Κυριακή 26 Μαΐου 2013

JON LUNDBOM & BIG FIVE CHORD – MOSTLY OTHER PEOPLE DO THE KILLING μία σημαντική jazz παρέα

Έχω αναφερθεί κι άλλες φορές στα κατορθώματα των Jon Lundbom & Big Five Chord και των Mostly Other People Do the Killing, σημειώνοντας την αξία και τη σημασία αυτών των σχημάτων (και των μουσικών που τα αποτελούν) στην δημιουργία ενός άλλου πόλου εντός της σύγχρονης νεοϋορκέζικης jazz scene. Δύο νέες κυκλοφορίες της παρέας έρχονται να επιβεβαιώσουν τα (πάντα) καλά λόγια…
Το βινύλιο των Jon Lundbom & Big Five Chord No New Tunes [Hot Cup Records 122] τυπώθηκε προς το τέλος της προηγούμενης χρονιάς σηματοδοτώντας την τρίτη κυκλοφορία τους (ακολουθώντας το “Quavers! Quavers! Quavers! Quavers!” του 2011) στην εταιρεία από το Long Island. Οι Jon Lundbom & Big Five Chord (Jon Lundbom κιθάρα, Jon Irabagon άλτο και σοπράνο σαξόφωνα, Bryan Murray τενόρο και… balto σαξόφωνα –στο άλτο έχει προσαρμοστεί επιστόμιο βαρύτονου–, Moppa Elliott μπάσο, Dan Monaghan ντραμς) είναι ένα σχήμα που κινείται στα όρια του σύγχρονου hard bop, έχοντας όμως μία προφανή rock συμπεριφορά. Υπάρχει η ένταση, η δύναμη των soli, το ακρογωνιαίο rhythm section, τα υπεργρήγορα tempi, αλλά υπάρχει και η complex αντίληψη της M-Base, όπως και ο groovy «αυθορμητισμός» μουσικών, που μετατόπισαν τα αισθητικά δεδομένα εκεί στις αρχές του ’90 προς πιο heavy-σύνθετες καταστάσεις· μάλιστα, το άλμπουμ ανοίγει με ένα sample από το “The Tao of Mad Phat: Fringe Zones” [Novus/RCA] των Steve Coleman & Five Elements από το 1993, δείχνοντας από πού άρχεται και που, ενδεχομένως, θα καταλήξει. Ανοίγοντας με το “The bad! thing” (το πανικόβλητο κιθαριστικό σόλο του Lundbom ακολουθείται από τη διπλή improv επέλαση του Murray στο τενόρο και του Irabagon στο σοπράνο) και συνεχίζοντας με το “Talent for surrender” ένα ήπιο, φαινομενικώς, track, με τον Lundbom να παίζει παπάδες και τον Murray να στέλνει το τενόρο του σε άλλα σύμπαντα (ή μάλλον «όχι», αφού ο Sonny Rollins ζει – να είναι καλά ο άνθρωπος), το μόνο που απομένει (για να κλείσει η πλευρά) είναι το “And be made visible (part I)” ένα άνετο improv track για κιθάρα και μπάσο κυρίως, πριν σκάσει προς το τέλος ο Murray και δώσει μερικά γεμίσματα. Στην Side B το κομμάτι που κυριαρχεί είναι το 8λεπτο “The other third one”, ένα jazz-progressive track με βαρέων βαρών ρυθμικό τμήμα, με τους Elliott και Monaghan δηλαδή να στρώνουν και να μοιράζουν όλο το παιγνίδι και με τα soli (σαξόφωνα, κιθάρα) που «τοποθετούνται» πάνω στη εν λόγω ρυθμική βάση να είναι το ίδιο καταιγιστικά και βαρέα. Εξαιρετικό κομμάτι! Το closing trackOf being done to” θα μας επαναφέρει σε πιο swinging να τις πούμε καταστάσεις, με τον Irabagon να πετάει και τον Lundbom να ολοκληρώνει μ’ ένα δεξιοτεχνικό σόλο.
Έχοντας ως μέλη τους Peter Evans τρομπέτες, Jon Irabagon τενόρο, άλτο, σοπράνο, σοπρανίνο, φλάουτο, Moppa Elliott μπάσο και Kevin Shea ντραμς, κρουστά, οι Mostly Other People Do the Killing (MOPDtK) κυκλοφόρησαν στις αρχές του 2013 το πέμπτο στούντιο άλμπουμ τους που έχει τίτλο Slippery Rock!” [Hot Cup Records 123]. Πριν ακούσω το CD έριξα μια ματιά στο κείμενο κάποιου Leonardo Featherweight που υπάρχει στο cover, διαβάζοντας εκεί πως το εν λόγω άλμπουμ καταγράφει την απόπειρα των MOPDtK να προσεγγίσουν την pop πλευρά της jazz, όταν αυτή (η jazz), ως smooth, έδινε κι έπαιρνε εκεί στα τέλη των 70s και τις αρχές των 80s. Παράξενα πράγματα, μα την αλήθεια, αλλά για ν’ ακούσουμε κιόλας τι ακριβώς παίζει
Το πρώτο κομμάτι, το “Hearts content” δεν έχει καμμία σχέση με το smooth ή contemporary στυλ. Είναι ένα track στηριγμένο στα blues, με κάποια hard bop στοιχεία. Το “Cant tell shipp from shohola” έχει έναν mellow χαρακτήρα, αλλά… ουδεμία σχέση. Το “Sayre” μάλιστα. Αλλά είναι παιγμένο μ’ έναν… τέτοιο διαστροφικό τρόπο, ώστε θα έκανε τους «κοντεμποράρηδες» να μην το ξανακούσουν. Το “President polk” έχει έναν funky αέρα, όπως κι ένα σόλο στο σοπρανίνο που θα μπορούσε, αμφότερα, να είναι δανεισμένα από κάποια black-pop επιτυχία της εποχής· αν και αυτό στην πορεία «ξεφεύγει». Φοβερό το “Yeo, yough, yo”. Στηρίζεται μεν σε μια deep-funk βάση (ένα pop track;), αλλά τα νευρικά soli στην τρομπέτα το απογειώνουν. Για να μην πολυλογώ… Οι MOPDtK θέλησαν (κατά τα γραφόμενα) να κάνουν έναν δίσκο tribute στην smooth-jazz, αλλά εκείνο που κατάφεραν, τελικώς, ήταν να την εντάξουν, δίχως πρόβλημα, σε όλο το μήκος και το πλάτος της πρωτοπορίας. Και τούτο, στηριγμένοι στις «τζαζικές» ικανότητές τους, στο χιούμορ τους και βεβαίως στη γνώση της ιστορίας.

