Στις αρχές του ’68 εκείνο που ονομάζουμε… αμερικανική και
βρετανική ψυχεδέλεια βρισκόταν στο εμπορικό φόρτε του. Παντού στον κόσμο, ή
σχεδόν παντού, οι συγκεκριμένοι ήχοι διαδίδονται από τα ραδιόφωνα (κρατικά,
ερασιτεχνικά ή… στρατιωτικο-αμερικανικά τύπου
AFRS δηλ. Armed
Forces Radio Service),
κόβονταν σε βινύλιο από τις κατά τόπους δισκογραφικές, έγραφαν γι’ αυτές τα
περιοδικά και οι εφημερίδες.
Στην Ελλάδα, στην οποία, εκείνη την εποχή, έκανε κουμάντο δια
πραξικοπήματος η προσκυνούσα τον υπερατλαντικό παράγοντα χούντα των
συνταγματαρχών, ακολουθήθηκε το ίδιο μοτίβο. Τα ραδιόφωνα (κρατικά,
ερασιτεχνικά και αμερικανικά) λαλάγανε, οι εταιρείες δεν προλάβαιναν να τυπώνουν
σε βινύλιο τη μία… ψυχεδέλεια μετά την άλλη (από “Sgt. Pepper’s…”, “Their Satanic Majesties
Request” και
“See Emily play”, μέχρι “Surrealistic
Pillow”
και “Every One of Us”),
ενώ και τα έντυπα δεν έχαναν την ευκαιρία να προβάλλουν όψεις της νέας
κουλτούρας, που δεν αφορούσε βεβαίως μόνο στη μουσική, αλλά και στο σχέδιο, στη
μόδα κ.λπ.
Κάπως έτσι στις αρχές του 1968 σκάνε τα τρία «ψυχεδελικά» τεύχη
των Μοντέρνων Ρυθμών. Ήτοι το τεύχος 98, της 31/1/1968, με εξώφυλλο τους Jimi Hendrix Experience, το τεύχος 99, της
14/2/1968, με εξώφυλλο τους Beatles
και το τεύχος 100 της 28/2/1968, με εξώφυλλο τους Procol Harum. Τις καταπληκτικές,
ψυχεδελικής τεχνοτροπίας, μακέτες των συγκεκριμένων covers είχε
επιμεληθεί ο αείμνηστος Νίκος Παπαθανασίου – αδελφός του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Ας
ξεφυλλίσουμε τα τεύχη κι ας επικεντρωθούμε στη σχετική θεματολογία…
Αρχή με το τεύχος 98…
Το περιοδικό ξεκινάει στη σελίδα 4 με μιαν ωραία, αλλά
ασπρόμαυρη ψυχεδελική «αφίσα» των Jimi Hendrix Experience, ενώ στη διπλανή σελίδα, την
5, υπάρχει συνέντευξη του Hendrix,
η οποία παίρνει τίτλο από το εξής τσιτάτο… «δεν αισθάνομαι τραγουδιστής ποπ!!»
(έτσι ακριβώς προβάλλεται με ψυχεδελικά γράμματα και στο εξώφυλλο). Αν και δεν
αναφέρεται η πηγή της συνέντευξης, χωρίς βεβαίως να υποδηλώνεται πως αυτή
δίδεται στους Μ.Ρ. (μόνο βλάκες, όπως έχουμε ξαναπεί, συμπεραίνουν τέτοια
πράγματα) το ενδιαφέρον δεν είναι μικρό. Διαβάζουμε λοιπόν τον Hendrix να
λέει:
«Στην Αγγλία τα
πράγματα είναι τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι στην Αμερική. Στην πατρίδα μου σε
υπολογίζουν σαν μηχάνημα που παράγει χρήματα. Δεν είσαι καλλιτέχνης, είσαι
μηχανή!(…)». Και πιο κάτω… «Αγαπημένοι
μου καλλιτέχνες είναι ο Μούντυ[sic] Γουώτερς κι ο Μπομπ
Ντύλαν. Επίσης θαυμάζω τον Τσακ Μπέρρυ και τον Β.Β. Κινγκ(…)» και πιο κάτω…
«Όσο για τη μουσική των Μπητλς, είναι
βέβαια όμορφη, όμως τόσο λεπτή, τόσο σχολαστικά προσεγμένη. Εμένα μ’ αρέσουν τα
δυσκολότερα και “σκληρότερα” τραγούδια».
