McKenzie να λέει:
«Εδώ στο Σαν Φρανσίσκο δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία στην ήρεμη σκέψι. Όταν γράφαμε το τραγούδι-επιτυχία μου κάναμε μία μεταμεσονύκτια συγκέντρωσι με τον Πωλ Μακ Κάρτνεϋ, ο οποίος είναι θαυμάσιος άνθρωπος, και τον Τζην Φίλιπς των Μάμας εντ Πάπας. Συζητήσαμε ήρεμα τις ιδέες μας. Οποιοδήποτε δημιούργημα, που έχει για συστατικά του την αγάπη και την ειρήνη θα είναι πάντα καλό(…)».
Στη σελίδα 14 του τεύχους 18 βλέπουμε το ελληνικό TOP-50, που είναι φισκαρισμένο στην… ψυχεδέλεια. Νούμερο 1 είναι το “The wind cries Mary” του Jimi Hendrix, ενώ μέσα στην 50άδα συναντάμε τραγούδια των Traffic (“Hole in the shoe”), του Donovan (“There is a mountain”), των Beatles (“Hello, goodbye”, “All you need is love”), των Eric Burdon & The Animals (“San Franciscan nights”), των Moby Grape (“Omaha”), των Procol Harum (“Homburg”), των Smoke (το καραψυχεδελικό “My friend Jack”) κι ένα σωρό κι ακόμη…
Στη σελίδα 26 και στη στήλη «Λονδίνο Ώρα 12» υπάρχει αναφορά στα λονδρέζικα κλαμπ, όπως π.χ. στο 100 Club, στο οποίο εμφανίζονταν οι St. Valentine’s Day Massacre(!), που τότε τραγουδούσαν την ανεπανάληπτη διασκευή τους στο θρυλικό “Brother, can you spare a dime” ή στο Marquee στο οποίο έπαιζαν τότε οι Marmalade και οι Nice (τα ονόματα των γκρουπ τα αναφέρει το περιοδικό, όχι εγώ).
Τέλος, στη σελίδα του Γιάννη Πετρίδη «Μουσική Επιθεώρηση» γίνεται λόγος ξανά για Donovan, Easybeats, Beach Boys, Rolling Stones, Beatles, Spencer Davis Group, Turtles κ.λπ.
Όλα αυτά δεν συνιστούν… ψυχεδελική πληροφόρηση; Μόνο οι βλάκες θα έλεγαν «όχι»…

Πάμε στο τεύχος 99… με τους Beatles στο cover.
Εδώ υπάρχουν σκόρπιες διάφορες πληροφορίες για τους Fab Four. Μία από τις πιο αξιοπερίεργες; Η ακόλουθη από τη σελίδα 13: «Στην Ινδία πήγε ο Τζωρζ Χάρρισον των Μπητλς για να επιβλέψει την ηχογράφηση τοπικών τραγουδιών, που θα χρησιμοποιηθούν στη μουσική της ταινίας “Γουώντερ Γουώλλ” που έγραψε ο ίδιος».
Στο TOP-50 της σελίδας 12 πρωτιά για το “Massachusetts” των Bee Gees και μέσα στο TOP τραγούδια των Alan Price Set, Jimi Hendrix, Traffic, Beatles, Donovan, Eric Burdon & The Animals, Procol Harum, Moby Grape, Box Tops, Kinks, Rolling Stones, Prophets, Mitch Ryder, Smoke, Scott McKenzie, Flowerpot Men… χαμός…
Στη στήλη «η κριτική των δίσκων» παρελαύνουν 45άρια των Love Affair, Georgie Fame, Cat Stevens, Spirit, Lovin’ Spoonful, Spencer Davis Group, Jefferson Airplane (το “Ballad of you & me & Pooneil”), American Breed κ.ά.

Και στο τεύχος 100… με τους Procol Harum στο cover.
Στη σελίδα 8 υπάρχει αναφορά στο γκρουπ και στον ψυχεδελικό ύμνο “A whiter shade of pale”’, μεταφέρονται στο ελληνικό αλφάβητο τα “Love is all around” με τους Troggs, “In another land” με τους Rolling Stones και “She is still a mystery” με τους LovinSpoonful, ενώ στις σελίδες 14-15 υπάρχει αφιέρωμα στους Αγγλοαμερικάνους Prophets που τίναζαν τα πάλκα της Αθήνας με τα ψεχεδελικά κομμάτια “Painterman” (των Creation) και “Fire” (του Jimi Hendrix). Στις σελίδες 16-17 ο Χρήστος Θερμός γράφει για τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του από το Λονδίνο του ’68, όπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε για τον John Mayall και τους Bluesbreakers, το περίφημο κλαμπ Klooks Kleek, τα Radio 1 και Radio Caroline, ενώ βλέπουμε και φωτογραφία με «όμορφα κορίτσια και μίνι φούστες» όπως γράφει και η λεζάντα, την εποχή όπου η χούντα… κυνηγούσε το μίνι, όπως γράφουν οι αγράμματοι. (Φυσικά και το κυνηγούσε, όταν το φορούσαν οι λαμπράκισσες με τις… μαύρες κάλτσες, που επιχειρούσαν να προσηλυτίσουν «εις τον κομμουνισμόν» το... άδολο στράτευμα!). Υπάρχει περαιτέρω άρθρο για τους Bee Gees και το φοβερό ψυχεδελικό τραγούδι τους “New York mining disaster 1941”, έγχρωμες ολοσέλιδες φωτογραφίες του Scott McKenzie, του Paul Jones (από τους Manfred Mann) και των Love Affair με… ψυχεδελικές/ χίπικες ενδυμασίες, παρουσιάσεις δίσκων των Strawberry Alarm Clock, Rolling Stones, Moody Blues κ.ά., μεταφορές στίχων των Who (“I can see for miles”), διαφημίζεται το 45άρι των Ελλήνων Bill and Psychedelic Band (με την… απαγορευμένη λέξη «ψυχεδέλεια» στον τίτλο!) και άλλα διάφορα…