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

ΛΑΚΗΣ ΧΑΛΚΙΑΣ ο κορυφαίος εν ζωή έλληνας τραγουδιστής

Πριν λίγες ημέρες «αναγκάστηκα» ν’ ακούσω για κάποιο λόγο τους «Μετανάστες» [ΕΜΙ/ Columbia 2J 062-70135] του Γιάννη Μαρκόπουλου σε στίχους Γιώργου Σκούρτη. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στα στούντιο της Columbia στο διάστημα Μάιος-Ιούνιος 1974 (πριν την πτώση της χούντας δηλαδή) με ερμηνευτές την Βίκυ Μοσχολιού και τον Λάκη Χαλκιά και οργανοπαίκτες τους Κώστα Παπαδόπουλο μπουζούκι, Αριστείδη Μόσχο σαντούρι, Μάριο Κώστογλου κιθάρα, Χάρη Καλέα πιάνο, Νίκο Κεχαγιά μπάσο και Σπύρο Λιβιεράτο κρουστά. Το άλμπουμ ακούστηκε πολύ τους πρώτους μήνες (και τα πρώτα χρόνια) της Μεταπολίτευσης, βγάζοντας τραγουδάρες. Δύο τουλάχιστον απ’ αυτά τα κομμάτια συγκαταλέγονται μεταξύ των ωραιοτέρων ελληνικών τραγουδιών πέραν από εποχές και είδη. Το συγκλονιστικό (για πόσα τραγούδια μπορείς να πεις αυτή τη λέξη και να έχει 100% νόημα;) «Μιλώ για τα παιδιά μου» με τη Βίκυ Μοσχολιού και το απίστευτο ζεϊμπέκικο «Η φάμπρικα» με τον Λάκη Χαλκιά.
Γιώργος Σκούρτης, Βίκυ Μοσχολιού, Γιάννης Μαρκόπουλος, Λάκης Χαλκιάς (από το οπισθόφυλλο του άλμπουμ)
Μου κάνει εντύπωση το γεγονός πώς αυτός ο μοναδικός τραγουδιστής, ο Λάκης Χαλκιάς, δεν αναγνωρίστηκε όσο και όπως θα έπρεπε όλα τα επόμενα χρόνια. Πώς και γιατί δεν θεωρείται ισάξιος δηλαδή ενός Ξυλούρη, ενός seventies Νταλάρα, μιας παντοτινής Μοσχολιού, ή έστω μιας Αλεξίου κι ενός Μητροπάνου. Αυτό εννοώ (και δεν αναφέρομαι στους ερμηνευτές της προηγούμενης γενιάς, στον Καζαντζίδη, τον Μπιθικώτση κ.λπ.). Καταλαβαίνω, όπως πολλοί εξάλλου, και αυτά που φαίνονται κι εκείνα που είναι… κάπως κρυμμένα και δεν φαίνονται. Ο Λάκης Χαλκιάς δεν τραγούδησε το πολύ (σε ποσότητα) «έντεχνο» ρεπερτόριο, ώστε να περάσει «με το έτσι θέλω» και σε άλλες σφαίρες. Ούτε σπρώχτηκε ποτέ από κάποιαν εταιρεία ή από κάποιο μιντιακό μηχανισμό. Δεν υπήρξαν έντυπα, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, παραγωγοί, μολυβοσπρώχτες, που σε συνεννόηση, σε κοινή γραμμή και σε συμφωνία φάσης (για αιώνες…) να μας τον κάνουν κατάπλασμα (είτε το άξιζε, είτε όχι). Ούτε επίσης τον έκανε «θέμα» ο Πανούσης… για να πιάσουμε και την άλλη πλευρά. Δεν επιβλήθηκε υποχρεωτικώς και δια νόμου. Υπήρξε, και είναι, βασικά, ένας τραγουδιστής της παράδοσης, που έτυχε να πει (στη δεκαετία του ’70 κυρίως) και μερικά σπουδαία τραγούδια συνθετών (βασικά του Μαρκόπουλου). Επίσης, και αυτό είναι το σημαντικότερο όλων, λόγω χαρακτήρα και αντιλήψεων προφανώς, δεν φαίνεται να ήταν-είναι από τους ανθρώπους που θα ελίσσονταν διαρκώς σε συστήματα και καταστάσεις –νουδούδες, πασόκια, συγκυβερνήσεις… και ό,τι άλλο μεσολάβησε– ώστε να επωφελείται διαρκώς και ν’ ανεβαίνει, όντας «μέσα στα πράγματα». Περαιτέρω, ο Χαλκιάς είναι κομμουνιστής (είχε κατεβεί, ανάμεσα σε άλλα, με το ψηφοδέλτιο του ΚΚΕ στη Β Αθήνας, το 2007). Δεν ξέρω τι σημαίνει για τον καθένα η λέξη «κομμουνιστής», ούτε μ’ ενδιαφέρει να το συζητήσω τώρα –ας μην σπεύσουν οι γνωστοί μαλακοτρίβες– εκείνο που λέω είναι πως αν έχει παίξει έναν (αρνητικό) ρόλο η πολιτική τοποθέτηση του καλλιτέχνη στην (μη) υπέρτατη καταξίωσή του, τότε μιλάμε για «έγκλημα». Δεν μπορεί να «βήχει» ο κάθε… καρακαηδόνης και να εμφανίζεται ως μεγάλος τραγουδιστής, και ο Χαλκιάς, με τους τόνους φωνής, να είναι δεύτερος· ούτε καν δεύτερος δηλαδή. Δεν το δέχομαι. Για να μην πω δεν το ανέχομαι. Κι αυτό το υποστηρίζω, γιατί στη φωνή του Λάκη Χαλκιά συνωθούνται όλα τα τεχνικά και συναισθηματικά φορτία στον υψηλότερο βαθμό. Φωνή καθαρή, λαμπερή, στεντόρεια, με απόλυτη άρθρωση (δεν φεύγει σύμφωνο και τα φωνήεντα στρογγυλά, σαν συμπαντικές σφαίρες) και βεβαίως εκφραστικότητα, πάθος, λεβεντιά, αντρίκια έκφραση (υπάρχουν και γυναίκες που τραγουδούν «αντρίκια», μην δοθεί άλλο νόημα στη λέξη). Ακούω τη «Φάμπρικα», συνεχώς, τις τελευταίες ώρες και συγκινούμαι. Τι μεγάλο τραγούδι! Τι μέγιστο τραγούδι! Και τι δύσκολο! Τι ακατόρθωτο! Δοκιμάστε να τραγουδήσετε μόνον τις πρώτες λέξεις… «η φάμπρικα, η φάμπρικα δεν σταματά…»… για να δείτε τι εννοώ. Είναι απίστευτα τα «τσακίσματα» της φωνής του Χαλκιά, προκειμένου να βγει αυτό που βγαίνει. Είναι ανεπανάληπτη η ερμηνεία του, είναι μοναδικός ο τρόπος που χειρίζεται το μελωδικό βάρος του άσματος. Δεν υπάρχει δεύτερος. Δεν μπορεί να υπάρξει δεύτερος.
Κι ενώ άκουγα και ξανάκουγα τους «Μετανάστες», είπα κάποια στιγμή να πάω και στο YouTube για να δω «τι παίζει». Δεν το περίμενα. Είδα τη «Φάμπρικα» ανεβασμένη 25 φορές(!), με περισσότερα από 470.000 χτυπήματα(!) συνολικώς. Πολύ το ευχαριστήθηκα! Είδα, δε, όλες τις νεότερες εκτελέσεις επιβεβαιώνοντας εκείνο που γνώριζα. Πως ο Χαλκιάς τραγουδά και σήμερα όπως τότε, για να μην πω καλύτερα από τότε. Είναι απίστευτο! Όταν οι τραγουδιστές εκείνης της εποχής έχουν χάσει το 70, το 80% της φωνής τους, ο Χαλκιάς στέκεται εκεί, ψηλά, λες και σταμάτησε ο χρόνος. Γι’ αυτό υποστηρίζω πως πρόκειται για τον μεγαλύτερο εν ζωή λαϊκό τραγουδιστή. Γιατί η φωνή του παραμένει μεγάλη, δυνατή και εκφραστική. Μία φωνή απαιτήσεων. Απολαύστε τον, εδώ, με την ένταση στο maximum, από τη «ζωντανή» εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου, αλλά μη δώσετε ιδιαίτερη σημασία στο ακροατήριο· πέραν από την πάντα όμορφη, και «εκεί» («είναι εκεί»), Δήμητρα Χατούπη, τον αποσβολωμένο Βασίλη Λέκκα και τον αληθινά συγκινημένο Γιάννη Δημαρά προς το τέλος…

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ - ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ Καπετάν Μιχάλης

