Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

κι ένας Έλληνας ανάμεσα…

Τα άλμπουμ, για τα οποία γράφω παρακάτω δεν κυκλοφορούν στην Ελλάδα (αν και αυτό δεν λέει κάτι ιδιαίτερο). Είναι όλα αμερικανικά και αφορούν σε σύγχρονες jazz παραγωγές, από ’κείνες που συντηρούν το ενδιαφέρον του σχετικού κοινού, δείχνοντας, παραλλήλως πως το… πράγμα «δουλεύει» και θα «δουλεύει» στον αιώνα τον άπαντα. THE BRITTON BROTHERS: Uncertain Living (Private Pressing)
Britton Brothers είναι ο John Britton τρομπέτα και ο Ben Britton τενόρο σαξόφωνο. Τα δύο νεαρά αδέλφια στηρίζει, με τ’ όνομα και την παρουσία του σε δύο κομμάτια, ο πολύς Chris Potter (στο τενόρο επίσης) και ακόμη οι Jeremy Siskind πιάνο, Taylor Waugh μπάσο και Austin Walker ντραμς. Σχεδόν όλο το υλικό (τα 6 από τα 8 tracks), διάρκειας περίπου 64 λεπτών, είναι συντεθιμένο από τους Brittons, ενώ δική τους είναι και η ενορχήστρωση στον παλαιό spiritual ύμνο “Come thou fount” του πάστορα Asahel Nettleton (το κομμάτι που απομένει είναι σύνθεση του πιανίστα Siskin). Εκείνο που αντιλαμβάνεται ο καθείς, ύστερα από μία πρώτη ακρόαση του “Uncertain Living”, είναι η ποιότητα και το εύρος των αυτοσχεδιασμών των Brittons. Υπάρχουν θέματα με απύθμενο groovy, και μάλιστα με rockin’ groovy, όπως το έσχατο “Ducks in a row” (εξαντλητικός ο Potter), και άλλα, όπως το “June humidity”, που φλερτάρουν με «περίεργες», a la Monk, αρμονικές περιπτύξεις. Από την άλλη μεριά, το άλμπουμ ανοίγει με το extra funky… “Extra Fuzz” και μια μικρή, απλή ιδέα στην ουσία, η οποία επεκτείνεται δημιουργικώς και συν τω χρόνω, για να διαχυθεί (το άλμπουμ) εντός της πνευματικής θάλασσας τού “Come thou fount”. Απεναντίας, στο “Molo” ακούμε τυπικό swinging, την ώρα κατά την οποίαν, στο φερώνυμο “Uncertain living”, τα περισσότερο σκοτεινά στοιχεία της αφήγησης έρχονται να υπογραμμίσουν ό,τι φανερώνει ο τίτλος.
Επαφή: www.thebrittonbrothers.com OLEG KIREYEV, KEITH JAVORS with BORIS KOZLOV and E.J. STRICKLAND: Rhyme Reason (Inarhyme)
Τα ονόματα των μουσικών προδίδουν τις καταγωγές τους, αλλά επειδή, ταυτοχρόνως, πρόκειται και για παίκτες με παρελθόν, προδίδουν θα έλεγα και την ποιότητα της μουσικής τους. Ο λόγος για τον ρώσο τενορίστα Oleg Kireyev, τον αμερικανό πιανίστα Keith Javors και ακόμη τον μπασίστα Boris Kozlov (από την Charles Mingus Big Band), όπως και τον ντράμερ E.J. Strickland (από την Ravi Coltrane Band). Έχοντας ένα απολύτως πρωτότυπο υλικό να ερμηνεύσουν (έξι κομμάτια μέσης και μεγάλης διάρκειας), συντεθιμένο από τους Javors και Kireyev, οι τέσσερις μουσικοί συναποτελούν ένα περιπετειώδες κουαρτέτο, το οποίον παραπέμπει άλλοτε σε «ιστορικούς» σχηματισμούς του παρελθόντος – φέρ’ ειπείν στα συγκροτήματα του Stan Getz (παρά ταύτα, κομμάτια όπως το “Sierra Nicole’s bossa” δείχνουν και τη διάθεση των μουσικών να γράψουν τη δική τους ηχητική σελίδα) ή στα περισσότερο «πνευματικά» του Joe Henderson (το “Happenstance” είναι ένα τέτοιο track) – και άλλοτε στις σημερινές αγωνίες ενός τμήματος της jazz να συμπορευτεί με το funk αιτούμενο (“Chinatown”). Σε κάθε περίπτωση εκείνο που μένει είναι η γνώση και το feeling τεσσάρων μουσικών, που παίζουν στα δάκτυλά τους (κυριολεκτικώς και μεταφορικώς) την jazz παράδοση.
Επαφή: www.inarhymerecords.com ELLEN ROWE QUARTET: Wishing Well (PKO)
Η λυρική ομορφιά των συνθέσεων της πιανίστα Ellen Rowe, στο “Wishing Well”, όπως και η φαινομενική πολυπλοκότητά τους (κρυμμένη, και αυτή, κάτω από τα «ουράνια» μελωδικά πέπλα) σε καμία περίπτωση δεν αδυνατίζουν την πεποίθηση, πως, τελικώς, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα καθαρό και συνάμα «εσωτερικό» jazz άλμπουμ – από ’κείνα που πάντα θα ευδοκιμούν στην αμερικανική ενδοχώρα (το “Wishing Well” είναι ηχογραφημένο στην Ann Arbor του Michigan, τον Απρίλιο του ’09). Η Rowe και οι μουσικοί που τη συνοδεύουν, ο σαξοφωνίστας Andrew Bishop, ο μπασίστας Kurt Krahnke και ο ντράμερ Pete Siers (στην ηχογράφηση πήραν, επίσης, μέρος η Ingrid Jensen φλούγκελχορν και ο Andy Haefner τενόρο) διαβιούν κάτω από συνθήκες απόλυτης συναισθηματικής ταύτισης, παράγοντας μουσική, το κυριότερο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η ομορφιά. Ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο πόνος (το “Night sounds” είναι αφιερωμένο από την Rowe στον νεκρό αδελφό της) ή οι οικολογικές ανησυχίες (“For that which was living lost” – με το εντυπωσιακό σόλο της Ingrid Jensen), μπερδεύονται γλυκά με την ανάγκη για χαλάρωση (“Wishing well”) και περαιτέρω για εκτόνωση (“Sanity Clause” – από το “Night at the Opera” των Marx Brothers), η Ellen Rowe έχει τον τρόπο να διατρανώνει την αγάπη της για την jazz, συνθέτοντας στο πνεύμα των… αθανάτων· το “Tick tock” ας πούμε, που είναι ένα κλασικό hard-bop, στην παράδοση του Art Blakey και των Jazz Messengers.
Επαφή: www.pkorecords.com BOBBY AVEY: A New Face (jayDell)
Δεν μπορώ να καταλάβω, ακριβώς, τη σχέση του νεαρού πιανίστα Bobby Avey με τα Βαλκάνια, όμως το CD του “A New Face” είναι πλημμυρισμένο στις σχετικές αναφορές. Όχι, ο Avey δεν παραδίδει ένα τυπικό balkan-jazz άλμπουμ, απλώς ενσωματώνει στο ευρύτατο μελωδικό και ρυθμικό του σύμπαν κάποια «γειτονικά» στοιχεία, έχοντας δίπλα του τον σπουδαίο David Liebman (σε 4 κομμάτια) στο τενόρο και το σοπράνο σαξόφωνο, και ακόμη τους Thomson Kneeland μπάσο και Jordan Pearlson ντραμς. Ξεκινώντας από το εισαγωγικό “Late November”, με την πιανιστική αρχή να σε προετοιμάζει λες και θα σκάσει η… Μπάντα της Φλώρινας, πηγαίνοντας στο “Delusion” με τη ρυθμική του βάση που είναι καθαρώς βαλκανική και φθάνοντας στο “Half is less than half”, εκεί όπου, και πάλι, οι ασύμμετροι ρυθμοί δείχνει να κυριαρχούν, τούτη τη φορά ενταγμένοι μέσα σ’ ένα ακόμη πιο συμπαγές jazz πλαίσιο. Ο Avey δημιουργεί ένα άλμπουμ στο οποίο κυριαρχούν οι συνθέσεις (τυγχάνει να είναι και οι οκτώ δικές του). Εννοούμε πως υπάρχει μία προσήλωση του καλλιτέχνη προς την κατεύθυνση και περαιτέρω τη δημιουργία συγκεκριμένων τάσεων. Έτσι, αν από τη μια μεριά η βαλκανική παράδοση δείχνει να κατευθύνει την γραφίδα τού Avey, από την άλλη – σε κομμάτια όπως το “In retreat” – αντιλαμβάνεσαι την ικανότητα του συνθέτη να οικειοποιείται μεγάλο κομμάτι της λεγόμενης «κλασικής»· από τις ρομαντικές σονάτες του 19ου αιώνα, έως τον Bartok. (Πάλι στα Βαλκάνια γυρίζουμε δηλαδή… ή περίπου στα Βαλκάνια).
Επαφή: www.bobbyavey.com ERIKA: Obsession (Erika)
Δεν με «πιάνει» η εκδοχή της ιαπωνίδας jazz-singer Erika Matsuo στο “Night and day” του Cole Porter. Μπορεί να ηχεί πιο κοντά στον τρόπο της Ella Fitzgerald, αλλά δεν συγκρίνεται π.χ. με την afro/up-tempo version της Ουγγαρέζας Marta Szirmay και των Qualiton Jazz Ensemble, εκεί από τα early sixties. Έτσι, και παρά την κρατημένη εισαγωγή, το πράγμα δε θα μπορούσε παρά να κυλήσει καλύτερα στη διαδρομή, καθώς η Erika αποφασίζει να… βραζιλοποιήσει το set της, ερμηνεύοντας τραγούδια των Milton Nascimento, Djavan, Chico Buarque, A.C. Jobim/Vinicius de Moraes (την κλασική “Chega de saudade”), Dori Caymmi και Ivan Lins. Όχι πως αυτό θεωρείται εύκολο. Απλώς, η ιαπωνίδα ερμηνεύτρια φαίνεται πως έχει την (απαιτούμενη) εμπειρία στο εν λόγω ρεπερτόριο, διαμορφωμένη, με προσωπικό κόπο (όπως διάβασα στο βιογραφικό της) εντός της τελευταίας δεκαετίας. Μιλάμε δηλαδή για ένα σχεδόν… brazilian standards άλμπουμ, το οποίο πιάνει κορυφή με το “Samurai” του Djavan, αλλά και με την πάρα πολύ καλή έκδοση του “Moondance” του Van Morrisson – ένα καταπληκτικό, ως γνωστόν, τραγούδι, που (και) μέσω της Erika αποκαλύπτει την jazzy αισθητική του. Γενικώς, πρόκειται για ένα… σαφές, όμορφο άλμπουμ, ικανό να παράσχει (θετικές) αποδείξεις σε όσους στραβομουτσουνιάζουν με τα παγκοσμιοποιημένα ρεπερτόρια.
Επαφή: www.erikajazz.com GEORGE COTSIRILOS TRIO: Past Present (OA2)
O ελληνικής, προφανώς, καταγωγής αμερικανός κιθαριστής George Cotsirilos (ξέρω κι έναν… φαρμακοποιό Κοτσιρίλο) δεν είναι χθεσινός στο jazz circuit. Μέλος της σκηνής του San Francisco έχει ήδη δύο άλμπουμ στην κατοχή του (“Silenciosa”, “On The Rebop”), με το τρίτο “Past Present” να κυκλοφορεί εδώ και μερικούς μήνες από την εταιρία OA2 Records. To ύφος του Cotsirilos, όπως και των υπολοίπων δύο μουσικών που τον συνοδεύουν (Robb Fisher μπάσο, Ron Marabuto ντραμς) είναι χαρακτηριστικό της Bay area, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει στάνταρντ, αλλά και original συνθέσεις σε bop ή latin φόρμες, όλα και όλες κοντά στο easy, contemporary κλίμα της ευρείας περιοχής (Δυτική Ακτή). Η πορεία των μουσικών δίπλα στους Cal Tjader, Pharoah Sanders, Pepper Adams, Tommy Flanagan και Steve Grossman διασφαλίζει την πορεία (και) του “Past Present” προς έναν jazz προορισμό, εκεί όπου το εκλεπτυσμένο γούστο κυριαρχεί, με την αμεσότητα της αφήγησης να συνδέεται, κάθε φορά, και με συγκεκριμένο κλίμα. Φερ’ ειπείν στο εισαγωγικό “Good wood”, που είναι ένα πρωτότυπο bop κομμάτι, η αλληλουχία των συγχορδιών αποκτά άλλον αέρα μέσω του… brush παιξίματος τού Marabuto, την ώρα κατά την οποίαν, στα δύο στάνταρντ που ακολουθούν (“Without a song”, “The way you look tonight”), οι «καθαροί» δακτυλισμοί του Cotsirilos, αλλά και τα παιξίματα-soli των υπολοίπων, συνάδουν με τη γλαφυρότητα, την κομψότητα και την, γενικώς, «καλή διάθεση». Το “Franny’s jump” είναι ένα ακόμη… τυπικό bop, όπως και το “Rosie’ tune” εξάλλου (με τα εμφανή bluesy στοιχεία – όπως διάβασα ο Cotsirilos υπήρξε μέγας fan του B.B King και της Butterfield Blues Band), το οποίο παραχωρεί τη θέση του στο “Cafe 4 Cats”, κομμάτι εμπνευσμένο από το διάσημο bar, restaurant, cafe της Βαρκελώνης Les Quatre Gats· εδώ, ο latin και spanish αέρας είναι εμφανής, σχετιζόμενος και με τις κλασικές σπουδές του Cotsirilos. Στα δύο τελευταία στάνταρντ το κλίμα γίνεται και πάλι ιδιάζον. Στο “Bittersweet”, το rhythm section δίνει «ρέστα», με τον Marabuto να προσφέρει ορισμένα δυνατά drum breaks, ενώ στο “What kind of fool am I?” η ακουστική κιθάρα τού Cotsirilos πάει το κομμάτι σε άλλες σφαίρες (μεσογειακή μπαλάντα, για… τετελεσμένους έρωτες).
Επαφή: www.oa2records.com

