Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ early days

Στην αρχή ήταν οι πέντε προπολεμικές (κατά πάσα πιθανότητα) φωτογραφίες τού Οδυσσέα Ελύτη (τέσσερις από τις οποίες καλοκαιρινές), που είχαν δημοσιευτεί σε δυο παλιά περιοδικά τού Λεωνίδα Χρηστάκη, τον Κούρο (τεύχος 2, Μάης 1971) και το Panderma (τεύχος 4, Φλεβάρης 1973). Τα υπόλοιπα ήρθαν στην πορεία. Εννοώ το ποίημα Επέτειος από τη συλλογή Προσανατολισμοί [Πυρσός, Αθήναι 1940], η συνέντευξη στην εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής, την 31 Οκτωβρίου 1965 (ανώνυμο άρθρο και ανυπόγραφη συνέντευξη!) και, τέλος, η μελέτη τής Λιλής Ζωγράφου ο ηλιοπότης ΕΛΥΤΗΣ [Ερμείας, Αθήνα 1971].
Ας ξεκινήσουμε με μερικά αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη στο Βήμα, το 1965, που σχετίζονται με το ξεκίνημα τής διαδρομής του…

Η συνέχεια εδώ…

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

ΠΑΡΙΣ ΠΑΡΑΣΧΟΠΟΥΛΟΣ ο Ερωτόκριτος του Βασίλη Ρώτα

Θυμάμαι τον συνθέτη Πάρι Παρασχόπουλο από τα early nineties, όταν είχε πέσει στα χέρια μου το LP του «Καταγωγή της Νύχτας». (Αυτό το άλμπουμ προέρχεται από το 1991-’92-’93 κάπου εκεί, και πάντως όχι από το 1986, όπως διαβάζουμε στο discogs). Θυμάμαι επίσης το σχετικό άρθρο του φίλτατου Θωμά Ταμβάκου στο Jazz & Τζαζ (τεύχος 65/66, Αύγουστος/ Σεπτέμβριος 1998), στο οποίο μπορούσες να διαβάσεις όλα όσα θα άξιζε να γνωρίζει κάποιος γι’ αυτόν τον σοβαρό, αλλά όχι και τόσο γνωστό δημιουργό. Ας πούμε, λοιπόν, πως υπάρχουν άλλα δύο τουλάχιστον άλμπουμ τού Παρασχόπουλου, που δεν αναφέρονται στο discogs. Είναι το “Mediterranée”, που κυκλοφόρησε στη Γαλλία προς τα τέλη των eighties από την 3A Production και το «Παραμύθια με Πολύχρωμες Εικόνες» του Δήμου Θεσσαλονίκης από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Τέλος, όσον αφορά στα δισκογραφικά, τρεις συνθέσεις τού Παρασχόπουλου ακούγονται στο CD «Ράδιο… + θέσεις» [Η Πόρτα… που Ανοίγει/ΕΡΤ3] του 2002.
Πριν λίγο καιρό ο Μετρονόμος κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ με μουσικές και τραγούδια του Πάρι Παρασχόπουλου που έχει τίτλο «Ερωτόκριτος / του Βασίλη Ρώτα». Όπως γράφει ο ίδιος ο συνθέτης στο ένθετο:
«Είναι μεγάλη τιμή για μένα που είχα την ευκαιρία να γράψω μουσική για τον Ερωτόκριτο του Βασίλη Ρώτα, μια “δραματική σπουδή από το έπος του Κορνάρου” όπως το ονομάζει ο ίδιος, ένα σπουδαίο και σπάνιο έργο. Ο Βασίλης Ρώτας ήταν για όλους εμάς ένας μεγάλος Δάσκαλος (ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, κριτικός και μεταφραστής), μας έμαθε την Ελλάδα, μας δίδαξε τον λαϊκό πολιτισμό, την παράδοση, το δημοτικό τραγούδι, ακόμα και τον Καραγκιόζη. “Ο Δημιουργός, καταλύτης και αποδέκτης των πάντων είναι ο Λαός” έλεγε ο Βασίλης Ρώτας. Μας έμαθε ότι, στην Τέχνη, δεν έχει σημασία ο όγκος και ο πλούτος, αλλά το λιτό και το απέριττο, το πραγματικό και το αληθινό. Με αυτή την σκέψη ξεκίνησε για μένα η περιπέτεια του Ερωτόκριτου. Το έργο έχει την δική του ιστορία. Γράφτηκε, αν δεν κάνω λάθος, για να γίνει κινηματογραφική ταινία, τελικά έγινε θεατρική παράσταση σε σκηνοθεσία της Όλγας Παναγοπούλου. Πρεμιέρα έκανε στο Θέατρο της Ρεματιάς στο Χαλάνδρι και από εκεί ταξίδεψε σε πολλά μέρη και έφτασε μέχρι τα ελληνόφωνα χωριά της Κάτω Ιταλίας. Ήταν τέλη του ’89 αρχές του ’90 όταν ξεκίνησα να γράφω τη μουσική, η οποία είχε εκτός από τα μουσικά μέρη και έξι τραγούδια».
Αυτή ακριβώς η μουσική με τα έξι τραγούδια κυκλοφορούν τώρα σ’ ένα περιποιημένο all-paper CD, 26-27 χρόνια μετά την ηχογράφησή τους.
Το άλμπουμ είναι εξαιρετικό – να το πω από την αρχή. Όλα τα κομμάτια, και τα  ορχηστρικά και τραγούδια, είναι ένα κι ένα. Ο Παρασχόπουλος συνέθεσε σε απλές λαϊκές/ παραδοσιακές γραμμές, δίνοντας βάρος στη μελωδία και παίρνοντας τα μέγιστα απ’ όλους ανεξαιρέτως τους συνεργάτες του – και τους μουσικούς (ξεχωρίζουμε τον Κυριάκο Γκουβέντα βιολί, τον Σταύρο Ζιώγα τζουρά, τον Δημήτρη Μυστακίδη λαούτο…) και βεβαίως τους τραγουδιστές (Νίκος Παπάζογλου, Σωκράτης Μάλαμας, Σταύρος Ζιώγας, Αγγελική Λεμονή, Όλγα Αθανασιάδου).
Έχουμε λοιπόν, εδώ, μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια που είπαν αυτοί οι συγκεκριμένοι, γνωστοί ερμηνευτές στην καριέρα τους (ενώ, υποθέτω, πως το ίδιο θα ισχύει και για τους λιγότερο γνωστούς). Κι αν αυτό μπορεί να έχει τη σημασία που έχει για τα τρία τελευταία ονόματα, φαντάζεστε τι νόημα μπορεί να έχει για τον Μάλαμα και τον Παπάζογλου. 
Το «Τραγούδι του Ερωτόκριτου» είναι έξοχο – και αν κυκλοφορούσε τότε, το ’90, θα συναγωνιζόταν τις άλλες μεγάλες επιτυχίες του Παπάζογλου. Το ίδιο και για τα «Πρώτο τραγούδι του ποιητή, Περνούν οι μέρες» και «Δεύτερο τραγούδι του ποιητή, Μέρα και νύχτα», που ακούγονται στον «Ερωτόκριτο» με την φωνή του Σωκράτη Μάλαμα. Έξοχες μπαλάντες, εφάμιλλες των καλυτέρων που είπε στην καριέρα του ο αγαπητός (γενικώς και ειδικώς) ερμηνευτής. Και τα υπόλοιπα τραγούδια, και βεβαίως τα ορχηστρικά, είναι όλα εξαιρετικά – και κάπου εδώ, ίσως, ψυλλιάζομαι ένα μικρό μυστικό. Η απαίτηση να ενοργανωθούν αυτές οι συγκεκριμένες μελωδίες για τζουρά (και όχι μπουζούκι), λαούτο, βιολί, κιθάρες, κοντραμπάσο κ.λπ. απεδείχθη, φρονώ, καθοριστική. Δεν ανήκει δηλαδή ο «Ερωτόκριτος» στο κυρίως σώμα της αναμενόμενης «εντεχνίλας». Μπορεί να κολυμπά στο ίδιο ρέμα, αλλά όχι στον κύριο ρου. Κι αυτό θα είναι πάντα το ζητούμενο. Το να δηλώνεις «παρών», εννοώ, σ’ εκείνο που συμβαίνει, αλλά με τον δικό σου τρόπο – να μην ομαδοποιείσαι αναγκαστικώς.
Ανακαλύψτε αυτό το άλμπουμ.
Επαφή: www.metronomos.gr
 