Ο «Καπετάν Μιχάλης» [Columbia/ EMI, 1966] είναι ένας αγαπημένος δίσκος του Μάνου Χατζιδάκι. Δεν θ’ αρχίσω, εδώ, να γράφω… κοσμητικά του τύπου «συγκλονιστικός», «ανεπανάληπτος», «αριστούργημα» και άλλα τέτοια του σωρού, θα πω μόνο πως τραγούδια όπως «Η Κρασογιώργαινα», το «Που είναι ο Θεός» και το «Κυρά μου Αμπελιώτισσα», άπαντα γνωστά με τη φωνή του Γιώργου Ρωμανού (αργότερα και με της Φλέρυς Νταντωνάκη και άλλων), συγκαταλέγονται μεταξύ των ωραιοτέρων του έλληνα συνθέτη. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στο Studio Alfa, στα Μελίσσια, στο διάστημα 10-19/7/1966, και λογικώς κυκλοφόρησε λίγο αργότερα· πιθανώς μέσα στον Αύγουστο (στη δεκαετία του ’60, οι μύγες δεν ήταν παχιές τον Αύγουστο…). Κοιτάζοντας το εξώφυλλο πληροφορούμαστε πως οι «στίχοι των τραγουδιών σχηματίστηκαν από αυτούσιες φράσεις του Ν. Καζαντζάκη που περιέχονται στο βιβλίο του ‘Καπετάν Μιχάλης’» και πως «την επιλογή και σύνθεση σε επτά ενότητες έκαμε ο Γεράσιμος Σταύρου».
Και όντως. Το άλμπουμ περιέχει επτά τραγούδια («Όμορφη πούναι η Κρήτη», «Δεν ήταν νησί», «Κυρά μου Αμπελιώτισσα», «Η Κρασογιώργαινα», «Μεγαλοβδόμαδο», «Βαριά απόψε η νύχτα», «Που είναι ο Θεός») και τέσσερα ορχηστρικά. Κοιτώντας δε και τη φωτογραφία στο μέσα μέρος του εξωφύλλου (μάλλον από το στούντιο) βλέπουμε στο πιάνο τον Μάνο Χατζιδάκι, πίσω του τον Γιώργο Ρωμανό και δίπλα του τον Μάνο Κατράκη. Ποια ήταν, όμως, η σχέση του Κατράκη με το έργο δεν μας αποκαλύπτεται στο άλμπουμ· δεν υπάρχει ουδεμία σχετική αναφορά. Θυμάμαι, μάλιστα, πως είχα αναρωτηθεί εν σχέσει με την παρουσία του ηθοποιού, την εποχή που είχα αγοράσει αυτό το LP (περί τα μέσα του ’80). Αργότερα, βεβαίως, πληροφορήθηκα τα καθέκαστα, αλλά το άπαν σχεδόν το έμαθα πριν μερικούς μήνες, όταν έπεσε στα χέρια μου το πρόγραμμα της… θεατρικής παράστασης του «Καπετάν Μιχάλη», της χειμερινής περιόδου 1966-67.
η φωτογραφία προέρχεται από το LP
Βασικά, η αφετηρία του άλμπουμ (και βεβαίως του θεατρικού) ήταν ο Μάνος Κατράκης και όχι ο Χατζιδάκις. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Κατράκης στο πρόγραμμα: «Ήταν πάντα μια βαθειά μου επιθυμία, ένα μου όνειρο να ζωντανέψω στη σκηνή τον Καπετάν Μιχάλη. Μέσα σ’ αυτόν τον ήρωα, το μεγάλο τέκνο της Κρήτης και της Ελλάδος, ο Νίκος Καζαντζάκης, έκλεισε όλη την αδάμαστη κρητική ψυχή –πάει να πει όλη την ελληνική και την παγκόσμια ψυχή– το πάθος για την ανθρώπινη ελευθερία(…). Αναρωτιόμουν: Θα μπορέσω τάχα να μεταδώσω στο κοινό τη μήνυμα της καζαντζακικής δημιουργίας με θεατρική μορφή; Δύσκολο, πολύ δύσκολο το εγχείρημα. Ωστόσο έπρεπε να τολμήσω. Η φωνή του Καζαντζάκη έπρεπε ν’ ακουστεί – έχει τη δύναμη να πιάνει παντού τόπο. Γιατί τη χρειαζόμαστε τη φωνή του κάθε στιγμή και περισσότερο σήμερα που το θέατρό μας θέλει να υπάρξει, να μιλήσει στη γλώσσα μας και πάνω από όλα για τα ελληνικά πάθη(…). Ας μου επιτραπεί όμως να ευχαριστήσω ξεχωριστά τον διακεκριμένο μας συνθέτη Μάνο Χατζιδάκι για την πολύτιμη συμβολή του στο ανέβασμα του ‘Καπετάν Μιχάλη’. Ήταν μια προσφορά, κάτι πολύ περισσότερο από ευεργετική. Τον ευγνωμονώ».
το εξώφυλλο του προγράμματος του θεατρικού έργου
Το έργο ανεβαίνει από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο (ΕΛΘ) του Μάνου Κατράκη τη χειμερινή σεζόν 1966-67, σε μια παράσταση που θα στεγαζόταν στο Θέατρο Βεάκη επί της οδού Στουρνάρη 32 (εκεί βρίσκεται ακόμη). Το λέω, γιατί η βασική «στέγη» του ΕΛΘ ήταν ο υπαίθριος χώρος του Πεδίου του Άρεως. Αφήνω δε την πιθανότητα να πρωτοανέβηκε εκεί το έργο, το καλοκαίρι του ’66. Η θεατρική διασκευή είχε γίνει από τους Γεράσιμο Σταύρου και Κώστα Κοτζιά, η σκηνοθεσία ήταν του Μάνου Κατράκη, ενώ στην διανομή θα συναντήσουμε 24(!) ηθοποιούς, με μερικά πολύ γνωστά ή απλώς γνωστά ονόματα (σήμερα) ανάμεσά τους. Φυσικά, ο Μάνος Κατράκης υποδυόταν τον Καπετάν Μιχάλη, ενώ σε διαφόρους ρόλους εμφανίζονταν οι Αθηνόδωρος Προύσαλης, Βασίλης Πλατάκης, Γιάννης Χειμωνίδης, Νίκος Βανδώρος, Βύρων Πάλλης, Καίτη Παπανίκα, Ηλέκτρα Παπαθανασίου, Δημήτρης Ιωακειμίδης, Κώστας Παληός κ.ά. Εκείνο που έχει σημασία να ειπωθεί είναι πως στην παράσταση, εν αντιθέσει με το δίσκο, ακούγονταν δύο ακόμη τραγούδια(!), που είχαν τίτλους «Άστραψε τ’ αψηλό βουνό» και «Κι ήρθες εσύ απ’ το Νοτιά». Οι στίχοι του πρώτου ήταν:

Άστραψε τ’ αψηλό βουνό
άστραψε κι η καρδιά μου
Φεύγω ταξίδι μακρινό
Μέσα στον μαύρο ουρανό
Κι ανοίγω τα φτερά μου

Αφήνω μάνα κι αδερφές
δυο μάτια λυπημένα
Σαν άστρα που σκοτείνιασαν
Και χάθηκαν για μένα

Πέρασα κύματα θεριά
Κι είχα το χάρο αντάμα
δε ρίζωσα σ’ άλλη στεριά
Όσο να γίνη ξαστεριά
του γυρισμού το θάμα!

Με τ’ όνειρο του γυρισμού
τις νύχτες ξαγρυπνούσα
Αχ Κρήτη αθάνατο νησί
Και μαυρομαντηλούσα…

Και του δευτέρου:

Ερημιά σκοτεινή, καρδιά θλιμμένη
Όμορφη ζωή, χαμένη
Ερημιά κι ουρανός χωρίς αστέρι
Όνειρο η χαρά κι αγέρι
Κι ήρθες εσύ απ’ το Νοτιά
Κι έγινες φως του κόσμου ανθός και φωτιά

