Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

ο νέος ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ είναι αφιερωμένος στον Σταμάτη Κραουνάκη

Εξαιρετικό το νέο τεύχος του Μετρονόμου – το 59 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2016), που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό και είναι αφιερωμένο στον Σταμάτη Κραουνάκη. Το λέω «εξαιρετικό» επειδή το διάβασα από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αυτό δεν (μου) συμβαίνει συχνά με τα περιοδικά. Συνήθως μένουμε σε κάποια πράγματα που μας νοιάζουν περισσότερο, ρίχνοντας στα υπόλοιπα μιαν απλή ματιά. Θυμάμαι τον Ήχο, για παράδειγμα, στη δεκαετία του ’80. Διάβαζα τα μουσικά θέματα, τα άρθρα, τις κριτικές, όμως τις μπροστινές σελίδες με τα μηχανήματα τις ξεπέταγα στο άψε-σβήσε. Το ίδιο και με τις εφημερίδες. Διάβαζα κάποιες στήλες, κάποια κείμενα, όμως τις μισές σελίδες τις προσπερνούσα χωρίς πολλά-πολλά. Ακόμη και με τα πιο αγαπημένα περιοδικά δεν συμβαίνει πάντα το «τέλειο». Αποτελούν εξαιρέσεις θέλω να πω τα «αγαπημένα περιοδικά», που θα διαβαστούν από την αρχή έως το τέλος με την ίδια ένταση. Με το συγκεκριμένο τεύχος του Μετρονόμου, πάντως, συνέβη. Και ο λόγος δεν ήταν, μόνο, το αφιέρωμα…
Μ’ αρέσουν τα τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη. Πολλά τραγούδια του. Όχι όλα. Και ούτε εκείνα που μπορεί ν’ αρέσουν σώνει και καλά στους πολλούς – οι πολύ μεγάλες επιτυχίες του εννοώ. Έχω την άποψή μου για το έργο του (το δισκογραφικό εννοώ, που, νομίζω, πως το ξέρω καλά), παρότι δεν μου έχουν δοθεί οι ευκαιρίες να γράψω κάτι συνολικό. Υπάρχουν, μάλιστα, 2-3 δικοί του δίσκοι στην πορεία, που τους θεωρώ «σταθμούς» για το ελληνικό τραγούδι – και σίγουρα δεν θα είμαι ο μόνος. Να πω για έναν, τώρα… Το άλμπουμ «Σκουριασμένα Χείλια» [Lyra, 1981] με τη Βίκυ Μοσχολιού – εκείνο που δεν είχε τυπωμένο το όνομά του στο μπροστινό μέρος του εξωφύλλου! Μεγάλη «πατάτα» αυτή του αείμνηστου Πατσιφά, παρά την πνευματώδη απάντηση που την συνοδεύει… «αν είναι να σε μάθουν, θα σε μάθουν».
Ο Μετρονόμος τα δίνει όλα για τον Κραουνάκη, βασικά μέσω της πολυσέλιδης συνέντευξής του στον Δημήτρη Ν. Μανιάτη. Αναφερόμαστε σε 18 σελίδες(!), που διαβάζονται αν όχι απνευστί, τουλάχιστον με πολύ μικρές παύσεις. Είναι η πορεία και η καριέρα του Κραουνάκη από τα παιδικά χρόνια του μέχρι και σήμερα – με πολλές λεπτομέρειες και επεισόδια, άγνωστα εν πολλοίς σ’ ένα ευρύτερο κοινό. Και δεν είναι μόνο η συνέντευξη, είναι και άλλα οκτώ κείμενα που περιγράφουν ή καταγράφουν επιμέρους όψεις του έργου και της προσωπικότητάς του, κείμενα γραμμένα από δημοσιογράφους, ποιητές, συνεργάτες του... Ένα, αληθινά, πλήρες αφιέρωμα.
Όμως η ύλη του #59 Μετρονόμου δεν σταματά εδώ, αφού το ίδιο ή και περισσότερο ενδιαφέρουσα (για κάποιους…) μπορεί να είναι και η συνέντευξη του Θοδωρή Τρύφωνα των Αγάπανθος στον τραγουδοποιό Δημήτρη Βεριώνη. Μια άγνωστη, γενικώς, προσωπικότητα του ελληνικού ροκ και φολκ-ροκ, που έχει πολλά πράγματα να πει και κυρίως να θυμηθεί. Η συνέντευξη, που διανθίζεται από ωραίες φωτογραφίες εποχής, καταλαμβάνει 9 σελίδες και κάποια στιγμή θα μας απασχολήσει και ξεχωριστά στο δισκορυχείον
Από ’κει κάτω θα έλεγα πως το ίδιο αξιοπρόσεκτες είναι και οι κουβέντες με τον Νίκο Κυπουργό, τους τραγουδοποιούς Τατιάνα Ζωγράφου και Παντελή Σπύρου, τον τραγουδιστή του δημοτικού Παναγιώτη Σδούκο, τον πολύ καλό συνθέτη και μουσικό Χάρη Παπαδόπουλο (γνωστός από τους Χειμερινούς Κολυμβητές κ.λπ.)…
Έξοχο τεύχος, το ξαναλέω, και «μπράβο» στον Θανάση Συλιβό και τους συνεργάτες του για την προσπάθεια. 
Επαφή: www.metronomos.gr

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

JAZZ + ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ 2-4/6

Για 13 χρόνια, όχι και λίγα δηλαδή, το τριήμερο Jazz + Πράξεις στην Πάτρα είναι συνδυασμένο με την επιτυχία. Καλλιτεχνική και θεσμική. Οι δημοτικές αρχές μπορεί να αλλάζουν, αλλά το τριήμερο παραμένει εκεί, ενταγμένο πάντα στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας, που και αυτό συμπληρώνει εφέτος 30 χρόνια. Μόνο και μόνο τα «ξένα» ονόματα να λάβει κανείς υπόψη του, που πέρασαν από το Αίθριο του Παλαιού Δημοτικού Νοσοκομείου, αρκεί. Να μερικά: Michel Portal, Renaud Garcia Fons, Tomasz Stanko, Louis Sclavis, Aldo Romano, Nik Bartsch Ronin, Lars Danielsson, Vincent Peirani, Chico Freeman, Barbara Dennerlein, Nicky Skopelitis, Sheila Jordan, Günter Sommer, Μilcho Leviev, Rick Margitza, Fritz Pauer, Trilok Gurtu, Furio Di Castri, Marius Neset, Alfredo Rodriguez, Alexi Tuomarila, Olivier Gatto, Milo Kurtis κ.ά. Για να μη μιλήσουμε βεβαίως για τους έλληνες καλλιτέχνες και τα συγκροτήματα, που είναι, και αυτά, δεκάδες…
Ένα είναι σίγουρο. Ο φίλος και συνεργάτης στο πάλαι ποτέ Jazz & Τζαζ Γιάννης Μουγγολιάς, ως βασικός υπεύθυνος για τη διοργάνωση, κάνει πολύ καλή δουλειά.
Ας δούμε, συνοπτικώς, το πρόγραμμα του φετινού Jazz + Πράξεις και ας πούμε στη συνέχεια λίγα λόγια για τους καλλιτέχνες (με τη βοήθεια και του αναλυτικού Δελτίου Τύπου):