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

οι NO MAN’S LAND και οι SMALL BLUES TRAP έχουν καινούρια άλμπουμ

Η εποχή ως γνωστόν, και σε σχέση με τη μουσική, προσφέρεται για τα πάντα. Έτσι, όλες οι κατευθύνσεις του ευρύτερου ροκ δηλώνουν παρούσες, καθώς όλα παίζουν και όλα σκορπίζονται ξανά στο τραπέζι. Τα συγκροτήματα μπορούν να διαλέξουν ό,τι γουστάρουν και τους πάει καλύτερα από τα 60 χρόνια τής ροκ ιστορίας (από το rock nroll και το rockabilly, μέχρι το beat και το garage, και από το ψυχεδελικό ροκ και το progressive, μέχρι το blues rock, το country rock και το hard rock), ανατέμνοντας πολλές φορές τάσεις και πρακτικές δημιουργώντας τα δικά τους νεότερα υβρίδια (stoner, americana και τόσα άλλα).
Τα ελληνικά συγκροτήματα, φυσικά, δεν διαφέρουν ως προς αυτό. Κινούμενα στις ίδιες πάνω-κάτω γραμμές, μας δείχνουν το πόσο, πραγματικά και πρακτικά, μετράνε. Και αν μιλάμε, όπως εδώ, για τους καταξιωμένους No Mans Land και βεβαίως για τους νεότερους, αλλά επίσης ξεχωριστούς Small Blues Trap, τότε κάθε καινούρια πρόταση, κάθε καινούρια δική τους πρόταση, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζεται με το ανάλογο ενδιαφέρον και τη δέουσα προσοχή.
NO MAN’S LAND “Infinite Equinox” plus…
Για τους No Mans Land οφείλουμε να πούμε πως έχουν στην κατοχή τους ένα από τα καλύτερα LP τής λεγόμενης αναβίωσης, που ηχογραφήθηκαν ποτέ στην Ελλάδα. Ο λόγος για το εξοντωτικό “Zalion” από το 1988, που ακόμη και σήμερα διαλύει τα πάντα στο πέρασμά του.
Όμως και στη δεύτερη live και δισκογραφική ζωή τους, που ξεκίνησε το 2008 και φθάνει μέχρι τις μέρες μας, οι No Mans Land παραμένουν ένα από τα καλύτερα ελληνικά συγκροτήματα – εξ όσων άντλησαν, τέλος πάντων, από ’κείνο που ονομάστηκε, στα sixties, ψυχεδελικό ροκ. Αυτό μαρτυρούν όχι μόνο τα live, αλλά και οι δίσκοι τους – τα πέντε LP τους δηλαδή, που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια. Για το πέμπτο απ’ αυτά, και έβδομο συνολικό τους, το “Infinite Equinox”, που τυπώθηκε σε 300 κόπιες και σε 180άρι βινύλιο από την Anazitisi Records θα πούμε τώρα κάποια λόγια.
(…)
SMALL BLUES TRAP “Time Tricks”
Κάποτε, σ’ έναν παλιότερο δίσκο των Small Blues Trap, το “Red Snakes & Cave Bats” [Shelter Home Studio] του 2010, ο Ηλίας Ζάικος –η ψυχή των blues στην Ελλάδα εδώ και 30+ χρόνια μαζί με το συγκρότημά του Blues Wire– έγραφε:
«Οι Small Blues Trap αγαπούν τα μπλουζ. Αναντίρρητα. Μαζί όμως αγαπούν και τους ήχους του κόσμου και της καρδιάς, την αχλύ των βάλτων της Λουιζιάνα, τα ξεκούρδιστα πιάνα, τις ασπρόμαυρες ταινίες, τη μυρωδιά του Αιγαίου, τις βροχερές νύχτες στους αυτοκινητόδρομους, τις μεταλλικές κιθάρες, τα φορεμένα ρούχα και τα ροζιασμένα χέρια. Και πάνω απ’ όλα αγαπούν να σκέφτονται, να προβληματίζονται και να δημιουργούν. Παιδιά σαν τους Small Blues Trap, ζώντας στην ελληνική επαρχία, παλεύοντας με θεούς και δαίμονες, είναι οι αληθινοί ήρωες της προσπάθειας για κάτι καλύτερο στη μουσική μας πραγματικότητα. Από τη Μαλεσίνα, το Μαρτίνο και τη Λιβαδειά υψώνουν τη φωνή τους ν’ ακουστεί ανάμεσα στις θορυβώδεις, χυδαίες τηλεοράσεις και την ηχορύπανση των δούλων της σκυλάδικης νοοτροπίας στις μεγαλουπόλεις. Φωνή καθάρια, με άποψη. Δική τους».
Ο Ζάικος γράφει από καρδιάς και πιάνει την ουσία, το είναι, αυτού τού ξεχωριστού γκρουπ, που τα δίνει όλα, πάντα με σημείο αναφοράς το blues, τόσο στα live, όσο και στη δισκογραφία.
Έτσι και στο “Time Tricks” [Anazitisi, 2016] οι Small Blues Trap, δηλαδή ο Παύλος Καραπιπέρης φωνή, φυσαρμόνικα, κιθάρες, κρουστά, ο Λευτέρης Μπέσιος μπάσο και ο Παναγιώτης Δάρας κιθάρες, βιολί, κρουστά, πράττουν εκείνο που ξέρουν καλύτερα απ’ όλα.
(…)