Στη σελίδα 8 υπάρχει μονοσέλιδη αναφορά στον Scott
McKenzie με αφορμή το τραγούδι του “San
Francisco
(Be sure to wear flowers in your hair)”
(σύνθεση του John Phillips των Mamas
& the Papas)
–είχε τυπωθεί και στην Ελλάδα από την CBS
σε 45άρι με τα στοιχεία [BA
301143]–, τον hippie ύμνο εννοούμε που κυκλοφόρησε τον Μάιο
του ’67 και συνδέθηκε αυθωρεί με το λεγόμενο «καλοκαίρι της αγάπης». Πάλι από
συνέντευξη διαβάζουμε τον Scott McKenzie
να λέει:
«Εδώ
στο Σαν Φρανσίσκο δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία στην ήρεμη σκέψι. Όταν γράφαμε το
τραγούδι-επιτυχία μου κάναμε μία μεταμεσονύκτια συγκέντρωσι με τον Πωλ Μακ
Κάρτνεϋ, ο οποίος είναι θαυμάσιος άνθρωπος, και τον Τζην Φίλιπς των Μάμας εντ
Πάπας. Συζητήσαμε ήρεμα τις ιδέες μας. Οποιοδήποτε δημιούργημα, που έχει για
συστατικά του την αγάπη και την ειρήνη θα είναι πάντα καλό(…)».
Στη σελίδα 14 του τεύχους 18 βλέπουμε το
ελληνικό TOP-50,
που είναι φισκαρισμένο στην… ψυχεδέλεια. Νούμερο 1 είναι το “The
wind cries Mary”
του Jimi Hendrix,
ενώ μέσα στην 50άδα συναντάμε τραγούδια των Traffic (“Hole
in the shoe”),
του Donovan
(“There is a mountain”),
των Beatles
(“Hello,
goodbye”,
“All you need is love”),
των Eric Burdon
& The Animals
(“San Franciscan nights”),
των Moby Grape
(“Omaha”),
των Procol Harum
(“Homburg”),
των Smoke
(το καραψυχεδελικό “My friend Jack”)
κι ένα σωρό κι ακόμη…
Στη σελίδα 26 και στη στήλη «Λονδίνο Ώρα
12» υπάρχει αναφορά στα λονδρέζικα κλαμπ, όπως π.χ. στο 100 Club, στο οποίο
εμφανίζονταν οι St. Valentine’s Day Massacre(!), που τότε τραγουδούσαν την
ανεπανάληπτη διασκευή τους στο θρυλικό “Brother, can you spare
a dime” ή στο Marquee στο οποίο έπαιζαν τότε οι Marmalade και
οι Nice (τα ονόματα των
γκρουπ τα αναφέρει το περιοδικό, όχι εγώ).
Τέλος, στη σελίδα του Γιάννη Πετρίδη «Μουσική Επιθεώρηση»
γίνεται λόγος ξανά για Donovan,
Easybeats, Beach Boys, Rolling Stones, Beatles, Spencer Davis Group, Turtles κ.λπ.
Όλα αυτά δεν συνιστούν… ψυχεδελική πληροφόρηση; Μόνο οι
βλάκες θα έλεγαν «όχι»…
Πάμε στο τεύχος 99… με τους Beatles στο cover.
Εδώ υπάρχουν σκόρπιες διάφορες πληροφορίες για τους Fab Four. Μία από τις πιο
αξιοπερίεργες; Η ακόλουθη από τη σελίδα 13: «Στην
Ινδία πήγε ο Τζωρζ Χάρρισον των Μπητλς για να επιβλέψει την ηχογράφηση τοπικών
τραγουδιών, που θα χρησιμοποιηθούν στη μουσική της ταινίας “Γουώντερ Γουώλλ”
που έγραψε ο ίδιος».
Στο TOP-50
της σελίδας 12 πρωτιά για το “Massachusetts”
των Bee Gees
και μέσα στο TOP τραγούδια των Alan Price Set, Jimi Hendrix,
Traffic, Beatles, Donovan, Eric Burdon & The Animals, Procol Harum, Moby Grape, Box Tops, Kinks, Rolling Stones, Prophets, Mitch Ryder, Smoke, Scott McKenzie, Flowerpot Men… χαμός…
Στη στήλη «η κριτική των δίσκων» παρελαύνουν 45άρια των Love
Affair, Georgie Fame, Cat Stevens, Spirit, Lovin’ Spoonful, Spencer Davis
Group, Jefferson Airplane (το
“Ballad of you & me & Pooneil”), American Breed κ.ά.
Και στο τεύχος 100… με τους Procol Harum στο
cover.