Πέμπτη 2 Ιουνίου, ώρα 21.00
Sakis Tsinoukas Trio, Tania Giannouli Ensemble
Παρασκευή 3 Ιουνίου, ώρα 21.30
Joachim Kühn Trio Beauty & Truth”
(με την υποστήριξη του Goethe Zentrum Patras)
Σάββατο 4 Ιουνίου, ώρα 21.30
Andy Sheppard-Rita Marcotulli

Sakis Tsinoukas Trio
Συμμετέχουν οι Σάκης Τσινούκας ηλεκτρική κιθάρα, Ντίνος Μάνος κοντραμπάσο και Παναγιώτης Κωστόπουλος τύμπανα.
Το γκρουπ, αρχικώς ως σχήμα τριών πατρινών μουσικών, σχηματίστηκε το 2012 και ανήκει στον ευρύτερο χώρο της μοντέρνας jazz. Ο ήχος του χαρακτηρίζεται από έναν αφαιρετικό αυτοσχεδιασμό, εμπλουτισμένο με εφφέ, λούπες και ambient στοιχεία... Με κομμάτια από τον πρώτο δίσκο του Τσινούκα, το “In Between”, που κυκλοφόρησε πριν δύο χρόνια από την Ankh, αλλά και με νέες συνθέσεις, το trio θα ανοίξει το φετινό Jazz+Πράξεις. Να σημειώσουμε μόνον πως ο Nτίνος Μάνος υπήρξε/είναι μέλος των Wonderfall Quartet και Next Step Quintet, ενώ έχει συμπράξει και με διάφορους άλλους καταξιωμένους οργανοπαίκτες.

Tania Giannouli Ensemble
Συμμετέχουν οι μουσικοί: Τάνια Γιαννούλη πιάνο, Αλέξανδρος Μποτίνης τσέλο, Guido De Flavis σαξόφωνα, Σόλης Μπαρκής κρουστά.
Το σύνολο έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο Θέατρο Απόλλων της Σύρου, στο πλαίσιο του 2ου Syros Jazz Festival, εμφανίστηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, στην Οικία-Μουσείο Α. & Λ. Κατακουζηνού και πρόσφατα στο Κέντρο Επισκεπτών του Ιδρύματος Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος.
Η μουσική του Tania Giannouli Ensemble έχει στοιχεία από την jazz και τον αυτοσχεδιασμό, με επιρροές από «μουσική δωματίου», avant-garde, world ακούσματα κ.ά. Το άλμπουμ τους “Transcendence” έχει αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές σε Ελλάδα και εξωτερικό, ενώ έχει συμπεριληφθεί σε πολλές λίστες με τα “Best albums of 2015” (σε Ελλάδα, Καναδά, Πορτογαλία κ.ά.).
Η Τάνια Γιαννούλη γράφει μουσική για θέατρο, ντοκιμαντέρ, ταινίες μικρού μήκους, multimedia, video-art, χορό... Έχει συνεργαστεί με την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Σόφιας, ενώ έργα της έχουν ερμηνεύσει η Καμεράτα/ Armonia Atenea ορχήστρα εγχόρδων, η ΑΣΟΝ (Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων), το σύνολο σύγχρονης μουσικής Dissonart και το κουαρτέτο εγχόρδων Galaxy. Επίσης, η μουσική της για εικόνα έχει ταξιδέψει σε πολλά φεστιβάλ, Biennale, μουσεία και γκαλερί στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Joachim Kühn Trio “Beauty & Truth”
Συμμετέχουν: Joachim Kühn πιάνο, Chris Jennings κοντραμπάσο, Eric Schaefer ντραμς (αποκλειστική εμφάνιση στο «Jazz+Πράξεις», με την υποστήριξη του Goethe Zentrum Patras).
Το τρίο του κορυφαίου γερμανού πιανίστα Joachim Kühn μόλις κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Beauty & Truth” στην ACT Music, παρουσιάζοντας ένα ρεπερτόριο με εμπνευσμένες διασκευές κομματιών των Doors (“Τhe end” και “Riders on the storm”), Gil Evans-Miles Davis (“Blues for Pablo”), Krzysztof Komeda (“Sleep safe and warm” από την ταινία Το Μωρό της Ρόζμαρυ και “Kattorna”), George Gershwin (“Summertime”), Stand High Patrol (“Sleep on it”), Ornette Coleman (“Beauty and truth”)… προτείνοντας τη δική του άποψη. Από τους πιονιέρους του fusion, αναμιγνύοντας, την jazz και τον αυτοσχεδιασμό με το rock και τη σύγχρονη κλασική, ο Kühn έχει συνεργαστεί με πολύ πρώτα ονόματα στη μακριά καλλιτεχνική διαδρομή του (Ornette Coleman, Archie Shepp, Don Cherry, Pharoah Sanders, Michel Portal, Joe Henderson, Rabih Abou Khalil, Jean Luc Ponty, Billy Cobham, Barre Phillips, Michael Brecker, Daniel Humair…).
Στο νέο τρίο του, στο οποίο συμμετέχουν μουσικοί μιας νεότερης γενιάς (Chris Jennings μπάσο, Eric Schaefer ντραμς), ο Kühn δεν δείχνει κανένα σημάδι «χαλάρωσης». Απεναντίας η… περιέργειά του μουσικά είναι απεριόριστη, όπως ήταν πάντα και η ανάγκη του να συνεχίζει να δημιουργεί νέα μουσική.
Υπάρχουν διάφορα κομμάτια στο πρόσφατο CD του, τα οποία, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, είναι ιδιαίτερης σημασίας για ’κείνον. Το “Kattorna”, μια σύνθεση του Komeda είναι μια τέτοια περίπτωση. «Ήμουν παρών στις ηχογραφήσεις για το άλμπουμ “Astigmatic” στη Βαρσοβία το 1965, και άκουγα» λέει o Kühn. «Η ανάμνηση αυτή, το να έχω ακούσει δηλαδή αυτό το κομμάτι στη γέννησή του, ήρθε ξανά μπροστά μου πλημμυρίζοντας τη σκέψη μου». Περαιτέρω, είναι η πρώτη φορά που ακούει κανείς τον Kühn, να παίζει τη μουσική των Doors, ενώ κάπως σαν αναπόφευκτο ήταν και το γεγονός να καταλάβει περίοπτη θέση στο δίσκο και ο Ornette Coleman, ο οποίος έπαιζε αποκλειστικά με τον Kühn από το 1996 μέχρι το 2000.
Ο Kühn είναι ολοφάνερα ενθουσιασμένος με το νέο του τρίο. «Μετά από πολλά χρόνια, επέστρεψα τώρα στην κλασική μορφή “πιάνο τρίο”. Το τρίο με τον Jean-François Jenny-Clark και τον Daniel Humair, που μέτρησε 30 χρόνια, ήταν το τρίο της ζωής μου. Το βάθος και η ένταση που είχαμε βρει ήταν απίστευτα. Στον Eric και τον Chris βρήκα μια νέα dream team. Είναι συναρπαστικό να παίζεις μαζί τους».

