Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

ΚΩΣΤΑΣ ΜΥΛΩΝΑΣ ιστορία του ελληνικού τραγουδιού

Για να πω την αλήθεια ο παρών, τέταρτος, τόμος της «ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού» [εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2009] του συνθέτη και συγγραφέα Κώστα Μυλωνά είναι ο πρώτος που πέφτει στα χέρια μου. Μάλιστα, αναφέρεται στην περίοδο 1981-1995, την οποίαν όχι απλώς γνωρίζω καλά, αλλά την έζησα και από κοντά, ως ακροατής και… καταναλωτής. Ξεφύλλισα το βιβλίο του κυρίου Μυλωνά με… προϋπάρχον ενδιαφέρον. Όσο το διάβασα – διαγωνίως, καθέτως και οριζοντίως – το βρήκα, συχνά, κοντά στην πραγματικότητα, άλλοτε πάλι μακρυά της. Πάντως, γενικότερα, λέω ότι χρειάζονται βιβλία για το ελληνικό τραγούδι και για την ελληνική μουσική συνολικά – εννοώ σοβαρά βιβλία –, κι εντός αυτού του πλαισίου και για το συγκεκριμένο έχω μία θετική γνώμη. Επειδή, όμως, δεν γράφω εδώ για ν’ απονέμω αβασάνιστους επαίνους, πρέπει να πω πως, στο εν λόγω πόνημα, υπάρχουν πράγματα που δεν με βρίσκουν σύμφωνο και τα οποία, με καλή διάθεση, επιθυμώ να τα θέσω προς συζήτηση. Κατ’ αρχάς, φρονώ, ότι ο Κώστας Μυλωνάς πράττει ένα – στρατηγικό να το πω; – λάθος. Δεν ξέρω για ποιο λόγο – το γνωρίζει αλλά δεν τον ενδιαφέρει, δεν το γνωρίζει γιατί δεν τον ενδιαφέρει – δεν αναφέρεται καθόλου στο βιβλίο του στο λεγόμενο «ελληνικό ροκ». Εντάξει, δεν έχω την απαίτηση να αναφερθεί στους Stress και στους Panx Romana (γιατί, ελληνικό τραγούδι δεν έκαναν κι αυτοί;), αλλά ούτε στον Σιδηρόπουλο και τις Τρύπες; Τι σημαίνει δηλαδή «ελληνικό τραγούδι»; Ο ίδιος το περιορίζει πάρα πολύ στην εισαγωγή του, λέγοντας πως θ’ ασχοληθεί με ό,τι αποκαλούμε «έντεχνο λαϊκό» – και τις «δυτικές» παραφυάδες του θα συμπλήρωνα εγώ. Σε τούτην, όμως, την περίπτωση ο τίτλος του βιβλίου δεν μπορεί παρά να είναι λανθασμένος. Στη χειρότερη περίπτωση, δηλαδή, θα έπρεπε να υπάρχει ένας σαφής υπότιτλος.
Ορισμένα tips. Στη σελίδα 35 ο συγγραφέας υποτιμά σφόδρα το rock, πράττοντας ένα κλασικό (λόγιο αυτή τη φορά) λάθος. Επιχειρεί να δει το rock μουσικολογικά. Η σημασία του rock – και η αξία του – είναι βασικά κοινωνική, και μετά αισθητική. Τι να τις κάνω τις «μπασαβιόλες», όπως έλεγε κι ο Ζαμπέτας, όταν γειτνιάζουν με τη συντήρηση ή σαλιαρίζουν με την εξουσία; Όταν… Φυσικά, ούτε και το rock, a priori, στέκεται απέναντί τους – απέναντι στη συντήρηση και την εξουσία εννοώ. Αλλά αυτά είναι θέματα, που εξετάζονται κατά περίπτωση. Δεν σερβίρονται «έτοιμα».
Στο βιβλίο υπάρχουν λάθη. Σοβαρά και λιγότερο σοβαρά. Ενδεικτικώς: o Σταύρος Παπασταύρου (σελ.176) δεν ξεκίνησε να γράφει τραγούδια το 1978, αλλά το 1973. Μπορεί και νωρίτερα. Ο Νίκος Αντύπας (σελ.183) δεν δημιούργησε τους Socrates. Μπήκε στο γκρουπ πολύ μετά. Το άλμπουμ των Χειμερινών Κολυμβητών δεν λέγεται «Οι Δασοκτόνοι», αλλά «Οι Δακοκτόνοι» (σελ.299).
Βρίσκω υπερβολικές τις (θετικές) κρίσεις του Κώστα Μυλωνά, για αρκετούς συναδέλφους του, φερ’ ειπείν για τον Γιώργο Ανδρέου. Τα τραγούδια που έφτιαξε με τους Αλέ Ρε Τουρ, τα βρίσκω πιο ενδιαφέροντα από τα «έντεχνά» του (εξαιρώ το «Γράμμα στον κύριο Νίκο Γκάτσο», που είναι πράγματι ωραίο).Δεν γίνεται να βρίσκεις χώρο για τα Τζαβαράκια στο βιβλίο και να λησμονείς ένα από τα καλύτερα «έντεχνα» άλμπουμ της εποχής, το συγκλονιστικό «Στρατιωτικά» (1982) του Χρήστου Λεττονού. (Παραμερίζεις ακόμη και τον Leonard Cohen, καθώς τον ακούς να τραγουδά στην ελληνική το “Chelsea Hotel #2”, για να μην πω πως τον βάζεις εντελώς στην άκρη – τον Cohen – όταν ακούς το «Σαν εκδρομή»).
Στο βιβλίο καταγράφονται, κακώς για μένα, πάρα πολλοί στίχοι. Είναι αχρείαστοι. Πρώτον, γιατί είναι γνωστοί τοις πάσι. Δεύτερον, γιατί αυξάνουν τις σελίδες, ανεβάζοντας το κόστος. Τρίτον, (γιατί) δεν είναι θεμιτό να καταχωρίζονται στην «ιστορία του ελληνικού τραγουδιού» ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη ή του Οδυσσέα Ελύτη. Δεν έχουμε μπροστά μας αναγνωστικό του Γυμνασίου.
Για να τελειώσω, κοιτώντας την ουσία, έτσι όπως, προσωπικώς και αυστηρώς, την αντιλαμβάνομαι. Αρκετοί από τους πιο αγαπημένους μου ελληνικούς δίσκους της εποχής ή δεν καταγράφονται καθόλου (το «Πράσινο Αεράκι» του Νίκου Λαρυγγάκη, η «Μοναξιά» του Αρθούρου Αντενούτσι, οι τρεις δίσκοι του Γιώργου Μακρή, το «Κράμα» του Γιώργου Ρωμανού, όλα τα LP που έντυσε με στίχους του ο Γιώργος Θεοχάρης, η «Αναστροφή» του Λουκά Θάνου…) ή πέφτουν στα ψιλά (η «Αυταπάτη» της Ηδύλης Τσαλίκη, ο «Πόθος Διάφανος» του Πάνου Τσαπάρα, το «Να’μαστε Πάλι Εδώ Αντρέα» του Αντρέα Μικρούτσικου, το «Μόνο μια Φορά», κορυφαίο LP του Σταμάτη Κραουνάκη). Περίεργο; Εξηγήσιμο; Λογικό; Ανεπίτρεπτο;
Η ουσία είναι πως ο, καθ’ όλα μειλίχιος, Κώστας Μυλωνάς εμπιστεύτηκε περισσότερο απ' όσο θά'πρεπε τις δικές του δυνάμεις.

ALDA NALDA

Είδα τις προάλλες το φιλμ “Celda 211”. Μία ισπανική περιπέτεια «φυλακής», γυρισμένη από κάποιον Daniel Monzon. Η ταινία μου άρεσε. Μου θύμισε τις παλιές καλές στιγμές του είδους· το μεγάλο “The Glass House” (1972) του Tom Gries με τον Vic Morrow και τον Alan Alda. Μου έκανε επίσης εντύπωση το ύφος και το στυλ της, που ήταν πολύ αμερικανικό. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό αυτό – για τέτοιου τύπου φιλμ, μάλλον είναι καλό –, πάντως πραμένει άξιον απορίας (και θαυμασμού) το πόσο έχει προχωρήσει το ισπανικό σινεμά. Αν μπορεί να φέρει εις πέρας τέτοιες ταινίες, τότε δεν του λείπει τίποτα. Δεν έχω υπ' όψιν μου τι εντυπώσεις άφησε το «Κελί 211» στην Ελλάδα. Μάλλον πέρασε στο ντούκου. Η περιπέτεια ποτέ δεν ήταν το φόρτε της κριτικής… Ένας φίλος που την είχε δει πριν από μένα – και τη συζητήσαμε – μου είπε ότι δεν του άρεσε και πολύ, γιατί είχε στοιχεία αναληθοφάνειας. Εγώ θα έλεγα πως όλο το φιλμ σεναριακά στηρίχθηκε σε μια «γκαντεμιά» (εδώ κολλάει το «αναληθοφανές»), επιχειρώντας να συνδέσει – γόνιμα – στοιχεία μελό, με πολιτικές αναφορές στην ΕΤΑ και άλλα τινά. Προσωπικώς δεν μ’ ενοχλούν τα «ψεύτικα» στοιχεία στις ρεαλιστικές ταινίες (σινεμά βλέπουμε), από τη στιγμή που μπορεί – έστω και στη σφαίρα του απίθανου τοποθετημένα – να συμβούν. Το ζήτημα είναι τι βγαίνει στο τέλος. Ποιο είναι το ζουμί… Και στο «Κελί 211» το ζουμί δεν είναι καθόλου χολιγουντιανό. Ξερνάς ακόμη και με ευρωπαϊκές ταινίες, που υιοθετούν απερίγραπτα φινάλε προκειμένου να εισέλθουν στην αμερικανική αγορά. Το ότι ο Ισπανός αποφασίζει να βγάλει από τη μέση τους κατά τεκμήριο «θετικούς» και "αθώους" χαρακτήρες της ταινίας του σου αφήνει μία… σινεφιλική χαρά. Περισσότερη όμως χαρά παίρνεις, όταν επιλέγει, ως επιζήσαντες από το μακελειό του τέλους, τα «καθάρματα». Τον Κολομβιανό κατ’ αρχάς (που για μένα δρα ως από μηχανής θεός - όχι για σεναριακούς λόγους) και, κυρίως, το αφεντικό των φυλακόβιων (σπουδαίος ο Luis Tosar), που μπορεί ναι μεν να είναι εγκληματίας-ισοβίτης, αλλά διεκδικεί (και τις κερδίζει) δάφνες αγωνιστή μέσα στη μικρο-κοινωνία της φυλακής. Έτσι το βλέπω…