Σαν τον αητό ήρθες στη γη,
Κι ήσουν παιδί, σπαθί, φεγγάρι κι η αυγή…
η φωτογραφία προέρχεται από το πρόγραμμα
Δεν ξέρω ποιος ερμήνευε το πρώτο τραγούδι – στο πρόγραμμα εξάλλου δεν αναφέρεται τίποτα. Το δεύτερο, όμως, το «Κι ήρθες εσύ απ’ το Νοτιά», όπως αναφέρεται σαφώς, το απέδιδε η Μαρία Φαραντούρη (κάτι που, λογικώς, σηματοδοτεί την πρώτη συνεργασία της με τον Χατζιδάκι). Δεν γνωρίζω, επίσης, για ποιο λόγο τα τραγούδια αυτά δεν συμπεριλήφθηκαν στον δίσκο. Πρόβλημα με την εταιρεία δεν υφίστατο, αφού η Φαραντούρη ηχογραφούσε κι εκείνη στην Columbia, οπότε τι; Ας υποθέσω κάτι, με τη μεγαλύτερη πιθανότητα να πέφτω μέσα. Διαβάζοντας τους στίχους αυτών των τραγουδιών (τους διαβάζετε κι εσείς – γι’ αυτό τους αντέγραψα) δεν μου δίδεται η αίσθηση πως ανήκουν στον Καζαντζάκη. Φαίνονται κάπως… πλαστοί, «καζαντζακικοί» (ιδίως εκείνοι του δεύτερου). Επειδή, λοιπόν, ο δίσκος θα κυκλοφορούσε ως «Καπετάν Μιχάλης» και με το όνομα του Καζαντζάκη στο εξώφυλλο, τα δύο αυτά κομμάτια απορρίφθηκαν. Εξάλλου, τότε, δεν συνηθίζονταν οι «συμμετοχές» στα άλμπουμ. Να ακούγονταν δηλαδή, στον δίσκο, επτά τραγούδια με τον Ρωμανό κι ένα με την Φαραντούρη. (Πάντως, εάν οι στίχοι αυτών των τραγουδιών δεν ανήκαν σε φράσεις του Καζαντζάκη δεν θα μπορούσε να δισκογραφηθούν ούτε με τη φωνή του Ρωμανού). Το περίεργο είναι πως τα συγκεκριμένα tracks, που λογικώς ηχογραφήθηκαν, δεν μπήκαν ποτέ σε κάποια συλλογή με «σπανιότητες», όπως π.χ. εκείνη των «100 Τραγουδιών» (8 CD), που είχε μοιραστεί με την εφημερίδα Το Βήμα, το 2008
σελίδα από το πρόγραμμα
Ένα από τα τραγούδια του «Καπετάν Μιχάλη» που έκαναν τη δική τους αυτόνομη πορεία όλα τα μετέπειτα χρόνια ήταν το πασίγνωστο «Δεν ήταν νησί». Γύρω από αυτό το τραγούδι έχουν γραφεί διάφορα τινά σε περιοδικά κι εφημερίδες (από δημοσιογράφους, μουσικούς, ακόμη και από τον ίδιο τον Χατζιδάκι), από τα οποία μόνον μπέρδεμα προκύπτει. Ελπίζω να ξεδιαλύνω, όσο μπορώ, τις προφανείς παρεξηγήσεις.
Ο Βασίλης Αγγελικόπουλος στο περιοδικό Κ της Καθημερινής (#379, 5/9/2010) γράφει πως στο εν λόγω τραγούδι «κατά τη δικτατορία προσδόθηκε και αντιστασιακή χροιά, με την επωδό ‘άμα λευτερωθεί η Κρήτη/ θα λευτερωθεί κι εμένα η καρδιά μου’, που τραγουδούσε ο κόσμος», ενώ σε μια συνέντευξη του Μάνου Λοΐζου στον Δημήτρη Γκιώνη για το περιοδικό Τετράδιο (2/1975), που αναδημοσιεύεται στο τεύχος #46 του Μετρονόμου (7-9/2012), αλλά και στο βιβλίο του Θανάση Συλιβού για τον Μάνο Λοΐζο, διαβάζουμε το εξής: «Ανέκαθεν το τραγούδι ενοχλούσε την Πολιτεία, γι’ αυτό και η λογοκρισία υπήρχε ανέκαθεν και εξακολουθεί ακόμα να υπάρχει. Όμως η δικτατορία το φοβήθηκε ακόμα περισσότερο και το απαγόρευσε· δεν ανεχόταν ούτε καν τον πιο αθώο συμβολισμό (π.χ. την ενοχλούσε το ‘Όταν λευτερωθεί η Κρήτη’)».
Με τα λίγα με τα λιγότερα ο Αγγελικόπουλος, όπως και ο μακαρίτης ο Λοΐζος (πιθανώς και άλλοι) είχαν την εντύπωση πως το «Δεν ήταν νησί» ήταν ένα αντιστασιακό τραγούδι στην περίοδο της επταετίας, κάτι σαν το «Σφαγείο», το «Θα σημάνουν οι καμπάνες» και όλα τα υπόλοιπα του Θεοδωράκη. Στην πραγματικότητα, όμως, συνέβαινε, ακριβώς το αντίθετο! Το τραγούδι ήταν ένας από τους σκιώδεις ύμνους της χούντας, με τις εκτελέσεις να πέφτουν βροχή από τραγουδιστές και τραγουδίστριες, που συνέπεσε να κάνουν τρανή καριέρα στην επταετία.
Ας μου απαντήσει λοιπόν κάποιος τι σόι αντιστασιακό τραγούδι ήταν το «Δεν ήταν νησί», όταν μεταξύ 1971-73 το είχαν πει –το έχω ξαναγράψει– η Κλειώ Δενάρδου με τους Μαστέλλο-Δημησιάνο σε 45άρι της Philips [6060123] το 1971, η Λίτσα Σακελλαρίου στο LP «Άμα Λευτερωθή η Κρήτη/ Μάνος Χατζιδάκις + 5» [MINOS, 1971], η Ξανθίππη Καραθανάση σε ενορχήστρωση Γιώργου Μουζάκη(!) στο φερώνυμο LP της [Polydor 2421 021, 1972], o Πάνος Κόκκινος με τους Faces στο LP «Μάνος Χατζιδάκης για πάντα…» [Pan-Vox X33 SPV 10145, 1972], η Νάνα Μούσχουρη στο LPChante La Grece” [FR. Philips 6325 303, 1972?], η Μαρίνα σε 45άρι [Zodiac ZS 8255, 1972]… Πήξαμε στoυς… αντιστασιακούς. (Δεν ειρωνεύομαι τους καλλιτέχνες. Κανείς εξάλλου, τραγουδώντας το κομμάτι, δεν νομίζω να πίστευε πως έκανε αντίσταση).
Περαιτέρω, το 1973, το «Δεν ήταν νησί» το είπε η Μελίνα Μερκούρη στο άλμπουμ της “Si Melina... mtait contée” [FR. Polydor 2473 028] –θα το είχε περάσει κι εκείνη για… αντιστασιακό–, το Trio Belcanto στην Αμερική στο LPNow” [Peters International DPI-500] εκεί όπου ακούγεται μαζί με τον «Παλιατζή», το «Πάμε για ύπνο Κατερίνα», το «Του άντρα του πολλά βαρύ» και άλλα άσματα της… νυχτερινής αντίστασης, ενώ την ίδια χρονιά (το 1973) το τραγούδι πέρασε το Αιγαίο, μεταφράστηκε στην τουρκική, και ως “Aman efem” [diskotur DT 5087] έγινε επιτυχία και στην γείτονα από την Füsun Önal. Μάλιστα, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στο πρώτο ιστορικό τεύχος του αντί (Μάιος 1972), στο κείμενό του Χατζιδάκις Θεοδωράκης και μετά; γράφει χαρακτηριστικώς (η έμφαση δική μου): «Μετά, ένα κοινό, που μπορεί να τραγουδάη τα τενεκεδένια τραγούδια που του προσφέρει η διαφήμιση των εταιριών, αλλά έχει μνήμη και γνώση: Σε εποχή θριάμβου της ‘Αγωνίας’, ανέσυρε από το παρελθόν τον ‘Μύθο’ και το ‘Άμα λευτερωθή η Κρήτη» του Χατζιδάκι και τα έκανε σουξέ. Κι ούτε για μια στιγμή έπαψε να αγκαλιάζη τα ερωτικά, έστω, αλλά ωραία τραγούδια των επιγόνων». Αυτή είναι η σωστή λέξη: «σουξέ». Να προσθέσω μόνον πως το «Δεν ήταν νησί» φιγουράρει, σε περίοπτη θέση, και σε διάφορες «πατριωτικές» ιστοσελίδες (ελπίζω πως αν οι κάτοχοί αυτών των σελίδων διαβάσουν από σπόντα το δισκορυχείον, και μάθουν ότι το έλεγαν κι οι Τούρκοι, να το βγάλουν…).
Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πόσο γελοίο είναι το να υποστηρίζει κάποιος πως σ’ αυτό ακριβώς το τραγούδι είχε προσδοθεί, επί χούντας, αντιστασιακή χροιά. Το αντίθετο, ακριβώς, συνέβαινε. Η χούντα είχε προσδώσει σ’ αυτό ξεκάθαρο εθνικόφρον περιεχόμενο· το αντιμετώπιζε δηλαδή όπως αντιμετώπιζε το ’21 και το ’40 στις γνωστές ταινίες της περιόδου.
Η αλήθεια είναι πως το τραγούδι δεν έπεσε, πάντοτε, και στα καλύτερα χέρια. Έτσι, όταν ο Χατζιδάκις επέστρεψε από την Αμερική (το 1972) θα θελήσει να το ξαναηχογραφήσει (6 χρόνια μετά τη συνεργασία του με τον Ρωμανό). Υπάρχει, μάλιστα, κι ένα κείμενο (αναδημοσιεύεται και στην σχετικώς πρόσφατη έκδοση της Καθημερινής «Ο Κύκλος του C.N.S./ Καπετάν Μιχάλης/ Οι Γειτονιές του Φεγγαριού – με τη Φλέρυ Νταντωνάκη»), για το οποίον όμως δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς γράφτηκε (γιατί έχει κι αυτό τη σημασία του). Λέει ο Χατζιδάκις:
«Κατά τη διάρκεια της απουσίας μου στο εξωτερικό επί έξι χρόνια έγινε μια ασυνήθιστη και ανίερη τυμβωρυχία της μουσικής μου από τραγουδιστές κι εταιρίες που δεν απέβλεπαν στην ανακάλυψή της, αλλά στην εκμετάλλευσή της. Έτσι ‘άνθισε’ το ‘Δεν ήταν νησί’ από τον ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗ σε χυδαίες εκτελέσεις με τον ύποπτο για τους τότε καιρούς τίτλο ‘Άμα λευτερωθεί η Κρήτη’(…). Γι’ αυτό και για πολλούς άλλους λόγους μου γεννήθηκε η ανάγκη μιας νέας παρουσίασης του έργου μου ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ, που, με τη Φλέρυ Νταντωνάκη τούτη τη φορά, βρίσκει την άξια τοποθέτησή του(…)».
Κατ’ αρχάς το «χυδαίες εκτελέσεις» το βρίσκω υπερβολικό, ως χαρακτηρισμό. Σίγουρα, δεν γεννιούνται κάθε μέρα φωνές όπως εκείνη του Γιώργου Ρωμανού, αλλά και την εκτέλεση του Πάνου Κόκκινου φερ’ ειπείν δεν θα μπορούσα να την πω, με τίποτα, «χυδαία». Επίσης, το τραγούδι μία μόνον αφορά (Λίτσα Σακελλαρίου) αναγράφηκε σε άλμπουμ ως «Άμα λευτερωθή η Κρήτη (Δεν ήταν νησί)» (και με τους δύο τίτλους, με τον δεύτερο μέσα σε παρένθεση). Όλες τις υπόλοιπες δισκογραφήθηκε ως «Δεν ήταν νησί». Άρα το ότι παρουσιαζόταν «με τον ύποπτο για τους τότε καιρούς τίτλο ‘Άμα λευτερωθεί η Κρήτη’», γενικώς δεν ευσταθεί. Αλλά και τι ακριβώς εννοούσε ο Χατζιδάκις όταν έλεγε «ύποπτο»; Πότε έγινε η συγκεκριμένη δήλωση; Κρίνοντας από τη φράση «τους τότε καιρούς» μάλλον λέει όσα λέει αρκετά χρόνια μετά την πτώση της χούντας. Και αφού βρισκόμασταν πλέον στην Μεταπολίτευση, γιατί δεν ανέλυσε ο Χατζιδάκις κάπως περισσότερο εκείνο το «ύποπτο». Γιατί να μην πει, δηλαδή, ξεκάθαρα πως κάποιοι (ποιοι;) «έσπρωξαν» το τραγούδι εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη της χούντας για πατριωτικές χλαπάτσες; Ή μήπως το «ύποπτο» πήγαινε κάπου αλλού; Μήπως δηλαδή νόμιζε και ο Χατζιδάκις (όπως ο Λοΐζος, που εκινείτο, πάντως, από διαφορετική αφετηρία) πως το «Άμα λευτερωθή η Κρήτη» το τραγουδούσαν τίποτα κομμουνιστές και ξίνιζε η δική του αστική σούπα; Τέλος πάντων. Υπάρχουν όμως κι άλλα σκοτεινά σημεία…
Ενώ το τραγούδι δισκογραφήθηκε για πρώτη φορά το 1966, επανέρχεται στην επικαιρότητα κατά έναν περίεργο τρόπο όχι το 1967 ή το ’68, αλλά το 1971 και κυρίως το 1972 (μετά από 5-6 χρόνια δηλαδή)· υπενθυμίζω πως το Φθινόπωρο του 1972 ο Μάνος Χατζιδάκις επιστρέφει από την Αμερική στην Ελλάδα. Δεν είμαι σίγουρος αν αυτά τα δύο γεγονότα σχετίζονται μεταξύ τους (η επιτυχία του τραγουδιού από τη μια μεριά, με την επιστροφή του Χατζιδάκι από την άλλη), παρά ταύτα η αλήθεια είναι μία. Το τραγούδι πουλούσε. Ακουγόταν παντού, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση και κάποιοι, μέσω αυτού, έκαναν χρυσές δουλειές… Είναι, όμως, και το άλλο. Γιατί, ενώ ο Χατζιδάκις σπεύδει να ηχογραφήσει το «Δεν ήταν νησί» με το που πατάει σχεδόν το πόδι του στην Ελλάδα (πιθανώς τον Οκτώβριο του ’72), το τραγούδι, τελικώς, δεν κυκλοφορεί νωρίτερα από το 1975; Από την μία υπάρχει ένα είδος «βιασύνης» ίνα αποκατασταθεί η ουσία του «κακοποιημένου» άσματος, ενώ από την άλλη μένει αυτό στο συρτάρι για τρία χρόνια(!), κυκλοφορώντας μιαν εποχή που, έτσι κι αλλιώς, ήταν καταδικασμένο στην αφάνεια. (Ποιος Αριστερός θα τραγουδούσε στη Μεταπολίτευση το «Δεν ήταν νησί»; Εδώ, ούτε Δεξιός δεν τολμούσε…). Δεν είναι λίγο περίεργα όλ’ αυτά; Πιθανώς, όχι και τόσο…
η φωτογραφία προέρχεται από το πρόγραμμα
Το τραγούδι ηχογραφείται, λοιπόν, για δεύτερη φορά από τον Μάνο Χατζιδάκι και την Φλέρυ Νταντωνάκη σε μία πρώτη (και πρωτόλεια) εκτέλεση στη Νέα Υόρκη, το 1970. Περιλαμβάνεται δε στο άλμπουμ «Η Φλέρυ Νταντωνάκη στα ‘Λειτουργικά’ του Μάνου Χατζιδάκι», που πρωτοβγήκε από τον Σείριο/MBI [SMH.91005] το 1991. Ξαναηχογραφείται στην Αθήνα την 27/10/1972 ή τις 13-14/4/1973 και ξαναμπαίνει για πρώτη φορά επίσημα σε δίσκο, στη Μεταπολίτευση πια, στο άλμπουμ «Ο Καπετάν Μιχάλης και ο Κύκλος του C.N.S. με την Φλέρυ Νταντωνάκη και τον Σπύρο Σακκά» [Nότος 3902] που κυκλοφόρησε το 1975. Οπωσδήποτε η εκτέλεση της Νταντωνάκη είναι πολύ ωραία, αλλά, έχω τη γνώμη, πως η πρώτη εκδοχή με τον Γιώργο Ρωμανό είναι αξεπέραστη. Είναι εξάλλου και η ενορχήστρωση του Χατζιδάκι, με την εκτεταμένη χρήση του harpsichord (και ακόμη του λαούτου, της κιθάρας και της μαντόλας) που δίδει στον «Καπετάν Μιχάλη» έναν… psych-folk (λέμε τώρα) αέρα.
Φυσικά, το τραγούδι δεν ξεχάστηκε μέσα στα χρόνια. Στη δεκαετία του ’80 το απέδωσε η Μαρινέλλα, ενώ ψάχνοντας στο YouTube  ακούμε και πιο πρόσφατες εκτελέσεις του από τους Παναγιώτη Πετράκη, Νατάσα Μποφίλιου-Γιάννη Χαρούλη, Μανώλη Λιδάκη, Μαρία Φαραντούρη, Έλλη Πασπαλά, ακόμη και από την Βέρα Λάμπρου! Να και μια εκτέλεση η οποία, πέραν εκείνης του Ρωμανού, είναι η μόνη που όχι απλώς μπορώ να την αντέξω σήμερα, αλλά και να την απολαύσω στον μέγιστο βαθμό… Ο εντυπωσιακός Δημήτρης Χασούρος...