Andy Sheppard-Rita Marcotulli  “On the edge of a perfect moment
Συμμετέχουν: Andy Sheppard τενόρο & σοπράνο σαξόφωνο, Rita Marcotulli πιάνο (αποκλειστική εμφάνιση στο Jazz+Πράξεις).
Δύο δυνατά ονόματα της διεθνούς τζαζ σκηνής, ο βρετανός σαξοφωνίστας Andy Sheppard και η ιταλίδα πιανίστρια και συνθέτρια Rita Marcotulli ενώνουν δημιουργικά τις δυνάμεις τους σ’ ένα εκλεκτικό ντουέτο παρουσιάζοντας στιγμές της κοινής τους πορείας όπως καταγράφηκαν στα άλμπουμ τους “On the Edge of a Perfect Moment”, “Koiné” (με το “Us and them” των Pink Floyd) κ.ά.
O Andy Sheppard, από τις πιο λαμπερές υπογραφές της διεθνούς τζαζ σκηνής, έχει παίξει και γράψει μουσική ενός ευρύτατου φάσματος (από σόλο έως big band και ορχήστρα εγχόρδων), έχοντας συνθέσει πάνω από 350 έργα με μιαν ισχυρή αίσθηση λυρισμού και με μια προσωπική χρήση ηχητικών αναφορών από Ασία, Αφρική, Αμερική και Ευρώπη. Σε συναυλίες και δίσκους ο Andy Sheppard έχει συνεργαστεί με την αφρόκρεμα της διεθνούς σκηνής (Gil Evans, Carla Bley, Steve Swallow, George Russell, Randy Brecker, Han Bennick, Paolo Fresu, Arild Andersen, Ketil Bjørnstad , Naná Vasconcelos , Joanna MacGregor , Ernst Reijseger, Keith Tippett, John Martyn, Elvis Costello κ.ά.), με την ηθοποιό Kristin Scott Thomas, έχει γράψει τη μουσική για την υποψήφια για Oscar τηλεοπτική σειρά ντοκιμαντέρ για τον Peter Sellers κ.λπ., έχοντας ηχογραφήσει συγχρόνως για όλες τις μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες (Blue Note, Verve, ECM, Label Bleu…).
Η Rita Marcotulli (πιανίστα και συνθέτρια), ενεργή από τη δεκαετία του ’80, έχει κι αυτή βρεθεί δίπλα σε κορυφαίες μορφές της τζαζ (Chet Baker, Jan Garbarek, Richard Galliano, Michel Portal, Enrico Rava, Pat Metheny, Charlie Mariano, Βilly Cobham, Aldo Romano, Jon Christensen, Palle Danielsson, Joe Henderson, Joe Lovano, Dewey Redman, Tony Oxley, Kenny Wheeler…). Ιδιαίτερη αναφορά αρμόζει στην ακόμα ζωντανή σχέση της με τον σαξοφωνίστα Dewey Redman, με το κουαρτέτο του οποίου η Rita Marcotulli παίζει συνεχώς από το 1991. Η ιταλίδα πιανίστα τρέφει επίσης ιδιαίτερη αγάπη στους Pink Floyd, αφού εκτός από τη διασκευή της στο “Us and them”, έχει ηχογραφήσει το άλμπουμ “Ommagio ai Pink Floyd”, όπως και το “The Light Side of the Moon”, παραφράζοντας, όπως αντιλαμβάνεστε, τον τίτλο τού “The Dark Side of the Moon”.

Οι τιμές των εισιτηρίων
Τιμή εισιτηρίου ανά βραδιά: 10 ευρώ. Τιμή ενιαίου εισιτηρίου (για όλο το τριήμερο): 22 ευρώ.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

ο RON STABINSKY μόνος με το πιάνο του

Ο Ron Stabinsky είναι ο πιανίστας των Mostly Other People Do the Killing (MOPDtK) και το “Free for One” [Hot Cup, 2016] το πρώτο σόλο προσωπικό CD του. Σόλο προσωπικά CD έχουν ηχογραφήσει κι άλλα μέλη των MOPDtK (Jon Irabagon, Moppa Eliott…), οπότε σ’ αυτόν τον κάπως ιδιαίτερο χώρο μπαίνει τώρα και ο Stabinsky, που, ως πιανίστας, πράττει τέλος πάντων το πιο αναμενόμενο. (Όχι πως παραξενεύει ένα σόλο άλμπουμ για σαξόφωνα ή μπάσο, αλλά εν πάση περιπτώσει το σόλο πιάνο θα είναι πάντα το συνηθέστερο).
Το “Free for One” είναι ηχογραφημένο στην Yonkers (στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης) τον Γενάρη του 2015, είναι εντελώς αυτοσχεδιαστικό και είναι καταγραμμένο μ’ έναν περίτεχνο συνδυασμό, εξ όσων μπόρεσα ν’ ακούσω και ν’ αντιληφθώ, αναλογικών και ψηφιακών μέσων. Ο ήχος, δηλαδή, αν και προέρχεται από CD, είναι πολύ ζεστός, σχεδόν… αναλογικός, με μιαν αύρα κι ένα μεταίσθημα, που δεν τα συναντάς κάθε μέρα στα compact discs. Αυτό δεν μας παραξενεύει εκ πρώτης. Είναι γνωστή η τάση των MOPDtK να επιλέγουν από το τεχνικό-ηχογραφικό και μουσικό παρελθόν όλα εκείνα που μπορεί να πάνε τη δουλειά τους πιο μπροστά, καθιστώντας την ταυτοχρόνως πιο φιλική και ανθρώπινη. Περαιτέρω… αν κι ένα piano-improv άλμπουμ έχει πάντα καταγραμμένες στο εσωτερικό του κάποιες πιο μυστήριες διαδρομές, δεν παύει να είναι εκείνο το σόλο που έχει γράψει την πιο βαθειά ιστορία στην τζαζ δισκογραφία.
Ο Stabinsky είναι ένας πιανίστας που «κλέβει» και από τα δύο βασικά κεφάλαια τής πιανιστικής φιλολογίας, την jazz και τη σύγχρονη κλασική. Από ’κει αντλεί την έμπνευσή του και πάνω στην τομή τους, πολλάκις, κινείται και αυτοσχεδιάζει. Το άνοιγμα και το κλείσιμο, εξάλλου, του “Free for One” αυτό δηλώνει, μιας και τα σχετικά tracks, το “… after its over” και το “once, but again…”, είναι εκείνα που οριοθετούν το χώρο. Έτσι λοιπόν, αν το πρώτο είναι ένα καθαρό improv track, με τις νότες να επαναλαμβάνονται (να λουπάρουν) με μιαν επιτηδευμένη ακρίβεια, το τελευταίο, ως συνέχειά του, εμμένει περισσότερο σε μιαν άλλου τύπου ανάπτυξη, μέσα από την οποία o πιανίστας ενσταλάζει, πάντα μέσω μιας τζαζ διάθεσης, μια κλασική μελωδία. Στα υπόλοιπα tracks δεν μπορεί παρά να καταγράφονται όλα τα ενδιάμεσα στάδια. Από τις πιο «σκληρές» improv διαδοχές (“31”), μέχρι τους απόηχους από το rag και τον Art Tatum (“viral infection”), και από τις χορευτικές εκρήξεις τύπου “for reel”, στο σχεδόν 13λεπτο «μάθημα» “no long now/ long now”.
Ο Stabinsky με το “Free for One” δεν πράττει τίποτ’ άλλο από το να καλουπώνει το δικό του ενδιάμεσο «σκαλοπάτι» στον… πάντα σε ανάπτυξη ήχο των MOPDtK.
Επαφή: www.hotcuprecords.com