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

QUENTIN E KLOPJAEGER The long way home

Κατά καιρούς ακούω διάφορα τραγούδια, που με συναρπάζουν. Βασικά, γουστάρω – ανάμεσα σε πολλά άλλα – το garage· που μπορεί προς στιγμήν να διολισθαίνει προς το r&b, τη soul, ακόμη και το πείραμα… αλλά ουδόλως μ’ ενδιαφέρει. Όταν απολαμβάνω δεν προσέχω τις λεπτομέρειες… αργότερα σκύβω πάνω τους. Πριν από μερικά χρόνια άκουσα για πρώτη φορά μία νοτιοαφρικανική εκδοχή στην τραγουδάρα του Neil Diamond The long way home από κάποιους Quentin E. Klopjaeger with The Gonks. Sixties εγγραφή από τα τέλη του 1967 ή το αργότερο από τις αρχές του ’68. Γνώριζα, βεβαίως, το τραγούδι από τον μεγάλο ποπίστα Neil Diamond – αν δεν είναι ο Diamond μεγάλος, που έχει γράψει ανάμεσα σε άλλα το “I’m a believer”, το “Red red wine”, το “Shilo” και τόσα άλλα, τότε αναρωτιέμαι ποιος θα μπορούσε να είναι. Στο δεύτερο, λοιπόν, LP του καλλιτέχνη, το “Just for You”, που βγήκε στην Bang, τον Σεπτέμβριο του ’67 (αλλά την ίδια περίπου εποχή και στην Ελλάδα από την Zodiac) υπήρχε το “The long way home”, ένα τραγούδι που δεν έκανε ιδιαίτερη επιτυχία και πέρασε – θα τολμούσα να πω – σχετικώς απαρατήρητο. Οποία μεγαλοσύνη! Το κομμάτι αυτό, πιθανώς, να το πρωτάκουσε σ’ ένα ταξίδι του στην Αγγλία ο Νοτιοαφρικανός Billy Forrest (που είχε γεννηθεί ως William Boardman, στην αδαμαντούπολη Kimberley, το 1940), το έφερε στη χώρα του και μετά από κάποια ζόρια, όπως διάβασα στο δίκτυο, αποφάσισε να το πει ο ίδιος (όπως και την main side) χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Quentin E Klopjaeger, συνοδευόμενος, μάλιστα, από τους Gonks, μία από τις καλύτερες south african garage bands της περιόδου. (Έχω τραγούδια τους σε συλλογές και το βεβαιώνω).Το 45άρι – το οποίο, σημειωτέον, το βρήκα και το αγόρασα πριν από μερικούς μήνες – κυκλοφόρησε στην Troubadour Prestige [TRS-E-9093] προς τα τέλη του ’67, όπως προείπα, έχοντας ως side A, μία ακόμη διασκευή, το “Lazy life” του Gordon Haskell (άλλη περίπτωση βρετανού μουσικού με τρανή ιστορία). Η version στο “The long way home”είναι άπιαστη. Τα pop φωνητικά του Klopjaeger ακούγονατι καλύτερα στ’ αυτί μου από εκείνα του Diamond (δίνουν άλλον αέρα), τα backing vocals είναι πιο «μπροστά», ενώ το παίξιμο των Gonks είναι αυτό που πρέπει, με την κιθάρα να τα χώνει σ' ένα «πίσω» επίπεδο, αλλά αδιακρίτως. Γενικώς, η διασκευή – όπως πρέπει να συμβαίνει με τις διασκευές –, δεν αλλοιώνει το πρωτότυπο, τονίζοντας μόνον τις ποιότητές του. Είχαν μέτρο οι άνθρωποι… Την εκδοχή του Quentin E Klopjaeger τη δανείζομαι από το www.garagehangover.com και βεβαίως το original του Neil Diamond από το YouTube… για να βγάλετε κι εσείς τα δικά σας συμπεράσματα. Εδώ ο Νοτιοαφρικανός http://www.garagehangover.com/mp3s4/QuentinEKlopjaegerAndtheGonksTheLongWayHome.mp3... Κι από κάτω ο Neil Diamond...

ESP-DISK' τι γίνεται τώρα;

Η avant-jazz, εκείνη που πρότεινε (και) η ESP-Disk στα χρόνια του ’60, εξακολουθεί ν’ απασχολεί και να επηρεάζει σύγχρονους σχηματισμούς - στους οποίους, εδώ που τα λέμε, η εταιρία από τη Νέα Υόρκη εξακολουθεί να παρέχει στέγη.Τώρα, πόσο... σύγχρονο μπορεί να είναι το Flow Trio αυτό είναι μία άλλη ιστορία, καθότι οι μουσικοί που το αποτελούν είναι όλοι τους παλιές καραβάνες. Ο Louie Belogenis είναι από τους τενόρο εξερευνητές που βημάτισαν δίπλα στον John Zorn για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Ο κοντραμπασίστας Joe Morris είναι ο free... κιθαρίστας που βρέθηκε δίπλα στους Matthew Shipp, Mat Maneri, William Parker, Ken Vandermark κ.ά., ενώ ο ντράμερ Charles Downs με το άλλο του όνομα, ως Rashid Bakr, υπήρξε μέλος των Muntu Ensemble και των Other Dimensions In Music και ακόμη, στα 70s, συνεργάτης του Cecil Taylor. Έτσι, η ιστορία και των τριών στο «ελεύθερο πεδίο» δεν μπορεί παρά να προαναγγέλει ένα άλμπουμ αναλόγου ύφους. Και όντως. Ηχογραφημένο στο Brooklyn, τον Οκτώβριο του ’08, το “Rejuvenation” [ESP 4052, 2009] είναι ο τρόπος να κοιτάξεις τις κατακτήσεις του εξήντα, αρνούμενος όμως το ξεπατίκωμα. Ο Coltrane και ο Ayler θα υπάρχουν πάντα – υπάρχουν, εννοούμε, και στα φυσήματα του Belogenis –, εκείνο που δεν εξασφαλίζεται ότι θα υπάρχει είναι η παρουσία κομματιών όπως το “Succor”, με το παραδειγματικό σόλο, αλλά και τη συνοδεία του δοξαριού τού Morris, ή το “Unfolding” με τα ισχυρά χτυπήματα του Downs και την πολυρυθμία α λα Milford Graves.Οι Yuganaut είναι ένα καινούριο γκρουπ και το “This Musicship” [ESP 4044, 2008] είναι η πρώτη τους δουλειά. Βασικά, πρόκειται για κυκλοφορία του 2006, η οποία τώρα, ελέω ESP, βρίσκει άλλη, πλατύτερη διανομή, ξαναμπαίνοντας στην αγορά με κεκτημένη ταχύτητα. Τρίο είναι οι Yuganaut, αποτελούμενοι από τους Stephen Rush πλήκτρα, πνευστά, κρουστά, Tom Abbs μπάσο, τούμπα, didgeridoo, βιολί, τσέλο, κρουστά, Geoff Mann ντραμς, κορνέτα, μαντολίνο, φλάουτο, κρουστά. Απολύτως συμβατοί με τον ανορθόδοξο ήχο της ετικέτας, οι τρεις μουσικοί παρουσιάζουν ένα fully improvised έργο, διάρκειας 72:35, το οποίο δεν κρύβει τις «κολμανικές» αναφορές του, κυρίως όσον αφορά στο ηχητικό μεταίσθημα· προβάλλοντας μιαν «ελευθερία» δηλαδή με ξεκάθαρη ανθρώπινη διάσταση. Βεβαίως, οι αναφορές των Yuganaut είναι πολλές και ποικίλες, αφού οι φίλοι μας δεν αδιαφορούν ούτε για την avant ηλεκτρονική (με τις α λα Sun Ra και electric Miles αναφορές), ούτε και για το sounding της αφρο-ζούγκλας (“Time cycle”), εκεί όπου οι Art Ensemble of Chicago (“Hymn for Roscoe”) θα είναι πάντα ανοιχτό βιβλίο. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για ένα σπάνιο περιπετειώδες άκουσμα, εκρηκτικό (ακόμη και όταν χαμηλοφωνεί), υποβλητικό στα ύψη, εκεί όπου γνώση και φαντασία τα λένε δίχως πρόβλημα. Stephane Furic Leibovici κοντραμπάσο, Chris Speed κλαρινέτο, Chris Cheek τενόρο και σοπράνο. Παράξενο τρίο. Ο κλαρινίστας-σαξοφωνίστας Jimmy Giuffre, που μάλλον είναι ο πνευματικός πατέρας τους, είχε οδηγήσει το ίδιο παράξενα τρίο (με κιθάρα και μπάσο, με κιθάρα και τρομπόνι, με πιάνο και μπάσο). Το “Jugendstil” [ESP 4048, 2008] δανείζεται το όνομά του από το γερμανικό «νέο κύμα» στο σχέδιο και την αρχιτεκτονική βασικά, έχοντας θεμελιώδεις μουσικές αναφορές τόσο στον Jimmy Giuffre, όσο στον 102χρονο αμερικανό συνθέτη Elliott Carter, στον οποίον είναι αφιερωμένα ως φαίνεται τα “Carter Variations I-V”. Chamber jazz, ευρωπαϊκού κάλλους. Οι Barnacled – 7μελής μπάντα από την Providence του Rhode Island – μπορεί να έχουν κυκλοφορήσει κι άλλα άλμπουμ στη σχεδόν δεκαετή διαδρομή τους, όμως η γίδα ο “Charles” [ESP 4049, 2008] φαίνεται πως θα είναι αυτό που θα τους καταστήσει «κάτι». Κάτι σοβαρό και όχι σύνηθες, συνάμα, για αμερικανική μπάντα. Η διάθεσή τους δηλαδή να περιπλανηθούν σε avant πεδιάδες, στις οποίες έσπειραν αυθορμήτως οι Henry Cow και οι King Crimson από τη μια μεριά, ο Albert Ayler, ο Evan Parker και ο Derek Bailey (με την MIC, ή χωρίς) από την άλλη. Όσο δύσκολο, λέμε τώρα, είναι να περιγραφούν οι μουσικές των Barnacled, άλλο τόσο απολαυστικό είναι το να τις ακούς· έτσι όπως εξελίσσονται στο “Language barrier” και την «Πολυουρεθάνη».Να δώσουμε κατ’ αρχάς τη line-up των Naked Future. Arrington de Dionyso μπάσο & κοντράλτο κλαρίνο, Thollem McDonas πιάνο, John Niekrasz ντραμς, Gregg Skloff ενισχυμένο κοντραμπάσο. Απλά πράγματα δηλαδή, αλλά παντελώς… ακατανόητα εκείνα που ακούς. Φυσικά, για ένα σύγχρονο γκρουπ και άλμπουμ της ESP-Disk πρόκειται, οπότε, ίσως, η έκπληξη να θεωρείται δεδομένη. Αλλά και πάλι, τι μπορεί να σημαίνει «έκπληξη», αν πρώτα δεν ακούσεις; Πόσο εκπληκτικό μπορεί να είναι ένα σχήμα, το οποίον, ούτως ή άλλως, τιτλοφορεί το άλμπουμ του με το ελληνοπρεπέστατο "Gigantomachia" [ESP 4053, 2009]; Δύσκολο ν’ απαντήσεις. Ακούς, όμως, και μπαίνουν κάποια πράγματα στη θέση τους. Δεν είναι εύκολο ν’ αποκαλέσεις τους Naked Future «jazz σχήμα», πολλώ δε μάλλον «ένα ακόμη jazz σχήμα». Οι τέσσερις μουσικοί κουβαλούν φυσικά το παρελθόν τους – άλλος free, άλλος folk, άλλος rock, άλλος punk και όλοι μαζί, και τούμπαλιν, και πάλι από την αρχή –, αλλά εκείνο που, εδώ, τους ενδιαφέρει πιο πολύ είναι μία διαδικασία ανατροπών, ένας συγκερασμός άπνοιας και πάθους, παρά μία προσφιλής «ταυτότητα». Ηχογραφημένη στο Portland του Oregon, τον Αύγουστο του ’08, η «Γιγαντομαχία», είναι ο παράφορος συνδυασμός του κλασικού «σοφτ-μασινικού» jazz-rock (το amplified μπάσο του Skloff είναι το… 1/4 των λεφτών), και της θηριώδους παικτικής του Ayler, έτσι όπως rock-οποιήθηκε αυτή μέσα από τις εγγραφές των Godz, των Cromagnon, ου μην και του Captain Beefheart. Ένα ακόμη σπουδαίο άλμπουμ για το 2009…
www.espdisk.com

