Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2019

BE WITH RECORDS μια βρετανική εταιρεία που ειδικεύεται στις επανεκδόσεις, από τα seventies κυρίως

Η Be With Records είναι μια βρετανική εταιρεία, που ειδικεύεται στις επανεκδόσεις δίσκων soul, funk και τα λοιπά, βασικά από τη δεκαετία του ’70 (τις κυκλοφορίες της τις βρίσκεις στο Vinyl Kiosk). Μέχρι ώρας έχει τυπώσει κάμποσες δεκάδες άλμπουμ, άλλα σπάνια στις πρωτότυπες εκδόσεις τους, αλλά λιγότερο, άλλα άγνωστα, άλλα όχι και τόσο. Η δουλειά που κάνουν οι Βρετανοί είναι πολύ καλή –ας το σημειώσουμε αυτό από την αρχή– με ιδιαιτέρως περιποιημένο remastering, για αληθινή βινυλιακή απόλαυση. Για τρία από τα πιο πρόσφατα LP, που έδωσε η Be With Records θα γράψουμε τώρα τα σχετικά...
MARCIA GRIFFITHS: Sweet and Nice [Be With Records, 2019]
Η Marcia Griffiths είναι μία από τις μεγαλύτερες φωνές που βγήκαν ποτέ από την Τζαμάικα. Με καριέρα που ξεπερνά τον μισόν αιώνα (ξεκίνησε δειλά στην αρχή, το 1964, ως μέλος των Byron Lee And The Dragonaires, για να φθάσει κάποια στιγμή να συνεργάζεται  με τον Bob Marley και με πολλά άλλα κορυφαία ονόματα της reggae και όχι μόνον), η Marcia Griffiths έχει φυσικά και μιαν αναπτυγμένη προσωπική δισκογραφία, με διάφορες κατά καιρούς επιτυχίες. Μία απ’ αυτές τις επιτυχίες της ήταν και το “Electric boogie” (του Bunny Wailer), το 1983, που είχε χορευτεί και στην Ελλάδα. 
Εδώ, τώρα, η Be With Records πράττει κάτι ξεχωριστό. Επανεκδίδει το πρώτο αυστηρώς προσωπικό LP της Marcia Griffiths, από το 1974, που είχε τυπωθεί για την τζαμαϊκανή ετικέτα Wild Flower, προσφέροντας μαζί, στον ίδιο φάκελο, κι ένα δεύτερο LP, με 14 tracks, βγαλμένα από σπάνια και ακριβοθώρητα 45άρια της από τα late sixties και τα seventies. Για ν’ ακούσουμε...
Κατ’ αρχάς να πούμε πως το “Sweet and Nice” είναι ένα άλμπουμ «μαύρης μουσικής». Είναι περισσότερο δηλαδή soul-funk και λιγότερο reggae – δίχως τούτο να σημαίνει πως τα reggae vibes είναι ασαφή και μηδαμινά. Κατ’ αρχάς αυτό φαίνεται από το ρεπερτόριο που επιλέγει η Griffiths (και ο παραγωγός της Lloyd Charmers) για να παρουσιαστεί. Για δείτε: “Here I am baby” του Al Green, “Everything I own” των Bread, “Play me” του Neil Diamond, “Sweet, bitter love” του Van McCoy, “Gypsy man” του Curtis Mayfield, “There’s no me without you” των Manhattans, “The first time I saw your face” του Ewan MacColl, “Just don’t want to be lonely” του Ronnie Dyson (ως “I’d rather be lonely”). Πόσα κομμάτια είναι αυτά; Οκτώ. Και ποια είναι τα υπόλοιπα δύο, που συμπληρώνουν το άλμπουμ; Δύο πρωτότυπα, το “Green grasshopper” και το “Children at play”, αμφότερα του  Louis Davidson.
Ξεκινώντας απ’ αυτά, θα λέγαμε πως το “Green grasshopper” είναι ένα smooth soulful τραγούδι, με βαθιά μπασογραμμή (φοβερή για dubbing) και χαρακτηριστικά παθιασμένα φωνητικά από την Griffiths, εντελώς τυπικό για τα mid-seventies, ενώ το “Children at play” έχει ακόμη πιο χαρακτηριστική deep funk μπασογραμμή, δανεισμένη μάλλον από το “Stratus” του Billy Cobham (από ’κει που βούτηξαν και οι Massive Attack, για το δικό τους “Safe from harm” – δεν αποκλείεται πάντως οι Massive Attack να αντέγραψαν από το “Children at play” και όχι από το “Stratus”, αφού στο δικό τους track έχουν και γυναικεία φωνητικά).