Τρίτη 24 Μαΐου 2016

VASIL HADŽIMANOV BAND fusion του καλού καιρού

Η μπάντα του πιανίστα-κιμπορντίστα Vasil Hadžimanov σχηματίστηκε και αναπτύχθηκε στο Βελιγράδι προς τα τέλη των nineties, σε μια πολύ δύσκολη εποχή για την πόλη όπως και για τη Σερβία γενικότερα (όλοι θυμόμαστε τα γεγονότα… είναι ακόμη πρόσφατα). Μέσα σ’ αυτό τον κυκεώνα λοιπόν (οι εγκληματικοί βομβαρδισμοί τού ΝΑΤΟ αρκούν) η μπάντα θα δείξει από την αρχή «ψυχή», παίζοντας συνεχώς live και ηχογραφώντας στην πορεία. Το στυλ της; Fusion τής πιο καινούριας εποχής, με βαλκανικές βεβαίως και ευρύτερες world αναφορές – όχι πολύ μακριά, ενίοτε, από το fusion των Weather Report. Αυτή η μπάντα λοιπόν, η Vasil Hadžimanov Band, υφίσταται μέχρι σήμερα, παίζοντας πάντα ζωντανά και ηχογραφώντας. Μάλιστα το Alive [MoonJune, 2016] είναι, πιθανώς, το πρώτο μη σέρβικο CD της, κάτι που σημαίνει πως η ευρύτερη αναγνώριση μπορεί να έλθει κάποια στιγμή, γι’ αυτό το πολύ σοβαρό-δυνατό γκρουπ, που ξέρει να εμφανίζει μια τόσο παλαιά, πλέον, μουσική μ’ ένα νέο ελκυστικό πρόσωπο.
Ποιοι είναι σήμερα μέλη της Vasil Hadžimanov Band; Πέραν του Hadžimanov στο γκρουπ εμφανίζονται ο μπασίστας Miroslav Tovirac, ο ντράμερ Predrag Milutinović, ο κιθαρίστας Branko Trijić, καθώς και ο περκασιονίστας που κάνει και scat Bojan Ivković, ενώ υψηλός προσκεκλημένος είναι ένας από τους πιο ονομαστούς αλτίστες της πιο νέας ας-την-πούμε-έτσι γενιάς, ο Αμερικανός David Binney.
Το “Alive” είναι ζωντανά ηχογραφημένο τον Οκτώβριο του 2014 στο πλαίσιο της σέρβικης περιοδείας του γκρουπ και αποτελείται από οκτώ tracks, συνθέσεις, κατά βάση, των μελών του. Ο ήχος, μάλιστα, είναι πολύ καλός για live, ενώ η παραγωγή του Vasil Hadži-Stefanov και το mastering του Mark Wingfield συμβάλλουν αμφότερα προς τη θετική κατεύθυνση.
Οι συνθέσεις και τα παιξίματα είναι βεβαίως τα ατού τού γκρουπ και του “Alive”. Τα περισσότερα από τα κομμάτια είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετικά, με τις μελωδίες να κυριαρχούν, με τα soli να αστράφτουν, και εν τέλει με το αίσθημα να πλημμυρίζει σχεδόν σε κάθε track. Το εισαγωγικό “Nocturnal joy” φερ’ ειπείν έχει μιαν έξοχη contemporary μελωδική γραμμή, με πολύ ωραία συνοδεία από τον Hadžimanov στα πλήκτρα και με τον Binney να παίρνει επάνω του τη σύνθεση κατά τη μεγαλύτερη διάρκειά της. Ακόμη πιο συναρπαστικό είναι το αμέσως επόμενο “Zulu”, ένα 10λεπτο γρήγορο fusion, με τον κιθαρίστα Trijić να κατεβάζει «παπάδες» (σ’ ένα στυλ κάπως… Mahavishnu Orchestra) και με τον Binney να ακολουθεί στο ίδιο, πάντα, εξοντωτικό τέμπο. Πολύ καλό και το δεκάλεπτο “Odlazim”, που θα μπορούσε να το πούμε… ethnic-funk, θυμίζοντας και τα ανάλογα ελληνικά άλμπουμ αυτού του ύφους (όπως τα ύστερα τού κιθαρίστα Τάκη Μπαρμπέρη), ενώ το κολοσσιαίο “Otkriće snova”, που κλείνει το CD, υπογραμμίζει και τούτο με τη σειρά του την αξία τής Vasil Hadžimanov Band σ’ αυτό τον χώρο της ηλεκτρικής jazz – είτε εκείνη (η jazz) φλερτάρει με το rock, είτε με τους «ρυθμούς του κόσμου», είτε με την πιο funky εκδοχή της… όπως εδώ, με το ηλεκτρικό πιάνο τού Hadžimanov να πετάει…
Επαφή: www.moonjune.com

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Στην Ελλάδα εκπαιδεύεσαι μόνο και μόνο για να περνάς τις εξετάσεις, όχι για να μάθεις – Κομμένα και ραμμένα εξεταστικά συστήματα, που εξυπηρετούν σκοπιμότητες ή ανοησίες

Είναι φοβερό αυτό που συμβαίνει με τα εξεταστικά συστήματα στην Ελλάδα. Όλων των ειδών. Είτε εξετάζεσαι για να πάρεις δίπλωμα οδήγησης, είτε για να πάρεις το Lower, είτε για να μπεις στο Πανεπιστήμιο κ.λπ.
Όλα έχουν μια βασική αρχή. Όχι το πώς να μάθεις, αλλά να μάθεις μόνον εκείνα τα «μισά» που θα σου χρειαστούν για να περάσεις τις εξετάσεις. Η μάθηση δεν είναι το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι ο προσανατολισμός προς μια κατεύθυνση. Να εξασκηθείς στα τερτίπια των συστημάτων, ώστε να τη βγάλεις καθαρή. Ειδικά με τη δοκιμασία των «πανελλαδικά εξεταζόμενων μαθημάτων», που βασανίζει τους μαθητές της Τρίτης Λυκείου και τις οικογένειές τους, το πράγμα έχει ξεφύγει εντελώς, τείνοντας ν’ αποκτήσει χαρακτηριστικά αληθινής ανοησίας… Τουλάχιστον…
Πάνε πολλά χρόνια από τότε που έδωσα εξετάσεις για να πάρω δίπλωμα οδήγησης. Τα θυμάμαι τώρα και γελάω με τα… άγχη του καιρού εκείνου. Η φωνή του δασκάλου ηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου… Πρόσεξε στο παρκάρισμα να μην «καβαλήσει» η ρόδα το πεζοδρόμιο, γιατί «κόπηκες»!
Στις συγκεκριμένες εξετάσεις μπορεί να παίρνεις δίπλωμα… ζογκλέρ ας πούμε, αλλά στην πράξη δεν ξέρεις να οδηγείς. Εξετάζεσαι για να… μη σου σβήσει η μηχανή πάνω από μια φορά, να μην καβαλήσεις πεζοδρόμιο, να μην απέχεις από το κράσπεδο περισσότερο από 35 εκατοστά (βγάζεις πασέτο και μετράς…), να μπεις και να βγεις από το χώρο στάθμευσης με τέσσερις το πολύ κινήσεις (γιατί αν βγεις με πέντε κάτι τρέχει στα γύφτικα), και άλλα τέτοια ουτιδανά, τα οποία έχουν από ελάχιστη έως ανύπαρκτη σχέση με αυτό που λέμε «οδήγηση». Φυσικά, το δίπλωμα το παίρνεις, αλλά μαθαίνεις να οδηγάς μετά απ’ αυτό… πολλές φορές και με εγκληματικά επακόλουθα.