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

ΚΟΡΕ.ΥΔΡΟ. ο σατανάς στην Κοντραφόσα

Το τελευταίο χάρτινο πεντακοσάρικο (Δραχμές Πεντακόσιες εννοώ) ήταν το χαρτονόμισμα της νιότης μου – πιθανώς δε και το ωραιότερο που έπιασαν ή θα πιάσουνε τα χέρια μου ποτέ. Κυκλοφόρησε την 1 Φεβρουαρίου 1983 επί Πασοκοκρατίας, όταν διοικητής της ανώνυμης εταιρείας Τράπεζα της Ελλάδος ήταν ο Γεράσιμος Αρσένης. Το «μασονικό», όπως έμεινε στην ιστορία, απεικόνιζε στην μπροστινή μεριά τον πρώτο κυβερνήτη της χώρας Ιωάννη Καποδίστρια, καθώς και το σπίτι του στην Κέρκυρα, ενώ πίσω έβλεπες μιαν άποψη του Παλαιού Φρουρίου τής πόλης με τα διάφορα οχυρωματικά έργα. Μία πανέμορφη… γκραβούρα, ένα έργο τέχνης σε καθημερινή ανταλλακτική χρήση.
Το 1983, θυμάμαι, έψαχναν όλοι να εντοπίσουν τα ποικίλα… μασονικά σύμβολα (το φίδι που δαγκώνει την ουρά του, τις χειραψίες, τις… εξάλφες και ό,τι άλλο), που ήταν καλώς ή λιγότερο καλώς κρυμμένα στο χαρτονόμισμα. Ο κόσμος ούτε τότε είχε δουλειά να κάνει... Την ίδιαν εποχή (το 1984) μ’ ένα πεντακοσάρικο που έβαζα στην τσέπη παραδίδοντας μιαν ώρα Χημεία ιδιαιτέρως (στους μαθητές έλεγα –και επέμενα στην ονοματολογία– πως το… κάκο τρία θα πρέπει να το λένε, πάντα, ανθρακικό ασβέστιο και τους… κεκόρε ύδρο κεκορεσμένους υδρογονάνθρακες αφήνοντας κατά μέρος τις βλακείες), αγόραζα ένα LP ελληνικής κοπής (400 δραχμές), ενώ έβλεπα και μια ταινία στον κινηματογράφο (ένα κατοστάρικο το εισιτήριο). Η Μουσική, το περιοδικό, έκανε επίσης ένα κατοστάρικο, ενώ με κάτι παραπάνω άκουγες, ας πούμε, τους Ex Humans και τους Ghetto πίνοντας ένα καφάσι μπύρες (που λέει ο λόγος), στα μπαρουτοκαπνισμένα κλαμπ της εποχής. Γενικώς, το πεντακοσάρικο ήταν… ποσό. Το είχες στην τσέπη σου, έβγαινες και ξεχνούσες να γυρίσεις, πληρώνοντας εν τω μεταξύ τους πάντες και τα πάντα... Το πεντακοσάρικο πρωταγωνιστεί εικαστικώς στο πρόσφατο άλμπουμ των Κερκυραίων Κόρε.Ύδρο., που έχει τίτλο «Απλές Ασκήσεις στον Υπαρξισμό» [Inner Ear/ Ανούσια Ένταση, 2013] και αυτό είναι κάτι πολύ θετικό εκ πρώτης – οι άνθρωποι έχουν γούστο. Ξεκινώ από ’κει, δηλαδή, για να πάω σιγά-σιγά και στα πιο μέσα…