Η συνέχεια εδώ…

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

THE MICHAEL BLUM QUARTET ένα διαφορετικό tribute στον Oscar Peterson

Εδώ έχουμε έναν πραγματικά περίεργο δίσκο, ένα αληθινά περίεργο όσο και απολαυστικό tribute. Ο νεαρός κιθαρίστας (και τραγουδιστής) Michael Blum, με τη βοήθεια τού κουαρτέτου του (Jim Stinnett μπάσο, Brad Smith πιάνο, Dom Moio ντραμς), δεν επιχειρεί απλώς να παρουσιάσει έναν φόρο τιμής στο θρύλο πιανίστα της jazz Oscar Peterson (1925-2007), αλλά κάτι πιο ειδικό και απαιτητικότερο. Να «περάσει» στην κιθάρα του τα soli του Peterson στο πιάνο! Νότα προς νότα; Τώρα, αυτό δεν μπορώ να το βεβαιώσω για κάθε δευτερόλεπτο μουσικής που ακούγεται στοChasinOscar/ A Tribute to Oscar Peterson [Michael Blum Music, 2016], αλλά, εν πάση περιπτώσει, αυτός είναι ο στόχος του. Και αυτό επιτυγχάνεται, χονδρικώς, παίρνοντας γραμμή από το στάνταρντ (του Peterson) “Nightingale” (lead track στο άλμπουμ) και προχωρώντας στα… ενδότερα.
Όχι, ο Blum δεν διασκευάζει σώνει και καλά συνθέσεις του Oscar Peterson, αλλά κυρίως κομμάτια τής jazz που πέρασαν στο ρεπερτόριο τού μεγάλου πιανίστα, αποτελώντας κατά μίαν έννοια τα εμβλήματά του – και αυτό είναι ίσως ακόμη πιο απαιτητικό και δύσκολο. Έτσι, πέραν του “Nightingale” ακούμε Gershwins (“I loves you, Porgy”), A.C. Jobim (“The girl from Ipanema”), την “Tristeza”των Haroldo Lobo & Niltinho και άλλα διάφορα. Σε όλα τα tracks υπάρχει (και σε σχέση πάντα με την κιθάρα του Blum) η ευφράδεια και η σαφήνεια του παιξίματος τού Δασκάλου. Αν ο Peterson θα μπορούσε να παίξει αργά ή γρήγορα, σκληρά ή μαλακά, με πάθος ή συγκρατημένα, μπαλάντες, blues ή bop, επιλέγοντας πάντα ό,τι ήταν καταλληλότερο για τη στιγμή, έτσι και ο Blum επιχειρεί να δημιουργήσει, με τα παιξίματα και τις επιλογές του, ένα ανάλογο καλειδοσκόπιο.
Το “ChasinOscar” μπορεί να χρωστά επίσης πολλά στον μπασίστα τού κουαρτέτου τον Jim Stinnett (σημαντικότατη μονάδα, που έχει να παρουσιάσει παραστάσεις και ηχογραφήσεις με Red Garland, Jean-Pierre Rampal, Ernestine Anderson, Sam Rivers, Buddy DeFranco, Anita ODay, Rufus Reid, Phish, Tal Farlow…), που κάνει φοβερή ρυθμική δουλειά περνώντας συγχρόνως και δύο δικές του συνθέσεις στο set, όμως είναι τα παιξίματα του Michael Blum, που μαγεύουν στο “ChasinOscar” – καθώς μεταφέρουν με απόλυτη επάρκεια στο τώρα τη μαγική ατμόσφαιρα δίσκων όπως το περίφημο “We Get Requests” [Verve, 1964], με Peterson, Ray Brown και Ed Thigpen. Το νέο “The girl from Ipanema” δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα εκείνο, το ιστορικό, τού ’64…