Η συνέχεια εδώ…

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

οι BEATLES στη Σκιάθο την Τετάρτη 26/7/1967

Το απόκομμα που βλέπετε προέρχεται από την εφημερίδα Μακεδονία της 9/8/1967 (ημέρα Τετάρτη) και αναφέρεται στην παρουσία των Beatles στη Σκιάθο, εκεί όπου έδωσαν κι ένα… κάπως ιδιότυπο live – αν και χωρίς τον Ringo Starr, ο οποίος είχε αφήσει την Ελλάδα ήδη από την 25/7 (μάλλον) για οικογενειακούς λόγους. Γι’ αυτή την κρουαζιέρα, που είχε να κάνει με μιαν «ιδέα» του John Lennon να βρουν οι Beatles κάποιο μικρό ελληνικό νησί, με τη βοήθεια του Magic Alex, ώστε να το αγοράσουν για να το μετατρέψουν σε κάτι σαν… hippie camp, θυμάται τα δικά του o George Harrison
“We rented a boat and sailed it up and down the coast from Athens, looking at islands. Somebody had said we should invest some money, so we thought: 'Well, let's buy an island. We'll just go there and drop out.' It was a great trip. John and I were on acid all the time (σ.σ. τα πίνανε κανονικά... πάνω από τη μύτη της χούντας), sitting on the front of the ship playing ukuleles. Greece was on the left; a big island on the right. The sun was shining and we sang 'Hare Krishna' for hours and hours. Eventually we landed on a little beach with a village, but as soon as we stepped off the boat it started pouring with rain. There were storms and lightning, and the only building on the island was a little fisherman's cottage - so we all piled in: ''Scuse us, squire. You don't mind if we come and shelter in your cottage, do you?'. The island was covered in big pebbles, but Alex (σ.σ. ο Αλέξης 'Μagic Alex' Μάρδας) said, 'It doesn't matter. We'll have the military (σ.σ. θα καθάριζε το καθεστώς δηλαδή) come and lift them all off and carry them away.' But we got back on the boat and sailed away, and never thought about the island again”.
Από το The Beatles Anthology [Chronicle Books, San Francisco 2000]
Στο απόσπασμα της Μακεδονίας, που, επαναλαμβάνω, προέρχεται από το φύλλο της 9/8/1967 (ημέρα Τετάρτη) αναφέρεται, όπως ήδη διαβάσατε, πως… «οι Μπητλς έφθασαν εις την Σκίαθον την περασμένην Τετάρτην με μίαν νοικιασμένην θαλαμηγόν». Όμως για ποια Τετάρτη μιλάμε; Αποκλείεται να ήταν η Τετάρτη 2/8/1967, επειδή, πρώτον, διαβάζουμε στο άρθρο για τον «ιουλιανόν ήλιον» και βεβαίως γιατί, τότε, οι Beatles είχαν φύγει από την Ελλάδα – στο βιβλίο The Beatles A Day in the Life [Omnibus Press, London 1980] αναφέρεται πως την 1η Αυγούστου του ’67 ο George Harrison πετούσε για Los Angeles, για να παρακολουθήσει ένα live του Ravi Shankar στο Hollywood Bowl. Τούτο σημαίνει πως το συγκεκριμένο αρθράκι, αν και δημοσιεύτηκε την 9/8, πρέπει να παραδόθηκε στην εφημερίδα προς το τέλος Ιουλίου και άρα η «περασμένη Τετάρτη» στη Σκιάθο δεν μπορεί να είναι άλλη από την 26/7. (Οι ημέρες, εξάλλου, κολλάνε μια χαρά).

οι BEATLES στην Ιτέα την Κυριακή 23/7/1967

Ο Γιώργος Κουκουσούλης, γνωστός από παλαιά και αναγνώστης του Δισκορυχείου, μού έστειλε ένα μήνυμα, σαν σχόλιο, σχετικό με την παρουσία των Beatles στην Ιτέα την Κυριακή 23/7/1967. Τον ευχαριστώ.
Βασικά πρόκειται για ένα απόκομμα από την τοπική εφημερίδα «Αγώνας της Ιτέας» τής 31/7/1967. Στο κομμάτι αυτό υπάρχει ένα μικρό ημερολογιακό λάθος. Κάπου αναφέρεται πως το… «απόγευμα της Κυριακής 22 τρέχοντος μηνός… οι Μπητλς… κ.λπ.». Εκείνη την Κυριακή λοιπόν, όταν οι Beatles… βούτηξαν στην παραλία της Ιτέας, ο Ιούλιος είχε 23…
Μπορείτε να κλικάρετε το απόκομμα για ευκολότερη ανάγνωση

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

ο JOHN CARPENTER με το συνθετικό έργο του στην Αθήνα

Δεν θυμάμαι πότε συνειδητοποίησα το γεγονός πως ο John Carpenter έγραφε τις μουσικές των ταινιών του. Μάλλον λίγο μετά τα μέσα του ’80, όταν είχε πέσει στα χέρια μου ένα LP του με το σάουντρακ από την Ομίχλη (The Fog) στη γερμανική εταιρεία Colosseum Schallplatten. H Ομίχλη ήταν, και είναι, η πιο αγαπημένη μου ταινία του – ένα μοναδικό παραμύθι τρόμου με υπαινιγμούς από H.P. Lovecraft και M.R. James, που διαθέτει επιστημονική, δηλαδή εκπληκτική, κλιμάκωση του άγχους. Σ’ εκείνη την κλιμάκωση δεν είχε συμβάλλει μόνο η κινηματογράφηση των χώρων (του φάρου Point Reyes π.χ. που κρεμόταν σαν αετοφωλιά πάνω από τον Ειρηνικό, εκεί κάπου βορειότερα του Σαν Φρανσίσκο), αλλά και η μουσική του John Carpenter, η οποία γράφτηκε μάλιστα δύο φορές! Τα λέει ο ίδιος ο Carpenter στο οπισθόφυλλο του δίσκου, καθώς μιλάει για τις δύο εντελώς διαφορετικές edits…
«Η ταινία που είχα κάνει, στην πρώτη εκδοχή της, ήταν δυσκίνητη, αδέξια και εν τέλει απαίσια. Το ίδιο και η μουσική της, αφού δεν κόλλαγε με τίποτα και ήταν εντελώς προφανής. Ήθελα να τη βάλω στο ράφι και να εξαφανιστώ από προσώπου γης. Ήταν το χειρότερο σημείο απ’ όσα μπορούσα να θυμηθώ στην μέχρι τότε καριέρα μου.
Πήγα τότε στο Sound Arts Studio στο Λος Άντζελες, αρχίζοντας γρήγορα να συνθέτω και να ξαναηχογραφώ καινούρια tracks. Ο Dan Wyman, o σύμβουλός μου σε τέτοια θέματα στο Σταθμός 13 Δέχεται Επίθεση και στη Νύχτα με τις Μάσκες, ήταν δίπλα μου στο προγραμματισμό των συνθεσάιζερ, διατηρώντας το κριτικό πνεύμα του σε ό,τι έφθανε στ’ αυτιά του, ελέγχοντας συγχρόνως τα κυκλώματα των μηχανημάτων, ώστε να βρίσκονται στο ίδιο υψηλό επίπεδο, κατά τις πολλές ώρες της σύνθεσης και της μίξης (σ.σ. τα αναλογικά σύνθια ξεκουρδίζονταν πολύ εύκολα). Έτσι, και έξω απ’ όλα τα αναμενόμενα, αυτή η δεύτερη απόπειρα να γράψω το σάουντρακ της Ομίχλης ήταν εκείνο που είπα εγώ… ‘ένα από τα καλύτερά μου σκορ’».