Τι άλλο θα ήθελαν οι… σκληροπυρηνικοί του κώλου να γράψει ένα ελληνικό μουσικό περιοδικό του 1968; Για τους… Frumious Bandersnatch ή μήπως για τους Mystic Tide; Για να μας πουν οι κουμπούρες…

Κάποτε ο μακαρίτης Παύλος Σιδηρόπουλος είχε πει τις εξής μπαρούφες για τη ροκ σκηνή της Θεσσαλονίκης στα τέλη των sixties, αναφερόμενος στα συγκροτήματα Fratelli, Μακδεδονομάχοι κ.λπ. (Ήχος & Hi-Fi #96, Μάρτης ’81): «Στη Θεσσαλονίκη (όπου πήγα εγώ σαν φοιτητής, γιατί έχω κάνει μαθηματικός μέχρι το τρίτο έτος) είχανε μια φοβερά δυναμική, συμπαγή και σκληρή σκηνή ροκ εν ρολ την εποχή ’65-’75».
Και λίγο πιο αργότερα στη Μουσική (#78, 5/1984) για το ίδιο θέμα:
«Ροκ σκηνή σήμαινε: όχι στα ιταλικά τραγούδια, μίσος για τη Δεξιά και για οποιαδήποτε απόχρωσή της(…) Σημειωτέον δε ότι το κύκλωμα αυτό ήταν στεγανό. Όσον αφορά δε τη μουσική, όποιος τολμούσε ν’ ακούσει και Beatles ακόμα υπήρχε περίπτωση να μην του ξαναπούν ούτε καλημέρα. Εάν στην Αθήνα αυτό ήταν λιγάκι μαλακό, στη Θεσσαλονίκη ήταν απόλυτα αυστηρό».

Τι σόι… σκληρή, απόλυτα αυστηρή και… αντιδεξιά σκηνή ήταν αυτή της Θεσσαλονίκης, όταν τα συγκροτήματά της έπαιζαν σε αποκριάτικους χορούς του Γ Σώματος Στρατού για την ψυχαγωγία των χουντο-στρατόκαβλων; (Όντως συνέβη, την 20/2/1969 στο Αλεξάνδρειο με τη συμμετοχή και των… σκληρών Fratelli). Αυτό μόνο ο Σιδηρό (αν ζούσε) ή, έστω, οι διάφοροι μαλάκηδες που αποτελούν σήμερα τα μεταθανάτια φερέφωνά του θα μπορούσε να μας το εξηγήσουν… Αλλά τούτα δεν ενοχλούν αυτούς τους μαλαπέρδες… Οι συνεντεύξεις τού Lennon ή του Hendrix, που μεταφέρουν οι Μοντέρνοι Ρυθμοί τους ενοχλούν… Από ’κει να καταλάβετε τι «ζώα»…

Για περισσότερη… απαγορευμένη ψυχεδέλεια στον ελληνικό περιοδικό τύπο του ’68 εδώ… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/01/blog-post_14.html