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

ΚΑΤΑΚΑΗΜΕΝΕ ΣΚΟΠΕΛΕ... τραγούδια από την Σκόπελο/ Επιτόπιες ηχογραφήσεις του Μάρκου Φ. Δραγούμη (1967) για λογαριασμό του Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου Μέλπως Μερλιέ

Στην παράδοση προηγούμενων εκδόσεων τής ετικέτας Εκδοτική Δημητριάδος («Ύμνοι του Πάθους και της Ανάστασης», «Η τσιάι ’σι λουλουντί…»…) το βιβλίο-CD «Κατακαημένε Σκόπελε…» έρχεται να υπογραμμίσει κατ’ αρχάς το εξής. Πως σε μιαν εποχή κοινωνικο-οικονομικής έκπτωσης και αντικατάστασης του ειδικού και λεπτομερούς από το γενικό και χοντρικό, κάποιοι επιμένουν να επενδύουν στις μουσικές του τόπου τους, του… πολύ τόπου τους, χρηματοδοτώντας εκδόσεις που φανερώνουν αγάπη, μεράκι, επιστημονική ενασχόληση, υψηλή αισθητική και εν τέλει ουσία. Ο λόγος λοιπόν για μιαν εξαιρετική από πάσης απόψεως έκδοση, που καταπιάνεται με το παραδοσιακό τραγούδι τής Σκοπέλου – ένα μέρος του καλύτερα, εκείνου τέλος πάντων που κατέγραψε ο Μάρκος Φ. Δραγούμης τον Σεπτέμβριο του 1967. Η έκδοση αφορά σε βιβλίο 96 σελίδων με ενσωματωμένο CD σαράντα τραγουδιών, στην οποία ξεχωρίζουν... τα πάντα. Από το εξώφυλλο και τη γενικότερη αισθητική (χαρτί, γραμματοσειρές), μέχρι τα κείμενα και βεβαίως τα τραγούδια.
Όπως γράφει ο Μάρκος Δραγούμης στην πρώτη εισαγωγή.
«Το σκοπελίτικο τραγούδι διαφέρει από της Σκύρου και σε μικρότερο βαθμό από της Σκιάθου. Ο χαρακτήρας του όμως είναι νησιώτικος, καθώς απ’ αυτό αποκλείονται οι ανημιτονικές κλίμακες, τα τσάμικα και τα ελεύθερου μέτρου τραγούδια σαν κι αυτά που συναντάμε π.χ. στα κλέφτικα της Ρούμελης ή της Θεσσαλίας. Αντίθετα θα βρούμε σ’ αυτό τραγούδια σε δίσημα και επτάσημα μέτρα, καθώς και αμανέδες, φαινόμενα που ευδοκιμούν στα περισσότερα νησιά του κεντρικού και βόρειου Αιγαίου. Τα αποκριάτικα σατιρικά τραγούδια έχουν το ύφος που συναντούμε όχι μόνο στα νησιά, αλλά και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Το ίδιο ισχύει για τα κάλαντα και τα νανουρίσματα. Επίσης παρατηρούμε εδώ κι εκεί επιδράσεις απ’ το σμυρναίικο τραγούδι και την καντάδα».
Κι ενώ ο Δραγούμης μάς εισάγει σ’ ένα πρώτο κλίμα, ακολουθεί το εκτενέστερο εισαγωγικό κείμενο τού Κωστή Δρυγιανάκη, που έρχεται να δώσει κι άλλες πολύτιμες πληροφορίες, μεγεθύνοντας πάνω σε συγκεκριμένες πτυχές του εν λόγω υλικού. 
Διαβάζουμε: «Η περιορισμένη παρουσία οργανοπαικτών, στις ηχογραφήσεις του Μάρκου (Δραγούμη), πάντως θέτει ερωτηματικά.(…) Ενδεχόμενα ο συντονισμός και η ηχητική καταγραφή των οργανοπαικτών να ήταν πιο δύσκολη απ’ ότι η καταγραφή φωνών· αν μάλιστα επρόκειτο για επαγγελματίες, πιθανώς θα ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθεί χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα». Και πιο κάτω: «Η εγγραφή του Μάρκου, με αυτόν τον αθώο ερασιτεχνισμό της, είναι απρόβλεπτα ζωντανή· απογράφει εκτός από μουσικό υλικό δείγματα ομιλίας, ήχους του περιβάλλοντος (όχι και τόσο τυχαία, αν λογαριάσουμε πως ο Μάρκος έγραψε κι ένα ντελάλημα) και, εν τέλει, το ηχητικό περιβάλλον της μουσικής επιτέλεσης. Όσο κι αν αυτό το τελευταίο θα μπορούσε να θεωρηθεί καταγραμμένο ελλιπώς, σύμφωνα με τις σημερινές ιδέες καταγραφής δρωμένων(…), όσο και αν το μικρόφωνο συλλαμβάνει επιφωνήματα και σχόλια και άσκοπες υποδείξεις των παρευρισκομένων προς τον εθνογράφο(…) η ηχογράφηση κομίζει πληροφορίες που θα είχαν χαθεί εντελώς, αν πραγματοποιούνταν με την τεχνικά ορθή (και συνήθη) πρακτική της αποκοπής του μουσικού γεγονότος από τα συμφραζόμενά του. Το αλλοτινό μειονέκτημα σήμερα αποτελεί προσόν».
Το τρίτο και τελευταίο κείμενο τής έκδοσης έχει τίτλο «Σκόπελος: ο χώρος και η ιστορία» και είναι γραμμένο από τον Χρήστο Γ. Καλαντζή. Ακολουθούν ωραίες Α/Μ φωτογραφίες, εν συνεχεία το κεφάλαιο με «Τα τραγούδια» (με παράθεση των στίχων καθώς και σχόλια από τον Μάρκο Φ. Δραγούμη) και τέλος το τμήμα «βιβλιογραφία-δισκογραφία», που ολοκληρώνει την έκδοση.
Επί του ηχητικού, τώρα, δεν έχω να κάνω κάποια ουσιαστική παρατήρηση. Σαν απλός ακροατής, όμως, θέλω να πω πως είναι κρίμα τα περισσότερα κομμάτια να είναι a cappella και όχι ενοργανωμένα. Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τις μανούλες και τις γιαγιάδες, τους πατεράδες και τους παππούδες που ακούγονται στην ηχογράφηση (ποσώς!), οφείλω να πω πως τα λίγα τραγούδια με συνοδεία οργάνων στο άλμπουμ «Κατακαημένε Σκόπελε…» είναι «άλλο πράγμα». Όπως «άλλο πράγμα» θα ήταν συνολικώς και το CD – παρότι δεν θα πρέπει να λησμονούμε, ούτε στιγμή, τον κάματο που απαιτήθηκε για να πάρει το δρόμος της και να ολοκληρωθεί η παρούσα άξια έκδοση.
Επαφή: https://www.facebook.com/Εκδοτική-Δημητριάδος-Volos-Academy-Publications-318885938231217, www.ekdotikidimitriados.org