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

BRAZILIAN OCTOPUS cosmo jazz & rock

Brazilian Octopus το όνομα του συγκροτήματος, αλλά και του φερώνυμου άλμπουμ [Fermata FB 257, 1969], το οποίον επανεκδόθηκε σε CD από την mnf Brazil [199ΜΝ9258] πριν από πέντε χρόνια, ενός άλμπουμ που έφερε σ’ επαφή οκτώ μουσικούς με ξεχωριστή ιστορία στην πατρίδα τους (τη Βραζιλία) και πέραν αυτής, ανάμεσα στους οποίους διακρίνουμε τον πιανίστα Aparecido Bianchi (από το Milton Banana Trio), τον κιθαρίστα Alexander “Lanny” Gordin (στα γκρουπ της Gal Costa, του Caetano Veloso, του Gilberto Gil, του Jards Macalé) και βεβαίως τον φλαουτίστα Hermeto Pascoal (πριν στο Sambrasa Trio και το Quarteto Novo μαζί με τον Airto Moreira – μετά παντού…). Ήρεμα, χαλαρά και κυρίως μ’ ένα αυθεντικό κσομοπολίτικο στυλ μία σπάνια σελίδα «εύκολης» jazz (και rock...) ανοίγεται μπροστά μας.
Μαζεμένοι στο Sao Paulo στις αρχές του ’68, οι Brazilian Octopus ήταν, θεωρητικώς, ένα… διαφημιστικό γκρουπ, αφού χρηματοδοτούνταν από μία βιομηχανία υφασμάτων, με σκοπό να προβάλλουν (παίζοντας σε jingles;) τα προϊόντα της. Πέφτοντας, όμως, μέσα στο κίνημα τής tropicalia, που σκέπαζε οτιδήποτε σχεδόν είχε σχέση με τη μουσική εκείνη την εποχή, δεν άργησε να κερδίσουν την προσοχή του Rogerio Duprat (ο υπ’ αριθμόν ένα ενορχηστρωτής του καινούριου στυλ), οδηγημένοι σ’ έναν τελείως διαφορετικό δρόμο. Έτσι, μαζί με τον Gilberto Gil, τον Caetano Veloso κ.ά. συμμετέχουν σε ποικίλα happenings, ντυμένοι συνήθως σαν λιοντάρια(!) και δίνοντας παραστάσεις κλεισμένοι μέσα σε κλουβιά! [http://is.gd/gVs5d]. Μπορεί, αυτό το σχέδιο ανατροπής να μην αντανακλούσε στις μουσικές αναζητήσεις τους (κι αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της βραζιλιάνικης jazz και rock... πρωτοπορίας – ότι ποτέ δηλαδή δεν πήγε κόντρα στη λαϊκότητά της) όμως κατόρθωσαν οι φίλοι μας ν’ ακούγονται εντελώς ξεχωριστοί, σε σχέση με τους επιφανείς συνοδοιπόρους τους, προβάλλοντας ένα ολοκληρωμένο easy-jazz/pop αίσθημα. Όχημα, οι διασκευές τους σε συνθέσεις των Gabriel Fauré, André Popp, Edu Lobo και φυσικά τα δικά τους θέματα. Περί τίνος πρόκειται; Εν ολίγοις, για ’κείνον τον ελαφρύ ήχο, που βαραίνει αφόρητα από τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό και επί του οποίου μεγαλούργησαν συνθέτες-ενορχηστρωτές από τον Armand Migiani και τον Raymond Lefevre, μέχρι τον Γιάννη Σπανό και τον Μάνο Χατζιδάκι.
Η “Pavane” του Gabriel Fauré είναι ένα τέλειο κομμάτι, πάνω στο οποίο στήριξε ένα ολόκληρο άλμπουμ ο Brian Auger με τους Trinity το 1970 (“Befour”) και που φαίνεται να στοιχειώνει και το “Brazilian Octopus”. Φυσικά, το όργανο του Cido Bianchi και το βιμπράφωνο του Joao Carlos Pegoraro πρωταγωνιστούν, μεταφέροντας κι εδώ μίαν ανεπανάληπτη αίσθηση ρομάντζας. Δεν είναι όμως το μόνο. Εντύπωση προξενούν οι μικρής διάρκειας συνθέσεις τους, όπως ας πούμε το “Rhodosando” (1:40) του Pascoal ή το “Summerhill” (2:00) του Pegoraro, οι οποίες φαντάζουν (και είναι) απολύτως ολοκληρωμένες με ωραία, κάθε φορά, σόλι, και «συμπυκνωμένες» μελωδίες. Όλα τα κομμάτια αντανακλούν το πνεύμα της tropicalia, την πανσπερμία δηλαδή των ηχητικών αναφορών που ξεκινούν από τα classic ηχοχρώματα, για να καταλήξουν στο garage (“Momento B/8”, με το δυνατό σόλο του Gordin στην ηλεκτρική κιθάρα) και τις ψυχεδελικές περιπλανήσεις (“Casa forte”). Κι όλα τούτα μέσα από ένα απογυμνωμένο jazzy πλαίσιο, το οποίο στηρίζεται, μαζί, στην έμπνευση και τη δεξιοτεχνία.
Ένα είναι σίγουρο. Δεν υπάρχουν πολλά σπουδαία άλμπουμ, που να διαρκούν λιγότερο από μισήν ώρα…
Για περίπου δυόμισι λεπτά βλέπεις παρακάτω (και ακούς) πώς έπαιζαν οι Brazilian Octopus live. Ο... γερο-Νώε είναι ο Hermeto Pascoal. Το κομμάτι είναι το “Gamboa”, που ανοίγει το άλμπουμ τους. Η ζωντανή εκτέλεση δεν παίζεται... Κρίμα, γιατί δεν ακούγεται όπως πρέπει.

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

JAZZ & TZAZ 212

Νέο τεύχος του Jazz & Τζαζ, το 212 στη σειρά. Συνεντεύξεις, τρεις τον αριθμόν. Ο Γιώργος Χαρωνίτης συζητά με την Ελένη Καραΐνδρου (στο εξώφυλλο) με αφορμή την 20χρονη παρουσία της στην ECM. Ο Βαγγέλης Αραγιάννης απέναντι σε μία τρανή μορφή των… jazz πνευστών οργάνων, τον Αμερικανό Dave Liebman και ο ακόμη ο Δημήτρης Κατσουρίνης σε ευθεία με την… ψυχή των Incognito, τον κιθαρίστα Jean-Paul Maunick ή απλώς Bluey.Από ’κει και πέρα στα θέματα. Ο Γιάννης Μουγγολιάς κεντράρει στην jazz-funk περίπτωση του ολλανδού σαξοφωνίστα Benjamin Herman, ο Θανάσης Μήνας καταπιάνεται με το blues και τη soul του Chicago (της νότιας πλευράς), ενώ εγώ μεγεθύνω στις νέες progressive jazz και rock κυκλοφορίες της MoonJune Records, αλλά και στις καινούριες κυκλοφορίες της εγχώριας indie (ας την πούμε έτσι) σκηνής. Ακόμη, ο Γιώργος Χαρωνίτης δίνει το απόσταγμα της καριέρας του Sonny Rollins, ο οποίος σε λίγες μέρες παίζει στην Αθήνα.
Jazz Eye (ανάμεσα σε άλλα o Κωνσταντίνος Ζαχόπουλος γράφει για την ισλανδική εταιρία 12 Tonar), Jazz + Λογοτεχνία (ο Σάκης Παπαδημητρίου για τους Jean-Paul Sartre και Joseph Brodsky), blues boom!, επανεκδόσεις, Πράξεις Λόγιας Μουσικής, All That Art (ο Κορνήλιος Διαμαντόπουλος γράφει για χορό, σινεμά, θέατρο, εικαστικά), Δισκορυχείον (ένα πολωνικό sixties άλμπουμ ελληνικού ενδιαφέροντος), δισκοκριτικές…Στο CD; “High Jazz Standards” του Sonny Rollins της περιόδου 1956-1958.