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

CHRISTOPHER ZUAR – KRIS ALLEN

Δύο καινούρια και άξια jazz CD, με πολλές και διαφορετικές επιρροές/ αναφορές, που σίγουρα θα ενδιαφέρουν του τζαζόφιλους…
CHRISTOPHER ZUAR ORCHESTRA: Musings [Sunnyside Communications, Inc., 2016]
Μόλις στα 29 του βρίσκεται ο πιανίστας και συνθέτης Christopher Zuar, αλλά είναι ήδη έτοιμος μουσικός. Και τι έτοιμος! Ικανός να διευθύνει μια ορχήστρα 19 ατόμων αποτελούμενη από ονόματα, που θεωρητικώς τον ξεπερνούν. (Αντιλαμβάνεστε πώς ακριβώς το λέμε αυτό). Να μερικά (από τα 19): Dave Pietro και Brian Landrus πνευστά, Matt Holman τρομπέτα, Tim Albright τρομπόνι, Pete McCann κιθάρα, Frank Calberg πιάνο, fender, Rogerio Boccato κρουστά… Ντεμπουτάροντας στη δισκογραφία με το “Musings” ο Zuar πέφτει κατ’ ευθείαν στα βαθιά, αφού «δέχεται» να κριθεί τόσο ως συνθέτης και ενορχηστρωτής, όσο και ως διευθυντής (της μπάντας του). Ας πούμε λοιπόν από την αρχή πως ο… βαθμός του είναι πολύ καλός, αγγίζοντας και το περισσότερο…
Ως συνθέτης ο Zuar έχει, ή εν τοιαύτη περιπτώσει φαίνεται να έχει, ισχυρή κλασική και jazz παιδεία. Και καλά για την jazz, αφού είναι προφανής η άνεσή του να συνθέτει και να ενορχηστρώνει γοητευμένος προφανώς (εγώ θα πω) από το έργο του Gil Evans, αλλά η κλασική; Η αγάπη τού Zuar για τον Μπαχ (που δεν είναι της κλασικής, αλλά της εποχής του μπαρόκ… anyway) είναι κατ’ αρχάς ολοφάνερη σε συνθέσεις όπως η “Chaconne”, ενώ σε πλείστες άλλες ο μελωδικός λυρισμός του είναι εντελώς ευρωπαϊκού τύπου και όχι αμερικανικού. Βεβαίως, ως Αμερικανός και ως νέος άνθρωπος ο Zuar δεν στέκεται αδιάφορος απέναντι στο rock [“Ha! (Jokes on you)”], ούτε βεβαίως στις διάφορες τροπές που πήρε η jazz μέσα στα χρόνια – και αναφέρομαι κυρίως στην βραζιλιάνικη διάστασή της, όπως τούτη αποκαλύπτεται μέσω των φωνητικών της Jo Lawry και της μοναδικής διασκευής τού “Musings”, του “7 Anéis” του Egberto Gismonti.
Από τις πιο ωραίες συνθέσεις του άλμπουμ είναι οπωσδήποτε το 8λεπτο “Vulnerable states”, στο οποίο ο Zuar καταθέτει όλη τη συνθετική και ενορχηστρωτική άνεσή του δίνοντας ένα track με φοβερό υπόγειο drive, ωραία soli (πιάνο, σαξόφωνα), άψογη διευθέτηση της φωνής και «γεμάτη» οργανική διαχείριση, δουλεύοντας πάνω στα επίπεδα των πνευστών και τις σχετικές διαστρωματώσεις. Φυσικά, τίποτα δεν θα έφτανε τόσο ψηλά, αν ο μελωδικός διάκοσμος δεν ξεπερνούσε το παν. Επίσης πολύ καλή δουλειά έχει γίνει και στο 7λεπτο “Anthem”, ένα track που ξεκινάει κάπως χαλαρά και ήπια, για ν’ αποκτήσει στη διαδρομή πιο δυναμικές διαστάσεις (μ’ ένα πολύ ωραίο σόλο, εκτός των άλλων, από τον Matt Holman στο φλούγκελχορν). Αλλά μη νομιστεί… και στα μικρά σε διάρκεια κομμάτια, όπως το δίλεπτο “Lonely road”, ο Zuar δείχνει πως ξέρει να εκμεταλλεύεται το χρόνο στον υψηλότερο βαθμό, δίνοντας, εδώ, ένα έξοχο τραγούδι… χωρίς λόγια.
Τα καλά λόγια που γράφει για τον Zuar ο σημαίνων πιανίστας, συνθέτης και παραγωγός Mike Holober, στο μέσα μέρος του cover, ανταποκρίνονται πλήρως στο άκουσμα του “Musings” (και στην αξία του πρώτου τη τάξει).
KRIS ALLEN: Beloved [Truth Revolution Recording Collective, 2016]
Καθώς μαθήτευσε δίπλα στον διάσημο άλτο σαξοφωνίστα Jackie McLean (1931-2006), o Kris Allen, αλτίστας βασικά κι αυτός, θεωρείται ως ένας από τους πιο συνεπείς συνεχιστές του ήχου του. Συνδυάζοντας ούτως ειπείν τυπικά «χρωματικά» hard bop patterns, με avant περιπλοκές και «ελεύθερα» περάσματα, ο Allen έχει την ευκαιρία στο “Beloved” ν’ αποδείξει την αγάπη του στον ήχο του δασκάλου μέσω ενός κουαρτέτου, που είναι κομμένο και ραμμένο γι’ αυτό το σκοπό. Χωρίς ένα αρμονικό όργανο, ένα πιάνο, κάποιο έγχορδο, αλλά μόνο με δύο σαξόφωνα (άλτο τενόρο) και το βασικό μπάσο-ντραμς, ο Allen δίνει ένα συναρπαστικό θα το χαρακτήριζα CD με μουσικές… μελωδικές και αυθόρμητες, κεντραρισμένες πάνω σ’ αυτή την πάντα παράξενη, αλλά όχι ασυνήθιστη «πνευστή» διαδοχή. Kris Allen λοιπόν άλτο και σ’ ένα κομμάτι σοπράνο, Frank Kozyra τενόρο, Luques Curtis μπάσο και Jonathan Barber ντραμς… και από ’κει και πέρα δέκα συνθέσεις, όλες του Allen, που άλλη περισσότερο και άλλη λιγότερο κάτι έχει να πει (δηλαδή… πολλά) και κάτι να επιδείξει.
Για παράδειγμα το γρήγορο, εισαγωγικό και κάπως groovy trackLowborn (Proverbs 62:9)”, το περίεργα διαρθρωμένο (μ’ ένα τεράστιο μέτρο) “Mandy have mercy”, που μοιάζει με τραγούδι σ’ ένα πρώτο επίπεδο (με τα… διαδοχικά πνευστά soli του), αν και, πίσω, το rhythm section παρασύρει σε πιο ελεύθερες κινήσεις, το “Bird Bailey”, που σχετίζεται με τον Charlie Parker βεβαίως, αφού στην ουσία αποτελεί μιαν εντελώς προσωπική συγκόλληση διαφόρων σπαραγμάτων του, ή ακόμη και το έσχατο “Threequel”, που είναι, ίσως, το πιο αναμενόμενο στην εξέλιξή του κομμάτι του άλμπουμ. Υπό την έννοια πως εδώ έχουμε ένα κλασικό bop, χωρίς παράξενα μετρήματα, διπλά σόλο σε unison γραμμή, ή άλλες ιδιόμορφες προσαρμογές, που χαρακτηρίζουν, από λίγο έως πολύ, όλα τα υπόλοιπα tracks.
Σε γενικές γραμμές θα έλεγα πως ο Kris Allen ετοίμασε ένα εντελώς προσωπικό CD, που ενώ δείχνει απλό και κατανοητό σε πρώτη φάση (ακόμη και latin-jazz ακούμε στο “Flores” ή καθαρό blues στο “One for Rory”), ποτέ δεν μεταπίπτει στο… αναμενόμενο. Πάντα και παντού, σε κάθε μέτρο, σε κάθε στροφή, υπάρχει κάτι που θα σε εκπλήξει.
Επαφή: www.krisallenjazz.com

Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

ΘΟΔΩΡΟΣ ΠΑΠΑΝΤΙΝΑΣ (1951-2016)