Οι Κόρε.Ύδρο. είναι ένα παράξενο συγκρότημα. Ίσως το πιο παράξενο από την εποχή… την εποχή… την εποχή… ποιαν εποχή; Έλα ντε; Εγώ το μόνο άλμπουμ που ανακάλεσα στη μνήμη μου ακούγοντας τις «απλές ασκήσεις…» είναι το «Κράμα» [Vertigo, 1988] του Γιώργου Ρωμανού – ένας δίσκος που μου προξένησε (κάποτε) και θα μου προξενεί, πάντα, μιαν ανάλογη (ισχυρότατη) εντύπωση. Ένα «κρυφό» κόσμημα της ελληνικής δισκογραφίας, που δεν έχει βρει ακόμη τη θέση που του πρέπει· ίσως και να μην τη βρει ποτέ δηλαδή, αλλά… ποιος νοιάζεται; Έχουμε, λοιπόν, στην περίπτωση των Κερκυραίων, ένα στίχο ποιητικό και παραληρηματικό συνάμα –και αυτό είναι το πρώτο–, που στέκεται αυτόνομος μέσα σ’ ένα ρεαλιστικό ή μη ρεαλιστικό πλαίσιο, που συνίσταται από το τρανό και ταυτοχρόνως από το τιποτένιο και που μεταφράζεται σε μιαν αγωνία να αποδοθούν με λέξεις (Π.Ε. Δημητριάδης βασικά, αλλά και Αλέξανδρος Μακρής) εκείνα που δεν λέγονται. Θολές ή λιγότερες θολές σκέψεις, ιδέες, κουβέντες φευγαλέες, όνειρα που περίπου τα θυμόμαστε ή νομίζουμε πως τα θυμόμαστε, μία μάχη, γενικώς, να μετρήσεις και να αναμετρηθείς με τη γλώσσα, αφήνοντας το ίχνος σου. Δύσκολο άθλημα. Απαιτούνται ώρες προπόνησης και μάλιστα κατά μόνας. Παρά ταύτα, και ανά πάσα ώρα και στιγμή, μπορεί να χάσεις επαφή, κάτι να ξεγλιστρήσει. Το κυνήγι της λέξης δεν έχει τελειωμό – ποτέ δεν τακτοποιείται· ανακατεύεται όμως με τη μουσική, γίνεται τραγούδι, και κάπως μετριάζεται η πρωταρχική στιχουργική αγωνία. Τι θέλω να πω…
Διάβασα πολλές φορές του στίχους των Κόρε.Ύδρο. στο booklet, πριν ξεκινήσω την ακρόαση. Όχι για να μαντέψω μελωδίες –πώς θα μπορούσε να τραγουδηθούν δηλαδή όσα γράφονται εκεί–, αλλά κυρίως για να προσδιορίσω το πρωτογενές συστατικό αυτής της «μάχης». Με ποιον τρόπο, κάποιος, μπορεί να μπει σ’ αυτή τη διαδικασία. Πώς θα τελεσφορήσει το εκφραστικό κυνήγι, μέσα από το οποίο θα προκύψει το τραγούδι. Καταλήγω σε μία λέξη: Κέρκυρα. Είναι ο τόπος, δηλαδή, ό,τι κατευθύνει τη γραφίδα στο χαρτί ή το πεντάγραμμο. Οι λυρικοί ποιητές της Κέρκυρας, οι επτανήσιοι ποιητές, αλλά και όσοι στάθηκαν στην άκρη του γκρεμού με την ίδια ή παρόμοια (νεο)ρομαντική και λεπτοφυώς ειρωνική-σαρκαστική γραφή (από τον Καρυωτάκη και τον Λαπαθιώτη, μέχρι τον Άγρα και τον Παπανικολάου) και από την άλλη οι θεσπέσιες μελωδίες, οι πολυφωνικές χορωδίες, οι μουσικές των καντουνιών, οι μπάντες με τα κόρνα, τα σαξόφωνα, τις τρομπέτες, τα τρομπόνια. Αυτοί είναι οι Κόρε.Ύδρο. Ένα συγκρότημα που δεν θα μπορούσε να υπάρχει πουθενά αλλού στη χώρα, παρ’ εκτός του Νησιού των Φαιάκων. Εντάξει, μπορεί να μαντεύω λάθος –ας με διορθώσουν οι ίδιοι–, αλλά, για μένα, η Δραχμή κοπής 2013, στο label του CD, δηλώνει αυτό και μόνον αυτό. Όχι την επιστροφή, σώνει και καλά, στο συγκεκριμένο νόμισμα (όπως θα βιαστούν χαιρέκακα να υποστηρίξουν οι κοντόφθαλμοι ευρωγλύφτες), αλλά την προσπάθεια που οφείλουμε να καταβάλουμε προκειμένου να διαφυλάξουμε όχι απλώς την ελληνικότητά μας στο διεθνοποιημένο περιβάλλον, αλλά κάτι ακόμη πιο σημαντικό, την τοπικότητά μας. Να επενδύσουμε σε ό,τι πιο ωραίο μας παραδόθηκε που δεν είναι άλλο από τη γλώσσα των ποιητών μας, και περαιτέρω τους ήχους των πόλεων και τον εξοχών που μεγαλώσαμε, τις οσμές που μυρίσαμε και τις γεύσεις που γευτήκαμε, το είδος των ανθρώπων που συγχρωτιστήκαμε ηθελημένα ή άθελά μας, την αύρα του δικού μας τόπου. Αν δεν έγραφαν οι Κερκυραίοι Κόρε.Ύδρο., φερ’ ειπείν, ένα τραγούδι για τους μασόνους, ποιοι θα το έγραφαν; (Ας μην ξεχνάμε πως η πρώτη μασονική στοά επί σημερινού ελληνικού εδάφους ιδρύθηκε στην Βενετοκρατούμενη Κέρκυρα προς το τέλος του 18ου αιώνα). Και είναι αυτό το τραγούδι («Όταν έρχονται οι τέκτονες») που ανοίγει το άλμπουμ μ’ έναν τρόπο «τοπικό» και γι’ αυτό, ωστόσο, ευρύτατου ενδιαφέροντος («στην κορυφή της πυραμίδας μοναξιά/ και ιεραρχία ως την παγκόσμια βλακεία»).

Υπάρχουν πολλά εξαιρετικά τραγούδια στις «Απλές Ασκήσεις στον Υπαρξισμό». Μερικά, δε, είναι από τα ωραιότερα που έχουν γράψει έως σήμερα οι Κόρε.Ύδρο. και οπωσδήποτε από τα ωραιότερα της ελληνόφωνης δισκογραφίας τα τελευταία χρόνια. Όλα, μεν, ξεκινούν από το λόγο, τον στίχο, αλλά δεν μένουν εκεί μόνον. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν τις μελωδίες στο πετσί τους. Την ελαφρά επτανησιακή μουσική, την… ελαφροποιημένη κλασική, την καντάδα, την υμνωδία – το bel canto βασικά. Και παρότι στην πορεία εισέβαλαν κι άλλοι ήχοι, όπως το rock, η σύγχρονη pop, η jazz, κάτι ηλεκτρονικά – όλα τούτα δεν είναι τα σημαντικά. Τα σημαντικά είναι εκείνα που μαρτυρούν το χώμα που πατάνε οι Κόρε.Ύδρο. Κι αυτό θα το ανακαλύψεις στα ωραιότερα των ωραιοτέρων. Στο «Τραγούδι με ανάστροφο μήνυμα», στα «Βράδια της κρίσης», στο «Ποτέ δεν ήμουν μόνος τελικά» και φυσικά στο επόμενο αλλόκοτο άσμα· των ασμάτων...