Τώρα, σε σχέση με τις versions, θα λέγαμε πως όλες είναι επιτυχημένες, καθώς και η φωνάρα της Marcia Griffiths αναδεικνύεται μέσα απ’ αυτές, αλλά και η μπάντα συνοδείας, που παίζει επαγγελματικά μεν πετώντας φωτιές δε (Lloyd Parks μπάσο που σκοτώνει, Paul Williams ντραμς, Willie Lindo κιθάρες, Lloyd Charmers πιάνο, όργανο, κρουστά, Federal Soul Givers πνευστά), κάνει το καθήκον της. Top από εδώ, το “Everything I own”, η επιτυχία των Bread, που αποκτά μιαν άγρια ομορφιά (ας το πούμε έτσι), το soulful reggaeSweet, bitter love” και ακόμη το “The first time I saw your face”, που ακούγεται σαν rocksteady.
Πάμε όμως και στο δεύτερο LP.
Εδώ, όπως είπαμε, ακούγονται τραγούδια από σπάνια δισκάκια των sixties-seventies συν κάτι από eighties, που δίνουν, όλα μαζί, μια πλήρη εικόνα της πορείας τής Griffiths εκείνα τα χρόνια, πολύ πριν καταστεί αυτή μια παγκόσμια τραγουδιστική περσόνα.
Το LP ανοίγει με το “Mark my word” (από ένα δισκάκι του 1968) και ακολουθούν διάφορα tracks συχνά σ’ ένα pop-reggae στυλ και σε κάθε περίπτωση απλώς reggae σαν τα “The first cut is the deepest” του Cat Stevens, που είχε πει η P.P. Arnold, “Melody life” (1968), “Work and slave” (υπάρχει και στο LP “The Reggaes featuring Marcia Griffiths” του 1971), “Working to the top (My Ambition) (Part 1)”, “Dont let me down” (1984;) των Beatles (ίσως το ωραιότερο track της πλευράς), για να κλείσει η Side 3 με το “Band of gold” της Freda Payne.
Side 4 και αρχή με το “Put a little love in your heart”, από το LPYoung Gifted and Black” (1970) των Bob Andy and Marcia Griffiths, για να ακολουθήσουν τα “I see you, my love” από το “Rock my soul” (1984), “Its too late” της Carole King, “Baby if you dont love me” από ένα 45άρι του 1971, “Love walked in” των Gershwins, “When will I see you again” των The Three Degrees και “Play me (Part 2)”, μια εναλλακτική version του τραγουδιού του Neil Diamond (που ακούγεται στο κανονικό LPSweet and Nice”), εδώ και με φωνητικά από τον παραγωγό Lloyd Charmers.
Μία πλήρης έκδοση, για μια ιστορική φωνή τής μουσικής τής Τζαμάικα, που βρίσκεται ακόμη στις επάλξεις.
THE DEIRDRE WILSON TABAC: S/T [Be With Records, 2018]
Πέρυσι (2018) η Be With επανεξέδωσε για πρώτη φορά(;) ένα αμερικανικό άλμπουμ, που είχε βγει στην RCA το 1970 και το οποίο στην εποχή του είχε περάσει σχετικώς απαρατήρητο (για άλμπουμ μιας πολυεθνικής τέλος πάντων). Λέμε για το ένα και μοναδικό LP των Deirdre Wilson Tabac, μιας μπάντας που την αποτελούσαν βασικά δύο τραγουδίστριες, η Deirdre Wilson (η ξανθιά μακρυμαλλούσα του εξωφύλλου) και η Barbara Payne (με την αφάνα) κι ένας κιμπορντίστας-τραγουδιστής, ο Stu Freeman. Απ’ αυτούς τους τρεις, που εικονίζονται και στο εξώφυλλο, η Payne είχε περάσει στα sixties από τους James Brown Revue, ενώ ο Freeman ήταν βασικό μέλος των Magic Mushrooms, μιας γκαραζοψυχεδελικής μπάντας που είχe τυπώσει το 1966 ένα (σχεδόν) κλασικό τραγούδι, το “Its-a-happening”, ανθολογημένο και στο ιστορικό 2LPNuggets” [Elektra, 1972]. Εκείνο το τραγούδι ανήκε (και) στον Sonny Casella, ο οποίος παίζει ντραμς, ενορχηστρώνει και κάνει παραγωγή (και) στο LP των Deirdre Wilson Tabac.