PATTY WATERS πέραν του χρόνου τούτου

Η Patty Waters μαζί με την Erica Pomerance, για την οποίαν υπάρχει παλαιότερο post, ήταν οι δύο folk κυρίες της ESP-Disk. Folk; Όχι ακριβώς – ποτέ ακριβώς. Το “Sings” [ESP 1025], πρώτο άλμπουμ της Waters, επανεξέδωσε πέρυσι η νεοϋορκέζικη εταιρία, ξανα-θυμίζοντάς μας μία ακόμη ιδιαίτερη περίπτωση εκείνης της περιόδου. Η Patty Waters δεν ήταν (είναι) η τυπική folk singer. Βεβαίως, το ρεπερτόριό της μπορεί να ήταν folk, ή σχεδόν folk, αλλά ο τρόπος που τραγουδούσε (μελετώντας την Billie Holiday) ήταν... jazz ή, μάλλον, κάτι πέραν της jazz. Ok με την πρώτη πλευρά (και την αφηγηματική της νηνεμία) δεν έχει να πει κανείς πολλά. Τα πολλά βγαίνουν στη φόρα με το 14λεπτο folk standard “Black is the color of my true love’s hair” που κλείνει το άλμπουμ... ανοίγοντας, συγχρόνως, το στόμα μας. Έχοντας αφήσει το πιάνο της στην άκρη και «προσλαμβάνοντας» τους Burton Greene πιάνο, Steve Tintweiss μπάσο και Tom Price κρουστά ως μουσικούς συνοδούς, η Patty Waters διαλύει τούτον τον βαθιά συναισθηματικό folk ύμνο, «κόβοντάς» τον στα φωνολογικά αρχέτυπά του. Οι θυελλώδεις εκφορές, στα όρια της κακοφωνίας alla Yoko Ono και της παγανιστικής τελετουργίας alla Diamanda Galas, κατατάσσουν, χωρίς μεγάλη σκέψη, την Patty Waters στη βάση της πυραμίδας του φωνητικού ακροβατισμού (βοκαλισμός)· από τον οποίον αντλεί και η jazz και η avant και το punk... Εμπειρία να την ακούς, αλλά, φαντάζομαι, τι εμπειρία θα ήταν να την ηχογραφείς. Εν έτει ’65...

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

ΜΑΥΡΗ ΕΛΛΑΔΑ…

Πριν από λίγες μέρες έπεσε στα χέρια μου το CD του John Lee Hooker Jr. (γιός του John Lee Hooker) "Live in Istanbul, Turkey" στη γερμανική Jazzhaus. Σαν φλας πέρασε απ' το μυαλό μου κάτι που μ' είχε απασχολήσει και παλιότερα. Πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά μαύρος bluesman στην Ελλάδα; Δύσκολο να το πει κανείς... και εξηγούμαι. Είχα διαβάσει πριν κάμποσα χρόνια στο οπισθόφυλλο ενός άλμπουμ τού Curtis Jones (το “In London”, στην επανέκδοση της See For Miles, το 1985) κάτι που μου είχε φανεί απίστευτο. Εκεί, ο Alan Balfour, ένας γνωστός εγγλέζος blues columnist (και σοβαρός, εξ όσων μπορώ ν’ αντιληφθώ) έγραφε πως ο Jones είχε επισκε­φθεί την Ελλάδα προς το 1965, στο πλαίσιο μιας περιοδείας του, που περιελάμβανε ακό­μη Γαλλία και Ισπανία. Δεν είναι απίθανο, καθότι ο άξιος αυτός πιανίστας, που γεννήθηκε κάπου στο Τέξας το 1906, για να πεθάνει στο Μόναχο το 1971, ήταν ένας πλάνητας μουσι­κός, που είχε εμφανισθεί σε δεκάδες χώρες στον κόσμο, κάνοντας καριέρα ακόμη και στο Μαρόκο! Δεν αποκλείεται λοιπόν να πέρασε όντως από την Ελλάδα και να έπαιξε σε κά­ποιο καταγώγιο – για Έλληνες άραγε ή για αμερικανούς ναύτες και φαντάρους; – ρίχνο­ντας πρώτος ένα σπόρο, ο οποίος σίγουρα έσκασε σε πέτρα. (Αν, παρ’ ελπίδα, κάποιος γνωρίζει κάτι παραπάνω, ας δώσει την... πληροφορία της δεκαετίας).
Το πράγμα πάντως παίρνει μια πιο σίγουρη τροπή, 15 χρόνια αργότερα· κι εδώ δεν υπάρ­χουν κενά γνώσης. Ήταν 11 Απρίλιου του 1980, όταν έπαιξαν αρχικώς στα Δειλινά(!) και μετά από δύο μέρες στο Σπόρτινγκ (13/4) η Koko Taylor, ο Albert Collins και οι Chicago Blues-All Stars, τους οποίους αποτελούσαν οι Lurrie Bell κιθάρα, Marvin Jackson ρυθμική κιθάρα, Billy Branch φυσαρμόνικα, A.C. Reed τενόρο, Allen Batts πλήκτρα, Johnny B. Gayden μπάσο και Casey Jones ντραμς. Όλοι τους αστέρια! Τα έντυπα της εποχής έγραψαν για μία τετράωρη(!) συναυλία, που μετέτρεψε τους πάντες σε αλοιφή... Και φυσικά, αν μιλάμε για ηχογραφήσεις... made in Greece, τα ιστορικά, αλλά μετρίως αποτυπωμένα live της Big Time Sarah και του John Hammond (που ήταν λευκός βεβαίως) στον Ορφέα, το τριήμερο 18-20 Φεβρουαρίου του 1983, στις εκδόσεις των Αδελφών Φαληρέα (το δεύτερο μάλιστα επανεκδόθηκε σε βινύλιο στην ιταλική ετικέτα Dynamic πριν από 2-3 χρόνια) είναι η αρχή. Όχι, δεν ήμουν εκεί....

JAZZ & TZAZ 204

Στο τεύχος του Jazz & Τζαζ, που τώρα κυκλοφορεί, διαβάζουμε τη συνέντευξη του τρομπετίστα Wadada Leo Smith στον Βαγγέλη Αραγιάννη. Παλιός γνώριμος του ελληνικού τζαζόφιλου κοινού από τότε που εμφανιζόταν στο Τζαζ Κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου, ο Leo Smith είναι πάντα μπροστά από τους ήχους. Επίσης, στο ίδιο τεύχος μία συνέντευξη του βρετανού τραγουδιστή της soul Noel McKoy (γνωστός από τις συνεργασίες του με τον James Taylor) στον Δημήτρη Κατσουρίνη, αλλά και ακόμη μία συνέντευξη, του Alessandro Magnanini αυτή το φορά (ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από το hit του Mario Biondi “This is what you’re”) στον Χρήστο Δουκάκη. Περαιτέρω, ο Γιάννης Μουγγολιάς γράφει για την πιανίστα Marilyn Crispell, o Κορνήλιος Διαμαντόπουλος για την ιρανική εταιρία Hermes Records (παίρνω αφορμή για το «δισκορυχείον» του μήνα, που αφορά σ’ ένα άλμπουμ από τα ιρανικά seventies), o Θανάσης Μήνας τα λέει για το τελευταίο άλμπουμ του Gil-Scott Heron, κι εγώ μεγεθύνω στις πιο πρόσφατες prog κυκλοφορίες της αμερικανικής MoonJune Records, εστιάζω στην ελληνική Missing Vinyl Records (στις reissues από την γερμανική Kuckuck – Out of Focus και τα συναφή), αλλά και σε σύγχρονα greek jazz άλμπουμ (Φλώρος Φλωρίδης, Θωμάς Σλιώμης, Γιάννης Κασέτας κ.ά.). Φυσικά και όλη η υπόλοιπη σταθερή ύλη (δισκοκριτικές, jazz eye, blues boom!...) είναι παρούσα. Στο CD “Duke Dreams” o Γιώργος Χαρωνίτης επιλέγει θέματα των Duke Ellington, Terry Gibbs, Johnny Hodges, Thelonious Monk, Oscar Peterson, Oscar Pettiford κ.ά.

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

JOHN TCHICAI afrodisiaca

Για το “Afrodisiaca” του John Tchicai και της Cadentia Nova Danica (CND) πρωτοέγραψα στο «δισκορυχείον» του J&T, τον Φεβρουάριο του ’98 (περάσανε 12 χρόνια). Το ξανακάνω τώρα με αφορμή την σχετικώς πρόσφατη επανέκδοση του άλμπουμ από την γερμανική Promising Music. Ο Tchicai, δανο-κονγκολέζικης καταγωγής, γεννήθηκε στην Κοπενχάγκη το 1936. Στα τέλη του ’62 βρίσκεται στη Νέα Υόρκη κι εκεί θα του δωθεί η ευκαιρία να συνεργαστεί με ηχηρά ονόματα (John Coltrane, Don Cherry, Archie Shepp, Roswell Rudd...), πριν, το καλοκαίρι του ’66 επιστρέψει στη Δανία και βάλει εκεί σε εφαρμογή ένα σχέδιο συγκρότησης μιας πολυμελούς ορχήστρας, της CND. Επίλεκτα μέλη της αποτελούσαν εκείνη την εποχή οι Willem Breuker, Pierre Dorge, Steffen Andersen, Kim Menzer και Niels Harritt, μέλη οι τρεις τελευταίοι ενός εκ των πιο σημαντικών δανικών rock γκρουπ της εποχής, των Burnin’ Red Ivanhoe. Μάλιστα στο πρώτο τους άλμπουμ, το διπλό “M144”, που είχε βγει στη Sonet το ’69, ο Tchicai έπαιζε άλτο σε δύο κομμάτια.
Η 26-μελής ορχήστρα εμφανίζεται με την πλήρη line-up της στο φερώνυμο 22λεπτο κομμάτι, σύνθεση του τρομπετίστα Hugh Steinmetz. Το κομμάτι είναι στηριγμένο στη βασική σκάλα του balafon, του κρουστού που είχε φέρει από τη Σενεγάλη ο περκασιονίστας Georgio Musoni. Τα υπόλοιπα κομμάτια ανήκουν στον Tchicai, πλην μιας σύντομης διασκευής της παλαιάς μελωδίας του Talbot O’ Farrell “This is heaven”. Το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι αυτής της «πλευράς» είναι αναμφισβήτητα το “Lakshmi” (από το όνομα της ινδικής θεότητας για την Ευτυχία), στο οποίον ο Tchicai, ως leader της μπάντας, δίνει τη δυνατότητα σε τρία μέλη του γκρουπ, να δείξουν τις σολιστικές τους δυνατότητες. Ξεκινά ο Michael Schou παίζοντας ένα «αυθόρμητο» σόλο στο φλάουτο βασισμένο σε ινδική κλίμακα, ακολουθεί ο Willy Jagert μ’ ένα σόλο στο ophicleide (παλαιό μπάσο μεταλλικό όργανο με κλειδιά, που αντικαταστάθηκε εκεί γύρω στο 1850 από την τούμπα), για να κλείσει ο Christian Kyhl μ’ ένα σόλο στο σοπράνο, ολοκληρώνοντας έτσι τη μοναδική αίσθηση πληρότητας, που αποκομίζεις συνήθως από τα άλμπουμ εκείνης της εποχής (και της MPS).