Η συνέχεια εδώ…

η ηλιθιότητα του ΠΑΠΑΤΖΗ… είναι θεώρημα και άρα έχει απόδειξη

(Δεν μπορεί να λείψει κάποιος για λίγο από το σπίτι του, βγαίνουν διάφοροι βλαμμένοι και αναρτούν, άλλοι ηλίθιοι σχολιάζουν κ.ο.κ. – τώρα, όμως, είναι η ώρα του κρυφτού…)

Ο Μανώλης Νταλούκας έχει κόψει κάθε επαφή με τη λογική εδώ και χρόνια. Τυφλωμένος από την έχθρα και το μίσος του για μένα λέει ό,τι του κατέβει με μοναδικό σκοπό να με μειώσει και να με συκοφαντήσει. Βεβαίως, ως βλάκας που είναι, πετυχαίνει πάντα τα αντίθετα αποτελέσματα! Είναι οπωσδήποτε βλάκας –αποδεδειγμένο αυτό–, αλλά είμαι κι εγώ διάολος και ξέρω να φυλάγομαι... για να έχω πάντα τον καλύτερο και τελευταίο λόγο. Είναι σαν να του σκάβω παγίδες –ναι, άλλη όρεξη δεν είχα– κι εκείνος, χαζός ων, να πέφτει μέσα… Και πέφτει! Όχι στις δικές μου παγίδες (είπα «σαν»), αλλά σ’ εκείνες που σκάβει μόνος του! Μ’ αυτόν τον τρόπο η ηλιθιότητά του, απλώς, διπλασιάζεται!! Σπάει τα… μανόμετρα!!
Το τρομερό με την περίπτωση τού παπατζή είναι πως δεν τον νοιάζει να ξεφτιλίζεται. Και αυτό είναι απίστευτο! Οι ξεφτίλες του από το δισκορυχείον είναι τόσες πολλές που, πλέον, έχω χάσει κι εγώ τον μπούσουλα. Μόλις βρω χρόνο θα τις μαζέψω και θα του κάνω τη χάρη να φτιάξω μια «ετικέτα», ώστε ο κόσμος να μπορεί να τις δει όλες μαζί (τις ξεφτίλες) για να γελάει, αλλά και για ν’ αποκτήσει ένα μέτρο σύγκρισης. Η επιστήμη πρέπει, πλέον, αυτό να του το αναγνωρίσει. Να καθιερώσει επιτέλους το «νταλούκιον» ως μονάδα μέτρησης της ηλιθιότητας.

Έρχεται λοιπόν ο παπατζής να μας πει πως για το θέμα των Beatles στην Ελλάδα δεν έχω ιδέα! Από πού το συνάγει αυτό; Έλα ντε; Μάλλον από το γεγονός πως δεν έχω γράψει κάτι σχετικό στο δισκορυχείον. Και γιατί να έχω γράψει; Υποχρεούμαι; Δηλαδή, με βάση αυτή τη λογική, εγώ ξέρω μόνο αυτά που έχω γράψει; Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο; Ε ρε κάτι βόδια...
Απλώς, θεωρώ πως τα πάντα για τους Beatles είναι γνωστά και πως ό,τι σχετικό δεν θα έχει πρόδηλο ενδιαφέρον. Χωρίς αυτό να σημαίνει, πως, όταν κρίνω, δεν θ’ ασχοληθώ στο μέλλον. Beatles είναι αυτοί! Παρά ταύτα υπάρχουν πολλές αναφορές για τα Σκαθάρια στο blog, ενώ και σε σχέση με την παρουσία τους στην Ελλάδα, το πρώτο καλοκαίρι της χούντας, τον Ιούλιο του ’67, υπάρχει μια σχετική αναφορά στην ανάρτηση της 5/10/2014 «π. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ οι Beatles ως… σκοτεινές δυνάμεις (καθώς μας βλέπει και ο Lennon από δίπλα...)», όταν κάπου σημειώνω… «Mην ξεχνάμε π.χ. πως στο πρώτο καλοκαίρι της χούντας, το “βρωμοκαλόκαιρο της αγάπης” του 1967, οι Beatles αλώνιζαν στην Ελλάδα, σίγουρα με την ανοχή, αν όχι με τις κρυφές ευλογίες του καθεστώτος».
Ο παπατζής έχει την εντύπωση πως εγώ δεν έχω ψάξει το θέμα των Beatles στην Ελλάδα και πως μόλις προχθές (19/5/2016) το πήρα μυρωδιά! Ε είναι εντελώς για τα σίδερα!

Κατ’ αρχάς να (ξανα)πώ πως την προχθεσινή ανάρτηση την έκανα για έναν και μόνο λόγο. Όχι για να κάνω γνωστή την παρουσία των Beatles στη χώρα μας το 1967 (αν είναι δυνατόν – αυτά τα ξέρουν πλέον και οι κότες!), αλλά για να δείξω πως η χούντα τους περιέλαβε με ενδιαφέρον και αγάπη, ξεναγώντας τους στις ομορφιές της πατρίδας. Πως δεν απαγόρευσε την είσοδό τους στην Ελλάδα (υπάρχουν ηλίθιοι, οι οποίοι μπορεί ακόμη να διερωτώνται γιατί δεν συνέβη), και πως εν πάση περιπτώσει δεν αδιαφόρησε για την παρουσία τους εδώ, αφού μέσω του ΕΟΤ επέδειξε την πρέπουσα… εγρήγορση. Χούντα και ροκ, όπως έχουμε ξαναπεί, ήταν… κώλος και βρακί.

Έρχεται λοιπόν ο παπα(ρα)τζής να μας πει για τους γέρους οργανοπαίκτες, με τους οποίους φωτογραφήθηκαν οι Beatles στην Αράχωβα (το 1967), εν έτει 2016! Αυτός ο χαζός μπορεί σήμερα να ανακάλυψε τη φωτογραφία, αλλά εγώ την ξέρω εδώ και 15+ χρόνια, όταν την είχα πρωτοδεί σε αθηναϊκή εφημερίδα. Δεν θα πω σε ποια, επειδή το κομμάτι εκείνο της εφημερίδας το έκοψα και το έχω στα τσουβάλια μου… και κάποια στιγμή, όταν το βρω μπροστά μου, θα το ανασύρω. Δεν θα κάνω τη χάρη του Νταλούκα να ψάξω τώρα…Έχω σπουδαιότερα πράγματα, για ν’ ασχοληθώ.