ιός

Προχθές άνοιξε ένας μικρός διάλογος στο cbox αναφορικώς με το τέλος του Ιού από τη Σαββατιάτικη και την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Έπεσαν και κάτι σχόλια σε «λάθος» ανάρτηση. Μεταφέρω τα πάντα (τις κουβέντες στο chat και τα σχόλια) σε ξεχωριστό post.

Γιώργος: Κόψανε την ομάδα του Ιού της Ελευθεροτυπίας (http://www.iospress.gr/).

Φ.Τ.: Τα διάβασα στην Κυριακάτικη τα χάλια τους... Ανανεώσεις της πλάκας. Τι άλλο να πω, από το ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΕΙ ΑΜΕΣΑ Ο ΙΟΣ;

Θοδωρής: Γενικά η «Ε» έχει πέσει πάρα πολύ. Εγώ προσωπικά διέκοψα την καθημερινή αγορά ύστερα από πάρα πολλά χρόνια.

Φ.Τ.: Διαβάζω την εφημερίδα 30 χρόνια. Ποτέ δεν ήταν τόσο χάλια. Βεβαίως υπάρχουν ακόμη κάποιοι άνθρωποι που γράφουν (βαθιά και καθαρά), γίνονται όμως όλο και πιο λίγοι.

Κώστας Παπ.: Παιδιά συμφωνώ. Μια ζωή τη διαβάζω, και τώρα μόνο Σάββατο παίρνω με το ζόρι. Τον Ιό ρε, ντροπή, σε λίγο θα κόψουν και το Φωτόπουλο.

Φ.Τ.: ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΕΙ ΑΜΕΣΩΣ Ο ΙΟΣ. Ας αποφασίσουν, μια φορά, κι εκείνοι που διαβάζουν, πληρώνοντας το φράγκο τους. Δηλαδή, δεν κατάλαβα. Εμείς, οι αναγνώστες, δεν έχουμε λόγο; Εμάς δεν μας ρωτάει κανείς;

Γιώργος: Πάντως καταλαβαίνεις πως δεν είσαι απλά ένας αναγνώστης, αλλά πως ως δημοσιογράφος έχεις ένα λόγο παραπάνω. Το λέω αυτό επειδή, αν και βλέπω πολλά άρθρα υπό την κατηγορία «συντεχνιακά» ή «politics» δεν έχω δει κανένα αλληλεγγύης προς τους απολυμένους συναδέλφους σου σε ΔΟΛ, Ελευθεροτυπία, Απογευματινή κτλ. Ο κατάλογος μακρύς... Θέλω Τρούσα μάχιμο, όχι blog-ακια! Φιλικά.

Φ.Τ.: Γιώργο, δημοσιογράφος σήμερα είμαι, αύριο δεν είμαι. Αναγνώστης ήμουν, είμαι και θα είμαι πάντα. Για μένα, οι απολυμένοι στον Τύπο δεν χρήζουν μεγαλύτερης ευαισθησίας από τους πάσης φύσεως απολυμένους. Και γι’ αυτούς έχω πάρει εμμέσως θέση μέσω συγκεκριμένων αναρτήσεων (ετικέτες “political” και “social”).
Παντιέρες δεν κρατάω για κανέναν.

Αν αξίζει να γίνει κάποιος διάλογος ας γίνει. Αλλά με... αυστηρές και επί της ουσίας κουβέντες. Ελεύθερα, αλλά και με τρόπο δημοσιογραφικώς αποδεκτό.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

PROPER BLUES

Από τις καλύτερες blues συλλογές που κυκλοφορούν στην αγορά είναι τα 4 Disc Box Set της βρετανικής Proper· κι ένα από τα τελευταία που έφθασε στα χέρια μου είναι το αφιερωμένο στον Muddy Waters, υπό τον τίτλο “Steppin’ Stone”. Σε τι συνίσταται η ιδιαιτερότητα της Proper; Στα εξής, χονδρικώς. Πρώτον, στο γεγονός ότι αντιμετωπίζει σφαιρικώς το θέμα της. Μιλάμε για τον Muddy Waters; Ok. Από τα τέσσερα δισκάκια μόνον το ένα έχει κάποια (20) από τα κλασικά τραγούδια του. (Τα άλλα έχουν και δικά του, αλλά και των ανθρώπων που τον επηρέασαν, συμπορεύτηκαν μαζί του ή «πάτησαν» πάνω στα διδάγματά του για να πάνε παραπέρα). Δεύτερον. Ένα από τα δισκάκια είναι DVD. Συνεντεύξεις, κυρίως, ανθρώπων που είτε τον γνώρισαν ως μουσικοί (Charlie Mausselwhite), είτε ερεύνησαν και μελέτησαν το έργο του (Paul Oliver, Tony Russell), είτε επηρεάστηκαν από την τεχνοτροπία του (Guy Davis). Τρίτον. Καλό 28-σέλιδο booklet. Τέταρτον. Ωραία χάρτινη συσκευασία. Πέμπτον... αν υπάρχει το ανακαλύπτει ο καθένας μόνος του.Εξαιρουμένης της «άπαιχτης» έκδοσης της αμερικανικής Revenant, από το 2001, “Screamin’ and Hollerin’ the Blues by Charley Patton” και δίχως να θέλω να υποτιμήσω το τριπλό CD της βρετανικής Catfish “The Definitive” από την ίδιαν εποχή, λέω πως και το παρόν set της Proper, υπό τον ίδιον τίτλο “The Definitive Charley Patton” (2009) στέκεται αρκετά καλά στο αγοραστικό παζάρι, μια και – κατά την προσφιλή τακτική της βρετανικής εταιρίας – ο κορυφαίος μουσικός, που ακούει στο όνομα Charley Patton (1891;-1934), δεν αντιμετωπίζεται κατά μόνας, αλλά μέσα στο ευρύτερο μουσικό πλαίσιο της εποχής του. Αυτό, πρακτικώς, σημαίνει πως το υλικό που δημοσιοποιεί με τον τρόπο της η Proper κατανέμεται με κάποιο σχέδιο. Φερ’ ειπείν στο πρώτο CD, το “A Spoonful Blues”, εξετάζονται ορισμένα τραγούδια του Patton ως προς τις αναφορές του. Ξεκίνημα με το “Mississippi Boweavil blues” (1929) και αμέσως μετά το “Bo Weevil blues” (1924) με την Bessie Smith. Ή παρουσιάζεται η εκδοχή του Patton στο “A spoonful blues” (1930), σε συνδυασμό με το “Just a spoonful” (1930) του Charley Jordan. Όχι όμως και με το “Spoonful” του Willie Dixon, που πρωτοτραγούδησε ο Howlin’ Wolf το 1960, πάνω στα χνάρια του Patton, πριν το κάνουν rock στάνταρντ οι Cream και οι Blues Project (το 1966), οι Ten Years After (1967) και άλλοι διάφοροι. Στο δεύτερο CD “Moon Going Down” δεν αλλάζει η προβληματική. Κατ’ αρχάς, τραγούδια με την Bessie Smith, τον Blind Willie Johnson και την Ardell Bragg, που επηρέασαν τον Charley Patton στις δικές του εκδοχές. Για παράδειγμα, στο “Bird nest blues” (1926) η Bragg τραγουδάει “Just as they played ‘Home sweet home’ the man stepped up, with shinin’ star./ Say, ‘you don’t need no taxi’, I’ll take you in my car”, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα ο Patton στο “Bird nest bound” λέει: “Take me home, sweet home, baby, to that shining star./ Take me home now to that shining star./ Lord, you know I’m gonna play it now./ You don’t need no telling mama, take you in my car”. Πάντως εδώ, στον δεύτερο τόμο, ανθολογείται και Howlin’ Wolf (“Crying at daybreak”, “Forty four” δηλ. ένα update του “34 blues”). Στο τρίτο CD, το “Mississippi Bottom Blues” εξετάζεται – ανάμεσα σε άλλα – η περίπτωση του Charley Patton εντός του κλίματος του Mississippi blues, έτσι όπως διαμορφωνόταν αυτό, το 1930, μέσα από τις δικές του εγγραφές και ακόμη εκείνες του Son House και του Willie Brown, που θεωρούνται αρχέτυπες. Μέσω του House, o Patton πέρασε στον Robert Johnson (τραγούδια του δεν ακούγονται εδώ, για τους γνωστούς λόγους) και λίγο αργότερα στον Muddy Waters. To DVD, που συμπληρώνει την έκδοση, περιλαμβάνει συνεντεύξεις των Luther Brown, Bob Brozman, Charlie Musselwhite, καθώς και των γραφιάδων Tony Russell, Charles Shaar Murray και Nigel Williamson, οι οποίοι εξετάζουν τα του Patton. Είπαμε… compact έκδοση.Εξ ίσου ενδιαφέρον και με πιο στάνταρντ διαμόρφωση είναι και το κουτί “The Best of Howlin’ Wolf 1951-1958” – αφιερωμένο στον Howlin’ Wolf (1910-1976) βεβαίως –, το οποίο περιλαμβάνει τρία CD κι ένα DVD. Στο πρώτο CD, το “Po’Boy” ανθολογούνται 20 άσματα, μουσικών που επηρέασαν, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, το Λύκο (Sonny Boy “John Lee” Williamson, Charley Patton, Gus Cannon, Hambone Willie Newbern, Leroy Carr, Mississippi Sheiks, Johnny Temple, Tommy Johnson, Skip James…), ενώ στα επόμενα δύο, το “The Wolf Is at Your Door” και το “Howlin’ Wolf Boogie”, ακούγονται οι κλασικές του εγγραφές για την Chess κυρίως, αλλά και για την RPM, από τα χρόνια του ’50. Το υλικό είναι συγκλονιστικό (με όλη τη σημασία της λέξης), υπό την έννοια ότι πάνω του βασίστηκε μεγάλο κομμάτι του rock του ’60. (Κάποιοι από τους μεγάλους Άγγλους της εποχής δεν θα έβγαζαν κιχ, που λέει ο λόγος, αν δεν υπήρχε αυτός ο άνθρωπος).