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

γιατί το CD είναι πια τόσο απαξιωμένο στην Ελλάδα, ενώ αλλού ζει και βασιλεύει;

Εμείς που μεγαλώσαμε με το βινύλιο χαιρετίσαμε το CD (εκεί στα τέλη του ’80 και τις αρχές του ’90) ως μια νέα φόρμα, που θα ερχόταν όχι για να αντικαταστήσει το αγαπημένο πλαστικό, αλλά ως κάτι που θα μπορούσε να το επεκτείνει. Κατά βάση ως ένα μέσο, στο οποίο θα ήταν δυνατόν να χαραχτεί περί τα 80 λεπτά μουσική. Αυτό ήταν πολύ βασικό.
Απολαύσαμε, με άλλα λόγια, άλμπουμ, τα οποία μάλλον ασφυκτιούσαν στα 40-45 λεπτά (χοντρικώς), που θα μπορούσε να αναπαραχθούν στο τυπικό long play. Άλμπουμ τζαζ, αβαντγκάρντ, ηλεκτρονικής, πειραματικής, σύγχρονης κλασικής κ.λπ. – καθώς υπάρχουν και αυτά τα είδη, εκτός από το καθημερινό ποπ/ροκ τραγούδι.
Περαιτέρω –και πέραν των καινούριων ψηφιακών παραγωγών– μας δόθηκε η ευκαιρία ν’ ανακαλύψουμε εκατοντάδες μουσικά διαμάντια, που είχαν τυπωθεί στο παρελθόν σε δυσεύρετους δίσκους, ενώ, πολλές φορές, εκείνες ακριβώς οι CD-reissues συνοδεύονταν από σπάνια ή και ανέκδοτα bonus tracks, χωρίς να αναφερόμαστε στις εντελώς ανέκδοτες ηχογραφήσεις ολάκερων long plays, που είδαν για πρώτη φορά το φως στην ψηφιακή εποχή. Ακόμη, να μη μιλήσουμε για κάποια συγκλονιστικά κουτιά, κάτι απίστευτα box-sets (συχνά ιαπωνικής προέλευσης), που δρούσαν ως τα τέλεια αφιερώματα σε μουσικές σκηνές, events, συγκροτήματα ή καλλιτέχνες.
Όλα αυτά τα προσέφερε βασικά το CD, με κάποιο σοβαρό οικονομικό κόστος είναι αλήθεια στην αρχή –κανείς δεν θα ξεχάσει τις 7 και 8 χιλιάδες δραχμές που κόστιζαν τα «εισαγωγής» στα κεντρικά δισκοπωλεία της Αθήνας στο δεύτερο μισό του ’90– και με κάπως πιο λαϊκό (κόστος) στη συνέχεια.
Και πού φτάσαμε; Να λέμε σήμερα, στην Ελλάδα, πως το CD έχει τελειώσει, πως δεν έχει πλέον νόημα να διαθέτει κάποιος σιντοθήκη, υποστηρίζοντας πως η συγκεκριμένη φόρμα έφαγε τα ψωμιά της, πως του χρόνου δεν θα υπάρχει και άλλα τέτοια ακατανόητα.