Η είδηση έπεσε στο chat από τον spacefreak και τον Μιχάλη από νωρίς. Πέθανε, σήμερα, ο Θόδωρος Παπαντίνας.
Όπως γνωρίζουν καλώς οι φίλοι του ελληνικού ροκ η πιο παλαιά ηχογράφηση τού άξιου κιθαρίστα προέρχεται από το 1971, όταν συμμετείχε στη δημιουργία του άλμπουμ «Επεισόδιο» του Πάνου Σαββόπουλου. Ο Παπαντίνας ακούγεται στα φοβερά κομμάτια «Κίκος 70» και «Βλέπω μορφές» (το 8λεπτο με το δικό του σόλο) από την πρώτη πλευρά, καθώς και στα «Ηλιοτρόπια», «Ακροβάτης» και «Τουρίστες» από τη δεύτερη. Ο ρόλος του, δηλαδή, σ’ αυτό το θρυλικό έτσι-πρέπει-να-το-λέμε LP ήταν κάτι παραπάνω από αποφασιστικός, όσον αφορά στον ήχο.
Από το session του "Επεισοδίου", Ιούλης 1971. Από αριστερά (πίσω) Βαγγέλης Καργούδης κρουστά, Θόδωρος Παπαντίνας κιθάρα και Πάνος Σαββόπουλος.
Κάτι που δεν είναι πολύ γνωστό τώρα…
Το 1974 ο Παπαντίνας έπαιζε σ’ ένα άλλο γκρουπ της Θεσσαλονίκης (μετά τους Fratelli και τους Μακεδονομάχους δηλαδή) που λεγόταν Locomotion. Άλλο μέλος του γκρουπ ήταν ο Θανάσης Ζλατάνος, που ήδη είχε ξεκινήσει να παίζει με τους Underdog, πριν μετακομίσει στη Νορβηγία και μπλέξει με το progressive (Medusa) και αργότερα με το new wave (Lumbago) και το dark wave (Nekropolis).
Οι Locomotion είχαν δώσει ένα τουλάχιστον live, που είχε διοργανώσει η ΧΑΝΘ (Χριστιανική Αδελφότητα Νέων Θεσσαλονίκης) την 18/2/1974 (η πληροφορία από τον τόμο «Χρονικό ’74»).
Ο Θόδωρος Παπαντίνας με τους Locomotion (1974)
Τη φωτογραφία μού την έστειλε φίλος πριν από λίγο…

Περισσότερα για τον Θόδωρο Παπαντίνα εδώ…

το ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΗ-ΣΥΜΙΟΥ στο Μεσολόγγι το τετραήμερο του Αγίου Πνεύματος

Το πανηγύρι του Άη-Συμιού στο Μεσολόγγι είναι ένα από τα σημαντικότερα και πιο ιστορικά που οργανώνονται το καλοκαίρι στη χώρα. Επειδή το έχω παρακολουθήσει, πριν κάμποσα χρόνια, κι επειδή έχω συμμετάσχει κατά καιρούς σε πανηγύρια σε πολλά διαφορετικά γεωγραφικά διαμερίσματα, τόσο στην ηπειρωτική χώρα όσο και στα νησιά, λέω πως... τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί. Δεν είναι μόνο η πολυήμερη διάρκειά του και τα ποικίλα δρώμενα, είναι και η όσο το δυνατόν πιο πιστή μεταφορά του μέσα στα χρόνια και βεβαίως η πάνδημη συμμετοχή, που ενώνει Μεσολογγίτες και επισκέπτες μ’ έναν πρωτόφαντο τρόπο.
Το πανηγύρι που έχει παραδοσιακό-ιστορικό και θρησκευτικό χαρακτήρα γιορτάζεται από τους Μεσολογγίτες δύο φορές το χρόνο. Το χειμώνα, 2-3 Φεβρουαρίου και το καλοκαίρι στις ημέρες του Αγίου Πνεύματος
Η φετινή γιορτή –βάσει του δημοσιευμένου προγράμματος– ξεκίνησε το Σάββατο (18/6) με τον σημαιοστολισμό, τη φωταγώγηση της πόλης και τα πρώτα γλεντοκόπια αρματωμένων και καβαλαραίων, για να συνεχιστεί την Κυριακή της Πεντηκοστής (σήμερα δηλαδή) στο ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Συμεών, σ’ ένα γλέντι με νταούλια και ζουρνάδες, το οποίο θα εξελίσσεται μέχρι και τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος (άμα τη επιστροφή πλέον στην πόλη του Μεσολογγίου), για να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα την Τρίτη (21/6) της Αγίας Τριάδος με το τελικό γλέντι στο νησάκι της Κλείσοβας (ακριβώς απέναντι από το Μεσολόγγι).
Υπάρχει ένα δυσεύρετο βιβλίο τού γνωστού ποιητή και συγγραφέα Θωμά Γκόρπα και του αδελφού του Βησσαρίωνος Γκόρπα, που τυπώθηκε από τις εκδόσεις Ζυγός, στην Αθήνα το 1972 κι έχει τίτλο «Το Πανηγύρι Τ’ Άη Συμιού (μια μεσολογγίτικη λαογραφία)». Το βιβλίο αυτό είναι πολύτιμο για την ιστορία του πανηγυριού και από ’κει μεταφέρω μερικά αποσπάσματα (με μικρές δικές μου ενοποιητικές παρεμβάσεις).
Τα αδέλφια Γκόρπα, Μεσολογγίτες αμφότεροι, δένουν το πανηγύρι με το παρελθόν του, περιγράφοντας λεπτομέρειες και γεγονότα, ερευνώντας ταυτοχρόνως το πώς εμφανίστηκε αυτό (το πανηγύρι) μέσα στην ποίηση και τη λογοτεχνία...