Τρίτη 9 Μαρτίου 2010

Για τους «άγιους των Εξαρχείων»…

Είδα χθες το βράδυ στη ΝΕΤ την εκπομπή «Mηχανή του χρόνου», την οποίαν επιμελείται και παρουσιάζει ο δημοσιογράφος Χρίστος Βασιλόπουλος. Θέμα της ήταν τα Εξάρχεια. Νόμιζα πως η εκπομπή θα αφορούσε στην ιστορία της συνοικίας. Νόμιζα… Γιατί στην πορεία εξελίχθηκε σε μιαν υμνογραφία για τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Μιλάμε, για άλλα αντί άλλων. Πώς, δηλαδή, από 2-3, κουτσά-στραβά ιστορικά στοιχεία φθάσαμε στο «ελληνικό ροκ» και τον «Μπάμπη το Φλου» δεν το κατάλαβα. Ας έκανε μιαν εκπομπή (αχρείαστη θα ήταν δηλαδή, αν κρίνω από το πώς χειρίστηκε το θέμα) για τον Σιδηρόπουλο, ο Βασιλόπουλος, κι ας άφηνε τα Εξάρχεια κατά μέρος. Πουλάνε όμως τα Εξάρχεια… κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Δεν το ξέχασε, βασικά, ο δημοσιογράφος. Αλλά για να πάμε και πιο μέσα… Κατ’ αρχάς εγώ ρωτώ. Ποία η σχέση του Σιδηρόπουλου με τα Εξάρχεια; Καμμία. Ούτε εκεί είχε γεννηθεί ο άνθρωπος, ούτε εκεί έμενε. Δηλαδή, όποιος πίνει καφέ στα Εξάρχεια, πάει σε κάνα σινεμά, ψωνίζει κάνα δίσκο, επισκέπτεται κάνα φίλο του, που μένει προς τα ’κει, ή πάει και σε κάνα κλαμπ, έχει σχέση με τα Εξάρχεια; Δηλαδή, επειδή ο Σιδηρόπουλος έπαιξε live σε μαγαζί της περιοχής, αυτό το αδιάφορο γεγονός τον μετατρέπει αυτομάτως σε Εξαρχειώτη; Μιλάμε για αστειότητες, για λόγια και συμπεράσματα της πλάκας. Εκτός κι αν γίνεται κάποιος Εξαρχειώτης ανεβαίνοντας στα πάλκα μεθυσμένος, βρίζοντας τον κόσμο και μη ξέροντας τι λέει (δυστυχώς τα 'χα δει κι αυτά). Έχει φτιαχτεί ένας μύθος (εδώ και χρόνια δηλαδή) γύρω από τον Σιδηρόπουλο (αφήνω τα Εξάρχεια), ο οποίος δεν τιμά ούτε τον μακαρίτη, ούτε το λεγόμενο «ελληνικό ροκ». Κάποτε –τώρα δεν έχω όρεξη να το ξανακάνω, αν και δεν τρώει χρόνο– κάθισα και μέτρησα πόσα τραγούδια είχε γράψει ο Παύλος Σιδηρόπουλος, που να είναι πράγματι αξιόλογα και ν’ αφορούν την κοινωνία, τους πολλούς – όχι τα φάρμακα και το περιθώριο. Νομίζω, τα είχα βρει δώδεκα ή δεκατρία. Δεν υποτιμώ το νούμερο, γιατί ακόμη κι ένα καλό τραγούδι να έχει γράψει κάποιος είναι προς τιμήν του, όμως οφείλουμε κάθε φορά να ξέρουμε γιατί πράγμα συζητάμε.
Ο Σιδηρόπουλος υπήρξε ένας άνθρωπος, από καλή οικογένεια όπως λέμε, και με ταλέντο. Θα μπορούσε, δε, να είχε γράψει πολύ περισσότερα κομμάτια, που ν’ αφορούν – το ξαναλέω – σε περισσότερο κόσμο, κι όχι σε μια δράκα ανθρώπων. Δεν το έκανε. Για τους δικούς του λόγους. Ας το εξετάσει αυτό με τρόπο –γιατί αγγίζουμε βαθειές προσωπικές επιλογές–, η δημοσιογραφία, κι ας αφήσουμε κατά μέρος τις αγιοποιήσεις.
Αφήνω δε τις βλακείες που ακούστηκαν στην εκπομπή του Βασιλόπουλου – αυτό είναι άλλο κεφάλαιο. Ότι έσπασε, λέει, ο Σιδηρόπουλος το ταμπού του ελληνικού στίχου στο ροκ, ή ότι ήταν ο μόνος που κατάφερε να κάνει ελληνικό ροκ, αφού οι όποιοι άλλοι, απλώς, τραγούδησαν ροκ στα ελληνικά, αλλά μόνον εκείνος ελληνικό ροκ. Ανοησίες, από τις οποίες δεν βγαίνει κανένα συμπέρασμα. Αν άκουγε αυτές τις μπαρούφες ο Πουλικάκος (που ήταν φίλος του Σιδηρόπουλου, ok), μπορεί και νά’σπαγε την τηλεόραση. Και το ίδιο πιθανώς να έκαναν ο Σαββόπουλος κι ο Γκαϊφύλλιας… [Δεν έχω καμία εξουσιοδότηση να μιλάω εκ μέρους τους, αλλά κανείς δεν μπορεί να διαστρέφει την ιστορία. Σιγά μην περίμενε ο Σαββόπουλος τον Σιδηρόπουλο, για να γράψει το «Μωρό» και τη «Δημοσθένους λέξις» ή ο Γκαϊφύλλιας το "Βουνίσιο και θαλασσινό"]. Τι θέλουν οι άσχετοι και ασχολούνται με πράγματα, που όχι απλώς δεν κατέχουν –αυτό δεν είναι έγκλημα–, αλλά το παίζουν και ξερόλες λέγοντας ό,τι τους κατέβει; Κι εκείνο με τ’ όνομα Σπυριδούλα, πάλι; Εντάξει, μπορείς να λέγεσαι όπως γουστάρεις, δεν είναι εκεί το θέμα. Αλλά δεν μπορείς να καταφέρεσαι εναντίον των Olympians, των Idols, των Cinquetti και δεν ξέρω ’γω ποιών άλλων (υπονοώντας ότι είχαν βλακώδη ονόματα), παίζοντάς το προχωρημένος (αν θυμάμαι, ο Νίκος Σπυρόπουλος άφησε κάτι τέτοιο να φανεί). Εμένα, ας πούμε, το όνομα Σπυριδούλα δεν μου αρέσει, για συγκρότημα, όπως δεν μου αρέσει και το όνομα Απροσάρμοστοι. Μου φαίνονται χαζά –πιο χαζά από Idols– για να μην πω ανέμπνευστα. Αλλά δεν μου πέφτει λόγος. Απεναντίας, μου αρέσει το όνομα Εταιρία Καλλιτεχνών, το οποίον όμως ο Βασιλόπουλος το έκανε γαργάρα, αφού είπε ότι μετά τη Σπυριδούλα, ο Σιδηρόπουλος έφτιαξε τους Απροσάρμοστους. Αφήνω το γεγονός ότι το fun που είχαν ορισμένα τραγούδια των προαναφερομένων sixties γκρουπ, ούτε που το άγγιξε η Σπυριδούλα κι ο Σιδηρόπουλος (και δεν αναφέρομαι στα καλά κομμάτια από το «Φλου»). Λέω, με άλλα λόγια, καθαρά, ότι προτιμώ ν’ ακούω χίλιες φορές το «Ένα κορίτσι μου ’χε πει» ή το «Πάντα κοντά μου», παρά το «Η», ή το «Αντεργκράουντ με στρας», που δε μου λένε τίποτα.Και αφού στολίστηκε όσο στολίστηκε ο Σιδηρόπουλος, ο Βασιλόπουλος έριξε τα δίχτυα του και προς τον Νικόλα Άσιμο (τουλάχιστον αυτός ζούσε στα Εξάρχεια), τον άνθρωπο που είχε πει σε συνέντευξή του στη Μουσική (τεύχος 114, 5/1987):
«Ούτε ροκ υπάρχει στην Ελλάδα, ούτε αναρχία, ούτε τρίχες μπλε. Σαβούρα είναι! Δεν υπάρχει περιθώριο, το περιθώριο είναι μια ντρίπλα του συστήματος. Και όσοι νομίζουνε ότι είναι περιθωριακοί να πάνε να πνιγούνε. Άμα φύγανε απ’ τα σπίτια τους, απ’ τους μπαμπάδες και τις μαμάδες τους, άμα αρνήθηκαν οικογένειες, να βάλουν τον κώλο τους κάτω και να τα βγάλουν πέρα μοναχοί τους».
Δεν ξέρω για ποιον χτυπούσε η καμπάνα… Το ζήτημα όμως είναι άλλο. Το τσουβάλιασμα που επιχειρείται προκειμένου να φουσκώσει ο «μύθος» της περιοχής με εκνευρίζει αφόρητα. Δεν είμαι σίγουρος από που ξεκίνησε αυτή η αηδία με τους «άγιους των Εξαρχείων» - νομίζω από τον μακαρίτη Λεωνίδα Χρηστάκη. Είναι απαράδεκτο να τσουβαλιάζονται άνθρωποι όπως η Γώγου, ο Άσιμος κι ο Σιδηρόπουλος – άνθρωποι που δεν είχαν κανένα κοινό σημείο (αν σημαδεύεις στο θάνατό τους είσαι απλώς τυχάρπαστος, για να μην πω κάτι χειρότερο), ούτε έκαναν παρέα, απ’ όσο δύναμαι να ξέρω, ούτε ήταν φίλοι (αμφιβάλλω, δε, αν έλεγαν και «καλημέρα»). Θέλω να πω πως ό,τι αξιόλογο έκανε ο καθένας απ’ αυτούς είναι υπόθεση και χρέος της έρευνας και της κριτικής να το αναδείξει, και όχι άπαντες να τσουβαλιάζονται, υποτίθεται ποιητικώς (τρομάρα μας), προκειμένου να στηριχθούν σάπια συμπεράσματα. Και βεβαίως από το Χρηστάκη, πρέπει να πήρε το τόπι ο Σταύρος Θεοδωράκης, που έκανε μιαν ανάλογη άχρηστη εκπομπή στο Mega, νομίζω πριν ένα-δυο χρόνια, για να περάσουμε στο θεατρικό(;) «Οι Καταραμένοι Ποιητές της Πλατείας», όπου δίπλα στον Άσιμο, τον Σιδηρόπουλο και τη Γώγου κόλλησε και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης(!)…, πριν μας αποτελειώσει ο Βασιλόπουλος χθες βράδυ. Αν και νομίζω πως θα υπάρξει και συνέχεια…