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Ρουσίλβο

Οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες της ελληνικής επικράτειας (που νοιώθουν Έλληνες, παρ’ όλη την περιθωριοποίηση και τις ποικίλες αντιξοότητες – είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω την ελληνικότητά τους, προσωπικώς, σ’ ένα ταξίδι μου στη Φλώρινα το καλοκαίρι του ’97, για το οποίο είχα γράψει, τότε, και στο περιοδικό) έχουν την ιστορία τους και τη μουσική τους. Αυτή την ιστορία και αυτήν την μουσική είχε στο νου του ο Κώστας Θεοδώρου (γεννημένος στην Πέλλα, γνωστός μας από τις προσωπικές του δουλειές, από τη συμμετοχή στους Primavera en Salonico κ.ά.), καθώς αποφάσιζε να συνθέσει τη δική του βαλκανική ελεγεία, που ακούει στο όνομα Ρουσίλβο· το όνομα του χωριού του στη γλώσσα των σλαβόφωνων Μακεδόνων, που πλέον έχει ερημώσει. Αξίζει να αντιγράψω ολίγες λεπτομέρειες, που είναι τυπωμένες στο booklet.
Το Ρουσίλβο, για το οποίο η πρώτη ιστορική καταγραφή άγεται στον 15ον αιώνα, βρίσκεται 24 km δυτικά της Έδεσσας και σήμερα λέγεται Ξανθόγεια. Με το τέλος του Εμφυλίου οι περισσότερες γυναίκες του χωριού έμειναν μόνες εφ’ όρου ζωής μια και οι άντρες τους σκοτώθηκαν ή εξορίστηκαν. Από το 1986 έπαψε να κατοικείται κατόπιν μακρόχρονου κοινωνικού αποκλεισμού. Μεγαλωμένος, προφανώς, σ’ έναν τόπο πολιτισμικής διαφορετικότητας, ο Θεοδώρου «πνιγμένος» κι αυτός, όσον αφορά στα πατρογονικά του ακούσματα, από τη σχεδόν εκατόχρονη προπαγάνδα, που ήθελε και εξακολουθεί να θέλει του σλαβόφωνους Έλληνες πολίτες τρίτης διαλογής και ουσιαστικώς ανύπαρκτους, κατορθώνει να δημιουργήσει ένα έργο κόσμημα, στο μάλλον περατωμένο, από αισθητικής πλευράς, τοπίο τής balkan jazz.
Που έγκειται η επιτυχία του Θεοδώρου; Βεβαίως στις συνθέσεις του «Ρουσίλβο» [zen einai productions/ Πανοπτικόν, 2010], αλλά, κυρίως, στη φαεινή του ιδέα να στάξει στο έργο του εξαιρετικής στόχευσης γυναικεία φωνητικά (η Σλάβα Πόπφα Ευδοξία Γεωργίου σε τέσσερα κομμάτια, η Λιζέτα Καλημέρη σε δύο, η Μάρθα Μαυροειδή σε δύο). Από ’κει και κάτω οι συνθέσεις που έχουν, ακόμη και όταν δεν το επιδιώκουν, τον χαρακτήρα του ρέκβιεμ, δονούνται από τα αγέρωχα παιξίματα των καλών μουσικών (Τάκης Φαραζής πιάνο, ακορντεόν, Δήμος Δημητριάδης φλάουτα, σαξόφωνο, Αντώνης Αντωνίου τρομπόνι, Κυριάκος Ταπάκης ούτι, μαντόλα, Παντελής Στόικος τρομπέτα, Κώστας Αναστασιάδης τύμπανα, Κώστας Θεοδώρου κοντραμπάσο, κιθάρα, tabla, φωνή, πιάνο), αλλά κυρίως από την αποφασιστικότητα του Θεοδώρου, να δηλώσει υπερήφανος για τον τόπο του, σπέρνοντας, προσέτι, στα συνθέματά του ατόφιους τους ήχους των ανθρώπων και της φύσης. Εξαιρετικό άλμπουμ.
Επαφή: www.myspace.com/kostastheodorou

GROUP 1850 lonely bells ringing into my ear...

Αγόρασα, σε βινύλιο, την Παρασκευή, το “Paradise Now” των Group 1850. Το είχα σε CD τουλάχιστον από 15ετίας, αλλά ήταν «μπουκωμένο». Το LP το άκουσα «καλύτερο», επί τόπου, στο μαγαζί, και δεν ήταν η εντύπωσή μου. Γι' αυτό και το πήρα, τελικώς. Μπόρεσα, έτσι, κι έκανα ένα update σε όσες ηχογραφήσεις τους διέθετα, ξεκινώντας από μία κασέτα του Νίκου Κοντογούρη, που μοίραζε μαζί με τον «Ψυχαγωγό» εκεί περί τα μέσα των eighties (η κασέτα περιείχε εκτός από Group ή Groep 1850 – καθότι οι φίλοι μας ήταν Ολλανδοί – Driving Stupid, Ace Kefford Stand, ένα πρώιμο του Jean-Luc Ponty…), για να συνεχίσω με το ανεπανάληπτο “Agemo’s Trip to Mother Earth” [Philips, 1968], στην έξοχη τρισδιάστατη επανέκδοση της Pseudonym από το 1999. Μετά, πήγα και παραπέρα, αλλά στα “Steel sings” και "Little fly" κόλλησα…
I hear steel sing
A world full of yin

Lonely bells ringing into my ear
Lonely steel cries loud and clear

Clouds obscure the sky
Nobody can look high
This life is bound to die…
I hear steel sing
A world full of yin



I'm damned I know, but I don't mind
'cause I'm searching for the real love...

You can wish her dead
But I loose my head
She's the one I need so dark and sad

She's a little fly
And she never cries
She's the one who makes love hot real and fine

She is buzzing in my ears
She's eating all my tears
Her love creates new ways without fear...

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Κυριακή 7/11/2010 ΠΑΡΕ ΘΕΣΗ...

«Όταν πέσουν τα φράγματα και τα κατά συνθήκη στηρίγματα της ηθικής και του δικαίου, η αστική κοινωνία – της οποίας ο εσώτερος νόμος είναι η πιο βαθιά ανηθικότητα, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο – βυθίζεται αμέσως και χωρίς φρένο στην εξαχρείωση και την αλητεία». Ρόζα Λούξεμπουργκ, Τόμος Α, Υδροχόος, Αθήνα 1972

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

WHITE NOISE – ΛΕΝΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Τη Δευτέρα 1/11, στην ανάρτηση για τους Simonsound (θα την βρείτε πιο κάτω) ανέφερα τους White Noise, το άλμπουμ τους “An Electric Storm” τον David Vorhaus και την Delia Derbyshire. Την Πέμπτη (4/11), μετά από τρεις ημέρες δηλαδή, διάβασα στο Plus (τεύχος #8) ένα κείμενο της Λένας Πλάτωνος, αφιερωμένο στο συγκεκριμένο άλμπουμ! Δεν μπορώ να πω πως δεν ξαφνιάστηκα (αυτό δηλώνει και το θαυμαστικό). Κάποιος φίλος μού είχε πει παλαιότερα πως η Πλάτωνος εκτιμούσε αυτό το άλμπουμ (προφανώς, ο φίλος, κάτι είχε ακούσει) και πως την είχε επηρεάσει στη μετέπειτα καριέρα της. Επειδή, τώρα, το υποστηρίζει γραπτώς και η ίδια η συνθέτις, ο καθείς (εκείνος, που έχει ακούσει δηλαδή το “An Electric Storm”) μπορεί να το επιβεβαιώσει, έχοντας κατά νου του, αρχικώς, το «Σαμποτάζ», και εν συνεχεία τις «Μάσκες Ηλίου» ή και το «Γκάλοπ». Τραγούδια σαν αυτά που υπάρχουν στην πρώτη πλευρά του “An Electric Storm”, όπως το “Love without sound”, ή το “My game of loving” (ιδίως αυτό) φαίνονται κοντινά στην «πλατωνική» τραγουδοποιία. Ακόμη και η φωνή τής, παντελώς άγνωστης σ’ εμένα, Annie Bird, φέρνει στη μνήμη μου τη φωνή τής Πλάτωνος. Φυσικά, όλα αυτά τα λέω εκ των υστέρων, καθότι ποτέ δεν θα μπορούσα να υποθέσω πως θα είχε υπ’ όψιν της αυτό το άλμπουμ η ελληνίδα μουσικός· και μάλιστα από το 1971 (όπως λέει στο Plus). Το αντιλαμβάνομαι, λοιπόν, όταν λέει πως «σ’ αυτούς οφείλω τα περισσότερα», αν και με τίποτα δεν δέχομαι πως οι White Noise «ήταν πολύ πιο μπροστά ακόμη κι από τους συμπατριώτες τους, τους Pink Floyd, ή τους Γερμανούς Amon Duul της ίδιας εποχής», όπως, ταυτοχρόνως, υποστηρίζει. [Να υποθέσω, εδώ, το προφανές. Η… σύγκριση, των White Noise – όσον αφορά το «πολύ πιο μπροστά» –, με τους Pink Floyd και τους Amon Duul, υποδηλώνει πως τα τρία γκρουπ ηχούσαν παραπλήσια, καθότι, σε κάθε άλλη περίπτωση, η σύγκριση δεν θα είχε νόημα. Δεν μπορούμε να λέμε δηλαδή πως ο Jacques Brel ήταν πιο προχωρημένος π.χ. από τον Μάρκο Βαμβακάρη. Δεν γίνεται να συγκρίνουμε ανόμοια «πράγματα»].Ας πω λοιπόν, κατ’ αρχάς, πως τους Amon Düül II εννοεί, μάλλον, η Πλάτωνος, και όχι τους Amon Düül, αφού οι… σκέτοι Amon Düül δεν είχαν καμμία σχέση με αυτού του τύπου τις μουσικές (έπαιζαν ένα είδος… freak folk). Αλλά, εγώ, νομίζω (δηλαδή τι «νομίζω»…) πως ούτε και οι Amon Düül II είχαν κάποια σχέση με τον ήχο των White Noise.
Ορισμένοι έχουν την (λανθασμένη) εντύπωση πως οι Amon Düül II ήταν ένα electronic-rock γκρουπ, όπως ήταν οι πρώιμοι Tangerine Dream ας πούμε (του “Electronic Meditation” εννοώ), ή τουλάχιστον οι Can. Δεν είναι έτσι. Βασικά οι Amon Düül II ήταν ένα «απλό», «τυπικό» (ας το χαρακτηρίσω έτσι) rock γκρουπ, με κάποια μόνον ηλεκτρονικά στοιχεία. Και τούτο, μάλιστα, εν μέρει ισχύει, καθότι στο καλύτερό τους άλμπουμ, το “Yeti” [Liberty, 1970], δεν υπάρχει ούτε καν υποψία ηλεκτρονικού ήχου! Αν υπήρχε ένα βρετανικό γκρουπ, στο οποίο θα μπορούσε να μας παραπέμπουν (ας το πούμε έτσι) σήμερα οι White Noise εκείνοι είναι οι Pink Floyd του “Ummagumma” [Harvest, 1969]· τους οποίους, βεβαίως, οι White Noise δεν κατορθώνουν ούτε καν ν’ αγγίξουν σε εφευρετικότητα. Μη λέμε, τώρα (καταλαβαίνετε πως το θέτω), πως οι White Noise «ήταν πολύ πιο μπροστά ακόμη κι από τους συμπατριώτες τους, τους Pink Floyd». Δεν είναι απλώς τραβηγμένο. Είναι πέραν πάσης φαντασίας. Αφήνω, δηλαδή, πως μουσικές τύπου White Noise ηχογραφούσαν ήδη οι Αμερικανοί (και άλλοι… Γάλλοι, Σουηδοί…) κατά κόρον εκείνη την εποχή. Άκου, ας πούμε, Joe Byrd (με τους Field Hippies), Bruce Haack (και με τον πιτσιρίκο... Tony Spiridakis), Mort Garson, Beaver & Krause κ.ά.
[Πληροφοριακώς. Ο δίσκος των White Noise γράφει στο label 1969 και όχι 1968, όπως υποστηρίζει η Wikipedia. Και πρέπει να κυκλοφόρησε – βάσει όσων γράφουν οι Stuart Penney και Chris Savage στο κείμενό τους “Spooky Two to Stormbringer: Island Rock LPs, part 2” στο Record Collector (No. 206, 10/1996) – ανάμεσα στον Μάρτιο και τον Αύγουστο του 1969. Το δε... live album του “Ummagumma” ηχογραφήθηκε τον Ιούνιο του ’69, όπως αναφέρεται και στο δίσκο, ενώ το... studio album πρέπει να γράφτηκε, και αυτό, κάπου εκεί κοντά. Βγήκε δε, το 2LP, προς τα τέλη Οκτωβρίου του ’69. Βασικά, μιλάμε για δίσκους της ιδίας εποχής. Το λέω, για να μη φθάσουμε στα άκρα λέγοντας, ας πούμε, πως οι White Noise θα μπορούσε να είχαν επηρεάσει τους Pink Floyd].
Καταλήγοντας να πω, πως στη συγκεκριμένη σελίδα του Plus υπάρχει ένα σοβαρό σφάλμα. Παραπάνω από τη μισή (σελίδα) καταλαμβάνει μία φωτογραφία της Delia Derbyshire, η οποία συμμετέχει στο άλμπουμ των White Noise… στρίβοντας κουμπιά και «παίζοντας» με βύσματα. Το ζήτημα είναι πως δεν υπάρχει πουθενά το όνομά της, ούτε στη φωτογραφία, ούτε στο κείμενο της Λένας Πλάτωνος, ούτε στον πρόλογο του Αντώνη Μποσκοΐτη. Έτσι, οι αναγνώστες διαβάζουν ένα κείμενο, έχοντας μπροστά στα μάτια τους μία τεράστια «άγνωστη» φωτογραφία. Η Delia Derbyshire δεν είναι για τους Έλληνες η… Νατάσα Θεοδωρίδου, που βγαίνει σε αφίσες δίχως ν’ αναφέρεται (επάνω στην αφίσα) τ’ όνομά της· όντως (αν και παλιό το κόλπο).
Υ.Γ. 1 Δεν ξέρω πόσοι το έχουν προσέξει, αλλά στο “An Electric Storm” των White Noise παίζει κρουστά ο Paul Lytton. Ίσως ο κορυφαίος περκασιονίστας της βρετανικής improv scene. Άπειρη η καριέρα του. Έχει, δε, συνεργαστεί, ανάμεσα σε δεκάδες, με τον Demetrio Stratos και τον Φλώρο Φλωρίδη. (Το όνομά του δεν αναφέρεται στο κείμενο).
Υ.Γ. 2 Οι White Noise υπάρχουν ακόμη (και θα υπάρχουν, όσο υπάρχει ο David Vorhaus), έχοντας βγάλει καμμιά δεκαριά άλμπουμ (αθροίζω στο μέτρημα και τις library recordings).