Η συνέχεια εδώ…

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

οι δίσκοι του ελληνικού ροκ 30 χρόνια πριν

Στο περιοδικό ντέφι, στο δωδέκατο τεύχος του που είχε τυπωθεί τον Νοέμβρη του ’86, υπήρχε ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στο ελληνικό ροκ. Τα κείμενα υπέγραφε ο Γιάννης Έξαρχος (τον θυμάστε, με την κοτσίδα του, από κάτι παλιές εκπομπές στην τηλεόραση;), ενώ τη σχετική δισκογραφία είχε επιμεληθεί ο Δημήτρης Δημητράκας (The Rosebuds, Φαίακες, Θαρσείν Χρει, Skull Damage, Schmetterling, T.V.C., Panx Romana, Ριφιφί, Δούρειος Ίππος κ.λπ.). Βεβαίως και στα κείμενα υπήρχαν διάφορα… άλλα αντί άλλων, αλλά και στη δισκογραφία παρατηρούνταν σημαντικές ελλείψεις (π.χ. απουσίαζαν οι δίσκοι του Γιώργου Ρωμανού, των Λήδα-Σπύρος κ.ά.).
Ο Δημητράκας, πάντως, πρέπει να ήταν ο πρώτος που είχε επιχειρήσει να κάνει μια καταγραφή των LP τού ελληνικού ροκ από τα sixties και μέχρι την εποχή εκείνη (1986), κι αυτό ήταν ένα «κάτι». Έτσι, είχε χωρίσει τη δισκογραφία σε… κεφάλαια. «1965-1970», «1971-1975», «1976-1980» και από το 1981 έως το 1986 κάθε χρονιά και κεφάλαιο.
Εγώ παίρνω ως δεδομένο το κεφάλαιο «1986» και λέω με λίγες λέξεις τη γνώμη μου για τα LP του ελληνικού ροκ, έτσι όπως τα καταγράφει ο Δημητράκας στο ντέφι (δεν κάθομαι, δηλαδή, να τσεκάρω τις χρονιές, ούτε αν λείπει κάτι).
Αυτό που πράττω έχει αξία για μένα (εσείς μπορεί να το βρείτε… ανάξιο), επειδή τα περισσότερα απ’ αυτά τα άλμπουμ έχω να τ’ ακούσω 25-30 χρόνια (όντως, αλήθεια!) και συνεπώς ό,τι σημειώσω τώρα αφορά σε εντυπώσεις, που μου έχουν μείνει από τότε στη μνήμη… Θέλω να πω πως, αν τα ξανακούσω τώρα πιθανώς να σχημάτιζα άλλη εντύπωση. Καλύτερη ή χειρότερη…
Πάμε λοιπόν… 

SCHMETTERLING: Feeling Funny [Ανεξάρτητο]  
Ο Δημητράκας τους βάζει πρώτους-πρώτους επειδή συμμετείχε στο συγκρότημα; Καλοπαιγμένο (θυμάμαι), αλλά άνευρο… τεχνορόκ. Καμμία διάθεση για να το ξανακούσω σήμερα. 
ΥΔΡΟΧΟΟΣ: Ζάλογγο [Υδροχόος]  
Είχαν… σκοτεινές reggae επιρροές. Ακόμη έχω στη μνήμη μου το τραγούδι τους «10 χρόνια». Πολύ καλό. 
SOUTH OF NO NORTH: Fell Frozen [Creep]
Είχε μέσα το Annabelle Lee”. Ήταν καλύτερο από το πρώτο τους. 
THE LESBIANS: S/T [Enigma]
Electro-pop. Κάτι έλεγε 
A PRIORI: S/T [Ano-Kato]
Rock-fusion από τη Θεσσαλονίκη. Μου άρεσαν. Ένα κομμάτι μού θύμιζε Gong. 
ΑΔΙΣΟΣ: Αρετές και Άλλα Δεινά [Δικαίωμα Διάβασης]
Λοιπόν, αυτό το γκρουπ δεν το είχα αγοράσει τότε. Δεν το ήξερα. Βρήκα το LP στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Eighties rock με κιθάρες και πλήκτρα και με ελληνικό στίχο… Επειδή δεν το είχα χωνέψει στην εποχή του θα ήθελα να βρω το χρόνο, κάποια στιγμή, να το ξανακούσω… 
THE LAST DRIVE: Underworld Shakedown [Hitch-Hyke]
Το αγόρασα με το που βγήκε. Το καλοκαίρι του ’86 το άκουγα συνέχεια. Αναβιωτικό garage-punk στα καλύτερά του. 
FEAR CONDITION: Till Night Comes Again [Smash]
Δεν με είχε ενθουσιάσει. Ήταν κάπως σκοτεινό. Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα 
STAINED VEIL: Livin’ on Leavin’ [Smash]
Αυτοί μου άρεσαν. Σκληρό κιθαριστικό ροκ. Κάτι σε Wipers… 
NOISE PROMOTION COMPANY: Silence [Ano-Kato]
Ο δίσκος αυτός ήταν από τους πιο υποτιμημένους της εποχής (και μάλλον παραμένει). Έχω πολύ καλή εικόνα στη μνήμη μου και θέλω –και αυτόν– να τον ξανακούσω. 
LIBIDO BLUME: Colours Melting [Δικαίωμα Διάβασης]
Καλό άλμπουμ – αν και δεν το είχα βάλει πολλές φορές στο πικάπ. 
ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ: S/T [Δικαίωμα Διάβασης] 
Kαι τότε το πίστευα. Και τώρα το πιστεύω. Ίσως το καλύτερο ελληνικό πανκ LP, που βγήκε ποτέ. 
ΛΕΥΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ: Μυστικοί Κήποι [ΕΜΙ]  
Γκρουπάρα. Από τα καλύτερα της εποχής. Απορώ, γιατί δεν το έβαλα, πριν τρία χρόνια, στα «20 καλύτερα του ’80». 
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΚΟΡΔΙΛΗΣ: Τι Κούραση να Ξεκουράζεσαι [Lyra]
Συμπαθητικός. Μου άρεσε πολύ το πρώτο τραγούδι τού δίσκου, που θύμιζε Λήδα-Σπύρος. Νομίζω λεγόταν «Σινικό τείχος». 
THE ANTI TROPPAU COUNCIL: A Way Out [Pegasus]
Τους είχα δει πρώτα live στον Πήγασο κι επειδή δεν μου άρεσαν ήμουν προκατειλημμένος. Πάντως στο δίσκο ήταν καλοί. 
BREAKDOWN: Night Ride [Music-box] 
Το θυμάμαι σαν εξώφυλλο, αλλά δεν το είχα αγοράσει. 
2002 GR: Best of [Music-box]
Εντάξει… Είχε μέσα «Σιδερένιο Άνθρωπο» ή όχι; 
ISKRA: A New Day [Polydor] 
Αυτό δεν ήταν rock ήταν jazz-rock. Είχε ωραίο εξώφυλλο, αλλά οι συνθέσεις δεν μου κάθονταν… 
VARIOUS: Συνταγή Αντι-Θανάτου [Famous Music] 
Τα είπαμε και προσφάτως, με αφορμή την επανέκδοση. Πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή. 
VAVEL: S/T [Famous Music]
Συμπαθητικό heavy. 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΟΚΑΡΙΝΗΣ: Αυτόγραφο [Lyra]
Δεν το είχα αγοράσει. Και δεν θυμάμαι, τώρα, αν είχε βγάλει κάποια επιτυχία. 
ΤΕΡΜΙΤΕΣ: Τσιμεντένια Τραίνα [Virgin]
Το ίδιο σχόλιο (με το προηγούμενο). 
ΦΑΤΜΕ: Βγαίνουμε Απ’ το Τούνελ [EMI]
Το αγόρασα στα nineties, όταν κάπου το είχα βρει φτηνό. Είχε μέσα το «Στη Σταδίου». 
ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ: Κάγκελα Παντού [EMI]
Εντάξει… το ακούμε και σήμερα αυτό. 
THE MUSHROOMS: Taste of [Pegasus]
Πολύ καλό γκαραζορόκ, και με καλό (αγγλικό) στίχο. 
ΣΑΚΗΣ ΜΠΟΥΛΑΣ: Μπουλάς Ελλάς [CBS] 
Είχε κάποια εύστροφα στιχάκια. 
ΑΝΤΡΕΑΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ: Περνάω με Κόκκινο [CBS]
Το «Χαμένο νησί» δεν ήταν εκεί; 
BLACK BALLOON: Hey! [EMI]
12ιντσηκαρεκλίτσα
 