Ήδη αναφέραμε τέσσερα μέλη του συγκροτήματος, αλλά δεν είναι μόνον αυτά, καθώς στην ηχογράφηση του άλμπουμ παίρνουν μέρος και οι: Chuck Anderson τζαζ κιθάρα, Steve Rundell blues κιθάρα, Huey McDonald μπάσο (αργότερα έπαιξε με τους Bon Jovi), Mike Natale τρομπέτα, Gary Miller τρομπέτα, Vince Trombetta σαξόφωνα και Peter Cioschi μπάσο τρομπόνι. Λέμε λοιπόν για μιαν 11μελή μπάντα, στο πρότυπο πάνω-κάτω των ροκ συγκροτημάτων με πνευστά, που εκεί στα τέλη του ’60 και τις αρχές του ’70 ήταν στη μόδα στην Αμερική: άκου Blood, Sweat and Tears, Chicago, Ten Wheel Drive, Cold Blood, Dreams, The Ides of March, Harlem River Drive κ.λπ. Φυσικά, όλα αυτά τα γκρουπ δεν ηχούσαν το ίδιο, καθώς άλλα ήταν πιο straight jazz-rock, αλλά πιο soul-funk κ.ο.κ., όμως τα πνευστά σε όλα αυτά τα σχήματα υπογράμμιζαν τον γενικότερο χαρακτήρα τους. Και στους Deirdre Wilson Tabac τα πνευστά είναι εκείνα, που καθορίζουν τον ήχο τους, μαζί με μια κάπως hippy αισθητική, που αφήνει η συνολικότερη παραγωγή.
Θα πρέπει να πούμε πως τους Deirdre Wilson Tabac τους «ανακάλυψε» το 2003 ο Βρετανός Jazzman, ο οποίος «κόβει» σε 45άρι δύο τραγούδια από το άλμπουμ τους, τα “I cant keep from crying sometimes” (Al Kooper / Blues Project”) και “Get back” (των Beatles), τα οποία δεν είχαν ποτέ τυπωθεί μαζί (το “Get back” ήταν πρώτη πλευρά σ’ ένα δισκάκι τους από το 1969, αλλά είχε άλλο τραγούδι ως flip-side). Από ’κει τους έμαθαν πολλοί και άρχισαν να τους αναζητούν.
Η διασκευή τους στο “I cant keep from cryinsometimes” είναι ιδιαίτερη. Οι Deirdre Wilson Tabac έχουν αλλάξει τη δομή του τραγουδιού, μπολιάζοντάς το περαιτέρω με jazz και ήπια jazz-rock passages. Ενδιαφέρον, οπωσδήποτε (αρκεί να ξεχάσεις πως ηχεί το πρωτότυπο). Ωραίες παρεμβάσεις, και όχι μόνον ενορχηστρωτικές, έχει και το “Get back”, με την μπασογραμμή να του δίνει μια υπόγεια funky δύναμη. Αυτά τα δύο τραγούδια, καθώς και το “(Sittinon) The dock of the bay” (Otis Redding-Steve Cropper), που διασκευάζεται κάπως πιο τυπικά αλλά εξίσου ωραία, είναι και οι μοναδικές versions του LP, καθώς όλα τα υπόλοιπα (επτά) tracks είναι πρωτότυπα.
Απ’ αυτά, και από την Side 1, θα ξεχώριζα το soul Lets all join together” (με αντρικά και γυναικεία φωνητικά), αλλά και το soul-rock Angel baby”, που κλείνει την πλευρά, με high-pitched γυναικεία φωνητικά, μάλλον από την Wilson, αλλά και με ισορροπημένη προσέγγιση από τον Freeman.
Το “The last thing on his mind”, που ανοίγει την Side 2, έχει lush ενορχήστρωση, που φέρνει στο νου την Philly-soul (εξάλλου το άλμπουμ είναι ηχογραφημένο στην Φιλαδέλφεια, όπως και στη Νέα Υόρκη) και σαν κομμάτι είναι πολύ καλό. Σκληρό blues-soul-rock, το “Look in my face” έχει κι αυτό διπλά φωνητικά, στριμωγμένα πάνω στο up-tempo, με το “Magic one”, που ακολουθεί, να γκρουβάρει με φόρα. Πολύ ωραία η φωνητική διαχείριση, που μαζί με τις κιθάρες και το πνευστό τμήμα σπρώχνουν το κομμάτι στην κορυφή – σίγουρα ένα από τα ωραιότερα tracks του LP.
Την αξίζουν την δεύτερη ή την τρίτη ευκαιρία οι Deirdre Wilson Tabac, ασυζητητί.