Η συγκεκριμένη φωτογραφία του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα είναι πλέον πασίγνωστη κι έχει αναδημοσιευτεί κι άλλες φορές σε περιοδικά κι εφημερίδες. Και όποιος ασχολείται κάπως περισσότερο μ’ αυτά τα πράγματα σίγουρα την έχει δει και ξαναδεί. Για τον παπατζή μόνο δεν ξέρω… και αυτό θα πρέπει να μας το αποδείξει. Θα πρέπει να μας αποδείξει δηλαδή άμεσα πως τη φωτογραφία αυτή την γνώριζε από χρόνια (από έντυπα) και πως δεν την ανακάλυψε απόψε «χτυπώντας» στο google… «Beatles – Ελλάδα» (τόσο δύσκολο ήταν!). Γιατί μόλις «χτυπήσεις» βλέπεις τη φωτογραφία δημοσιευμένη κάμποσες φορές. (Ο παπατζής φαίνεται πως την αντέγραψε από το mixgrill.gr και από άρθρο της 13ης Ιουνίου 2012 12:27).

Η μαγκιά λοιπόν του χαζού θα ήταν να δώσει την ίδια φωτογραφία δημοσιευμένη από έντυπο, και όχι από το internet. Τότε θα απεδείκνυε πως τη φωτογραφία την γνώριζε, ενώ θα μπορούσε και να με στριμώξει κιόλας… Όμως ο Τρούσας δεν στριμώχνεται εύκολα. Θέλει πολλά καρβέλια να φάει ο παπατζής, για να διανοηθεί πως μπορεί να με κοντράρει σ’ αυτά τα θέματα. Που τα επιλέγει εκείνος, σαν χαζός, για κόντρα, και όχι εγώ!

Πηγή: 60’s το ροκ του μέλλοντός μας/ Διονύσης Σαββόπουλος του ’60 οι εκδρομείς [Sui Generis Publications, 12/2009]. Κάνετε κλικ πάνω στη φωτογραφία για να την δείτε σε μεγαλύτερο μέγεθος.
Δημοσιεύω, λοιπόν, τώρα τη γνωστή φωτογραφία του Σαρρηκώστα από έντυπο. (Το όνομα τού φωτογράφου αναφέρεται αριστερά της πόζας και καθέτως, αλλά δεν φαίνεται στο σκανάρισμα επειδή πέφτει πάνω στο άνοιγμα. Φυσικά, από την δεξιά μεριά φαίνεται η λάθος χρονιά... 1969 αντί για 1967). Είναι το βιβλίο… 60’s το ροκ του μέλλοντός μας/ Διονύσης Σαββόπουλος του ’60 οι εκδρομείς [Sui Generis Publications], που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2009. 
Το βιβλίο αυτό δεν μου το έδωσε κάποιος φίλος μου απόψε (για να με βγάλει, τάχα, από τη δύσκολη θέση), καθότι έχω γράψει γι’ αυτό στο δισκορυχείον σε ανάρτηση της 14/1/2010, σκανάροντας μάλιστα και το εξώφυλλό του. Δείτε εδώ… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2010/01/blog-post_14.html. Άρα, αποδεδειγμένα, τουλάχιστον από την 14/1/2010 γνωρίζω τη συγκεκριμένη φωτογραφία (φυσικά την εντόπισα αμέσως, γιατί απλώς τη θυμόμουν), καιρό πριν την ανεβάσουν στα διάφορα sites, ενώ όταν βρω την ίδια πόζα και από την εφημερίδα, που είναι πολύ πιο παλαιά, θα την τρίψω κι εκείνη στη μούρη του Νταλούκα.

Έχουν, τώρα, πού να κρυφτούν ο παπατζής μας και όλοι οι υπόλοιποι μπουρδοσχολιαστές; Τι λέτε, έχουν;

Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

όταν ο χουντικός ΕΟΤ είχε από κοντά τους BEATLES το καλοκαίρι του ’67

εφημερίδα Μακεδονία της 25/7/1967 (μπορείτε να κάνετε κλικ στην εικόνα, για να διαβάσετε με μεγαλύτερη άνεση)

NOAH PREMINGER ένα jazz άλμπουμ πολύ blues

Πότε γράψαμε τελευταία φορά για τον αμερικανό σαξοφωνίστα Noah Preminger; Την 5/11/2015 με αφορμή, τότε, το ανεξάρτητο άλμπουμ του “Pivot: Live at the 55 Bar”. Σ’ εκείνο το άλμπουμ, που ήταν ηχογραφημένο στο ιστορικό 55 Bar του Greenwich Village, ο Preminger έπραξε κάτι ξεχωριστό. Τύπωσε στην ψηφιακή φόρμα μόλις δύο ημίωρα(!) tracks, που δεν ήταν όποια κι όποια. Ήταν δύο blues του Bukka White, τα πασίγνωστα “Parchman farm blues” και “Fixin to die blues”… Φαίνεται λοιπόν πως το blues, στην πιο καθαρή μορφή του, εξακολουθεί ναπασχολεί τον Preminger, ο οποίος και στο επόμενο CD του, το παρόν “Dark was the Night, Cold was the Ground”, που είναι κι αυτό ανεξάρτητο (ο τίτλος προέρχεται από το κλασικό φερώνυμο τραγούδι του Blind Willie Johnson) έρχεται να δώσει τις δικές του εκδοχές σετο ίδιο κλασικά blues των Skip James (“Hard times killin’ follor blues”), Charley Patton (“Spoonful blues”), Blind Lemon Jefferson (“Black snake moan”), Robert Johnson (“Love in vain”), ξανά Bukka White (“I am the heavenly way”) κ.ά., μα ακόμη και στο “Future blues” των Canned Heat. Το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να έχει το αναμενόμενο ενδιαφέρον.
Κατ’ αρχάς εκείνο που πρέπει να σημειώσουμε είναι πως οι διπλές ή και τριπλές διάρκειες των κομματιών τα μετατρέπουν αυτομάτως σε κάτι άλλο. Για blues βεβαίως πάντα συζητάμε, αλλά για blues όπως θα τα διασκεύαζαν ροκάδες… που ξαφνικά θα αποφάσιζαν να παίξουν jazz. Έτσι λοιπόν τα soli πάνω στις μελωδίες δεν γίνονται με τις κιθάρες και το πιάνο ή το όργανο, αλλά με τα σαξόφωνα (Preminger) και τις τρομπέτες (Jason Palmer), καθώς σταθερά το σχήμα συμπληρώνεται από το μπάσο (Kim Cass) και τα ντραμς (Ian Froman).
Κάπου διάβασα πως το πρότυπο του Preminger, στη συγκεκριμένη εγγραφή, θα μπορούσε να ήταν ο John Coltrane ή ο Ornette Coleman – όσον αφορά στον τρόπο και την ουσία του «πνευστού» αυτοσχεδιασμού. Δεν θα συμφωνήσω. Οι αυτοσχεδιασμοί των Preminger και Palmer δεν είναι τόσο αποδομητικοί, ούτε τόσο σύνθετοι. Αμφότεροι παίζουν πάντα πάνω ή έστω πάρα πολύ «κοντά» στις αρχικές μελωδίες, αποφεύγοντας τις πιο… μακριές διαδρομές – κάτι που δίνει στις διασκευές τους μια πολύ «φιλική» διάσταση.
Το “Dark was the Night, Cold was the Ground” είναι ένα άλμπουμ αληθινά «μπλουζοφιλικό», με πολύ μετρημένα παιξίματα και κυρίως με μια πρωτογενή θα την έλεγα διάθεση να αναδειχθούν οι βαθιές και κάπως «καλυμμένες» μελωδίες των παλαιών (ή και των πιο σύγχρονων) κομματιών.
Επειδή το blues είναι τραγούδι, είναι μουσική και στίχος δηλαδή, ορισμένες φορές ο μελωδικός διάκοσμός του είναι «κρυμμένος» πίσω από τα λόγια (των παλαιών εγγραφών των 78 στροφών), ή από τα λόγια και τα ουρανομήκη ηλεκτρικά soli (της εποχής του βινυλίου). Οι τέσσερις τού γκρουπ τού Noah Preminger επέχουν, επί του προκειμένου, έναν ρόλο… λεπτού καθαριστή. Με τα… φτυαράκια τους και τα πινελάκια τους επεμβαίνουν με επιστημονική προσοχή επί της ανασκαφής, επιμένοντας στην προστασία και της παραμικρής αρχικής λεπτομέρειας. Κι αυτό, επί του προκειμένου, έχει τη σημασία του.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