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

όταν ο Ζαμπέτας αγανακτούσε με το μάξι…

Στα τέλη του ’60 και τις αρχές του ’70 ο «πόλεμος» ανάμεσα στο μίνι και το μάξι καλά κρατούσε. Τα κορίτσια και οι γυναίκες τής εποχής δοκίμαζαν και τα δύο, με το μίνι να αποτελεί το πιο λαϊκό-καθημερινό ένδυμα και το μάξι το πιο επίσημο (να το πούμε έτσι). Φαίνεται, όμως, πως κάποια στιγμή, εκεί γύρω στο ’72-’73, η πλάστιγγα έγειρε προς τη μεριά του μάξι, με αποτέλεσμα ο αντρικός πληθυσμός να… αγανακτήσει.
Η «νίκη» του μάξι δεν αφορούσε μόνο στα… ανώνυμα κορίτσια του λαού, αλλά και στα επώνυμα (που έδιναν και το σύνθημα εξάλλου), δηλαδή στις ηθοποιούς και τις τραγουδίστριες. Ενώ, ας πούμε, η Δέσποινα Γλέζου εμφανιζόταν με το καθ’ όλα αποδεκτό μίνι στην τηλεόραση, στο κανάλι των Ενόπλων Δυνάμεων, το 1969, στην εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη Sony Show, λίγα χρόνια αργότερα (1972) τόσο εκείνη όσο και η Chris King (αμφότερες μέλη των Νοστράδαμος) θα ανέβαιναν στη σκηνή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με… χλαμύδες.
Ο Ζαμπέτας με τον συνεργάτη του στιχουργό Διονύση Τζεφρώνη, ως σωστοί κοινωνικοί παρατηρητές, αφού είδαν πως γύρισε το πράγμα... τα πήραν, όπως λέμε, αποφασίζοντας να σκαρώσουν τραγούδι. Έβαλαν την τέχνη τους κάτω και να... Πρόκειται για το κομμάτι τους «Οι καινούργιες οι γυναίκες» που ακούγεται στο LP «Μάλιστα Κύριε» [Olympic SBL 1096] του 1973.
Η ανάρτησή μας συμπληρώνεται από ένα κλιπάκι του Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου (ΕΟΑ), από τα Επίκαιρα της εποχής που τα έβλεπε όλη η Ελλάδα και που δείχνει πόσο… απαγορευμένο ήταν το μίνι το 1969, και ακόμη από τα links δύο παλαιότερων αναρτήσεων με παρεμφερές θέμα. Έτσι, για να μην ξεχνάμε και τα προηγούμενα κείμενα…



Εδώ το link του EOA

Κι εδώ οι παλαιότερες αναρτήσεις μας…
τα… απαγορευμένα (μίνι και μακριά μαλλιά)