Η συνέχεια εδώ…

Σάββατο 18 Ιουνίου 2016

η ΡΟΖΑ ΙΜΒΡΙΩΤΗ για τους hippies

Για το ποια ήταν η παιδαγωγός και μεγάλη προσωπικότητα της Αριστεράς (από το ΕΑΜ στην ΕΔΑ και αργότερα στο ΚΚΕ) Ρόζα Ιμβριώτη (1898-1977) δεν χρειάζεται να πούμε πολλά – υπάρχουν, εξάλλου, τα βιογραφικά της στο δίκτυο και μπορεί ο καθείς να τα συμβουλευτεί. Η δράση τής Ιμβριώτη για τα θέματα της νεολαίας και της παιδείας υπήρξε κάτι παραπάνω από ουσιαστική και αξιοσημείωτη και προς τούτο μαρτυρά το κοινωνικό έργο της και βεβαίως τα βιβλία της, όπως Το Κατηγορώ της Νεολαίας, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διογένης, τον Ιούλιο του 1972. Να μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα, που σχετίζονται με τους hippies:
«Οι νέοι όλου του κόσμου έχουν την πεποίθηση, ότι οι μεγαλύτεροί τους έχουν προσχεδιάσει γι’ αυτούς μια ζωή που αναπόφευκτα θα αντικρύσουν την πυρηνική καταστροφή είτε τώρα αμέσως, είτε στο άμεσο μέλλον.(…) Καταλήγουν τα νιάτα να θέλουν να καταστρέψουν τα πάντα. Ακόμα και η αυτοκαταστροφή τούς φαίνεται προτιμότερη απ’ αυτή την κόλαση που ζούνε. Γίνονται σκληροί κατήγοροι, όπως διαβάζω σ’ ένα περιοδικό των χίπις: ‘Τι κάνατε για μας; Μας οδηγείτε στο θάνατο συνειδητά και προγραμματισμένα… Ε λοιπόν εμείς θέλουμε μια ζωή χαρούμενη και υπεύθυνη και όχι μια ζωή στο χείλος του γκρεμού’. Και σε άλλη εφημερίδα τους ‘Ο Ρεαλισμός’ κηρύττουν: ‘Ο διάλογος τελείωσε, δε χρειάζονται πια άλλα λόγια και πορείες, τώρα ο σκοπός μας είναι να γκρεμίσουμε μια άρρωστη κοινωνία’».  
Αυτά έγραφε η Ρόζα Ιμβριώτη όταν ήταν 74 ετών!! Και πιο κάτω… 
«(…) Όπως το φαινόμενο των χίπις, που κι αυτοί όμως κλίνουν προς μια ζωή γεμάτη και πλούσια από νόημα. Διαμαρτύρονται μέσα στην οικογένεια, στο σχολείο, στο γύρω τους περιβάλλον. Θέλουν να διαθέτουν τον εαυτό τους αδέσμευτοι, χωρίς καμιά ευθύνη. (…) Ακόμα νομίζω πως κι αυτή η ξεγυμνωμένη από κάθε ερωτικό συναίσθημα υπερ-σεξουαλικότητα πρέπει να αποδοθεί στην ψυχολογία του άγχους. Οι γενειάδες, η ελευθερία στο σεξ, τα διάφορα σύμβολά τους, ακόμα και η έλλειψη καθαριότητας είναι η πεισμωμένη διέξοδο και αντίσταση. Αντιστέκονται στον καθωσπρεπισμό και στην υποκριτική κοινωνία και σε κάθε προγραμματισμό με τη φαντασία τους και την απάθεια. Καταφεύγουν στις ηδονές, σε νέες θρησκείες, που είναι η φυγή από την πραγματικότητα, και ξέφρενα ζητούν νέα ήθη, νέες απόψεις, νέες αντιλήψεις για τη ζωή».
Βεβαίως, στη συνέχεια, η Ιμβριώτη εφιστά την προσοχή στον «ξεσηκωμό» που μπορεί να οδηγήσει στην «τρέλα» ή στα «εγκλήματα» (αναφέρει τον Charles Manson και άλλα τινά), για να επανέλθει: 
«Άλλες ομάδες νέων σέρνονται στα κλαμπ, κάνουν ωτοστόπ στους μακρινούς δρόμους, κρατούν την κιθάρα τους, κάθονται στα πεζοδρόμια και τραγουδάνε. Κι άλλοι Χίπις ονειρεύονται να στήσουν μέσα σ’ αυτή την τέλεια εκβιομηχανισμένη κοινωνία της αφθονίας ένα βασίλειο φτώχειας, ονείρου και αλληλεγγύης».
Και εν συνεχεία… 
«(…) Είναι οι έφηβοι που ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους, που αποφεύγουν την οικογένειά τους, έχουν άγχος και φτάνουν στην απάθεια και στη ‘φυγή’. Βρίσκουν κάποια ανακούφιση, κάποια λύτρωση –έτσι τουλάχιστον νομίζουν– στο σεξ και τα ναρκωτικά. Όλοι και όλα τους φταίνε. Απ’ εδώ βγαίνουν οι χίπις.(…) Και τέλος οι πιο ώριμοι –κι αυτοί που είναι περισσότεροι– ζητούν ν’ απαλλαγούν από τα γρανάζια της οικογένειας, αλλά και ολόκληρης της κοινωνικής μας ζωής.(…) Είναι οι νέοι που ποθούν να πάρουν μέρος στη διαμόρφωση της μοίρας των συνανθρώπων τους. Οι περισσότεροι είναι παιδιά από ευκατάστατες οικογένειες. Παίρνει το κίνημά τους κοινωνικό χαρακτήρα.(…) Σ’ αυτούς ανήκει η Νέα Αριστερά».
Νομίζω πως είναι αρκετά…

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

πάμε ξανά στα ΜΑΤΑΛΑ για να (ξανα)δούμε την… αληθινή πραγματική ιστορία τους, με αφορμή το τριήμερο Matala Beach Festival

Τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύς ντόρος για τα Μάταλα, αφού ο κόσμος πάντα αρέσκεται να γυρίζει στο παρελθόν – πόσω μάλλον όταν δυσκολεύεται να δει κάπως καθαρότερα το μέλλον. Είναι σίγουρο χαρτί το πισωγύρισμα, μα ακόμη κι αν δεν είναι μπορεί εύκολα να γίνει. Καθώς οι μνήμες έχουν ασθενήσει όλα μπορεί να μπερδευτούν γλυκά κάπου ανάμεσα σε μιαν εύθυμη κουβέντα με… ζεστές μπύρες (όπως τις πίνουν πολλοί Γερμανοί) και ωραία λουκάνικα Φρανκφούρτης.
Τα Μάταλα λοιπόν –και δεν είναι μόνο το Matala Beach Festival, που οργανώνεται αυτό το τριήμερο, 17, 18 και 19 Ιουνίου– ξαναήρθαν στην επικαιρότητα το 2011 λόγω της έκδοσης ενός γερμανικού βιβλίου, του Mythos Matala / The Myth of Matala [Balistier Verlag, Mähringen 2011] του Arn Strohmeyer. (…)
Μάταλα '87
Την 1η Σεπτεμβρίου 2015 είχε ανεβεί στο iefimerida.gr ένα κείμενο σχετικό με τα Μάταλα, το οποίο επιγραφόταν μάλιστα και ως «Η Αληθινή Ιστορία»(!!), εντός του οποίου διάβαζες διάφορα κουλά, μα εντελώς κουλά. Ένα απαυτά σχετιζόταν με τον στίχο “Let’s have a round for these freaks and these soldiers” από το “Carey”. Ότι, τάχα, η λέξη “soldiers” αναφερόταν σε αμερικανούς λιποτάκτες(!) και πως ο αμερικανικός παράγοντας στο υψηλότερο επίπεδο (ο… Nixon ξέρω ’γω!) είχε μεσολαβήσει για να κλείσουν οι σπηλιές!! (…)
Πρόκειται φυσικά για ανήκουστες φαντασιοπληξίες, που δεν έχουν ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα, καθότι η λέξη “soldiers”, από το τραγούδι “Carey”, αναφερόταν σε έλληνες φαντάρους και όχι σε… αμερικανούς λιποτάκτες!(...)