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

BRITISH FOLK SPECIAL

Για την «προϊστορία» (ας την πούμε έτσι) του british folk δηλ. τους Jimmy McBeath, Harry Cox, A.L. Lloyd, Ewan MacColl, Shirley Collins, Alex Campbell, Robin Hall, Jimmie McGregor, Steve Benbow κ.ά., που αποτέλεσε, ανάμεσα σε άλλα, και τη βάση του folk-rock έχω αναφερθεί διεξοδικά στο τεύχος 155 του Jazz & Τζαζ (2/2006), στο κείμενο “British Folk: Early Days”. Σε άλλα τεύχη (Νο 92) έχω γράψει για την ογκώδη παρουσία στο είδος του Davy Graham, ενώ σε πιο πρόσφατο (189, 12/2008) συγκέντρωσα κλασικό και καινούριο υλικό στο κείμενο «British Folk: Νέες (και παλαιές) δυνάμεις». Για να μην απαριθμήσω τις δεκάδες «κριτικές» που φιλοξενούνται συχνά στις σελίδες του περιοδικού , και που αφορούν στο στυλ. Αυτά τα λέω όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά, απλώς, για να δείξω τη σημασία που δίνουμε (όλοι μας) στη συγκεκριμένη «σκηνή», η οποία επηρέασε και θα επηρεάζει την pop music ανεξαρτήτως χρόνου. Σε δύο μέρη, μπορεί και τρία (το ή... τα επόμενα στο μέλλον) θ’ αναφέρω λίγα λόγια για μερικά άλμπουμ, παλαιά και καινούρια, και όχι από τα πολύ γνωστά (κάτι, μάλλον, σχετικό), τα οποία κρίνονται ως σημαντικά για την ταυτοποίηση του στυλ τα τελευταία 60 χρόνια. Εδώ, το πρώτο μέρος… 1. HARRY COX – What Will Become of England? – Rounder 1839 – 2000/ rec. 1953
Θέματα και αφηγήσεις (48 τον αριθμό) από τον Harry Cox (1885-1971) έναν διακεκριμένο εγγλέζο country singer, που επηρέασε όσο ελάχιστοι άλλοι της γενιάς του τη folk-rock σκηνή στα τέλη του ’60. Ανάμεσα στα κομμάτια που ακούγονται εδώ, ηχογραφημένα από τον Alan Lomax και τον Peter Kennedy το 1953, και τα “The barley straw”, “The pretty ploughboy”, “Jack Tar on shore”, “The foggy dew”, “Adieu to old Eng-e-land, here’s adieu” και πολλά άλλα.2. STEVE BENBOW – Sings – Folklore F-LEUT/6 – 1970
Το LP μπορεί να κυκλοφόρησε το 1970 περιέχει όμως τις πολύ πρώτες εγγραφές του Steve Benbow στην εταιρία 77 του Doug Dobell. Πρόκειται για τρεις sessions (2/11/1957, 6/1958, καλοκαίρι 1960), με τη συμμετοχή του Jimmie MacGregor μαντολίνο και κιθάρα στη δεύτερη «συνάντηση» (θα τον συναντήσουμε αμέσως μετά), που αποδεικνύουν τις μεγάλες δυνατότητες του Benbow στην απόδοση ενός world υλικού με άπειρη ευαισθησία. Οι εκδοχές του στα “As I roved out” (ιρλανδικό), “The mole catcher” (A.L. Lloyd), “Jack Tar on shore” (Harry Cox) είναι, ίσως, από τις ωραιότερες (τονίζω το «ωραιότερες»), που έγιναν ποτέ στα συγκεκριμένα τραγούδια. 3. ROBIN HALL & JIMMIE MacGREGOR (and THE GALLIARDS) – A Rovin’ With – Decca/Ace of Clubs ACL 1100 – 1962
Δίσκοι όπως το “A Rovin’ With” με λαϊκά τραγούδια απ’ όλον τον κόσμο, έβγαιναν στην Αμερική ήδη από τη δεκαετία του ’50 (φυσικά, βγαίνουν και σήμερα…), όμως στη Βρετανία, με την «αυστηρή» φολκλορική παράδοση κάτι τέτοιο δεν ήταν συνηθισμένο. Οι Σκοτσέζοι Hall και MacCregor (με τους Galliards) παίζουν και τραγουδούν πανέμορφα και κυρίως τηρούν την υπόσχεση για ένα global set. Μπαχάμες, Ισπανία, ΗΠΑ, Σκοτία, Νότια Αφρική, Αγγλία, Ιρλανδία, Ισραήλ, Τρίνινταντ και… Ελλάδα. Σε ποιο κομμάτι; Στην «Ψαροπούλα» του Μπαγιαντέρα! Ηχογράφηση 5 Σεπτεμβρίου 1961. 4. EWAN MacCALL, A.L. LLOYD – Blow Boys Blow, Songs of the Sea – XTRA XTRA 1052 – 1967
Τραγούδια της θάλασσας και sea shanties από τους πιο αναγνωρισμένους βρετανούς folkists των fifties (και πέραν αυτών). Τον Ewan MacCall και τον A.L. Lloyd. Τα sea shanties, κατά τον Lloyd, είναι work songs που τραγουδιούνται όχι για ν’ ακούγονται (ασχέτως αν αυτό συμβαίνει με τους δίσκους), αλλά για να ελαφρύνουν τις βαριές δουλειές του καραβιού, που απαιτούσαν πολλαπλή και συντονισμένη κίνηση. Φυσικά, αναφερόμαστε στην εποχή κατά την οποίαν τα καράβια κινούνταν με πανιά, κανναβόσχοινα και βεβαίως, με την ανθρώπινη δύναμη. Ανάμεσα στα θέματα και το “While cruising round Yarmouth” του Harry Cox, που υπάρχει και στο πρώτο-πρώτο άλμπουμ. 5. ANNE BRIGGS – The Complete Topic Recordings – UK. Bo’Weavil weavil 10 – 2006
Είχα πρωτοδιαβάσει για την Anne Briggs στο Record Collector (No.175), το Μάρτιο του ’94. Υπήρχε μιαν αναφορά εκεί στο ντεμπούτο EP της “The Hazards of Love” [Topic, 1964], στο οποίο περιγραφόταν ως «η πιο γλυκιά φωνή του folk revival». Πού τύχη να το διαπιστώσεις... Τέσσερα χρόνια αργότερα το σίγουρο κείμενο του Colin Harper στο Mojo (Νο 52, 3/1998) ήταν εκείνο που ερχόταν να... επιδεινώσει την κατάσταση. Ποιο ήταν και, κυρίως, πώς τραγουδούσε εκείνο το ατίθασο κορίτσι, που έστριβε τόσο ηδονικά το τσιγάρο του, πίνοντας την μπύρα του με το μπουκάλι; Τό’μαθα ένα χρόνο αργότερα, όταν η Topic αποφάσισε να γεμίσει ένα CD με 22 τραγούδια τής Anne Briggs, για να την απολαύσω εντελώς το 2006, όταν η «τζαζεμένη» εταιρία Bo’ Weavil προσέφερε, σε μία limited-αριθμημένη έκδοση βινυλίου υψηλής αισθητικής, 20 Topic-ά κομμάτια ηχογραφημένα την περίοδο 1964-1971 (ένα EP, ένα LP και κάποιες συμμετοχές της σε συλλογές της εποχής). Αν είναι να πω τα απολύτως απαραίτητα για την τέχνη της Anne Briggs τούτα θα συνοψιστούν στο εξής. Σπάνια φωνή, εντυπωσιακής μουσικότητας, που απέδιδε τα μέγιστα στα a cappella κομμάτια (“The snow it melts the soonest”, “Thorneymoor woods”, “The cuckoo”, “Young tambling”). Δύσκολο; Οπωσδήποτε. Όχι όμως αδύνατον γι’ αυτήν την κυρία πια, που εξακολουθεί να ζει με το δικό της τρόπο κάπου στις Εβρίδες, απολαμβάνοντας, υποθέτω, τις εκπεφρασμένες τιμές των συναδέλφων της (Eliza Carthy, Kate Rusby, David Tibet, Beth Orton, Richard Thompson, Decemberists...). 6. C.O.B – Spirit Of Love – UK. CBS 69010 – 1971