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

TERANGA BEAT – IDRISSA DIOP

Είναι γνωστό το τι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με τους ήχους της Αφρικής – ιδίως μ’ εκείνους από τα χρόνια του ’70. Κατά δεκάδες, «επώνυμοι» και μη συλλέκτες και φίλοι των afro μουσικών εκστρατεύουν σε κάθε γωνιά της μαύρης ηπείρου προκειμένου να φέρουν στο φως ηχογραφήσεις της εποχής, τότε όταν οι χιλιάδες τοπικοί ήχοι των αυτοχθόνων ανακατεύονταν με το rock, την jazz, τη soul, το latin, το funk, το garage, το blues, τη reggae, βγαίνοντας προς τα έξω μέσω της μεγάλης ηλεκτρικής ισχύος. Έτσι, κάπως, γνωρίσαμε τα Ethiopiques του Francis Falceto, την Analog Africa του Samy Ben Redjeb, τα γαλλικά labels Oriki, Klimt και Hot Casa… και φυσικά έπεται συνέχεια. Σ’ αυτήν λοιπόν τη συνέχεια θα έχει λόγo κι ένα ελληνικό/σενεγαλέζικο label, το Teranga Beat, του εικαστικού, DJ και fan των δυτικοαφρικανικών μουσικών (από τη Σενεγάλη και την Γκάμπια κυρίως) Αδαμάντιου Καφετζή. Ίσως έχετε προσέξει τα party της Teranga Beat που… αναρτώ στη στήλη ανακοινώσεων, δίπλα. Πρόκειται για σπάνιας δύναμης και αληθινού αισθήματος DJ-sets, τα οποία επιμελείται ο Αδαμάντιος Καφετζής, παρουσιάζοντας απρόβλεπτες ηχογραφήσεις από την Σενεγάλη των seventies· μία χώρα την οποίαν επισκέπτεται τακτικότατα, μεταφέροντας στην ημετέρα πληροφορίες και υλικό. Επειδή όμως όσοι αγαπούν αληθινά τη μουσική, ψάχνοντάς την σε τέτοιο βάθος, δεν γίνεται να είναι μοναχοφάηδες – πάντα, θέλεις να μοιράζεσαι ό,τι μπορείς, αντιγράφοντας κασέτες (παλιά), γράφοντας σε έντυπα ή σε blogs, παίζοντας δίσκους και CD σε party κ.ο.κ – έτσι κι ο Καφετζής, πέραν των DJ sets, αποφάσισε να ιδρύσει μία δισκογραφική περνώντας, πλέον, σε άλλο επίπεδο. Περί τον Μάιο θα έχει, μάλιστα, έτοιμο και το πρώτο LP/CD του, αφιερωμένο σε μία «μορφή» της σενεγαλέζικης μουσικής, τον Idrissa Diop. Αντιγράφω ένα βιογραφικό του σενεγαλέζου καλλιτέχνη, έτσι όπως αυτό υπάρχει στο http://www.myspace.com/idrissadiop.
Idrissa Diop was born in Senegal, in Malika: the village of the angels. He learned percussion with his grandfather and formed his first band, the Rio Orchestra, when he was 12. From a very early age he used music as way of discovering and meeting other people. In Dakar, he played in several clubs: the Plantation, the Calypso where he met musicians of different ethnic origins with whom he enjoyed sharing music. Then he played at the Miami Club, a springboard for numerous artists, such as Youssou’N Dour, for whom Idrissa Diop wrote several songs, some of which were big hits. As you will note all these names and places are latin-sounding. He then formed the Grand Groupe du Sahel and revolutionised Senegalese music, by mixing African percussion, pop, rock and latin music. Idrissa Diop left for Europe. The artist likes musical fusions. From the Latin music which influenced his childhood to the afro jazz fusions with the band Sixun, without forgetting percussion alongside Lavillier, Higelin and Nougaro, and more recenty Yannick Noah who invited him to join him on stage during his recent tour. In 2000, Carlos Santana announced in the press that he had discovered the album “Yakar”, and want on to say that he had not heard music as powerful and filled with such vitality and newness as that of Idrissa Diop for many years. Moreover, he proposed to Idrissa Diop to go to San Francisco to compose songs with him and also invited him to join him for his French tour. In 2004, Idrissa Diop also took part in a concert for peace in the world alongside Carlos Santana, Wayne Shorter, Herbie Hanckok, John Mc Laughlin, Steve Winwood, Chick Corea, Ravi Coltrane etc. When he returned to Senegal on the island of Gorée (the island of slaves), Idrissa Diop suddenly had a vision: to go and meet young afro-american musicians to share a common culture. This led to the album “Experience”. In 2006, he recorded his new album “Historia”, his most ambitious project to date, with various artists, including his loyal friend Carlos Santana, who took part in two titles; this album tells the story of the artist and music is combined with images in a 52 minute documentary. Historia is the reflection of these mixtures, with a festive, generous feel to the music, and the live concerts are likely to be very, very hot. Η συλλογή της Teranga Beat, συμπληρωμένη με απ’ ευθείας licence από τον ίδιον τον Idrissa Diop, θα επικεντρώνεται στο παρελθόν του καλλιτέχνη, στα χρόνια 1969-75. Θα ξεκινά δηλαδή με κομμάτια από το πρώτο LP του “Idy Diop dans Dioubo” [N’Dardisc 33 - 15] του 1969, τα οποία κινούνται σε afro latin, ελαφρώς salsa ή και mambo συνταγές. Το “Tioro baye thierno” π.χ. είναι ένα εξαιρετικό afro-exotica ορχηστρικό, προάγγελος ουσιαστικά των κορυφαίων συνθέσεων του Diop που θ’ ακολουθούσαν λίγο αργότερα (θα υπάρχει στη συλλογή). Από το ’69 έως το ’75 ο σενεγαλέζος μουσικός δε φαίνεται να ηχογραφεί κάτι άλλο, κάνοντας αισθητή πια την παρουσία του με τους σπουδαίους Le Sahel, μία από τις μπάντες που άλλαξαν τη μουσική στη Σενεγάλη (μαζί με άλλους, φυσικά) στα μέσα του ’70. Από τα sessions του LP “Bamba” [Musiclub MUS-LPS-001] θα υπάρξουν δύο ανέκδοτα tracks (έχω ακούσει το “Con Le Sahel” και λέω πως είναι ένα άψογο… κουβανέζικο, με ωραίο όργανο), ενώ δύο tracks θα βγουν και μέσα από το “Bamba”, όπως ας πούμε η εκδοχή τους στο “Caridad” της Orchestra Harlow (Fania era), με το πολύ ωραίο όργανο του Cheikh Tidiane Tall.Και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείψουν κομμάτια από ’κείνο το θρυλικό πράσινο LP “Orchestre Cheikh Tall et Idrissa Diope” [IK 3025], που βγήκε στην εταιρία του Ibra Kasse, το 1975. (Ο Kasse έδωσε σ’ αυτή τη σειρά τα άλμπουμ-σύμβολα των Star Band de Dakar στα seventies – το συγκρότημα που είχε στη σύνθεσή του τον Youssouf n’Dour και οι οποίοι απέδιδαν και συνθέσεις του Idrissa Diop). Από το πράσινο LP δεν θ' απουσιάσει το “Massani cisse”, με το trippy organ του Cheikh Tall – ένα από τα κομμάτια σύμβολα της σενεγαλέζικης… ψυχεδέλειας. Η συλλογή θα κλείσει με ανέκδοτα κομμάτια από την τελευταία ηχογράφηση που έκανε ο Idrissa Diop με τους Le Sahel (μέσα στο ’75). Από την Teranga Beat περιμένω βεβαίως και άλλα πράγματα. Να βγει σε LP (είχε πρωτοκυκλοφορήσει μόνο σε κασέτα) η σπάνια ηχογράφηση με τους φοβερούς και τρομερούς Guelewar από την Γκάμπια. Όποιος δεν έχει ακούσει τα τρία LP τους, ας το πράξει όσο πιο γρήγορα μπορεί - θα με θυμηθεί. (Δείτε κι εδώ http://diskoryxeion.blogspot.com/2009/10/super-eagles-ifang-bondi-popsters.html). Τέλος, όσον αφορά στους άγνωστους και ανέκδοτους Karantamba (στο ύφος των Guelewar, αλλά πιο ακραίοι!) είμαι σίγουρος πως, και γι’ αυτούς, ο Αδαμάντιος θα πράξει το χρέος του…

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

ΔΥΟ ΥΠΟΛΟΙΠΑ…

Πολύ συχνά διαβάζω τις εφημερίδες με καθυστέρηση – δεν μ’ ενοχλεί. Έτσι, χθες, ξεφύλλισα την Καθημερινή της Κυριακής 28/2. Εκεί υπήρχε ένα κείμενο του ζωγράφου Αλέκου Βλ. Λεβίδη υπό τον τίτλο «‘Τροχιές’ και ‘Αρχές’». Ο γράφων επεσήμαινε την απουσία του Αλέξη Κυριτσόπουλου από τις πρόσφατες «γιορτές» του Διονύση Σαββόπουλου για τα sixties – το ζήτημα εξακολουθεί απ’ ό,τι φαίνεται ν’ απασχολεί, και καλώς – και κυρίως στηλιτεύοντας την απόπειρα υποκατάστασης του έργου τού Κυριτσόπουλου από άλλον εικαστικό-γραφίστα, σημειώνοντας πως «δεν είναι κανείς ελεύθερος να βάλει κάποιον να… ‘κάνει’ Κυριτσόπουλο αντί του Κυριτσόπουλου». Για να καταλήξει ο ζωγράφος πως «απογοητευτικό είναι και το γεγονός ότι κανείς απ’ όσους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ασχολήθηκαν με αυτές τις εκδηλώσεις δεν αξιώθηκε να επισημάνει ή δημόσια να στηλιτεύσει αυτή την απρέπεια». Επειδή, προσωπικώς, ασχολήθηκα στο blog με τις εν λόγω «γιορτές», και τά’χωσα για διάφορες άλλες απρέπειες (θυμήσου αν θες και τα http://diskoryxeion.blogspot.com/2010/01/blog-post_14.html, http://diskoryxeion.blogspot.com/2009/12/lifo-sixties.html, http://diskoryxeion.blogspot.com/2010/01/60.html), ομολογώ - δεχόμενος, στον όποιον βαθμό με αφορά, την επιτίμηση του κ. Λεβίδη - ότι ήμουν κι εγώ απολύτως βέβαιος, βλέποντας τα εικαστικά της «γιορτής», πως όλα ήταν Κυριτσόπουλος. Δεν μου πέρασε καν απ’ το μυαλό πως θα μπορούσε να μην είναι, να το τσεκάρω ας πούμε κ.ο.κ. Οποία ομοιότης… Ακόμη κι εκεί «λούμπα», ε;
Ας τα μαθαίνουμε λοιπόν, κι ας είναι και κατόπιν… εορτής. Έβαλα επίσης στο player, με κάποια καθυστέρηση, το CD «Τα Παιδία Παίζει» του Δημήτρη Πουλικάκου και του Σταύρου Λογαρίδη, που είχε μοιράσει η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία την 20/12/2009 (περάσανε σχεδόν τρεις μήνες). Περσινά, ξινά σταφύλια; Με τίποτα… Πριν από λίγες μέρες ξανάκουγα μερικές ηχογραφήσεις του Tanburi Cemil Bey από το 1905. Δεν κρίνω τη μουσική – το έχω γράψει πάλι αυτό – με όρους παρόντος-παρελθόντος. Πάμε λίγο πιο κάτω. Το CD της Ελευθεροτυπίας ήταν εικαστικώς περιποιημένο, αλλά από ηχητικής πλευράς δεν υπήρχε ομοιομορφία. Θα μπορούσε να αποφευχθεί; Δεν ξέρω. Μάλλον όχι, από τη στιγμή που οι δύο μουσικοί αποφάσισαν να χώσουν μέσα τα… μαλλιοκέφαλά τους (κάθε CD διαρκεί 74 λεπτά, αφήνω το DVD), παρμένα από διάφορες φάσεις της καριέρας τους. Μέσα και ο «Μπάμπης ο Φλου», μέσα και το “The letter”, μέσα και το “Crazy love”, μέσα και η «Μενεξεδένια πολιτεία», μέσα και το «Υπάρχω», μέσα και το “2000 light years from home”… Χάρηκα τα στούντιο τραγούδια του Λογαρίδη (μερικά δεν τα είχα ξανακούσει – δεν ξέρω αν ήταν ανέκδοτα ή από πιο καινούριους δίσκους του, που δεν τους έχω παρακολουθήσει), μου άρεσε ιδιαιτέρως ο «Σούπερμαν» (σε άλλη εκτέλεση από εκείνη του LP «Σε Άλλη Γη»), ενώ βρίσκω πάντα συγκινητικό τον Πουλικάκο (το ξέρω, δεν είναι κατάλληλη η λέξη, αλλά την χρησιμοποιώ) καθώς τραγουδά τα «Φτάνει πια» και «Να φύγει αυτός ο χειμώνας». Άντε να δούμε…