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

ETTEN σοφές ιστορίες

Αυτή η εγχώρια neo-folk φάση στην οποίαν εντάσσονται διάφορες σύγχρονες κυκλοφορίες, όπως το πρώτο (κυρίως) άλμπουμ της Nalyssa Green, τα ανάλογα των Your Hand in Mind και των Burgundy Grapes, το “Paper Plane Flight Recorder” του LogOut (σίγουρα ξεχνώ κάποια…), είναι κάτι που έχει τη σημασία του. Εκ πρώτης, μοιάζει μ’ ένα αντίδοτο στην ηχητική μπουρδοκρατία (τηλεοπτική ή άλλη) που μας κατακλύζει 24 ώρες το 24ωρο και από την οποίαν δύσκολα γλιτώνεις. Ακούς ένα τέτοιο δισκάκι λοιπόν και κάπως ηρεμείς, σε καταπραΰνει. Όσο πιο lo-fi, όσο πιο χειροποίητο, όσο πιο κοντά σ’ έναν (θεραπευτικό) πρωτογονισμό τόσο το καλύτερο, τόσο το αποδοτικότερο.
Η Etten, μία τραγουδίστρια-τραγουδοποιός-ηθοποιός την οποίαν γνωρίσαμε, βασικά, μέσω των άλμπουμ των Film –“No Luggage” [Hitch-Hyke, 2003], το θεατρικό OST «Οι Τυφλοί» [Town Film Ο.Ε., 2004], το “Angel B” [MINOS-EMI, 2006]–, τις διάφορες συνεργασίες της (Λένα Πλάτωνος, Mέντα, Γιώργος Κουμεντάκης κ.ά.) και βεβαίως μέσω του πρώτου προσωπικού CD της “I Know Youre Behind Me But I’m Not Scared” [Undo/EMI, 2009] είναι ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να ενταχθεί σ’ αυτό το τοπίο. Και γιατί το Lappuggla, το τελευταίο της CD, έχει ως τίτλο το είδος μιας κουκουβάγιας που ζει στην Σκανδιναυία (όπως διάβασα), και γιατί δεν μένει μόνον στους τίτλους, αλλά προχωρά και παραμέσα. Στις ιστορίες, τα «σοφά λόγια» της κουκουβάγιας, στην ηχητική επένδυση, και βεβαίως στις ερμηνείες, που διακατέχονται από το «άγριο» και την «ξωτικότητα». Ναι. Το “Lappuggla” θα μπορούσε να είναι ένα άλμπουμ της φινλανδικής Fonal, αλλά είναι ένα άλμπουμ της πατρινής Inner Ear.
Η folktronika της Etten από ηχητικής πλευράς στηρίζεται, κυρίως, στα παραδοσιακά ή στα κατασκευασμένα «παραδοσιακά» όργανα. Υπάρχει, βεβαίως, το ηλεκτρονικό οπλοστάσιο, αλλά τα κυρίαρχα φυσικά χρώματα προσφέρονται από το σαντούρι, την άρπα και από δύο «άλλα» σαντούρια που κατασκεύασε ο Coti K., το διαπαντός και το διαμέσον. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον η φωνή της Etten και δι’ αυτής (της φωνής) οι ιστορίες της αποκτούν ένα αρχαιοπρεπές ένδυμα (δεν αναφέρομαι στην ελληνική αρχαιότητα). Μπορεί οι εκάστοτε ερμηνευτικές περσόνες να μην ευνοούν, πάντα, προς την κατεύθυνση μιας ενοποίησης των ιστοριών… αλλά μπορεί να ισχύει και το αντίθετο (εξαρτάται, δηλαδή, από ποια μεριά το βλέπεις). Η Etten δεν είναι μία τυπική τραγουδίστρια (ας το πω έτσι). Υλοποιεί ένα είδος παράστασης, το οποίον έχει ανάγκη και από το θέαμα (όχι μόνον από το άκουσμα) και από την υποκριτική. Λαμβάνοντας αυτό υπ’ όψιν θα έλεγα πως, ακουστικώς, όλα τα τραγούδια, όλες οι εκδοχές, όλοι οι τύποι, δεν αποκρυπτογραφούνται επαρκώς μέσω μιας απλής-διπλής-τριπλής ακρόασης. Χρειάζεται, ενίοτε, κάτι περαιτέρω· κάτι το οποίον, προφανώς, παρέχεται στο live. Παρά ταύτα, υπάρχουν κομμάτια στο “Lappuggla” που ξεχωρίζουν, εμφανίζοντας μιαν ας την πούμε αυτοδυναμία, και αναφέρομαι στο “Chant” κατά πρώτον, στο “Circle” και σ’ ένα-δυο ακόμη.
Ωραίο το εικαστικό concept και η συσκευασία· μα, αν στο εικαστικό συμπεριλαμβάνεται και η γραμματοσειρά τότε θα πω πως είναι κακό (καμμία γραμματοσειρά δεν μπορεί να περάσει ως καλλιτεχνία στη δισκογραφία, όταν δεν διαβάζεται).
Επαφή: www.inner-ear.gr

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

VANGELIS PAPATHANASSIOU sex power

Το Sex Power είναι ένα θρυλικό soundtrack του Βαγγέλη Παπαθανασίου από το 1970. Και λέω θρυλικό, επειδή –ενώ είναι του Vangelis– ελάχιστοι το γνώριζαν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90.
Έμαθα, κατά πρώτον, για την ύπαρξη αυτού του άλμπουμ στις αρχές εκείνης της δεκαετίας, όταν το είχα δει να πωλείται στον κατάλογο ενός γάλλου εμπόρου, του Frank Luinaud. Θυμάμαι πως είχα ζητήσει από τον Γάλλο να μου αντιγράψει το άλμπουμ σε μια κασέτα και να μου φωτοτυπήσει το εξώφυλλο, παίρνοντας θάρρος από το γεγονός πως ήμουν, κατά έναν τρόπο, πελάτης του, λέγοντάς του πως ετοιμάζω κάποιο βιβλίο και τα λοιπά.... Ο Luinaud δεν είχε αρνηθεί κι έτσι είχα εγκαίρως το σχετικό υλικό, ώστε να γράψω μια γνώμη για το “Sex Power” στο βιβλίο μου Ραντεβού στο Κύτταρο [Δελφίνι, 1996], δείχνοντας παραλλήλως και το εξώφυλλο (στο σχετικό section). Δεν γνωρίζω αν νωρίτερα είχε γραφεί κάτι στην Ελλάδα γι’ αυτό το άλμπουμ –αν είχε αναφερθεί κάπου και το γνωρίζετε, πείτε το και σ’ εμένα–, παρότι, κι αυτό είναι το περίεργο, είχε υπάρξει περί τα μέσα(;) των 70s μία ελληνική κοπή του! Τον Σεπτέμβριο του 1997 ο Mark J.T. Griffin έγραψε στο #217 τεύχος του Record Collector ένα άρθρο για τον Παπαθανασίου κι εκεί ανέφερε το “Sex Power” (στη γαλλική και την ελληνική έκδοσή του). Πιθανώς δε να το είχε πρωτοκάνει στο βιβλίο του V-A-N-G-E-L-I-S The Unknown Man, που είχε τυπωθεί το 1994 – πάντως, σίγουρα, υπάρχει η σχετική αναφορά στην δεύτερη έκδοση του βιβλίου [Private Issue, Ythanbank(Scotland) 1997]. Λίγα χρόνια αργότερα ξαναέγραψα για το “Sex Power” σ’ ένα άρθρο μου στο Ποπ & Ροκ (#252, 5/2000), πιο μετά δε και στο Jazz & Τζαζ (#115, 10/2002), την εποχή δηλαδή που είχε αναλάβει υπηρεσία το internet, ήτοι οι συλλέκτες της δισκογραφίας του Παπαθανασίου· έκτοτε… ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον. Γιατί τα θυμάμαι όλα αυτά; (Είναι ήδη γνωστό σε κάποιους). Για να χαιρετήσω την πρώτη επίσημη επανέκδοση του άλμπουμ (μια συνεργασία της ελληνικής Missing Vinyl με την ολλανδική Music on Vinyl), 43 χρόνια μετά την πρώτη γαλλική κυκλοφορία του, και μάλιστα σε μία audiophile edition, βγαλμένη από τα original vinyl masters, τυπωμένη σε 180 γραμμαρίων βινύλιο και σε 1000 συνολικώς αντίτυπα.
Το “Sex Power” είναι το soundtrack της φερώνυμης ταινίας του γάλλου σκηνοθέτη Henry Chapier, στην οποίαν πρωταγωνιστούσαν ο Alain Noury, η Juliette Villard, η Jane Birkin και η Bernadette Lafont. Την ταινία δεν την έχω δει, αλλά από ένα πολύ μικρό clip που υπάρχει διαθέσιμο στο YouTube ανακάλεσα στη μνήμη κάτι από το κλίμα του Zabriskie Point (ίσως να είναι η ιδέα μου…). Δεν ξέρω, πάντως, αν το φιλμ του Chapier έχει κάποια σχέση με… soft porno και τα συναφή, όπως γράφεται κατά κόρον στο διαδίκτυο και όπως με είχαν πληροφορήσει κι εμένα κάποτε. Έτσι, ας γράψουμε  για τη μουσική, αφού δεν μπορούμε να πούμε σχεδόν τίποτα για την ταινία. Το “Sex Power” είναι λοιπόν το πρώτο γαλλικό soundtrack του Βαγγέλη Παπαθανασίου και λογικώς πρέπει να συντίθεται προς τα τέλη του 1969 ή ακόμη πιο πιθανόν στις αρχές του ’70, όταν οι Aphrodites Child βρίσκονταν σε περιοδεία στη Νότια Ευρώπη (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία), αλλά χωρίς τον Παπαθανασίου, ο οποίος, παραμένοντας στο Παρίσι, έβαζε πλώρη για τα δικά του σχέδια.
Η πρώτη πλευρά του δίσκου αποτελείται από 6 tracks (άνευ τίτλων) συνολικής διάρκειας 17 λεπτών. Μετά την ολίγων δευτερολέπτων εισαγωγή, περνάμε στο πρώτο κατ’ ουσίαν θέμα. Στηριγμένο στα κρουστά, στα πλήκτρα και βασικά στα χορωδιακά φωνητικά, το κομμάτι αυτό διακρίνεται για τη μελωδική στόφα του. Θα μπορούσε να γράψει κάποιος για μια συνέχεια του ήχου της B side του In Concert & in the Studio του Γιώργου Ρωμανού, με μιαν αίσθηση... chariots of fire· με τα πάντα να μεγαλύνονται από την ηχογράφηση-παραγωγή. Το επόμενο θέμα έχει ακουστικό ήχο και είναι ενοργανωμένο για κιθάρα. Κάποιοι off ήχοι από το φιλμ, του δίνουν έναν πρόδηλο cinematique αέρα. Ακολουθεί ένα track που ξεκινά, συνεχίζει και ολοκληρώνεται στηριζόμενο στα κρουστά (υποθέτω πως όλα τα κρουστά τα χειρίζεται ο Vangelis). Είναι κάπως ραφιναρισμένο. Δεν έχει π.χ. την άγρια ομορφιά αναλόγων θεμάτων από τον ελληνικό κινηματογράφο – του Γιάννη Μαρκόπουλου φερ’ ειπείν. Δεν το ανέφερα τυχαίως το όνομα του Μαρκόπουλου. Έχω την αίσθηση πως αποτελεί μία πρώιμη επιρροή του Παπαθανασίου, πράγμα που φαίνεται στο επόμενο κομμάτι. Μία πολύ ωραία κάπως trad μελωδία, που ανακαλεί στη μνήμη μου το soundtrack της ταινίας Επιχείρησις Απόλλων (στο οποίον είχε συμμετάσχει και ο Παπαθανασίου). Κομματάκι… τουριστικό δηλαδή, αλλά κομψό. Η πλευρά θα ολοκληρωθεί μ’ ένα ακόμη «ήσυχο» μελωδικό κομμάτι, παιγμένο στο πιάνο. Η δεύτερη πλευρά έχει διάρκεια 17:27 και περιλαμβάνει πέντε θέματα. Το πρώτο έχει ένα ημι-ηλεκτρονικό κάπως στυλ, αλλά τα διαρκή κρουστά και το φλάουτο το μετατοπίζουν σε πιο folk περιοχές. Ακολουθεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα του LP και, περαιτέρω, το μεγαλύτερο σε διάρκεια. Κι εδώ κάποια πρώιμα, ψιλά ηλεκτρονικά δηλώνουν παρόν, όπως και τα κρουστά και ακόμη τα βυζαντινά chorus vocals (πιθανώς να είχε κάτι από τότε στο μυαλό του ο Vangelis και αναφέρομαι στο «666»). Η ανάπτυξη μοιάζει κάπως αυτοσχεδιαστική, ενώ έχει πέσει και η σχετική στούντιο επεξεργασία. Αν μου έλεγε κάποιος δηλαδή πως αυτός που ακούγεται να ψέλνει προς το τέλος, στο συγκεκριμένο track, είναι ο Ντέμης Ρούσσος θα το πίστευα… (Το λέω επειδή δεν αναφέρεται τίποτα σχετικό στο άλμπουμ). Early κιμπορντικός και μεγαλοπρεπής Vangelis στο επόμενο θέμα, με κάτι από το ίχνος των αναγνωρισμένων mid-seventies άλμπουμ του. Κομμάτι οδηγός. Όπως και το επόμενο, που κινείται σ’ ένα πιο σκοτεινό και κάπως πειραματικό στυλ με υπόκωφους θριλερικούς ήχους, πειραγμένα φωνητικά (στο στυλ της Edda Dell'Orso – δεν αποκλείω να είναι και πάλι ο Ρούσσος!) και cool γενικώς ατμόσφαιρα (θα ταίριαζε σε ταινία του Argento). Το κλείσιμο της πλευράς και του άλμπουμ αναλαμβάνει το πιάνο. Αποδίδεται μία ολίγων δευτερολέπτων απλή, ωραία μελωδία, που σβήνει με fade out. Γενικώς; Το πρώτο (δυσεύρετο) άλμπουμ του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Χρειάζεται κάτι άλλο;