Τα αρχικά σημαίνουν... Clive’s Own Band. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την μπάντα του κιθαρίστα και τραγουδιστή Clive Palmer, ιδρυτικoύ μέλους των Incredible String Band, αλλά και των Famous Jug Band. Τη γνωριμία μαζί τους την ξεκίνησα «ανάποδα». Πρώτα άκουσα το δεύτερο LP τους “Moyshe McStiff...” [Polydor, 1972] – δεν μπορώ να πω πως με είχε ενθουσιάσει – και μετά, δηλαδή 3-4 χρόνια πριν, το πρώτο τους “Spirit of Love”· ήταν ένας φίλος που το «κατέβασε», προτείνοντάς μου να το ακούσω. Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για ένα από τα ωραιότερα έργα ψυχεδελικής folk εκείνων των χρόνων (εντάξει, υπάρχουν κι άλλα). Είναι η φωνή τού Palmer, είναι οι συνθέσεις του (μετά των John Bidwell και Mick Bennett), είναι οι... αρχαιοπρεπείς μελωδίες, το απόκοσμο άρωμα των τραγουδιών “Music of the ages”, “Soft touches of love”, “Scranky black farmer”, “Serpent’s kiss” και “Sweet slavery”; Ό,τι και νά’ναι, ένα είναι σίγουρο. Το «Πνεύμα της Αγάπης» είναι για το ράφι με τα folk highlights, όχι μόνον ως CD-R, αλλά και ως βινύλιο· στην πρόσφατη επανέκδοση της Tapestry (τι να κάνουμε;), μια και το original στη CBS ξεπερνά τα 200 δολάρια. 7. MAGIC CARPET – Magic Carpet – UK. Mushroom 200 MR 20 – 1972
Είχα υπ’ όψιν μου τη λονδρέζικη Mushroom Records ήδη από τα χρόνια του ’80, όταν έψαχνα να εντοπίσω, από τότε, τα δύο άλμπουμ που είχε εκδώσει εκεί, στις αρχές των seventies, ο Ανδρέας Θωμόπουλος. Στην πορεία άκουσα βεβαίως και τους Second Hand, και τους Chillum, και τον Simon Finn, ενώ κάποια στιγμή είχα βρει στο παλιό δισκάδικο Playback, στη Διδότου, και το “The Peaceful Music of” του Ustad Ali Akbar Khan (όλα στο Μανιτάρι). Έλειπαν όμως οι Magic Carpet... μέχρι το 1995 πάντως, όταν οι ίδιοι μουσικοί πού έφτιαξαν το γκρουπ εκεί γύρω στο ’71 (Alisha Sufit φωνή, ακουστική κιθάρα, Clem Alford σιτάρ, ταμπουράς, Keshav Sathe τάμπλα, κρουστά, Jim Moyes ηλεκτρική κιθάρα) αποφάσισαν να επανεκδώσουν εκείνο το ξεχασμένο, σπάνιο και ακριβό LP τους, προσφέροντάς μας ξανά ένα raga psych-folk κομψοτέχνημα, «όμοιο» του οποίου δύσκολα εντοπίζεις οπουδήποτε. Το προσόν τού “Magic Carpet” είναι ότι περιέχει μικρά σε διάρκεια κομμάτια (τραγούδια βασικά και κάποια οργανικά). Παρακάμπτεται δηλαδή ο σκόπελος να εμπλακεί το γκρουπ σε μακροσκελείς, και ενδεχομένως ανούσιους, αυτοσχεδιασμούς, εμμένοντας, θα έλεγα, σε μία περισσότερο «κατανοητή» κατεύθυνση. Απίθανος, μαγικός δίσκος, δίχως ούτε ένα αδιάφορο ή μέτριο κομμάτι. 8. MEIC STEVENS – Gwymon – Wales. Wren WRL 536 – 1972
Ο Meic Stevens είναι η μεγαλύτερη folk προσωπικότητα της Ουαλίας την τελευταία 45ετία. Ένας ιδιαίτερος τραγουδοποιός, μέγας fan του Bob Dylan, και κάτι σαν «ήρωας» για την εντόπια κοινωνία· όχι όμως ιδιαιτέρως γνωστός έξω απ’ αυτήν (τουλάχιστον έως πριν από λίγα χρόνια). Αιτία; Το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις ηχογραφήσεις του κυκλοφόρησαν μόνον εκεί, και επίσης ότι τραγουδούσε, σχεδόν αποκλειστικώς, στην ουαλική γλώσσα. Αν και το πρώτο του LP “Outlander” [Warner Bros, 1970] ήταν αγγλόφωνο, σχεδόν όλα τα υπόλοιπα ή και όλα-όλα, ήταν στην ουαλική. Το “Gwymon” (Φύκι), δεύτερη long play κατάθεση από το 1972, είναι χαρακτηριστικό του ενισχυμένου folk στυλ του (ο ίδιος ο Stevens κιθάρες, φωνή, ο Paul Martinez μπάσο, ο Graham Smith ντραμς), και ακόμη της θεματικής του με τα διάσπαρτα θρησκευτικά (“Galarnad”), προσωπικά-οικογενειακά (“Daeth neb yn ol”) και μυστικά-μυθολογικά στοιχεία (“Brenin y nos”). Αυτό το τελευταίο άσμα είναι καταπληκτικό. Μπορεί να είναι επηρεασμένο από το “As I went out one morning” του Dylan, έχει όμως τη δική του ορμή. Το ίδιο θα έλεγα και για το ψυχεδελικό “Galarnad” (Θρήνος) που προανέφερα ή το acoustic blues “Gwely gwag” (Άδειο κρεββάτι). Οι ευχαριστίες στην Sunbeam Records, που επανεξέδωσε πριν μερικά χρόνια αυτό το σπάνιο άλμπουμ, νομίζω πως επιβάλλονται. 9. OSSIAN – St. Kilda Wedding – Scotland. Iona IR001 – 1978
Υπάρχουν σίγουρα τρία γκρουπ με τ’ όνομα Ossian· πιθανώς να υπάρχουν κι άλλα. Οι ούγγροι «μεταλλάδες», οι γνωστοί σε όλους μας Πολωνοί του ethnic-improv (με τους ελληνικής καταγωγής Milo Kurtis, Apostolis Anthimos, Sarandis Juwanudis και Jorgos Skolias στις κατά καιρούς line-up τους) και βεβαίως οι «φολκάδες» από την Γκλασκώβη, που τώρα μας απασχολούν. (Παλαιότεροι όλων είναι οι Πολωνοί, οι οποίοι – μάλλον – μόλις έμαθαν για την ύπαρξη των Σκωτσέζων είπαν να γίνουν... Osjan). Το “St. Kilda Wedding” δεύτερο LP των Ossian «σκωτσίζει» ήδη από τον τίτλο του, αφού St. Kilda είναι το όνομα ενός αρχιπελάγους 40 μίλια ΒΔ των ακτών της Σκωτίας, παγκόσμιο μνημείο σήμερα «φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς». Στο εξώφυλλο διαβάζω πως ο τελευταίος γάμος έγινε εκεί το 1926 και πως από το 1930, πρακτικώς, τα νησιά είναι ακατοίκητα. Αν και ο τίτλος θα μπορούσε να δώσει δυνατό «μυστικό» concept, τα τραγούδια των Ossian δεν σχετίζονται μ’ αυτό. Αφορούν σε περίτεχνες διασκευές τραγουδιών της πατρίδας τους, του 18ου αιώνα κυρίως. Οι παίκτες και τα όργανα θα λέγαμε πως το μαρτυρούν (το περίτεχνο). Billy Jackson άρπα, uillean pipes, whistles, John Martin βιολί, τσέλο, George Jackson κιθάρα, μαντολίνο, φλάουτο, Billy Ross φωνή, κιθάρα, dulcimer, whistle. 10. AR LOG – Ar Log – UK. Dingle’s DIN. 305 – 1978
 Διάβασα σ’ ένα site πως τα τρία πρώτα άλμπουμ των Ουαλών Ar Log δεν κυκλοφορούν σε CD. Μπορεί να είναι κι έτσι. Δεν μου κάνει εντύπωση. Ούτε το 20% των folk LPs δεν διατίθεται σε CD· για το αν εντοπίζονται, αυτά ή άλλα, μέσω downloading τι να πω... δεν έχω χρόνο να ψάξω. Και μιλάμε για ένα γκρουπ, που θεωρείται top στην πατρίδα του. Και από τα ελάχιστα εν ζωή με υπερ-τριακονταετή ιστορία. Πάντως, αν ενδιαφέρεστε, το πρώτο τους “Ar Log” δεν είναι ούτε ιδιαιτέρως σπάνιο και, κυρίως, καθόλου ακριβό (το βρήκα σε κεντρικό αθηναϊκό δισκάδικο, πριν από κανα χρόνο, με τιμή 5 ευρώ). Τα 14 θέματα του άλμπουμ πρέπει να είναι όλα παραδοσιακά, ερμηνευμένα με σοφία θα έλεγα και από τα 4 μέλη του γκρουπ (Dave Burns, Dafydd Roberts, Gwyndaf Roberts και Iolo Jones). Dafydd, Gwyndaf, Iolo… Ονόματα ε;

ένα ισλανδικό τραγούδι των FILM

Είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια, που άκουσα τις τελευταίες μέρες. Κυκλοφορεί από την πατρινή Inner Ear σε 45άρι και αφορά σε μια συνεργασία των Ελλήνων Film, με την ισλανδή τραγουδίστρια των Rökkurró, Hildur Kristín. Πρόκειται για το “Harmur fuglsins”. Οι στίχοι είναι του Δημήτρη Μπόρση και μεταφέρθηκαν στην ισλανδική από την Kristín.
Λεπτομέρειες, για τις ελληνο-ισλανδικές συνεργασίες, προσεχώς…