AINESHANA she said...

Πριν από δυο μήνες έφθασε στα χέρια μου ένα πράγματι παράξενο CD/DVD από το Παλαιό Φάληρο. Το όνομα του συγκροτήματος; Aineshana. Τίτλος του πακέτου; “My Heart Is A Sea” [Tree del Art, 2009]. Στο CD-single, δύο τραγούδια και δύο μιξαρισμένες εκδοχές τους (διάρκεια 16:50) και στο DVD η οπτικοποίηση του πρώτου εξ αυτών. Βασικά μέλη του γκρουπ η Louise du Toit φωνή, πιάνο, keyboards και ο Νίκος Πιπέρης ακουστικές κιθάρες – συμμετέχουν επίσης οι Efren Lopez viola di Roda, Αμαλία Κουντούρη φλάουτο κ.ά. Και τα δύο τραγούδια, το “My heart is a sea” (σε μουσική και στίχους της du Toit) και το “Come to me” (μουσική Ν. Πιπέρης, στίχοι L. Du Toit) είναι πολύ καλά. Ιδίως το “My heart is a sea” με τη ρυθμική του δύναμη, τα μαγικά φωνητικά και το άψογο παίξιμο είναι χάρμα ακροάσθαι. Απίθανο neo-folk, που κρατάει από τη μεγάλη παράδοση των Fairports· θα μπορούσα να πω πως μου θυμίζει ένα… εκσυγχρονισμένο Fotheringay σε up-tempo. Αν και κάτι άλλο γυροφέρνει στο νου μου, που τώρα δεν το βρίσκω... Κάποιοι θα πουν… εκμεταλλεύεται το κλίμα, που έφερε εκείνος ο τυπάκος, ο Alexander Rybak, στην περυσινή Eurovision. Γιατί, τι είχε το τραγούδι του; Δεν κατάλαβα; Μια χαρά ήταν. Κι ας έκοψε το βήχα των πολύξερων κρυφο-γιουροβιζιονιστών, που έμειναν άφωνοι από την «ξυλάγγουρη» Patricia Kaas (θάβοντας τον Νορβηγό). Αρκεί, με τους... προχωρημένους που κυκλοφορούν με τη χολή τους στο τσεπάκι. (Πάντως, για να μην υπάρξουν παρανοήσεις, το “My heart is a sea” είναι δέκα κλάσεις πάνω από το “Fairytale”). 

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

ELECTRIC LITANY στα καντούνια της Κέρκυρας

Οι Electric Litany είναι τρίο (Αλέξανδρος Μίαρης κιθάρες, πιάνο, synths, φωνές, Richard Simic ντραμς, κρουστά, Duane Petrovich μπάσο) και το “How To Be A Child & Win the War” [Inner Ear, 2010] ένα CD, που δεν θα περάσει απαρατήρητο. Και τούτο γιατί ενώ είναι ένα απολύτως τωρινό δημιούργημα, παραλλήλως είναι φτιαγμένο από ’κείνη την πάστα που ζυμώνονταν οι δίσκοι στα late sixties ή τα early eighties. Κερκυραίος ων, ο Μίαρης φαίνεται πως έχει βιώσει το moody ηχητικό κλίμα που εκπέμπεται στο νησί από τις μπάντες – πάντα οι μπάντες στην Κέρκυρα (όχι το καλοκαίρι), βγάζουν κάτι θρηνητικό, ακόμη κι αν παίζουν Γιώργο Κατσαρό –, αλλά και μία ανάλογη διάθεση δυτικότροπης βυζαντινής υμνωδίας, που εμφανίζεται σχεδόν ως ψαλμωδία (άκου τα φωνητικά π.χ. στο “Home”, που είναι σαν να βγαίνουν απ’ τον Άγιο). Ακόμη κι οι ηλεκτρικές κιθάρες, ενίοτε, αφήνουν κάτι από την μελαγχολία της καντάδας (με το διπλόχορδο παίξιμο, που φέρνει στη μνήμη μας το… μπουζουκοκίθαρο), η οποία (καντάδα) μπορεί ναι μεν να είναι ένα ερωτικό τραγούδι, όμως δεν απέχει και πολύ από μία πράξη… απόγνωσης. Το άλμπουμ έχει καταπληκτικά τραγούδια. Κι αυτό, γιατί ο Μίαρης έχει κατορθώσει να ενώσει εις σάρκα μίαν, τις ποικίλες οσμές απ’ το νησί του με τον επιτάφιο σπαραγμό των Joy Division και την χατζιδακική χρωματογραφία – άκου τα “(Like we do in) January” και “A dream worth dreaming”. Απίθανη περίπτωση ελληνικού (με ή χωρίς ερωτηματικό) συγκροτήματος… και τη μεγάλη κουβέντα θα την πω. Ένα από από τα 4-5 (μάλλον παραπάνω) καλύτερα αγγλόφωνα άλμπουμ, που κυκλοφόρησαν ποτέ στον τόπο μας.

ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ…

Η τελευταία κυβέρνηση της ΝΔ και η κυβέρνηση του ΠαΣοΚ, που την αντικατέστησε, δεν φάνηκαν (και δεν φαίνονται) αντάξιοι της αποστολής τους – για να χρησιμοποιήσω μία κομψή έκφραση. Η ΝΔ λόγω της άθλιας πολιτικής της όσον αφορά στα δημόσια οικονομικά, και το ΠαΣοΚ εξαιτίας της ατολμίας του να λάβει τα απαραίτητα μέτρα την ώρα που έπρεπε. Όταν ήξερε – το ΠαΣοΚ – ήδη ένα χρόνο πριν τις εκλογές ότι θα κυβερνήσει, είναι παντελώς αδικαιολόγητο το να μην γνώριζε τι όφειλε να πράξει, την ώρα ακριβώς που έπρεπε. Είναι αστειότητα εκείνο που ισχυρίζεται ότι, τάχα, δεν ήξερε, ούτε φανταζόταν τι θα παρελάμβανε. Ο κόσμος τό’χε τούμπανο… κι εκείνοι κρυφό καμάρι. Όταν το έλλειμμα που ανακοινωνόταν ανέβαινε με σταθερό ρυθμό ήδη από την Άνοιξη του ’09 (από 3%, πήγε 6% και από 6% πήγε 8%), ήταν φανερό πως τον Οκτώβριο θα ήταν ακόμη μεγαλύτερο. Πόσο μεγαλύτερο; Εδώ είναι το θέμα· και μαζί η απίστευτη προχειρότητα που επέδειξε το ΠαΣοΚ. Αντί να διορθώσει το έλλειμμα (προς τα πάνω) με «δημιουργική λογιστική» – που είναι καθ’ όλα αποδεκτή, αφού όλοι το ίδιο πράττουν –, να το παρουσιάσει δηλαδή εκεί κοντά στο 9,5%, αλλά ποτέ πάνω από 10% (λειτουργούν και τα λεγόμενα ψυχολογικά όρια), εκείνο βγήκε και ανακοίνωσε 12,7% (παρ’ ολίγον ν’ ανακοίνωνε κοντά στο 14%!). Ο υπουργός Παπακωνσταντίνου συμπεριφέρθηκε σαν σπασίκλας μαθητής του Γυμνασίου. Αποφάσισε να μηδενίσει το κοντέρ, αντί να το επιδιορθώσει. Είναι σαν να πηγαίνεις στο σχολείο, να κάνεις λάθος σ’ ένα τετράδιο που αγοράζεις, και αντί να το σβήσεις προσεκτικά (το λάθος), εσύ σχίζεις ολόκληρη τη σελίδα. Ο Παπακωνσταντίνου δεν έκανε ούτε αυτό. Πέταξε ολόκληρο το τετράδιο, κι αγόρασε καινούριο. Έλεος. (Το ίδιο είχε πράξει και ο Αλογοσκούφης, το 2004, με την περιβόητη "απογραφή" του, αλλά με λιγότερο, τότε, καταστροφικά αποτελέσματα). Όταν παραλαμβάνεις, ως ΠαΣοΚ, τo spread, το κόστος δανεισμού δηλαδή, στις 130 μονάδες και το πηγαίνεις στις 350 έχεις την πλήρη ευθύνη της ανέλιξης.
Τι έπρεπε να είχε γίνει; Λένε διάφορα πολλοί μέσα στο ΠαΣοΚ, αλλά δεν προτάσσουν το πλέον σοβαρό. Κατ’ αρχάς μία πιο συνετή προεκλογική περίοδος. Όλα από ’δω ξεκινούν. Είναι απαράδεκτο να λες, όταν ήξερες πως τα ταμεία ήταν άδεια, ότι "υπάρχουν λεφτά", ότι "θα δώσω αυξήσεις" κι άλλες τέτοιες ανοησίες. Ο Καραμανλής, που ήξερε τα εγκληματικά λάθη της δικής του διακυβέρνησης κι ήξερε τι έπρεπε να πει (όντας χαμένος), είπε αυτά που είπε και ηττήθηκε με 11% διαφορά. Αν το ΠαΣοΚ τολμούσε να υιοθετήσει έναν πολύ πιο χαμηλό πήχυ, μιλώντας για το απόλυτο χάλι της κατάστασης και πάλι θα κέρδιζε. Μπορεί όχι με 11%, μπορεί με 8%, μπορεί με 7%... Και τι έγινε; Θα’ρχόταν λοιπόν στην κυβέρνηση λέγοντας εκ των προτέρων την αλήθεια, ανακοινώνοντας αμέσως ένα έλλειμμα, κάτω από 10%, και, λαμβάνοντας πάραυτα κάποια μέτρα, θα την είχαμε βγάλει καθαρή (τα μισά απ’ όσα αναγκάστηκε να υιοθετήσει τώρα – μετά από την απαράδεκτη καθυστέρηση). Εννοώ, πως δεν θα είχαν προλάβει να μας πάρουν χαμπάρι (τι εντελώς χαϊβάνια είμαστε δηλαδή) οι κλέφτες των αγορών. Βγάλαμε τα μάτια μας μόνοι μας, εν ολίγοις, μετατρέποντας τη χώρα σε στόχο. Το έλλειμμα ανεπάρκειας της Κυβέρνησης υπήρξε τεράστιο. Προσλάβαμε, για ακόμη μία φορά, ακατάλληλους για τη δουλειά… Τώρα τι γίνεται, στην πράξη; Το εξής ανεδαφικό. Προσπαθεί ο Πρωθυπουργός, βλέποντας τα χάλια στα οποία οδηγήθηκε η κατάσταση, να πάρει εγγυήσεις από τη Merkel· να παρέμβει η Γερμανίδα, για να σταματήσει η κερδοσκοπία έναντι της Ελλάδας. Απίστευτα πράγματα. Είναι γνωστόν ότι οι κλέφτες των αγορών έχουν γραμμένους στα παλιά τους τα παπούτσια και την Merkel και τον Sarkozy και τον Obama. Εδώ έγινε το σώσε στην Αμερική. Έβαλαν λουκέτο κολοσσοί, και κανείς πολιτικός δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα. Η χώρα του καιγόταν και ο Obama ξυνόταν.
Τα πράγματα είναι άσχημα. Υπάρχουν ευθύνες, φυσικά κι έξω απ’ την Ελλάδα, αλλά, βασικά, βγάλαμε τα μάτια μας μόνοι μας, όπως προείπα. Τι πρέπει να γίνει; Αρχίζουν να το λένε κάποιοι, ακόμη και μέσα στο ΠαΣοΚ (Παντελής Οικονόμου). Επανεξέταση της συμμετοχής μας στην ΟΝΕ, με απώτερο όραμα την αποχώρηση της Ελλάδας από τη Νομισματική Ένωση – υπό τύπον απειλής και εκβιασμού σε πρώτη φάση (είναι ένα διαπραγματευτικό ατού) –, θα πρέπει κάπου, στο βάθος, να το σκεφθόμαστε. Υπάρχουν τρόποι να μειωθεί το έλλειμμα και το χρέος με αναίμακτα μέσα. Ο Οικονόμου, πάλι, είναι εκείνος που είχε προτείνει οι δημόσιες επενδύσεις να εξαιρούνται από τον υπολογισμό του ελλείμματος. Μιλάμε για πραγματική Σεισάχθεια. Το ζήτημα είναι αν έχουμε το θάρρος, την πολιτική ενόραση, να πάμε κόντρα στα πράγματα. Ν’ ανοίξει η μικρή Ελλάδα ένα δρόμο, που να γίνει λίγο αργότερα λεωφόρος (και για άλλους, με παρόμοια ζόρια). Η Γερμανία «θησαυρίζει» εις βάρος μας. Μπήκαμε σε μία Ένωση, για να εξυπηρετούμε τα συμφέροντα του ισχυρού. Για μπανιέρα της Ευρώπης μας θέλουν... και για ν' αγοράζουμε τα παλιοσίδερα. Σκληρό νόμισμα η Ελλάδα δεν αντέχει. Έχει χαμηλό ΑΕΠ, και διαρθρωτικά προβλήματα, που σχετίζονται (και) με την εθνική ψυχολογία. Δεν μπορούμε να γίνουμε Γερμανία. Αλλά με λίγη προσπάθεια μπορεί να γίνουμε λιγάκι από Σουηδία· που, ας το σημειώσω, ζει με την κορώνα της. Μοιάζει να μας έλαχε κάτι σαν «ιστορική ευθύνη». Αν θ’ αντιδράσουμε σ’ αυτό το χάλι που περιήλθαμε, με τρόπο που να μας βγάζει από τον πάτο. Γιατί, το να παραμένεις εκεί, χωρίς να κάνεις τίποτα – τα εισπρακτικά μέτρα, που επιβάλλουν οι αγορές, δεν λύνουν ποτέ το πρόβλημα προς την κατεύθυνση του κοινού καλού –, παίζοντας ξένα παιγνίδια, έχεις χάσει, έχουμε χάσει· το 2012 θα είναι χειρότερο από το ’11 κι εκείνο από το ’10. Εν τέλει ας ηττηθούμε, αλλά όχι μόνοι μας και, κυρίως, ας πέσουμε ηρωικώς μαχόμενοι.

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ μελοποιώντας Krishnamurti... και μερικά zig zag

Ένας αθόρυβος μουσικός, με έργο εμπρός από τα φώτα, αλλά, κυρίως, πίσω απ’ αυτά, ο Γιώργος Στεφανάκης μας συστήνεται μ’ ένα προσωπικό άλμπουμ ύστερα από 25-26(!) χρόνια. Τότε, το 1984, ήταν το «Σλόγκαν» [Δισκογραφικός Συνεταιρισμός Καλλιτεχνών] σε στίχους Αρλέτας, τώρα (2009) είναι το “Come Away” [Studio Recording] σε στίχους Jiddu Krishnamurti και ερμηνεία από τον ίδιον. Λίγα λόγια για το παρελθόν του… πριν πω λίγα λόγια για το παρόν του. Τα αντιγράφω, προσθέτοντας και αφαιρώντας, από ένα CV που πήρα μέσω e-mail (το ίδιο CV υπάρχει και στο internet)… Ο Γιώργος Στεφανάκης γεννήθηκε το 1952 στο χωριό Λατσίδα (σημαίνει ηλιαχτίδα) Λασιθίου Κρήτης. Σε ηλικία 10 ετών εγκαθίσταται στην Αθήνα με την οικογένειά του. Με έφεση στη μουσική από παιδί ξεκινά σπουδές στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών με δάσκαλο τον Μιχάλη Βούρτση, πατέρα της ηθοποιού Μάρθας Βούρτση. Διδάσκεται, ακόμη, ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας από τον Βασίλη Βασιλειάδη. To πρώτο του γκρουπ ήταν οι Baronetti, μαζί με τον Λάκη Ζώη, στα τέλη του '60, ενώ το 1970 γίνεται μέλος των Πελόμα Μποκιού, ως οργανίστας. Το 1972, συνεργάζεται, ως μέλος των Ρουθ, με τον Κώστα Τουρνά στα «Απέραντα Χωράφια». Από το 1971 έως τον Αύγουστο του 1976 ενορχηστρώνει μια σειρά από δίσκους, όπως το «Μια Στο Καρφί και Μια Στο Πέταλο» [Minos] της Μαρίζας Κωχ, το 45άρι «Μηχανισμός/ Ρωμηός» [Zodiac] του Νικόλα Άσιμου, το «Εύθυμος καλαματιανός» με τον Θανάση Γκαϊφύλλια, μία δική του σύνθεση (σε στίχους Γκαϊφύλλια), στην οποία συμμετείχαν ο Γιώργος Φιλιππίδης μπάσο, ο Τάκης Μαρινάκης τύμπανα, ο Νίκος Ξυλούρης λύρα και ο Γιώργος Μαγκλάρας βιολί (σ.σ. Γιώργο, σ' ευχαριστώ για την πληροφορία). Επίσης, δίσκους (LP, singles) των συγκροτημάτων Νοστράδαμος [Zodiac, 1972], Αγάπανθος [EMI, 1976], Sunset [EMI, 1975], του Κώστα Μπίγαλη, του Χρήστου Κουλουμπή κ.ά. Τον Αύγουστο του 1973 πηγαίνει για πρώτη φορά στο Παρίσι, όπου συνεχίζει τις σπουδές του σε ανώτερα θεωρητικά με τον διακεκριμένο δάσκαλο Julien Falk, ενώ παράλληλα φοιτά στο Universite Paris 8 μέχρι το 1979. Το καλοκαίρι του ’79 επιστρέφει στην Ελλάδα και ηχογραφεί τον πρώτο του μεγάλο δίσκο σε ποίηση Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ και Δέσποινας Τριανταφύλλου «Έλα Να Σταθούμε Αντίκρυ» [CBS], με ερμηνευτή τον Κώστα Καράλη. Το 1982 συλλαμβάνει την ιδέα να ελευθερωθούν οι καλλιτέχνες από την καταπίεση των εταιριών και ιδρύει μαζί με άλλους έξι συνθέτες τον Δισκογραφικό Συνεταιρισμό Καλλιτεχνών. Από ’κει κυκλοφορεί ο δίσκος «Φεγγαρόγιομα», σε ποίηση Ταγκόρ και ερμηνείες των Άριελ Κωνσταντινίδη, Ελένης Τσαγκαράκη και Μάκη Κολοβού. Το 1984 κυκλοφορεί το jazz-blues «Σλόγκαν» σε στίχους Αρλέτας και ερμηνεία από τον ίδιο (το "Σιγά μη φωνάζεις" το ακούω και σήμερα με συγκίνηση). Ταυτόχρονα συνεργάζεται ως πιανίστας με την Α. Πρωτοψάλτη, την Γλυκερία, τον Αντώνη Βαρδή, τον Μάριο Τόκα κ.ά. Προς τα τέλη των 90s πρωτοστατεί στο ξαναζωντάνεμα των Πελόμα Μποκιού (συμμετείχαν όλα τα original μέλη). Προέκυψε μάλιστα κι ένα άλμπουμ στη RiA Music [32018-2] το 2000, το οποίον όμως αποσύρθηκε αμέσως. (Σε όποιους μιλάω για το δεύτερο άλμπουμ των Πελόμα Μποκιού, με κοιτάνε παράξενα...). Από το 2002 έχει αφιερωθεί αποκλειστικά στη μελοποίηση των ποιημάτων του Jiddu Krishnamurti. Από τον περασμένο Σεπτέμβριο κυκλοφορεί το πρώτο CD από αυτά τα μελοποιημένα ποιήματα με τίτλο “Come Away” στην αγγλική (αναμένεται να κυκλοφορήσει και στην ελληνική), ενώ είναι σχεδόν έτοιμα εννέα ακόμη CD.
Παρ’ ότι έχω το “Come Away” στα χέρια μου μερικούς μήνες, εντούτοις ούτε βιάστηκα να το ακούσω, ούτε βιάστηκα να γράψω (κακώς, από μια μεριά, για τον καλλιτέχνη και την γνωστοποίηση του άλμπουμ του). Ο λόγος ήταν ένας. Ήθελα, με αφορμή αυτό ακριβώς το CD, να βρω λίγο χρόνο, ώστε να ξαναδιαβάσω για τον Krishnamurti (1895-1986), να ξανασυνδέσω εντός μου κάποια πράγματα για τη ζωή του, το έργο του, τη διδασκαλία του, να μπω ελαχίστως, έστω, στο πνεύμα του, ώστε να μπορέσω να αντιληφθώ (αυτός ήταν ο στόχος μου) τον τρόπο που επέλεξε ο Γιώργος Στεφανάκης στην απόπειρα μελοποίησης των ποιήμάτων. Περιττό να πω, αλλά, ίσως, όχι και τόσο, πως ο Krishnamurti επηρεάζοντας με τις διδαχές του προσωπικότητες της μουσικής όπως τον Ιγκόρ Στραβίνσκι, τον John Coltrane, τους Beatles εννοείται, μα ακόμη τους Future Sound of London, τον Jon Davies των Secret Syde, τον Ed Kowalczyk των Live και άλλους διαφόρους, παραμένει ένα παντοτινό σύμβολο (και) της ευρείας pop culture. Εδώ θέλω ν’ ανοίξω μία παρένθεση (κάπως μεγάλη), πριν επανέλθω στο CD του Στεφανάκη. Όποιος γνωρίζει το βιβλίο του Νίκου Πιλάβιου (www.paramithas.gr) «Ο Κρισναμούρτι στην Ελλάδα» [εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998] σίγουρα πέφτει απ’ τα σύννεφα, ή, εν πάση περιπτώσει, ξαφνιάζεται, όταν μαθαίνει πως ο ινδός φιλόσοφος είχε επισκεφθεί την Ελλάδα τέσσερις φορές, τον Δεκέμβριο του 1930(!), τον Ιούνιο του 1933, τον Μάρτιο του 1954 και τον Σεπτέμβριο του 1956. Όπως διαβάζω στο βιβλίο του Πιλάβιου: «(Ο Κρισναμούρτι) το Δεκέμβριο του 1930 επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα κι έμεινε στην Αθήνα στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεττανία». Έδωσε μία ομιλία στο θέταρο ΟΛΥΜΠΙΑ με θέμα, «Ο άνθρωπος και το εγώ». Τον Ιούνιο του 1933 οργανώθηκε μια πενθήμερη συγκέντρωση φίλων του από την 1η ως τις 5 Ιουνίου, στο Καστρί, όπου έδωσε πέντε ομιλίες κάτω από τα πεύκα(…), ενώ οργανώθηκε και μία δημόσια ομιλία στις 7 Ιουνίου, στο κινηματοθέατρο «Παλλάς», στο Σύνταγμα». Εκείνο που μου έκανε εντύπωση και μ' έβαλε σε… ψάξιμο ήταν – πέραν αυτών καθ’ αυτών των επισκέψεων – το ποιόν εκείνων των Ελλήνων, που θα καλούσαν εν έτει 1930 τον Κρισναμούρτι στην Ελλάδα. Οδηγήθηκα έτσι στον Πάρι Χατζηπέτρο, βλέποντας μια φωτογραφία του (από το βιβλίο του Νίκου Πιλάβιου), τραβηγμένη στο Καστρί, παρουσιάζοντας ο ίδιος στο κοινό (ναι, υπήρχε και κοινό) τον Jiddu Krishnamurti. Το όνομα «Πάρις Χατζηπέτρος» το είχα ξαναδιαβάσει, κάπου, σε κάποιο περιοδικό, δίχως, όμως, να μπορώ αμέσως να το ανακαλέσω στη μνήμη μου. Κι είναι αλήθεια πως χρειάστηκα λίγη προσπάθεια, ώστε να εντοπίσω τελικά, κάπου στα έγκατα μιας dexion βιβλιοθήκης, ένα παλιό τεύχος του γνωστού(;)... μασονικού περιοδικού Ιλισός, το οποίο διηύθηνε ο τέκτονας Κωστής Μελισσαρόπουλος. Τώρα, θα μου πείτε… έχεις και μασονικά περιοδικά; Έχω, δηλαδή εκμεταλλεύομαι, οτιδήποτε μπορεί να συνδράμει στην έρευνα, το ντοκουμεντάρισμα και την αξιολόγηση-αξιοποίηση της πληροφορίας. (Είχα βρει πριν χρόνια ένα πακέτο «Ιλισούς» των sixties στο Μοναστηράκι και τό’χα σηκώσει). Εκεί λοιπόν, στο τεύχος 75-76, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1969, υπήρχε ένα κείμενο της Μελισσάνθης (μία μεγάλη ποιήτρια του "πέραν"), ένας επικήδειος, στην ουσία, για τον Πάρι Χατζηπέτρο, ο οποίος είχε πεθάνει εκείνη την εποχή (4 Αυγούστου του 1969), στα 77 του χρόνια. (Στο Καστρί ο Πάρις Χατζηπέτρος παρουσιάζει τον Κρισναμούρτι - από το βιβλίο τού Νίκου Πιλάβιου "Ο Κρισναμούρτι στην Ελλάδα")
Έγραφε ανάμεσα σε άλλα η Μελισσάνθη: «Ο Πάρις Χατζηπέτρος υπήρξε από τους πρώτους που άκουσαν και δέχτηκαν το μήνυμα του Κρισναμούρτι, γιατί κατάλαβαν την τεράστια σημασία του για τον Κόσμο μας – τη δύναμή του να τον μεταμορφώσει ριζικά. Ήταν την εποχή που ο Κρισναμούρτι – το 1927 – εγκαινίαζε την διδασκαλία του στα κάμπινγκ του Όμμεν της Ολλανδίας, συγκεντρώνοντας χιλιάδες ακροατές, όλων των εθνοτήτων(…). Στο ξεκίνημά του, τότε, και ο Πάρις Χατζηπέτρος είχε την αγαθή τύχη να ζήσει από κοντά το μεγάλο αυτό γεγονός που σφράγισε ολόκληρη τη ζωή του. Από τότε, περιώρισε τα πνευματικά ενδιαφέροντά του και διωχέτευσε ολόκληρη τη δραστηριότητά του, στον ένα και μοναδικό σκοπό, κάνοντας έργο της ζωής του τη διάδοση της διδασκαλίας του Κρισναμούρτι, και στον τόπο μας. Η δραστηριότητά του αυτή κάλυψε το χρονικό διάστημα 42 χρόνων με ομιλίες, με μεταφράσεις κι εκδόσεις έργων του Κρισναμούρτι, με την παρουσίαση, κατά καιρούς, του ιδίου του Κρισναμούρτι στο Αθηναϊκό κοινό (την τελευταία φορά ήταν το 1956 απ’ την αίθουσα του Παρνασσού) και την οργάνωση της εδώ παραμονής του». Παραθέτω ένα ποίημα της Μελισσάνθης, που βρήκα στο http://www.peri-grafis.com/, πριν κλείσω την παρένθεση… Προσπαθώ δε να το φανταστώ μελοποιημένο από τον Γιώργο Ρωμανό...