Στη σελίδα 8 υπάρχει αναφορά στο γκρουπ και στον ψυχεδελικό
ύμνο “A whiter shade of pale”’,
μεταφέρονται στο ελληνικό αλφάβητο τα “Love is all around” με τους Troggs,
“In another land” με τους Rolling Stones και
“She is still a mystery” με τους Lovin’ Spoonful, ενώ στις σελίδες 14-15 υπάρχει
αφιέρωμα στους Αγγλοαμερικάνους Prophets που τίναζαν τα πάλκα της Αθήνας με τα ψεχεδελικά κομμάτια “Painterman” (των Creation) και “Fire” (του Jimi Hendrix). Στις σελίδες 16-17
ο Χρήστος Θερμός γράφει για τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του από το Λονδίνο του
’68, όπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε για τον John Mayall και τους Bluesbreakers,
το περίφημο κλαμπ Klooks Kleek,
τα Radio 1 και Radio Caroline, ενώ βλέπουμε και
φωτογραφία με «όμορφα κορίτσια και μίνι
φούστες» όπως γράφει και η λεζάντα, την εποχή όπου η χούντα… κυνηγούσε το
μίνι, όπως γράφουν οι αγράμματοι. (Φυσικά και το κυνηγούσε, όταν το φορούσαν οι
λαμπράκισσες με τις… μαύρες κάλτσες, που επιχειρούσαν να προσηλυτίσουν «εις τον
κομμουνισμόν» το... άδολο στράτευμα!). Υπάρχει περαιτέρω άρθρο για τους Bee Gees και
το φοβερό ψυχεδελικό τραγούδι τους “New York mining disaster 1941”, έγχρωμες ολοσέλιδες φωτογραφίες του Scott McKenzie, του Paul Jones (από τους Manfred Mann) και των Love Affair με…
ψυχεδελικές/ χίπικες ενδυμασίες, παρουσιάσεις δίσκων των Strawberry Alarm Clock, Rolling Stones, Moody Blues κ.ά.,
μεταφορές στίχων των Who
(“I can see for miles”), διαφημίζεται το 45άρι των Ελλήνων Bill and Psychedelic Band
(με την… απαγορευμένη λέξη «ψυχεδέλεια» στον τίτλο!) και άλλα διάφορα…
Τι άλλο θα ήθελαν οι… σκληροπυρηνικοί του κώλου να γράψει
ένα ελληνικό μουσικό περιοδικό του 1968; Για τους… Frumious Bandersnatch ή μήπως
για τους Mystic Tide;
Για να μας πουν οι κουμπούρες…
Κάποτε ο μακαρίτης Παύλος Σιδηρόπουλος είχε πει τις εξής
μπαρούφες για τη ροκ σκηνή της Θεσσαλονίκης στα τέλη των sixties, αναφερόμενος στα συγκροτήματα Fratelli, Μακδεδονομάχοι
κ.λπ. (Ήχος & Hi-Fi #96, Μάρτης ’81): «Στη Θεσσαλονίκη (όπου πήγα εγώ σαν
φοιτητής, γιατί έχω κάνει μαθηματικός μέχρι το τρίτο έτος) είχανε μια φοβερά
δυναμική, συμπαγή και σκληρή σκηνή ροκ εν ρολ την εποχή ’65-’75».
Και λίγο πιο αργότερα στη Μουσική (#78, 5/1984) για το ίδιο
θέμα:
«Ροκ σκηνή σήμαινε:
όχι στα ιταλικά τραγούδια, μίσος για τη Δεξιά και για οποιαδήποτε απόχρωσή
της(…) Σημειωτέον δε ότι το κύκλωμα αυτό ήταν στεγανό. Όσον αφορά δε τη
μουσική, όποιος τολμούσε ν’ ακούσει και Beatles ακόμα
υπήρχε περίπτωση να μην του ξαναπούν ούτε καλημέρα. Εάν στην Αθήνα αυτό ήταν
λιγάκι μαλακό, στη Θεσσαλονίκη ήταν απόλυτα αυστηρό».
Τι σόι… σκληρή, απόλυτα αυστηρή και… αντιδεξιά σκηνή ήταν
αυτή της Θεσσαλονίκης, όταν τα συγκροτήματά της έπαιζαν σε αποκριάτικους χορούς
του Γ Σώματος Στρατού για την ψυχαγωγία των χουντο-στρατόκαβλων; (Όντως συνέβη, την
20/2/1969 στο Αλεξάνδρειο με τη συμμετοχή και των… σκληρών Fratelli). Αυτό μόνο ο Σιδηρό (αν ζούσε)
ή, έστω, οι διάφοροι μαλάκηδες που αποτελούν σήμερα τα μεταθανάτια φερέφωνά του
θα μπορούσε να μας το εξηγήσουν… Αλλά τούτα δεν ενοχλούν αυτούς τους μαλαπέρδες… Οι
συνεντεύξεις τού Lennon ή του Hendrix,
που μεταφέρουν οι Μοντέρνοι Ρυθμοί τους ενοχλούν… Από ’κει να καταλάβετε τι «ζώα»…