Το όλον εδώ…

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗΣ ένα βιβλίο για τα τραγούδια του

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από τον Μετρονόμο άλλο ένα χρήσιμο βιβλίο, που αφορά στον στιχουργό, ποιητή και λογοτέχνη γενικότερα Γιάννη Νεγρεπόντη (1930-1991).
Ο Γιάννης Νεγρεπόντης είναι σε όλους γνωστός για τους στίχους του στα «Μικροαστικά» (1973) το ιστορικό άλμπουμ του Λουκιανού Κηλαηδόνη και βεβαίως για τα «Νέγρικα», που αν και μελοποιήθηκαν πριν την δικτατορία από τον Μάνο Λοΐζο δισκογραφήθηκαν τελικώς το 1975. Άλλα πασίγνωστα τραγούδια του είναι βεβαίως το «Ακορντεόν» και ο «Τρίτος Παγκόσμιος» (Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φρανς…) επίσης σε μουσικές Μάνου Λοΐζου από το LP «Τραγούδια του Δρόμου» (1974).
Αν αυτά είναι τα βασικά, τα οποία γνωρίζουν απαξάπαντες, υπάρχουν πολλά ακόμη να ειπωθούν και να γραφτούν για τον Γιάννη Νεγρεπόντη – και... πολλά απ’ αυτά τα πολλά διαβάζονται στο βιβλίο του Μετρονόμου.
Να πούμε λοιπόν πως στο συγκεκριμένο βιβλίο, που δεν έχει συγγραφέα μα επιμελητή (τον Θανάση Συλιβό), καταγράφονται κείμενα ανθρώπων που έζησαν δίπλα στον Γιάννη Νεγρεπόντη. Ήτοι: ο αδελφός του Μενέλαος Ξυνοτρούλιας –το Νεγρεπόντης ήταν λογοτεχνικό ψευδώνυμο–, ο ΕΠΟΝίτης Ηρακλής Καρυώτης, η καθηγήτρια Δήμητρα Δημητρά, ο Χρήστος Λεοντής, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, ο συνεξόριστος φίλος τού Νεγρεπόντη στο Παρθένι της Λέρου Τάκης Ιατρού και τέλος ο αείμνηστος Γιάννης Μπανιάς. Απ’ αυτή την μαρτυρία τού Μπανιά (1932-2012) μεταφέρω ένα απόσπασμα:
«Γνώρισα τον Γιάννη Νεγρεπόντη πριν από σαράντα περίπου χρόνια, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, στο στρατόπεδο εξορίστων στο Παρθένι της Λέρου. Βέβαια τον είχα ακουστά και πριν τη δικτατορία, κυρίως από τα ποιήματά του, που είχαν γίνει τραγούδια. Ήταν ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος, με ένα ευρύτατο πεδίο γνώσεων και με σοβαρότατους προβληματισμούς. Δεν τον ενδιέφεραν μόνο τα ζητήματα της φιλοσοφίας και της ποίησης, όπου είχε αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του, αλλά και όλα τα κοινωνικά ζητήματα. Τα οποία προσέγγιζε από τη σκοπιά του Ανθρώπου και πάντα στην κατεύθυνση της αναζήτησης μιας άλλης, καλύτερης κοινωνίας. Επρόκειτο δηλαδή για έναν γνήσιο κοινωνικό αγωνιστή της Αριστεράς.(…)
Ως χαρακτήρας, ήταν δύσκολος και ευέξαπτος, είχε, σαν να λέμε, συνέχεια λυμένο το ζωνάρι για καβγά πάνω σε ζητήματα ιδεολογίας και Τέχνης (και όχι μόνον). Πάντως, παρά το ότι ήταν συγκρουσιακός τύπος, δεν έφτανε τις συγκρούσεις στα ακραία όριά τους. Πολύ γρήγορα συμφιλιωνόταν με αυτούς που είχε καβγαδίσει. Όμως, σε θέματα ιδεολογίας και Τέχνης ήτανε αδιάλλακτος. Είτε με τους αντιπάλους, είτε με φίλους και συντρόφους.
Όπως γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, τόσο στην περίοδο της εξορίας, όσο και μετά την πτώση της δικτατορίας, ήταν σε διαρκή σύγκρουση με τις ηγεσίες των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Κυρίως, βέβαια, με την ηγεσία του ΚΚΕ, αλλά, σε αρκετές περιπτώσεις, και με την ηγεσία του ΚΚΕ Εσωτερικού, στην οποία επίσης χρέωνε ότι κρατούσε “σκληροπυρηνική στάση” σε πολλά ζητήματα.
Με όλα αυτά, ο Γιάννης διατήρησε μια αύρα νεότητας – άλλωστε, πάντοτε επιζητούσε την παρέα των νέων ανθρώπων, με τους οποίους επικοινωνούσε θαυμάσια και με μια “παιδική” συμπεριφορά που σε κέρδιζε. Διότι είχε και ιδιαίτερα ανεπτυγμένη την αίσθηση του χιούμορ. Με το χιούμορ του να είναι αρκετές φορές πικρόχολο, όμως πάντα λεπτό(…)».
Το βιβλίο θα ολοκληρωθεί με την καταγραφή όλων εκείνων των στίχων τού Γιάννη Νεγρεπόντη (91 στον αριθμό, αν μέτρησα σωστά), που έγιναν τραγούδια μέσα στα χρόνια, από πολύ γνωστούς συνθέτες (Μάνος Λοΐζος, Χρήστος Λεοντής, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Μίκης Θεοδωράκης, Θωμάς Μπακαλάκος, Νίκος Λαβράνος, Λίνος Κόκοτος, Κώστας Μυλωνάς). Πασίγνωστα τα περισσότερα, τυπωμένα σε χιλιάδες δίσκους ή απλώς ανέκδοτα στον καιρό τους (όπως π.χ. τα περισσευούμενα από τα «Μικροαστικά»).
Επαφή: www.metronomos.gr