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

JOHNNY CARR Zoo drummer

Ο Johnny Carr δεν είναι Έλληνας, είναι Βρετανός. Παρά ταύτα συνδέεται άμεσα με τη σκηνή του ελληνικού ροκ ήδη από τα early sixties, όταν μαζί με φίλους του από τα American Community Schools της Αθήνας ετοιμάζουν τους Auroras (Jim Motz μπάσο, Paul Velletri ρυθμική κιθάρα, George Alexander lead κιθάρα, Johnny Carr ντραμς), παίζοντας σε παραλίες της Αθήνας (Αστέρια) το καλοκαίρι του ’65, πριν εξελιχθούν (οι Auroras) στους ακόμη πιο φιλόδοξους Zoo (Paul Velletri ρυθμική κιθάρα και αργότερα μπάσο, George Alexander lead κιθάρα και αργότερα πλήκτρα, Nick Jameson μπάσο και αργότερα lead κιθάρα, Johnny Carr ντραμς), οι οποίοι… αγωνίστηκαν σε κλαμπ, σκηνές, αλλά και στη δισκογραφία. Οι Zoo κατόρθωσαν να ηχογραφήσουν τέσσερα 45άρια, με τα τραγούδια “I cry/ Forget today”, “Go/ Six miles from the cage”, “Who’s who/ Let’s make it baby”, “You’re a crazy man/ Something’s got a hold on me” (όλα στην Philips, το 1966), και τα οποία συγκαταλέγονται μεταξύ των καλυτέρων garage της εποχής, πριν χαθούν (οι Zoo) για πάντα από το δισκογραφικό προσκήνιο μετά από το “Drums on the road/ Four point landing”, που βγήκε ως Johnny Carr and His Group, την επόμενη χρονιά (1967). Όπως γράφει στο σεμνό και ολιγόλογο ένθετο ο Johnny Carr: «κάποια στιγμή πήραμε όλοι διαφορετικούς δρόμους, μολονότι κανείς μας δεν εγκατέλειψε τη μουσική. Οι παρούσες ηχογραφήσεις έγιναν στην Αθήνα, στο διάστημα 2008-2009, αν και μερικά από τα μοτίβο που θ’ ακούσετε γυρόφερναν στο κεφάλι μου για περισσότερο από 40 χρόνια». Και όντως, ακούγοντας το “Zoo Drummer” [Cat O’Nine Tales, 2009], στο οποίον τα περισσότερα κομμάτια στηρίζονται σε ιδέες του Carr (ο ίδιος παίζει ντραμς, κρουστά, κιθάρες, μαντολίνο, πλήκτρα, μπάσο και τραγουδά! – σ’ ένα κομμάτι ακούγεται η Θάλεια Μπίστικα, την οποία όσοι την θυμούνται από παλιά, τη θυμούνται από τα «Βουβά Τοπία» των Morel το 1988), αντιλαμβάνεσαι το καλώς – πολύ καλώς! – εννοούμενο «κόλλημα» του ανθρώπου με τη μουσική που μεγάλωσε. Και δεν εννοώ μόνο το surf, το rock ακόμη και το blues των sixties, αλλά και τα ελληνικά ακούσματα (ο… Μαρεγιές ο Κανακάρης, η Μπρατσέρα), τα οποία και ενσωματώνει με ωραίο τρόπο στις συνθέσεις του.
Ο Johnny Carr έκανε ένα άλμπουμ από ψυχής, στο οποίο θέλησε να έχει τον πλήρη έλεγχο, αποτυπώνοντας με ακρίβεια ό,τι είχε στο νου του. Το κατάφερε. Αξίζει να νοιώθει υπερήφανος. Υ.Γ. H ιστορία του Johnny Carr όπως την αφηγείται ο ίδιος... 
https://www.garagehangover.com/zoo_drumsunderthesun/

σύντομες σκέψεις…

Το «πρόβλημα» για έναν τραγουδιστή της ιστορικής διαδρομής του Γιώργου Νταλάρα είναι να εντοπιστούν καινούρια αξιοπρεπή τραγούδια, τα οποία να μπορεί να συντηρήσουν τη δισκογραφική του παρουσία. Αλλά, ακόμη κι αν υποθέσουμε πως τα τραγούδια βρίσκονται, η παλαιά μου απορία παραμένει. Πώς είναι δυνατόν το ενδιαφέρον ενός άλμπουμ, που διαρκεί μίαν ώρα, να παραμένει σταθερό, όταν τα κομμάτια που το συναποτελούν είναι διαφορετικού ύφους (λαϊκά ζεϊμπέκικα και χασάπικα, ροκίζοντα, μπαλάντες, ελαφρά κ.λπ.) – κάτι που επιδεινώνεται και από την κατακερματισμένη ενορχήστρωση; Είμαι της γνώμης πως όσο η ουσία της σχετικής δισκογραφίας ξεφτίζει, δηλαδή εκμηδενίζεται, τόσο πιο πολύ θα πρέπει να είναι επικεντρωμένο το όποιο concept (υποτίθεται πως πρέπει να υπάρχει ένα κάποιο concept). «Στενά» άλμπουμ δηλαδή, που να μπορεί να περιφρουρήσουν το είναι τους, αν όχι και να προτείνουν κάτι πέραν αυτού. Το «Γι’ Αυτό Υπάρχουνε οι Φίλοι» [Legend, 2009] δεν ευτυχεί να έχει ένα… a la Κουγιουμτζή τραγούδι (το πασχίζει ο Μάριος Στρόφαλης στο «Σε τρώει η σκουριά»), παρέχει όμως την (πενιχρή) δυνατότητα στον Νταλάρα να εμπλουτίσει το απόθεμά του με 2-3 κομμάτια, που, πιθανώς, να τα ξανατραγουδήσει στις ζωντανές του εμφανίσεις (π.χ. το «Είναι τραγούδια που πονάνε» των Τάκη Μπουγά-Γιάννη Καλαμίτση ή το «Η ζωή μου μια ιδέα» των Γιάννη Χριστοδουλόπουλου-Γιάννη Γούνα).Ζωντανό, από το Γυάλινο Μουσικό Θέατρο είναι το 2CD “Live” [Lyra] της Φωτεινής Δάρρα, η οποία γι’ άλλη μια φορά υποστηρίζει ότι μπορεί να τραγουδήσει τα… πάντα. (Το έχει υποστηρίξει και στην τηλεόραση). Όχι μόνο τα τραγούδια του Δημήτρη Παπαδημητρίου (πολλά εκ των οποίων, υποθέτω, πως θα τα έχει πει σε πρώτη εκτέλεση – δεν μπορώ, τώρα, να το τσεκάρω), αλλά ακόμη και Άκη Πάνου, Χατζιδάκι, Μούτση, Καλδάρα, Πλέσσα… Η Φωτεινή Δάρρα ζηλεύει (με την καλή έννοια το λέω) τη Βίκυ Μοσχολιού. Φαίνεται, δε, πως πολύ θα επιθυμούσε να καταλάβει και τη… θέση της. Δυστυχώς όμως για ’κείνην, και για όποιαν άλλη συναδέλφισσά της επιθυμήσει κάτι ανάλογο στο μέλλον, η θέση αυτή – που μοιάζει με το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία – δεν υπάρχει. Την έκρυψε στα λαρύγγια της η θεϊκή (όσον αφορά στη φωνή της) εκλιπούσα.Τον Νίκο Πορτοκάλογλου και τον Νίκο Ζιώγαλα τους έχω δει live (παλαιά), τον Μανώλη Φάμελλο όχι. Νομίζω, όμως, πως ως τρίο «κολλάνε». Η τραγουδοποιίες τους έχουν κοινές αφετηρίες, όπως και διαφορές – ok –, παρότι η μπάντα που τους συνοδεύει στο «Απόψε Είναι Ωραία» [Lyra] εξομαλύνει πολλές από τις ανισότητες. Εκείνο που παρατηρώ είναι πως ο Πορτοκάλογλου δεν λέει πολλά τραγούδια από τα πρώτα άλμπουμ των Φατμέ (νομίζω, μ’ ένα πρόχειρο κοίταγμα, πως από τα δύο πρώτα δεν υπάρχει ούτε ένα! – αναφέρομαι βεβαίως στα του CD). Αυτό μου φαίνεται πολύ παράξενο (είναι σαν να δίνει συναυλία ο Σαββόπουλος και να μην περιλαμβάνει στα ενδεχόμενα CD-live του τραγούδια από τον «Μπάλλο» και «Το Βρώμικο Ψωμί»). Αλλά και ο Ζιώγαλας από το «Τζάμπο», τον καλύτερό του δίσκο, λέει μόνο δύο. Τι διάβολο. Συναυλία δίνει, δεν θα πει τον «Πρόσφυγα» και τον «πάτο της καρδιάς μου»; Προσωπικώς, αυτά δεν τα καταλαβαίνω.Η Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων του Δήμου Πατρέων είναι ένα αναγνωρισμένο σύνολο, εντός κι εκτός συνόρων. Υπάρχει, μάλιστα, εδώ και 25 χρόνια… και το άλμπουμ «Τραγούδια κάτω απ’ το φεγγάρι» [Legend, 2010], εδώ και κάποιους μήνες. Ηχογραφήσεις λοιπόν των ετών 1994-2009, που συνέβησαν σε διαφόρους χώρους της Πάτρας (στο Συνεδριακό Κέντρο του Πανεπιστημίου, στο Ρωμαϊκό Ωδείο, στο Θέατρο Απόλλων…) και οι οποίες, τώρα, ενοποιούνται προς χάριν της δισκογραφίας. Γνωστά, πασίγνωστα ελληνικά τραγούδια, ερμηνευμένα από τους Μανώλη Μητσιά, Τάνια Τσανακλίδου, Χρήστο Θηβαίο, Μελίνα Κανά, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Δημήτρη Μπάση, Κώστα Θωμαΐδη, Νίνα Λοτσάρη, Ελένη Πέτα και το φωνητικό σύνολο Ηχώ. Μία γενική παρατήρηση έχει να κάνει με το γεγονός της αποκατάστασης ή μη ενός κάποιου ηχητικού όγκου, ώστε το όλον ακρόαμα να μην ακούγεται, από τραγούδι σε τραγούδι, ετεροβαρές. Δύσκολο. Και για τεχνικούς λόγους (διαφορετικοί τόποι, και ημερομηνίες ηχογράφησης), και για λόγους εξοικείωσης των τραγουδιστών με μιαν ορχήστρα μαντολίνων δίπλα τους (υπάρχουν ακόμη μαντόλες, κιθάρες και μπάσο). Δεν μπορώ να πω ότι οι ερμηνείες με ενθουσίασαν (απεναντίας), εξαιρουμένων, βασικά, εκείνων του Κώστα Θωμαΐδη και της Τάνιας Τσανακλίδου.Από το αρχείο ηχογραφήσεων της ίδιας ορχήστρας προέρχεται και το καινούριο «ζωντανό» διπλό CD του Μανώλη Μητσιά «Από τον Τσιτσάνη στον Χατζιδάκι» [Legend, 2010], ηχογραφημένο σε δύο δόσεις· τον Δεκέμβριο του 2001 τα τραγούδια του Τσιτσάνη και έξι χρόνια αργότερα τα τραγούδια του Χατζιδάκι. Ενώ, λοιπόν, πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά live, η παραγωγή (Γιώργος Μακράκης) αποφασίζει να τα ενοποιήσει (σε στυλ ένα κομμάτι του ενός, ένα του άλλου), αδιαφορώντας για την αυτοτέλεια και την διαφορετικότητά τους. Εμένα, κάτι τέτοιο δεν με βρίσκει σύμφωνο. Άλλους, μπορεί να τους βρίσκει.Έχει μιαν ενότητα το άλμπουμ της Πίτσας Παπαδοπούλου, με τον κακό τίτλο «Νά’χε Καρδιά η Μοναξιά» [Μικρός Ήρως, 2010]. Μου θυμίζει τόπους-τόπους… Νικολόπουλο-Ρασούλη από τα early 80s («Μακριά κι αγαπημένοι», «Όποιος δεν χώρισε»). Έχει, δε, και καλά τραγούδια (το ζεϊμπέκικο «Τι σου έκανα, αγάπη» των Παναγιώτη Στεργίου-Γιάννη Μανιού, το «Επιστρέφω» του Ορφέα Περίδη, τη λαϊκή μπαλάντα «Στης ζωής τα πέλαγα» των Χριστοδουλόπουλου-Γούνα – πάλι αυτοί – το «Άλλαξε ο πλανήτης σου» της Βάσως Αλλαγιάννη), που ταιριάζουν με το προφίλ της καλλιτέχνιδας· και όχι απλώς ταιριάζουν, αλλά μπαίνουν και μεταξύ των καλυτέρων που έχει πει στη 40χρονη καριέρα της.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

THE SIMONSOUND electro vertigo

Με τ’ όνομα Simonsound αναγνωρίζονται δύο τύποι από το Brighton, ο Simon James και ο Matt Ford (αλλιώς DJ Format). Οι άνθρωποι ζουν το δικό τους… δράμα. Συμπεριφέρονται, ηχητικώς, λες και βρίσκονται κλεισμένοι σε κάποιο εργαστήριο της IBM (των sixties!), κι εκεί, στα διαλείμματα ενός κοπιαστικού ωραρίου, βρίσκουν τον τρόπο να συγκεντρωθούν επεξεργαζόμενοι έναν τρόπο electro-pop αφήγησης, που κάποτε θα εθεωρείτο «πρωτοπορία», αλλά που τώρα μοιάζει, απλώς και μόνον, με «ηχο-φιλικό» καθήκον. Ναι, καθήκον, και πρόβλημα ουδέν! Σπανίως συναντάς στις μέρες μας ένα τόσο καλοφτιαγμένο old-school electro, με σαφέστατη 00s αύρα – δεν πρόκειται δηλαδή για άλμπουμ, που θα μπορούσε να το μπερδέψεις έστω και κατά το ελάχιστον με παραγωγή του ’60 – ικανό να σε παρασύρει, αρχικώς, σ’ έναν κυκεώνα αναμνήσεων. [Ανοίγεις το gatefold cover και ξαναβλέπεις (αν…) από διατρητικές ταινίες τηλετύπων και τα πρώτα ηλεκτρονικά ωρολόγια χειρός (μαύρο καντράν-κόκκινες ενδείξεις), μέχρι κάτι βαρύτατες Olympus ή τα πρώτα «γομάρια» scientific calculators, που… έφθαναν μέχρι τη διαίρεση]. Μέσα, λοιπόν, απ’ όλην αυτή την ποθητή (στο μάτι) γκατζεταρία ξεπηδά μία αναλόγως ποθητή στο αυτί μούζικα, ένα αναλογικό patchwork, που ανακαλεί στη μνήμη μου όχι μόνον το σχετικό… εργαστηριακό προσωπικό της περιόδου, με τα κατάλευκα υποκάμισα, τις μακρόστενες γραβάτες και τα semi-rimless μυωπικά γυαλιά, αλλά και τους μουσικούς-επιστήμονες τύπου Dick Hyman και Gershon Kingsley· ή, για να το πάω στα… βρετανικά ανάλογα, τύπου Delia Derbyshire ή David Vorhaus. (σ.σ. Είχα γράψει Klaus Voormann αντί για David Vorhaus, αλλά, ευτυχώς, το είδε ένας φίλος, ενημερώνοντάς με εγκαίρως, ώστε να προβώ στη διόρθωση. Και βεβαίως εννοούσα τον Vorhaus. Εξάλλου το "An Electric Storm" των White Noise είχα κατά νου. Εκεί όπου η Delia Derbyshire μαζί με τον Brian Hodgson ήταν οι υπεύθυνοι της electronic sound realisation και ο David Vorhaus ο... production co-ordinator και επί των special stereo effects. Ευχαριστώ, λοιπόν, το φίλο και ζητώ συγγνώμη, για το πρόσκαιρο λάθος, από τους αναγνώστες).Το αποτέλεσμα στο “Reverse Engineering” [First Word, 2010] είναι συναρπαστικό, όχι μόνο δια της αναπαραστάσεως των μουσειακών electro τσιτάτων των sixties, όχι μόνο δια των ανακατασκευασμένων Kraftwerk, αλλά και Bob James, Jimmy Castor Bunch (ους ο θεός συνέζευξε… funk μη χωριζέτω), αλλά και δημιουργώντας (οι Simonsound) μία σειρά δικών τους συνθέσεων, ικανών να τρυπάνε το κεφάλι μας για ώρες.
Κάπου υπήρχαν μερικά Καλμόλ, αλλά, μάλλον, έχουν λήξει…

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

TINTIN JAZZ

Η αγάπη των Βέλγων για τα comics είναι γνωστή τοις πάσι. Δεκάδες οι χάρτινοι ήρωες, που γνώρισαν παγκόσμια εκδοτική επιτυχία τα τελευταία 60+ χρόνια. Ίσως, δεν είναι τόσο γνωστή η αγάπη τους για την jazz. Όμως και αυτή είναι μεγάλη, αν αναλογισθούμε την τιμή με την οποίαν περιποιούν πρόσωπα όπως ο Django Reinhardt π.χ. Comics και jazz ήταν λογικό λοιπόν να τα συνδέσουν μέσα στα χρόνια, μ’ έναν τρόπο που φαίνεται σε πρώτη φάση... ξεκάρφωτος. Ποιος είναι όμως εκείνος, που θα μεμφθεί ό,τι αγαπάμε - εννοώ ό,τι αγαπούσαν (και αγαπούν) οι όποιοι Βέλγοι; Ένα περιοδικό, ακόμη και comic, είναι ένα φιλόξενο σπίτι, στο οποίον… όλοι οι καλοί χωράνε.
Πριν από 7-8 χρόνια είχαν πέσει στα χέρια μου μερικά παλαιά Tintin («Τεντέν» γράφουμε στην Ελλάδα κι έχουμε όλοι καταλάβει), όπως και μερικά Spirou (το άλλο θρυλικό, αλλά και ανταγωνιστικό comic) και είναι αλήθεια πως τα ξεφύλλισα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Λεπτό χαρτί, απίθανα χρώματα απείραχτα από το χρόνο. Τεύχη σχεδόν ιστορικά. Το Νο 14 από την 2/4/1963 (όταν το περιοδικό βρισκόταν στον 18ον χρόνο του, που σημαίνει ότι ο Tintin πρωτοκυκλοφόρησε το 1946), το Νο 43 από την 22/10/1963 (που σημαίνει ότι ο Tintin ήταν εβδομαδιαίος), το No 7 από την 18/2/1964, το Νο 3 από την 19/1/1965 (που σημαίνει ότι οι αριθμήσεις μηδένιζαν στην αρχή κάθε χρονιάς) και κάποια ακόμη.Τι απέφερε το πρώτο ξεφύλλισμα; Πέραν από τη μαγεία των χρωμάτων και τις απίθανες ιστορίες (τι θα λέγατε αν βλέπατε σε comic τον εξευρωπαϊσμό της Τουρκίας από τον Kemal Atatürk;), εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν οι σελίδες που αφορούσαν στην jazz (κυρίως), αλλά και στο αυτοκίνητο. Δύο θέματα, που φαίνονται ασύμβατα μεταξύ τους και επίσης ασύμβατα σε σχέση με τον κύριο όγκο του περιοδικού, που είχε να κάνει με την περιπέτεια. Ένα βασικό συμπέρασμα; Το βελγικό Tintin δεν απευθυνόταν αυστηρώς σε πιτσιρίκους, το χαρτζιλίκι των οποίων πιθανώς να μην έφθανε ούτε καν για την αγορά κάποιων δίσκων, πόσω μάλλον για την αγορά αυτοκινήτων. Ας το έχουμε κατά νουν αυτό, μιας και ο δικός μας Τεντέν, δεν ξέφυγε και τόσο από τον εφηβικό/παιδαγωγικό του ρόλο. Με τι καταπιάνονταν λοιπόν οι jazz σελίδες του Tintin;
Τεύχος Νο 14, της 2/4/1963. Με τον Thelonious Monk, μ’ ένα μικρό λεξικό της jazz (επεξηγήσεις των όρων afterbeat, alligator – ο fan της jazz, arrangement κ.λπ.), δημοψήφισμα του γαλλικού περιοδικού Jazz Hot και του αμερικανικού Down Beat για τους κορυφαίους σε κάθε όργανο – αξίζουν οι συμφωνίες: τρομπέτα Miles Davis, τρομπόνι J.J. Johnson, βαρύτονο Gerry Mulligan, κιθάρα Wes Montgomery, βιμπράφωνο Milt Jackson, όργανο Jimmy Smith, ενορχήστρωση Gil Evans, γυναικείο τραγούδι Ella Fitzgerald – και ακόμη jazz νέα και παρουσιάσεις δίσκων (ανάμεσά τους και το “The Blues and the Abstract Truth” του Oliver Nelson). Τεύχος Νο 43, της 22/10/1963. Αφιέρωμα στον Django Reinhardt, αναφορά στον δίσκο “Americans in Europe” της Impulse!, σε παραγωγή του Joachim-Ernst Berendt. Στήλη για τον Albert Bettonville, λαοφιλή βέλγο jazz DJ στο ραδιόφωνο και mega-fan του Duke Ellington – είχε, τότε, 1252 δίσκους του Δούκα! Τεύχος Νο 7, της 18/2/1964. Η νεανική κουλτούρα αρχίζει να παίρνει κεφάλι. Η στήλη Tintin Jazz δεν υπάρχει, παραχωρώντας τη θέση της στην Tintin Teen-agers. Δισκοκριτικές λοιπόν για τους Rocky Roberts, Jokers, Ria Bartok, Rika Zaraï, Lucky Blondo, Gamblers, Leny Escudero και άλλους pop ήρωες (και ηρωίδες) της εποχής. Τεύχος Νο 3 της 19/1/1965. Οι παλιές αγάπες δεν ξεχνιούνται. Η στήλη Tintin Jazz μπορεί και πάλι να απουσιάζει, υπάρχει όμως ένα δισέλιδο(!) αφιέρωμα στον Donald Byrd. Ο πιτσιρίκος λοιπόν, συγχρόνως με τη… διαφυγή που του προσέφερε το περιοδικό, έπαιρνε και το σπόρο της μουσικής. Έτσι ξεκινάει, σωστά, η φάση και όχι από τα ωδεία και τα σχολεία...Τεύχος Νο 5 της 2/2/1965. Οι Beatles κυριαρχούν στη νεανική κουλτούρα και ο Tintin δεν έχει παρά να τους χαρίσει όχι μόνο το εξώφυλλo, αλλά κι ένα «σαλόνι» του.
Ίσως θα είχε κάποιο ενδιαφέρον («κάποιο» λέω), αν ξέραμε τι αυτοκίνητα οδηγούσαν (αν οδηγούσαν), οι jazz μουσικοί της εποχής. Γιατί, εντάξει με το rock n’ roll και την κουλτούρα του αυτοκινήτου στα μέσα του ’50, ήταν σημεία που αυθωρεί συνδέθηκαν· με την jazz όμως τι συνέβαινε; Οδηγούσε ο Davis καμμιά Plymouth Barracuda ή περίμενε στη στάση για να πάει στο στούντιο; Ο Coltrane, όταν δεν προσευχόταν, μήπως καβάλαγε καμμιά Chrysler LeBaron κι έπαιρνε τους δρόμους ή περίμενε για ταξί; Οι Βέλγοι, αν και… χωριάτες για τους Γάλλους, φαίνεται πως ψυλλιάζονταν, δίνοντας ένα μικρό νόημα στις απαντήσεις.