ΦΩΤΟΣ ΓΙΟΦΥΛΛΗΣ ένα ποίημα για το μίνι

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

SAVVAS METAXAS & SPYROS EMMANOUILIDIS / EVENTLESS PLOT νέο split LP

Για τους πειραματιστές από τη Θεσσαλονίκη Σάββα Μεταξά και Σπύρο Εμμανουηλίδη έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον – και για προσωπικά projects τους, αλλά και για τις μεταξύ τους συνεργασίες. Τελευταία φορά ήταν πέρυσι τέτοιαν εποχή, όταν αναφερθήκαμε στην κοινή τους κασέτα με τους Turbo Teeth [Orila/Granny]. Τώρα, τους συναντάμε και πάλι μαζί σ’ ένα split... LP αυτή τη φορά, την δεύτερη πλευρά του οποίου καταλαμβάνουν οι Eventless Plot. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στο τέλος της περυσινής χρονιάς από την Granny σε 100 μόλις αντίτυπα.
Στην Side 1 καταγράφεται το track των Μεταξά & Εμμανουηλίδη “Front”, με τον πρώτο να χειρίζεται tapes και modular συνθεσάιζερ και με τον δεύτερο προετοιμασμένο πιάνο, synth και tapes. Το “Front” έχει βεβαίως εκείνον τον πειραματικό χαρακτήρα, την ηχητική διαδρομή αν θέλετε, που ακούγαμε παλαιότερα στα λεγόμενα ηλεκτροστατικά έργα. Υπάρχει, θέλω να πω, η ίδια εξερευνητική διάθεση και κυρίως η απόπειρα οικοδόμησης ενός περιβάλλοντος, που να εμπνέεται τόσο από το άστυ, όσο και από τη φύση. Πρόκειται για ambient music κατά βάθος, ασχέτως της αισθητικής πολυμορφίας της. Διατηρεί, εννοώ, την ταυτότητα τής «αργότητας», ου μην άλλα και κάποιας μετρημένης «επαναληπτικότητας», αλλά είναι περισσότερο εμπλουτισμένη από εφφέ και γενικότερες ηχητικές εκπλήξεις. Το “Front” είναι ένα τέτοιο κομμάτι δηλαδή. Ένα track που επιβάλλεται όχι μόνον δια του όγκου του, αλλά και δια της ευφάνταστης ενοργάνωσής του. Συντελεί σε πολλά, οπωσδήποτε, το prepared piano, χωρίς βεβαίως να υποτιμάται και ο ρόλος των ηλεκτρονικών.
Οι Eventless Plot τώρα, που ακούγονται στην Side 2, είναι συγκρότημα. Ελληνικό συγκρότημα που υφίσταται από το 2002 και το οποίο αποτελούν οι Βασίλης Λιόλιος κρουστά, μικρόφωνα επαφής, Άρης Γιάτας αναλογικά συνθεσάιζερ και Γιάννης Τσιρίκογλου zither, ηλεκτρονικά. Η σύνθεσή τους “Killing realism” διαθέτει πολλά και ποικίλα χαρακτηριστικά, που θα μπορούσε χοντρικά να συνοψιστούν στο… improv/ noise/ electro, παρότι στην πράξη είναι δύσκολο να περιγράψεις ένα 20λεπτο track, που κινείται διαρκώς σε τροχιά «έκπληξης». Εδώ, τα μικρόφωνα επαφής, που τοποθετούνται υποθέτω πάνω στα διάφορα κρουστά (crotales, sound plates, objects διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο), κάνουν πολύ καλή δουλειά, μεγεθύνοντας με δημιουργικό τρόπο τις διαφορετικές συχνότητες. Το αποτέλεσμα είναι μια μουσική ρέουσα, με πολύ ενδιαφέρουσα διαστρωμάτωση τόσο στα ηλεκτρονικά χαμηλά της, όσο και στα percussive υψηλά της.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

DJ: δουλειά της κρίσης, για ένα χαρτζιλίκι;

Η κρίση έχει δώσει ακόμη περισσότερη τροφή στις κακοπληρωμένες δουλειές, στις δουλειές τού ποδαριού, στις δουλειές των νέων ανθρώπων. Είναι γνωστό αυτό. Σερβιτόρες και σερβιτόροι, πιτσαδόροι με παπάκια, διακινητές φυλλαδίων και λοιπά και λοιπά… Σε δουλειά του ποδαριού εξελίσσεται εσχάτως και το «ντιτζεϊλίκι». Φυσικά, ό,τι δουλειά και να κάνει κάποιος, προκειμένου να βγάλει μερικά λεφτά, δεν είναι ντροπή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις όμως. Πως ό,τι γίνεται, γίνεται μ’ ένα μίνιμουμ γνώσης και ικανότητας (όπου αυτά απαιτούνται) και βεβαίως ευσυνειδησίας. Αλλιώς, δεν έχει νόημα.
Για να μοιράζεις πίτσες θέλεις δίπλωμα οδήγησης για μηχανάκι, για να βάζεις δίσκους σ’ ένα μαγαζί άραγε χρειάζεσαι κάτι;
Όσοι ασχολούνται με το DJ-ing μιλάνε για τις διάφορες αισθητικές κατηγοριοποιήσεις του, που, μεταξύ μας, δεν έχουν κανένα πρακτικό νόημα. Απεναντίας, πρακτικό νόημα βρίσκω στις εξής δύο συνομοταξίες. Τους… μεγαλοεπαγγελματίες, να τους πούμε έτσι, των τρανών χορευτικών κλαμπ, που παίζουν κυρίως δικές τους παραγωγές (βασικά techno/house και «μαύρη μουσική» όπως εκείνοι την καταλαβαίνουν) και τους απλούς-απλούστατους… μικροεπαγγελματίες, που «κολλάνε» τραγούδια το ένα δίπλα στο άλλο, που δουλεύουν για το χαρτζιλίκι τους και που στελεχώνουν (δεν λέω επανδρώνουν) κλαμπάκια και μπαράκια σ’ εξοχές και πόλεις.
Η πρώτη ομάδα, προσωπικά, δεν με πολυενδιαφέρει, και τούτο γιατί δεν είμαι από ’κείνους που πιστεύουν πως ο κάθε DJ τού μεγάλου dance club είναι κάτι σαν μουσικός, και πως πρέπει περαιτέρω να λογίζεται και σαν «δημιουργός». Εδώ, υπάρχει πολύ χάιδεμα.
Μπορεί να υπάρχουν εξαιρέσεις βεβαίως (DJ Krush, Mikael Delta – για ν’ αναφέρω δύο ονόματα, ένα ξένο κι ένα εγχώριο), παρότι, και σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η δημιουργία δεν μπορεί να εξαντλείται στο κόψε-ράψε, στο σάμπλιν, στο σκρατς, στα ετοιματζίδικα εφφέ και στα παιγνίδια με τα πάσης φύσεως κομβία. Αυτές είναι δεξιότητες που αποκτούνται μετά από κάποιες ώρες ενασχόλησης με τα μαραφέτια, δεν είναι σώνει και καλά δημιουργία. Μην τα ισοπεδώνουμε όλα, γιατί, στο τέλος, δεν θα μπορούμε να συνεννοηθούμε.

H συνέχεια εδώ…