Για τον Γιάννη Νεγρεπόντη μπορείτε να διαβάσετε σε άλλα τρία κείμενά μας: 
1. Εδώ για το πρώτο βιβλίο του, το Πρόσωπα και Χώρος [Λογοτεχνικός Όμιλος Φοιτητών, Αθήνα 1958]… 
http://diskoryxeion.blogspot.gr/2014/07/blog-post_13.html 
2. Εδώ για το συνολικό πακέτο των Μικροαστικών του… 
3. Κι εδώ για τα «Νέγρικα» με Cinquetti κ.λπ.
http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/01/blog-post_21.html
 

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

οι Έλληνες φτωχύνανε και έγιναν λεβέντες

Ένας μύθος λέει πως σε εποχές κρίσεων, και γενικότερης ένδειας και χρεοκοπίας, το τραγούδι –ας επικεντρωθούμε σ’ αυτό– αναπνέει διπλά. Δεν ισχύει. Δεν ισχύει στην περίπτωσή μας. Η νέα «επταετία», αυτή της έσχατης κρίσης, βάζει βαριά ταφόπετρα και ό,τι αγκομαχούσε κουτσά-στραβά στο ξεκίνημα τού εικοστού πρώτου, τώρα καταρρέει κάτω από το βάρος του φολκλόρ ή της βλακείας. (Για το τραγούδι λέμε). Κοινώς, δεν μας σώζει τίποτα.
Αφημένα όλα μέσα σε μια κομματική απροσδιοριστία που δεν απέχει και πολύ από την πιο επίβουλη χυδαιότητα –καθώς έχουν χαθεί τα ηθικά βάρη και τ’ αντίβαρα και κανείς δεν ξέρει, πλέον, από πού να φυλαχτεί–, έρχεται το ελληνικό τραγούδι για να λασπώσει ό,τι ακόμη ανασαίνει.
Το κακό απλώθηκε σε νέες διαστάσεις καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ, βγαίνοντας απ’ το καβούκι του, άρχισε ν’ απορροφά τα άστεγα του αείμνηστου ΠΑΣΟΚ. «Περήφανα νιάτα», «τιμημένα γηρατειά» και ό,τι κυλάει ανάμεσα. Το νέο περιβάλλον τής… «κοινωνικής δικαιοσύνης», της «διαφάνειας και της αξιοκρατίας», της «οικονομικής ασφάλειας» και της «αξιοπρεπούς διαβίωσης» (τσιτάτα από το Δημαγωγικό Μνημείο που ακούει στο όνομα «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης») έθρεψε… αρκούδες. Κατέβασε από το ντουλάπι της προγιαγιάς κάθε ξεθυμασμένη παλιατζούρα, σερβίροντάς τη πασπαλισμένη με την άχνη τού δήθεν διεκδικητικού ροκ, ξεχειλώνοντας Λυκαβηττούς και Βύρωνες. Πού πας ρε… Έρικ; Εδώ δεν είναι Μοντερέι…
Υπάρχει ρεύμα. Δεν το αρνείται κανείς. Συνεχές και εναλλασσόμενο. Έχουμε, εξάλλου, παράδοση στον… άδολο τσολιαδισμό, που μετατρέπεται μέσα στις εποχές σε εθνεγερτήριο, λένε, σάλπισμα. Έτσι, η έννοια «πατρίδα» αποκτά κι αυτή νέες διαστάσεις, καθώς από το παραδοσιακό δεξιό μαντρί (που συμποσούται πια στο κλασικό… μητσοτακο-μπακογιανέικο) περνάει στη… μεταμοντέρνα αριστερά των σαραντάρηδων και των… χατζατζάρηδων. Ό,τι πείτε πολυχρονεμένε μου βεζύρη, αλλά, όλα κι όλα, να μη γίνει η Αγιασοφιά τζαμί. Ή, όπως λέει και η παροιμία του πανσόφου (λέμε τώρα)… από μπροστά παρθένα και από πίσω τρένα…
Είχαμε κάποτε τον Διονύση Σαββόπουλο. Τον ωραίο Σαββόπουλο του ελληνικού ροκ και της δικτατορίας. Όταν η πατρίδα γινόταν μπαίγνιο, μεταξύ αγιαστούρων και καλαματιανών, ο Σαββό χτύπησε το τέρας με τα ίδια μέσα. Έφτιαξε το δικό του να-το-πούμε δημοτικό (τον Μπάλλο, τη Μαύρη θάλασσα) αναδεικνύοντας την πιο βαθειά ελληνικότητα. Εκείνο το ορθό (και όρθιο) κοσμοπολίτικο πνεύμα, που χαρακτηρίζει τον Έλληνα της ελληνικής παιδείας, κατά το παγκοίνως γνωστό… ισοκρατικό, από την κλασική αρχαιότητα. Και διέπρεψε. Πριν κι εκείνος στρώσει καράφλα και κοιλιά και γίνει παππούς σεβάσμιος…  

Η συνέχεια εδώ…

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

ΣΕΙΡΙΟΣ ΣΑΒΒΑΪΔΗΣ σπάνια μυστηριακά τραγούδια, αρχαιοπρεπούς συνείδησης και βουκολικής ομορφιάς