δύο CD της νορβηγικής Losen Records

Πολύ ενδιαφέρουσα εταιρεία από το Όσλο της Νορβηγίας, η Losen Records ιδρύθηκε το 2010 έχοντας τυπώσει μέχρι σήμερα καμμιά 50αριά CD. Για δύο απ’ αυτά (από τα πιο πρόσφατα του καταλόγου της) λέμε τώρα μερικά λόγια…
STEINAR AADNEKVAM: Freedoms Trio [Losen Records, 2016]
Το “Freedoms Trioτου νορβηγού ακουστικού κιθαρίστα Steinar Aadnekvam είναι ηχογραφημένο στην Ισπανία, με το mixing και το mastering να έχει γίνει στη Σουηδία – το δε τρίο του, πέραν του ιδίου, αποτελείται από τον μοζαμβικιανό ντράμερ και τραγουδιστή Deodato Siquir και τον βραζιλιάνο μπασίστα Rubem Farias. Πόσες (διαφορετικές) χώρες αναφέρθηκαν ήδη σ’ αυτές τις πρώτες γραμμές; Πέντε στον αριθμό. Τι δηλώνει τούτο; Το προφανές. Πως το άκουσμα του άλμπουμ τείνει προς την world-jazz… εκείνη την world-jazz τέλος πάντων, που είχε παρουσιάσει ο Siquir και στην Αθήνα, στο Γκάζι, σ’ ένα euro-jazz πριν κάποια χρόνια (2008). Για όσους θυμούνται…
Συνθέσεις μοιρασμένες ανάμεσα στα μέλη του γκρουπ, όλες πρωτότυπες, και ωραία επεξεργασμένες περιέχει το “Freedoms Trio”, με τη βασική κατεύθυνση να καταλαμβάνουν οι αναφορές από το… νότιο ημισφαίριο (ας το πούμε κι έτσι χοντρικώς). Βραζιλία, νότια (και όχι Νότια) Αφρική και Αφρο-Βραζιλία πρωταγωνιστούν λοιπόν στα μουσικά μέτρα, με τους τρεις μουσικούς να επιδίδονται σε πολύ λειτουργικούς αυτοσχεδιασμούς, εκμεταλλευόμενοι το μελωδικό πρόταγμα όλων όσων (αναφορών και επιρροών) αναδιαμορφώνουν και επανασυνθέτουν. Το αποτέλεσμα καταγράφεται σε δέκα κομμάτια, που χρονικώς διαρκούν από λίγα δευτερόλεπτα έως οκτώ λεπτά, και τα οποία (κομμάτια) μεταφέρουν έναν πολύ οικείο σ’ εμάς «αέρα». Θα μπορούσε, με άλλα λόγια, το “Freedoms Trio” ως άλμπουμ να αφορούσε σε μια μορφή «μεσογειακής τζαζ», με τις λατινοϊσπανικές νύξεις να είναι πολλές και συνεχείς, και με το τραγούδισμα (του Sequir) να μεταφέρει αυτό το τόσο χαρακτηριστικό αφρολουζιτάνικο feeling – που μπορεί να μας είναι οικείο από το βραζιλιάνικο άσμα πρωτίστως και που σε κάθε περίπτωση θα αφορά την, κατά το κοινώς ρηθέν, «χαρά της ζωής».
RØNNINGS JAZZMASKIN: Jazzmaskin! [Losen, 2016]
Οι Rønnings Jazzmaskin προέρχονται από το Trondheim της Νορβηγίας και αποτελούνται εκ των Truls Rønning ντραμς, Martin Myhre Olsen άλτο, σοπράνο σαξόφωνο, Petter Kraft τενόρο σαξόφωνο και Egil Kalman κοντραμπάσο. Το συγκρότημα υπάρχει από το 2011, αποτελείται, όπως αντιλαμβάνεστε από τα ονόματα, από σκανδιναυούς μουσικούς (ο μπασίστας είναι Σουηδός), ενώ το “Jazzmaskin!” πρέπει να είναι το πρώτο του CD.
Η jazz του γκρουπ είναι δύσκολο να περιγραφεί με μια λέξη, αλλά ίσως ευκολότερο να περιγραφεί με δύο… Υπάρχει ένα track στο άλμπουμ, το εισαγωγικό, που έχει τίτλο “Monk vs. Messiaen” και είναι εκείνο, που μπορεί να δώσει μια πρώτη άκρη. Υπάρχει λοιπόν το «ευρωπαϊκό πνεύμα», όπως το λέμε, από τη μια μεριά (που δεν είναι αναγκαίο να αφορά αποκλειστικώς στην jazz ή την nordic jazz), αλλά από την άλλη καταγράφεται και μιαν απόπειρα να συνδυαστούν κάποια αβαντ-γκαρντίστικα στοιχεία με την jazz του Monk, κυρίως όσον αφορά στο «μπλέξιμο» των μελωδιών και την αρμονική… κολλητική ουσία τους. Τούτο, φυσικά, δεν σημαίνει πως τα πιο… τυπικά αμερικανικά jazz στοιχεία είναι απόντα από το “Jazzmaskin!”, καθότι συχνά-πυκνά αποτείνονται φόροι τιμής σε «μνημεία» του παρελθόντος – όπως στο “Flyaway Gary”, που αποτελεί μιαν αναφορά στον… σχεδόν ηλεκτρικό Miles του “Miles Smiles”. Φυσικά, επειδή μιλάμε για σκανδιναυούς παίκτες που έχουν διαρκώς στ’ αυτιά τους τη δική τους τζαζ παράδοση –τον τρόπο π.χ. που εναρμόνισαν την πόλκα, προκειμένου να καταστεί αυτή «τζαζ βάση» για περαιτέρω κτίσιμο– στο “Jazzmaskin!” παρατάσσονται κομμάτια και με τέτοιες παλαιές «αρχές» (“Stokkøya”), που προχωρούν στο σήμερα μέσω μιας σοβαρής «κολτρεϊνικής» ανάπτυξης, αλλά και κάποια ακόμη (tracks) που δείχνουν την εξοικείωση αυτών των παικτών (των Σκανδιναυών) με τις «μουσικές του κόσμου» (“Dimi-Ya”) – κάτι ως γνωστόν που συμβαίνει από παλαιά.
Παρουσιάζοντας δικό τους πρωτότυπο υλικό οι Rønnings Jazzmaskin επιζητούν να κριθούν όχι μόνον ως οργανοπαίκτες, αλλά και ως συνθέτες-δημιουργοί. Δεν χρειάζεται να πω πως και προς τις δύο κατευθύνσεις τα καταφέρνουν μια χαρά.
Επαφή: www.losenrecords.no