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

J.A. CAESAR να πεθαίνεις στην πατρίδα

Για τον J.A. Caesar ή και Seazer πρέπει να πρωτοδιάβασα στο περιοδικό The Wire (issue 186, August 1999) στη στήλη The Primer. Εκεί, ο Alan Cummings υπέγραφε ένα κείμενο υπό τον τίτλο Far East Freak Out: A users guide to Japanese psychedelia, αναφερόμενος μεταξύ άλλων και στον Julius Arnest Caesar (πραγματικό όνομα Terahara Taka'aki), έναν μουσικό που συνέδεσε το όνομά του με το θεατρικό γκρουπ Tenjyo ή Tenjō Sajiki, που είχε ιδρύσει το 1967 ο σκηνοθέτης, ποιητής και άλλα τινά Shūji Terayama (1935-1983). Ο Terayama, που έγινε γνωστός στην Ελλάδα –όσο έγινε, τέλος πάντων– από την ταινία του Τα Φρούτα του Πάθους (1981) με τον Klaus Kinski και την Isabelle Illiers (το όνομα τής πρωταγωνίστριας το επανέφερα στη μνήμη μου μέσω του διαδικτύου) υπήρξε ένας πολυπράγμων ιάπων καλλιτέχνης· με την ομάδα Tenjō Sajiki να αποτελεί τον βασικό φορέα των δραστηριοτήτων του. Βασικά, επρόκειτο για έναν θίασο που είχε, προφανώς, αναφορές στη μακραίωνη ιαπωνική σχετική παράδοση και (επίσης προφανώς) στα Living Theatre (Julian Beck) και San Francisco Mime Troupe και ο οποίος (θίασος) αποτελείτο, βασικά, από μη επαγγελματίες, όντας και αυτός (όπως και οι συνοδοιπόροι Tokyo Kid Brothers) ένα ακόμη μέρος της ιαπωνικής counterculture στα τέλη των 60s και τις αρχές των 70s. Πολλές φορές η κύρια σκηνή του Tenjō Sajiki ήταν ο δρόμος, με τον θίασο να παρουσιάζει συχνά αυτοσχέδιες παραστάσεις, «χώνοντάς» τα στην τοπική μπουρζουαζία (βασικό μέλημα), με το κοινό να εναλλάσσεται, παρακολουθώντας από την «αρχή», τη «μέση» ή το «τέλος» και τούμπαλιν, επιλέγοντας τα σκετς που του «πήγαιναν» περισσότερο. Φημισμένο στην Ιαπωνία, το Tenjō Sajiki πέρασε γρήγορα τα σύνορα και στα χρόνια του ’70 έδωσε παραστάσεις και στην Ευρώπη (Δυτική Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Βέλγιο). Βασικός μουσικός συνεργάτης τού Tenjō Sajiki υπήρξε ο J.A Caesar. Όπως διαβάζω και στο βιβλίο του Julian Cope Japrocksampler [Bloomsbury, London 2007], ο Caesar που είχε γεννηθεί το 1948 στο νησί Kyushu (στο νότιο τμήμα της χώρας), θα βρεθεί κάποια στιγμή στο Tokyo, θα ανακατευτεί με το hippy κίνημα της Shinjuku (περιοχή του Tokyo και μήτρα της ιαπωνικής αντικουλτούρας) και κάπως έτσι θα γνωρίσει τον Terajama και τον θίασο Tenjō Sajiki (ο Cope δίνει κι άλλες πληροφορίες). Ξεκινώντας από το 1969 και φθάνοντας έως το 1983, ο Caesar θα γράψει μουσικές για δεκάδες παραστάσεις του Tenjō Sajiki και βεβαίως για όλα τα ενδιάμεσα φιλμ του Terayama ορισμένες εκ των οποίων θα δισκογραφηθούν, αποτελώντας ντοκουμέντα μιας εποχής και βεβαίως «μνημεία» του ιαπωνικού progressive.
Το Den-en ni shisu [JAP. CBS/Sony SOLL-100, 1974 και JAP. Showboat SWAX-57, 2002] –μτφ. Να Πεθαίνεις στην Πατρίδα– είναι ένα από τα πιο προβεβλημένα άλμπουμ του J.A. Caesar και οπωσδήποτε ένα από τα ωραιότερα. Πρόκειται, κατά βάση, για το soundtrack της φερώνυμης τρίτης μεγάλου μήκους ταινίας του Shūji Terayama (κατά τον imdb.com), πιθανώς ένα αυτοβιογραφικό φιλμ (η ιστορία ενός ευαίσθητου εφήβου ποιητή που ζει σε στενή σχέση με τη μητέρα του και ο οποίος, πριν αποφασίσει να γίνει σκηνοθέτης, θα πραγματοποιήσει τις δικές του μικρές επαναστάσεις) με τον ιάπωνα μουσικό (και ηθοποιό) να παραδίδει ένα folk-prog έργο (για να μεταχειριστώ τη δυτική ορολογία) προφανούς αισθαντικότητας και οριακής υποβολής. Η χορωδία στο εισαγωγικό κομμάτι θα μπορούσε να θυμίζει κάτι από τον «Θαυμαστό Κόσμο του Yamasuki», αλλά το τραγούδι είναι στα χνάρια των Third Ear Band (και του δικού τους “Macbeth”). Οι τελετουργικές συνθέσεις, στηριγμένες στις «ανοιχτές» πηγαίες μελωδίες χαρακτηρίζουν τη μουσική του J.A. Ceaser, που βρίσκει κι έναν τραγουδιστικό εκφραστή στο πρόσωπο του φημισμένου συμπατριώτη του singer-songwriter Kan Mikami. Καταπληκτικό το τρίτο (από το τέλος κομμάτι – δυστυχώς όλα έχουν ιαπωνικούς τίτλους) που θα μπορούσε να αφορά σε zeuhl τελετή και εξ ίσου εντυπωσιακό το κλείσιμο με τη στοιχειωτική συνέχειά του.