Μπορεί να είχαν φθάσει στ’ αυτιά μου, περιστασιακά και… από ’δω κι από ’κει, τραγούδια τού Σείριου Σαββαΐδη (είτε με τους Μωβάστρο, είτε προσωπικά του) ήταν, όμως, η «Πλανωδία» του εκείνη που με χτύπησε κατακούτελα, όταν την πρωτάκουσα στο bandcamp το περασμένο φθινόπωρο.
Τι «δροσούλα», τι «καθάριο νερό» ήταν εκείνο; Τι αντίδοτο στην ανοησία και το ανυπόφορο λέγε-λέγε; Και δεν αναφέρομαι στην τραγουδιστική ανοησία σώνει και καλά, μα στη γενικότερη. Στα φληναφήματα που διαχέονται σε ανυπολόγιστες ποσότητες στην κανονική και ψηφιακή ζωή, σκεπάζοντας κάτω από τους τόνους τής βλακείας τις λίγες (πάντα ήταν λίγες) διαυγείς και αμόλυντες φωνές. Μια τέτοια διαυγής και αμόλυντη φωνή είναι κι αυτή του Σείριου Σαββαΐδη, που πηγάζει από τα ρουμάνια του Παγγαίου, για να χυθεί στο πέλαγο… πλημμυρίζοντας τη χώρα.
Το εύχομαι δηλαδή. Αλλιώς… κακό του κεφαλιού μας. Ο δίσκος-δίσκος μπορεί να έχει τυπωθεί σε λίγα διάφανα αντίτυπα (198 τον αριθμό) από την G.O.D. Records –ίσα-ίσα για τους ανθρώπους, που εξακολουθούν ν’ ανατριχιάζουν από ένα πλαστικό (σαν κι αυτό) που περιστρέφεται σ’ ένα πλατώ–, όμως διατίθεται για ακρόαση, εδώ και μήνες, στο διαδίκτυο. Οπότε μικρό το κακό… Αυτοί, οι πολλοί, οι περισσότεροι, που θα ενδιαφερθούν να τον ακούσουν θα τον ακούσουν. Πριν προχωρήσω λοιπόν στα πιο μέσα να πω το επιβαλλόμενο «εύγε» στην G.O.D., για την… ανοιχτή κεραία και την επακόλουθη βινυλιακή επιλογή. Η «Πλανωδία» δεν είναι ένα άλμπουμ με ημερομηνία λήξεως και γι’ αυτό έπρεπε –με κάθε κόστος και πάση θυσία– να αποκρυσταλλωθεί στο χρόνο. Έγινε.

Η συνέχεια εδώ…

JEFF DENSON QUARTET ομόκεντροι κύκλοι

Ο κοντραμπασίστας Jeff Denson είναι από τις τωρινές «μορφές» της σκηνής της Bay Area (jazz της Δυτικής Ακτής). Προσφάτως, μάλιστα, τον «ακούσαμε» στο CD των RatatetArctic” (δες κριτική της 1/5/2016), ενώ, περαιτέρω, είναι μέλος δύο ακόμη σχηματισμών, των Electreo (με τους Alan Hall ντραμς και Paul Hanson μπασούν, ηλεκτρονικά) και των Jeff Denson Trio (με τους Dan Zemelman πιάνο και ο Jon Arkin ντραμς), που συνεργάστηκαν εσχάτως με τον θρύλο Lee Konitz. Το πιο νέο άλμπουμ του Jeff Denson, το Concentric Circles [Ridgeway Records, 2016], είναι κατά μίαν έννοια ένας αισθητικός συνδυασμός των δύο παράλληλων πρότζεκτ του, αφού στο… Jeff Denson Quartet πια τον συμπληρώνουν ο Paul Hanson στο μπασούν, ο Dan Zemelman στο πιάνο και ο Alan Hall στα ντραμς.
Παράξενο, κατά μίαν έννοια, άλμπουμ το “Concentric Circles”. Ντραμς, πιάνο, μπασούν και κοντραμπάσο, και σε δύο περιπτώσεις (“Wishing well”, “Once the door opens”) τραγούδι (πιο συμβατικό στη μία, πιο improv στην άλλη), από μια μπάντα, ένα κουαρτέτο, με ξεκάθαρη αντίληψη για τον ήχο και τη λειτουργία του – κάτι που οφείλεται και στο γεγονός πως όλο το υλικό είναι του Denson, πλην του έσχατου “I got it bad” του Duke Ellington, το οποίον είχε κι ένα λόγο, ώστε να βρεθεί εκεί όπου βρίσκεται. Για ένα λαμέντο πρόκειται βασικά, που κλείνει το CD, τη σειρά των ομόκεντρων κύκλων δηλαδή, που αποτελούν για τον Denson τον τρόπο μέσω του οποίου «απλώνεται» σήμερα η κοινωνία (πραγματική και εικονική).
Αν και από τη μια μεριά οι διάφοροι, τέτοιου τύπου, προβληματισμοί μπορεί να εκφράζονται στα ένθετα και τις liner notes των άλμπουμ (όπως συμβαίνει και στην περίπτωσή μας), από την άλλη η μουσική, διατηρώντας την εκφραστική αυτονομία της, έχει να πει τα δικά της – που σε κάθε περίπτωση διατηρούν και μία ίδια καθαρότητα.
Οι συνθέσεις του Denson έχουν δύναμη και εσωτερικό παλμό θέλω να πω – κάτι που φαίνεται όχι μόνο στα γρήγορα και σπινθηροβόλα tracks (όπως το “Anticipation”), αλλά και στα πιο αργά, στις μπαλάντες ούτως ειπείν, όπως την “A thought that lingers”. Σε κάθε track ο Denson ξέρει πώς να διαμορφώσει ένα ηχητικό σκηνικό, που να στηρίζεται βασικά στη μελωδική άσκηση, προσφέροντας στον πιανίστα και τον πνευστό του τη χαρά και τη δυνατότητα να δώσουν εκτεταμένα soli, που, σε συνδυασμό με το πάντα σε κινητικότητα rhythm section (το μπάσο συναγωνίζεται σε ποικιλία τα δύο βασικά σολιστικά όργανα), μετατρέπουν τα κομμάτια σε κάτι πέραν του αξιομνημόνευτου.
Επαφή: www.jeffdenson.com