Ηρωική Φυγή

Ξοπίσω μου δαιμονικό φυσομανούσε, του Άδη,
πύρινο ανασασμό
κι έτρεχα, σ’ άφεγγες νυχτιές, μες στο βαθύ σκοτάδι,
μ’ έν’ άγριο καλπασμό.

Και τον μαντύα τον ταπεινό ξεδίπλωνα του επαίτη
σ’ ηρωική φυγή
κι έσερνα ατίθασα λυτή της κόμης μου τη χαίτη
και σάρωνα τη γη.

Του ανέμου το καμτσίκωμα που αφάνιζε τα δάση
με λύγαε, καλαμιά
και στέγνωνε στα χείλια μου, τη φούχτα μου, άδειο τάσι
στην άνυδρη ερημιά.

Κι απ’ την αρμύρα θέριευε της φλογισμένης άμμου
της δίψας το ουρλιαχτό,
μα έφευγα, ενώ, σε σύσπαση φριχτή, κυλιόταν χάμου
τ’ ανήμπορο ερπετό.

Η γη κάτω απ’ τη φτέρνα μου προδοτικά βογγούσε
καφτή ως λαβωματιά,
μα βέλος ξέφευγα γοργό και πίσω μου αστοχούσε
η εχθρική σαϊτιά.

Με παραμόνευε γαμψά το νύχι στα σκοτάδια
του πειναλέου βραχνά
κι ως γλύτωνα, οι φοβέρες του, μαύρων όρνιων κοπάδια
πίσω έκραζαν βραχνά.

Κι η νύχτα τρύπια, τάνυζε φτερούγα νυχτερίδας,
τον έναστρο ουρανό
και την οργή του κεραυνού σε νέφη καταιγίδας
σπαθί έκρυβε γυμνό.

Στο πέρασμά μου σφύριζε της έχθρητας το φίδι
μες στα ξερά κλαδιά,
μα της φυγής μου η αστραπή περνούσε όπως λεπίδι,
της νύχτας τη καρδιά.

Και του θριάμβου μου η κραυγή βόλι καφτό τρυπούσε
τα σπλάγχνα της σιγής
κι αντίλαλους η φόρμιγγα του στήθους μου ξυπνούσε,
στις εσχατιές της γης.

Επιστρέφοντας λοιπόν στο CD του Γιώργου Στεφανάκη, να πω εξ αρχής πως βρίσκω συμβατή με την «εσωτερική» αύρα των στίχων τού Krishnamurti την «ανοιχτών οριζόντων» μελοποίησή του. Θα μπορούσα να μιλήσω για ένα είδος τραγουδιστικού new age, κοντά σ’ εκείνο της αμερικανικής Heart of Space, στηριγμένο στις αβίαστες μελωδίες, τους… πανανθρώπινους ρυθμούς, το συντεταγμένο αρμονικό περιβάλλον. Καθαρά άσματα, με άλλα λόγια, άψογα υποστηριγμένα από τους μουσικούς (Τάσος Φωτίου, Μιχάλης Ζαμπέτας, Γιάννης Σπάθας) και με εμφανή θέληση στην ερμηνεία τους από τον ίδιο το συνθέτη. Θα πω κάτι εδώ. Δέχομαι, γενικώς, την άποψη που λέει ότι ο πρώτος που δύναται να ερμηνεύσει τα τραγούδια του είναι εκείνος που τα σχηματίζει. Υπάρχουν, όμως, τραγούδια και τραγούδια. Αλλά, που απαιτούν να «έχεις» φωνή και άλλα όχι. Ο Γιώργος Στεφανάκης, παρότι τον ακούω με συμπάθεια, να το πω, δεν έφτιαξε τραγούδια για να τα πει ο ίδιος· εννοώ πως έπρεπε να δώσει το έργο του να το ερμηνεύσει άλλος. Ο Nick Cave, ας πούμε. Δεν γνωρίζω πώς θα μπορούσε να γίνει – και πλάκα δεν κάνω. Αν μάλιστα το “Come Away” διέθετε περισσότερα φυσικά όργανα στην ενορχήστρωσή του (το ξέρω, για ανεξάρτητη, ιδίοις εξόδοις παραγωγή πρόκειται), σε συνδυασμό δηλαδή με μία εγνωσμένου κύρους φωνή (σαν εκείνη που προανέφερα – ή αν ζούσε ο Alex Harvey…), τότε θα μιλούσα για ένα απρόσμενο αριστούργημα. Εννοώ, δηλαδή, πως συνθετικώς (και συναισθηματικώς) ο Στεφανάκης έκανε πολύ καλή δουλειά. Κομμάτια όπως το “Poem” (ιδίως αυτό – καταπληκτικό ταργούδι), το “The strangers”, το “As the potter’s vessels” θα μπορούσε να είναι, με υπερηφάνεια, στα χείλη μιας μεγάλης φωνής. Να το προσπαθήσει. Ενόψει και των επόμενων CD του.