BATTEAUX: S/T [Be With Records, 2018]
Οι Batteaux ήταν ένα ντούο βασικά, τα αδέλφια David Batteaux τραγούδι, κιθάρα, μελόντικα, τσέλο και Robin Batteaux τραγούδι, βιολί, κιθάρες, το οποίον ηχογράφησε ένα και μοναδικό LP για την αμερικάνικη Columbia το 1973. Ρίχνοντας μια ματιά στο discogs διαπίστωσα πως αυτή τη στιγμή υπάρχουν 16 διαθέσιμες original κόπιες του “Batteaux”, αλλά καμμία «καινούρια», πράγμα που σημαίνει πως για ν’ αγοράσει κάποιος ένα αντίτυπο, που να στέκει άψογα, θα πρέπει να δώσει κανα κατοστάρικο (αν κρίνω από την υψηλότερη τιμή, που έχει πιάσει το LP των Batteaux). Τα σημειώνω αυτά, για να δείξω πως μια τέλεια ηχητικώς επανέκδοση σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις (όπως είναι αυτή της Be With), είναι επιβεβλημένη, αν θες να απολαμβάνεις τα άλμπουμ στο πλατώ σου και όχι να λες, απλώς, πως τα έχεις.
Οι Batteaux είναι ένα διαφορετικό συγκρότημα. Γιατί είναι κατά μίαν έννοια συγκρότημα, αφού στην ηχογράφηση συμμετέχουν και οι: Peter Freiberger μπάσο, Doug McClaran πλήκτρα, Andy Newmark ντραμς, John Guerin ντραμς, Milt Holland κρουστά, Tom Scott φλάουτα, πνευστά, συν τέσσερις ακόμη τραγουδιστές στα backing vocals. Απ’ όλους αυτούς ίσως κάποιοι να αναγνωρίζουν τον Guerin, που παίζει ντραμς στο “Hot Rats” και στο “Apostrophe” του Frank Zappa κ.λπ., τον Newmark (ντράμερ των Sly & The Family Stone), τον Scott (Tom Scott & The L.A. Express, The Muffins κ.λπ.) ή τον Holland, που έχει παίξει με εκατοντάδες (Captain Beefheart, Ry Cooder, Randy Newman, Little Feat, Joni Mitchell…). Φοβερά ονόματα!
Οι Batteaux είναι ένα συγκρότημα επηρεασμένο θα έλεγα από τους Steely Dan (δύο ήταν κι εκείνοι, συν βοήθειες) ή ακόμη και από τους Carpenters (κι αυτοί δύο, συν βοήθειες) ή τους America. Και το «διαφορετικό» κολλάει σ’ αυτό ακριβώς, πως δεν πρόκειται για κάποια psychedelic, progressive, folk, experimental κ.λπ. μπάντα, αλλά για ένα σχήμα απ’ αυτά που ακούγονταν κατά κόρον στην Αμερική εκεί γύρω στο 1973-74. Φυσικά, στοιχεία από πολλά (αμερικανικά) ηχητικά στυλ διακρίνονται στα τραγούδια των Batteaux, αλλά εκείνο που μετράει εδώ περισσότερο είναι ο μετασχηματισμός των πάντων σε κάτι που να είναι με ουσιαστικό τρόπο απλό, δίχως την ίδια ώρα να είναι ανέμελο ή φτηνό. Οι Batteaux ξέρουν να γράφουν ωραία τραγούδια, που να περιστρέφονται γύρω από τα βαθύτερα νοήματα της ζωής έχοντας και μιαν ελαφρά θρησκευτικότητα να προτείνουν μέσω των λόγων τους, συγχρόνως με την καταγραφή μιας διάθεσης κάπως, γενικότερα, φιλοσοφικής (από την οποία δεν απουσιάζουν, φυσικά, και τα τραγούδια για την αγάπη). Έτσι κάπως, από την πρώτη πλευρά, το “Livings worth loving”, το “Mirror” και το “Joe Arnold” ακούγονται σαν πρότυπα και όσον αφορά στο ηχητικό στυλ τους – εκείνο της soft-rock μπαλάντας, που είναι στηριγμένη στις φωνητικές αρμονίες και στις ειδικότερες μελωδικές αποτυπώσεις. Πάντως, από την πρώτη πλευρά το πιο παράξενο τραγούδι είναι το “Dig up the love”, που ηχεί εντελώς... αφρικανικά (σαν κάτι ανάμεσα σε mbira music και jive).
Από την δεύτερη πλευρά μου αρέσει το “Lady of the lake” (ένα τραγούδι που θα το ζήλευαν οι Steely Dan), αλλά κυρίως το “High Tide”, που έφερε στη μνήμη μου τους Ars Nova και είναι ένα από τα ωραιότερα του LP.
Επαφή: www.vinylkiosk.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου