Δεν βρίσκω να διαβάσω, πια, ουσιαστικά κείμενα για τη μουσική σε περιοδικά κι εφημερίδες και στενοχωριέμαι γι’ αυτό. Η καθημερινή μουσικογραφία εξαντλείται στο ποιος εμφανίζεται εδώ, ποιος εμφανίζεται εκεί, στις «κριτικές» των 30 λέξεων, στις επαναδιατυπώσεις των δελτίων Τύπου, σε συνεντεύξεις που δεν κομίζουν τίποτα καινούριο, στην κατάληψη του διατιθέμενου χώρου (που είναι έτσι κι αλλιώς περιορισμένος) από τεράστιες φωτογραφίες. Φάτε μάτια ψάρια… Υπάρχει ένα hip, θεμιτό ως ένα βαθμό, που έχει να κάνει σχέση με τα καινούρια (νεανικά) ονόματα, αλλά κι από ’κει δεν βγαίνει κάτι. Καλύτερα ν’ ακούς τα CD, παρά να καταπονείσαι από τα διάφορα-αδιάφορα λέγε-λέγε. Κι ενώ έτσι έχει, γενικώς, η κατάσταση χαίρομαι (διπλά), όταν… διαψεύδομαι. Στην χθεσινή
Lifo (τεύχος 280, 2/2/2012) δύο σαλόνια (δύο δισέλιδα δηλαδή), αφιερωμένα στη μουσική, δίνουν αφορμές για κάποιες σκέψεις. Αρχικώς, η συνέντευξη του
Θανάση Παπακωνσταντίνου στον Φώτη Βαλλάτο...
Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είναι από τους καλλιτέχνες που εκτιμώ. Έχω γράψει καλά λόγια για όλους τους δίσκους του από τα «Λάφυρα» και μετά (όπως έχουν γράψει κι οι περισσότεροι), ενώ διαβάζω, άμα τις πετύχω, και τις συνεντεύξεις του, επειδή μιλάει (απαντάει) πάντα απλά, δίχως περισπούδαστο ύφος. Στον Θανάση Παπακωνσταντίνου μου αρέσει που εμφανίζεται μονίμως ως
έξω από τα πράγματα (και είναι φρονώ). Αποφαίνεται σαν να του λείπουν οι πληροφορίες (και του λείπουν), πράγμα που τον μετατρέπει αυτομάτως σ’ έναν τύπο σοφού· και τούτο γιατί συμπεραίνει με βάση την έμπρακτη γνώση, τη φαντασία και το συναίσθημα (αν και όχι πάντα με ακρίβεια, για τα δικά μου μέτρα). Μπορεί ν’ ακούς ορισμένες φορές αναμενόμενα πράγματα, σκέψεις ή πληροφορίες προφανείς, αλλά ξέρεις πως όσα λέει είναι αυθεντικά. Ανεπιτήδευτα. Δεν τα διάβασε στο
Αθηνόραμα, στην
Athens Voice και τη
Lifo, μεταφέροντάς τα τσάτρα-πάτρα…
σπάζοντας τηλέφωνα.
Προτιμώ λοιπόν να διαφωνώ με τον ανεπιτήδευτο, παρά να συμφωνώ με τον επιτηδευμένο.
Ας πούμε, ο Παπακωνσταντίνου δεν… ντρέπεται να πει πως νοσταλγεί και μάλιστα
«πάρα πολύ» – κι ας έχουν φθάσει κάποιοι «προχωρημένοι» να θεωρούν τη νοσταλγία κάτι σαν αμάρτημα. Άνθρωποι στην επαρχία φαίνεται πως νοσταλγούν περισσότερο από εμάς του άστεως. Για να νοσταλγήσεις χρειάζεται κενός χρόνος, κανονικές συνθήκες (πίεσης-θερμοκρασίας), φυσικό τοπίο... Κυρίως χρειάζεται μία ηθελημένη μοναξιά (στο άστυ το παλεύεις, αλλά είναι δύσκολο να το καταφέρεις), μα και μια δύναμη να τοποθετείσαι έξω από το χρόνο, απορρίπτοντας ο,τιδήποτε περιττό που προστέθηκε στη διαδρομή… κι έτσι, σχεδόν γυμνός, ν’ ανοίγεις το θησαυροφυλάκιο της μνήμης. Και τι ανακάλυψε ο Παπακωνσταντίνου εκεί, στο δικό του μπαούλο; Τον Δεληκάρη, τον Σιδέρη, τη Βίκυ Λέανδρος, τους Olympians και τον Τόλη Βοσκόπουλο. Δε νοιώθει, όμως, υπερήφανος για τα μουσικά ακούσματα, των παιδικών ή εφηβικών του χρόνων. Όπως ο ίδιος λέει:
«…τελικά, ό,τι ακούσματα και αν έχει κανείς από μικρός, όταν κάποια στιγμή στη ζωή του συναντήσει την πραγματική τέχνη, αν τη συναντήσει κι έχει την ευαισθησία και τις αισθήσεις να το αντιληφθεί, τότε δεν πρόκειται να το ξεχάσει. Έχει ένα μέτρο σύγκρισης για να ξεφύγει από τα σκουπίδια».
Νομίζω πως στο συγκεκριμένο θέμα ο Παπακωνσταντίνου αποφαίνεται ως επαρχιώτης (δεν την χρησιμοποιώ υποτιμητικώς τη λέξη, αλλά με το κοινωνικό της εκτόπισμα). Στην επαρχία –και το λέω τούτο επειδή έχω ζήσει στην επαρχία– πολλοί άνθρωποι σκέφτονται εντός κάποιων ορίων, με σαφείς συντεταγμένες. Δεν είναι τόσο ευέλικτοι, είναι συντηρητικοί και πολωμένοι (ανεξαρτήτως του τι ψηφίζουν, προφανώς), επειδή οι ρόλοι τους είναι πολύ συγκεκριμένοι στα ποικίλα δούναι και λαβείν και οι καταστάσεις που βιώνουν συνήθως μεσ’ τα πλαίσια (ο εκτός πλαισίων είναι δακτυλοδεικτούμενος). Στη μεγάλη πόλη, και στη μεγαλύτερη ακόμη περισσότερο, οι καταστάσεις είναι μπερδεμένες. Αυτό σε κάνει περισσότερο διαλλακτικό, σε οδηγεί να ψάχνεις τις τομές των πραγμάτων, αν θέλεις να πας πιο κάτω. Μπαίνοντας σε μία τέτοια διαδικασία σκέψης και δράσης, αρχίζεις να βάζεις… κρασί στο νερό σου (εγώ έτσι το βλέπω και όχι ανάποδα), αντιλαμβανόμενος καλύτερα τη ροή των πραγμάτων – το χθες, το σήμερα ή το αύριο. Ο χρόνος κυλάει με αδυσώπητο τρόπο και δεν έχεις κανένα περιθώριο για απώλειες. Μισό τραγούδι του Βοσκόπουλου, τρία/τέταρτα της Βίκυς, ένα των Olympians μπορείς να το εκτιμήσεις, να το αναγνωρίσεις και, γιατί όχι, να σου καλυτερεύσει τη ζωή. Καθότι, αν ακούσεις το καλύτερο τραγούδι του Άκη Πάνου, που όλως τυχαίως έχει ερμηνεύσει-απογειώσει ο Βοσκόπουλος, είναι σαν να περπατάς στις όχθες του Πηνειού, ακούγοντας τ’ αηδόνια.
«Δε μου κάνει αίσθηση καμμία, αν θα φύγεις τούτη τη στιγμή…»…
Η περίπτωση του
Τάσου Φαληρέα (1940 ή ’41-2000) είναι αυτή για την οποία συζητώ. Του ανθρώπου που μπόρεσε (εντός του βασικά) να ενώσει τα ασύνδετα. Να εξαγωνίσει τα μουσικά του γούστα (ή περίπου γούστα) να καθίσει στο κέντρο βάρους τους και να τα χαζεύει. Rolling Stones, Bob Dylan, Διονύσης Σαββόπουλος, Raffaella Carrà, Τσιτσάνης, Άκης Πάνου… Υπάρχει στην τρέχουσα
Lifo ένα δισέλιδο, γραμμένο από τον Σταύρο Διοσκουρίδη (λένε τη γνώμη τους και άλλοι), με αφορμή το βιβλίο «Χαριστική Βολή» [εκδ. Ιστός], που ανθολογεί κείμενα του Φαληρέα από διάφορα έντυπα (δεν το έχω διαβάσει). Ο Διοσκουρίδης δεν τα λέει και τόσο καλά και επ’ αυτών θα φιλολογήσω.
Το άρθρο επιγράφεται
«όψεις ενός ρομαντικού της δισκογραφίας». Ρομαντικός κάποιος, που έπεισε τον Sol Rabinowitz (αφεντικό της ελληνικής CBS) να φέρει δύο φορές την Raffaella Carrà στην Ελλάδα το 1976-77 (μέχρι και με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα την είχε βάλει να παίξει στο παλαιό «Εκείνες κι Εγώ») και να ξεσκιστεί στο τάλιρο; Έλα Παναγία μου.
Ο Φαληρέας ήταν πάνω απ’ όλα έμπορος. Καλός έμπορος. Και τίποτα μειωτικό δεν υπάρχει σ’ αυτό. Ας αφήσουμε κατά μέρος τους… ρομαντισμούς και άλλα τέτοια χαζοχαρούμενα. Αλλά και ο υπότιτλος του άρθρου «μπάζει».
«Η ανθολογία των κειμένων του Τάσου Φαληρέα φέρνει πάλι στο φως το έργο και το πνεύμα του ανθρώπου που καθόρισε κι επηρέασε ολόκληρες γενιές μουσικών και μουσικόφιλων». Εγώ νομίζω πως ο Φαληρέας επηρέασε περισσότερο κάποιους από τους μουσικούς με τους οποίους συγχρωτιζόταν (όχι γενιές μουσικών) και ελαχίστως τις… γενιές των μουσικόφιλων. Οι μουσικόφιλοι επηρεάζονταν (χρησιμοποιώ παρελθοντικό χρόνο, επειδή δεν ξέρω, σήμερα, από ποιους επηρεάζονται οι έλληνες μουσικόφιλοι) στην πλειονότητά τους από πιο... ταπεινούς γραφιάδες. Εξάλλου, εξ όσων γνωρίζω, ο Φαληρέας δεν ασχολήθηκε με την εφηρμοσμένη δισκοκριτική, που είχε τα πρωτεία συνήθως (η δισκοκριτική), στη διαμόρφωση των ακουσμάτων, ούτε θυμάμαι να είχε στα seventies και τα eighties ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές (νομίζω πως ενόσω δούλευε σε εταιρείες αρνείτο να εμφανίζεται και ως μιντιακός μεσάζων). Ο Φαληρέας μπορεί να επηρέασε τον Σαββόπουλο (αν και ο ίδιος το είχε αρνηθεί) και τον Πορτοκάλογλου, ενδεχομένως και κάποια δημοσιογραφική ιντελιγκέντσια (ξέρω ’γω τον Χρήστο Βακαλόπουλο ή τον Κώστα Γιαννουλόπουλο), αλλά με τίποτα δεν είχε την επίδραση στις μάζες των μουσικόφιλων που είχε φερ’ ειπείν ο Αργύρης Ζήλος. Μη λέμε πράγματα που δεν ισχύουν.
Περαιτέρω, εκείνο που λέει ο Διοσκουρίδης πως ο Φαληρέας υπήρξε
«ο ορισμός του πνεύματος της γενιάς των Ελλήνων beat» είναι υπερβολή, για να μην πω πως είναι εκτός τόπου και χρόνου. Ο
«ορισμός του πνεύματος της γενιάς των Ελλήνων beat» μπορεί να ήταν ο ποιητής Σπύρος Μεϊμάρης ας πούμε, και όχι ο άνθρωπος που… πέταγε γιαούρτια όλη μέρα σε διάφορες φάτσες που δεν του άρεσαν (κατά τα δικά του λόγια). Ο τεντυμποϊσμός δεν έχει καμμία σχέση με το beat. Μόνο στην Ελλάδα ανακατεύονται όλα με όλα και στο τέλος δε μένει τίποτα όρθιο.
Πιο κάτω ο Διοσκουρίδης γράφει κάτι περί της «χαμένης γενιάς» του Φαληρέα, αναφερόμενος στη
«γενιά που πάνω που ετοιμαζόταν να βγει, την τσάκισε η χούντα». Θα το ξαναπώ. Ασχοληθείτε με τις «κριτικές» και μη γράφετε για πράγματα που δεν κατέχετε. Προσέξτε τι είχε πει ο ίδιος ο Τάσος Φαληρέας σε μια συνέντευξή του στον
Ήχο (τεύχος 243, 6/1993), τα bold γράμματα δικά μου:
«Φυσικά είχα πάει στη συναυλία των Στόουνς (σ.σ. 17/4/1967) στον Παναθηναϊκό. Είχαμε πάει με τον Πουλικάκο. Εγώ φορούσα μια γούνα και αυτός διάφορα περίεργα πράγματα, και έτσι όπως βγήκαμε από τη συναυλία και είμαστε και λίγο μαστούρηδες, άρχισαν να μας ξεφωνίζουν. Εμείς κουβαλάγαμε πέτρες στις τσέπες μας γι’ αυτές τις περιπτώσεις και τις πετάγαμε σ’ αυτούς και αυτοί μας απαντούσαν. Είχαμε πάει και στην υποδοχή, στο αεροδρόμιο, όπου πλακωθήκαμε με την αστυνομία κ.λπ. Όταν έγινε η χούντα εμείς συνεχίσαμε με τον ίδιο ρυθμό, μόνο που τα πέντε άτομα που είμασταν η παρέα, είχαμε γίνει πεντακόσιοι».
Κατά τα λεγόμενα του Φαληρέα λοιπόν η χούντα όχι μόνο δεν τσάκισε τη γενιά του, αλλά και την πολλαπλασίασε! Αυτή είναι η ουσία, όλα τα υπόλοιπα είναι φληναφήματα.
Ο Φαληρέας δεν ήταν κάποιος χαζός, που νόμιζε ότι πήγαινε κόντρα στη χούντα επειδή κάπνιζε
μαύρο, διάβαζε Ginsberg (αν διάβαζε) και άκουγε ροκ. Ήξερε να κάνει σωστές διακρίσεις και αντιλαμβανόταν ποιοι ήταν εκείνοι που έκαναν πραγματική αντίσταση, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια τους της ζωή. Όταν έγινε η
«περίφημη σύλληψη» και φυλακίστηκε (με τον Πουλικάκο, τον Πολύτιμο και τον Μπαράκο) είδε τι συνέβαινε «μέσα». Όπως γράφει στην ίδια συνέντευξη στον
Ήχο:
«Καθίσαμε 27 μέρες στην Ασφάλεια και πεντέμιση μήνες στου Αβέρωφ. Εκεί είδαμε και τα βασανιστήρια και την Αριστερά.(…) Με την πολιτική δεν είχαμε καμμία σχέση. Όμως λυπόμασταν που τους βλέπαμε να τους δέρνουν. Και τους ποινικούς δέρνανε, αλλά εμείς υποτίθεται ότι είμαστε χαμένα κορμιά…». Τώρα, τι σχέση έχουν τα
«χαμένα» κορμιά» του Φαληρέα, με τη
«χαμένη γενιά» του Διοσκουρίδη νομίζω πως το αντιληφθήκατε. Απηυδισμένος από την άκρατη πολιτικοποίηση της Μεταπολίτευσης και την τροπή που έπαιρναν τα πράγματα όσον αφορούσε στην αντιστασιακή δράση επί επταετίας, ο Φαληρέας είχε τη ζούρλα να γράψει ένα κείμενο με τον απίθανο προβακατόρικο τίτλο
«Πότε θα κάνει ξαστεριά. Καλύτερα ποτέ»… νοσταλγώντας κι αυτός τις εποχές που έτρωγε ξύλο στα κρατητήρια, σαν να ήταν αντιστασιακός, μαζί με το Θεοδωράκη και τον Κύρκο. (Το β μέρος του
«Πότε θα κάνει ξαστεριά. Καλύτερα ποτέ» δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του ’88, στο προοίμιο του περιοδικού
Δισκογραφία).
Πιο κάτω ο Διοσκουρίδης πετάει άλλη μία κοτρώνα ότι το δισκάδικο
Pop 11 τάχα…
«που διατηρούσε στην οδό Σκουφά o Φαληρέας θύμιζε όλα αυτές τις παράξενες ‘τρύπες’ με τα περίεργα όντα που έχουμε δει σε ταινίες όπως το High Fidelity». Το Pop Eleven εκείνης της (πρώτης) εποχής δεν είχε, και δεν θα μπορούσε να έχει, καμμία σχέση με τα δισκάδικα της δεκαετίας του ’80 και του ’90. Εννοώ πως η ψυχοδυναμική των ανθρώπων που ψώνιζαν σ’ αυτό το μαγαζί, το ’72 ας πούμε, απείχε παρασάγγας από τις γενιές των συλλεκταράδων, που δαπανούσαν απίστευτα ποσά για ν’ αποκτήσουν έναν original δίσκο των 13th Floor Elevators και αργότερα των Music Emporium. Τι σχέση έχουν τα
«όντα» του ’72 με τα
«όντα» του ’92; Οι μεν αγόραζαν δίσκους για τη μαγεία της ακρόασης, βασικά αδαείς και απληροφόρητοι, ενώ οι άλλοι είχαν μπει ήδη στο trip του συλλέκτη και στη λόξα του φετιχιστή, έχοντας κάνει την πληροφορία κορδόνι (μη μου πείτε για τις εξαιρέσεις).
Τέλος πάντων, υπάρχουν και άλλα που θα μπορούσα να θίξω στο άρθρο αλλά για την ώρα κουράστηκα…