Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΛΩΡΟΣ ρίγος ψυχής φορεμάτων

«Ρίγος Ψυχής Φορεμάτων» [Αγάντα Μουσικές Παραγωγές, 2018] αποκαλείται το τρίτο άλμπουμ τού τραγουδοποιού Βασίλη Φλώρου. Τρίτο, γιατί έχουν προηγηθεί τo «Στις Όχθες της Αυγής» [Legend Recordings, 2010] και το «Αλμαγέστη ενός Χαμάλη» [MLK, 2015]. Ακόμη και οι τίτλοι των άλμπουμ δείχνουν πως ο Φλώρος έχει κάποιο χαρακτήρα ως τραγουδοποιός, με πολύ συγκεκριμένες στιχουργικές και συνθετικές βλέψεις – που τον τοποθετούν, βεβαίως, μέσα στο σώμα του «έντεχνου τραγουδιού», αλλά όχι στο κυρίως μέρος του. Εννοούμε πως τα άλμπουμ, και ειδικότερα τα τραγούδια τού Φλώρου δεν είναι απ’ αυτά που θα μπορούσε να βρουν θέση στα τυπικά «έντεχνα» airplays, καθότι δεν είναι φτιαγμένα (τα τραγούδια) με τη λογική της «επιτυχίας», μα λαμβάνοντας υπ’ όψη άλλες παραμέτρους.
Δεν είναι δύσκολο να πει κάποιος, ακούγοντας τα τραγούδια τού Φλώρου, πως ο καλός τραγουδοποιός είναι επηρεασμένος από άλλους καταξιωμένους συναδέλφους του, όπως τον Νίκο Ξυδάκη και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου σε πρώτο πλάνο και τον Παντελή Θαλασσινό σ’ ένα δεύτερο, αν κι εκείνο που τον διαφοροποιεί, νομίζω και από τους τρεις, είναι η ξεχωριστή στιχουργική δύναμή του. Προσωπικώς, και έτσι όπως τον ακούω εδώ, ο Φλώρος, για μένα, είναι πρώτα στιχουργός, μετά συνθέτης και μετά τραγουδιστής.
Δεν μπορώ να προσδιορίσω από πού εκκινούν τα στιχουργήματα του Φλώρου, αλλά θα πω κάτι (για την ποιητική του) και ας πέσω έξω. Διαβάζοντας λοιπόν τα λόγια ή κάποια λόγια τέλος πάντων (στο 16σέλιδο ένθετο) έφερα στη μνήμη μου την ποίηση του Αθανάσιου Χριστόπουλου (και όχι μόνο στο «Οινοπλάκια», που έχει και «χριστοπουλικό» θέμα, αλλά γενικότερα). Το έχει ψάξει πολύ με το στίχο ο Φλώρος (και καλά κάνει), γιατί ο στίχος είναι πάνω από το 50% στο τραγούδι (πόσο πάνω ας το πει ο καθένας μόνος του), αλλά νομίζω πως πρέπει να το ψάξει το ίδιο πολύ και με τις μουσικές –με τις μελωδίες του– όπως και με τις ενορχηστρώσεις του.
Παρότι υπάρχει διάθεση για πειραματισμό και «εκπλήξεις» (όπως στο τραγούδι «Glockenspiel man», με την ακουστική κιθάρα και το reverse εφφέ), αυτή ακριβώς η διάθεση είναι περιορισμένη και δεν διαχέεται προς πάσα κατεύθυνση, προς κάθε τραγούδι.
Νομίζω πως είναι κάπως συντηρητικός στις ηχητικές επιλογές του ο Φλώρος, τελικώς. Φυσικά και η δημοτική παράδοση, όπως και το «έντεχνο τραγούδι», οι χώροι τους εννοώ, μπορεί να του δώσουν αφορμές για κάτι ιδιαίτερο, ιδιόμορφο και διαφορετικό, αλλά χρειάζεται περισσότερο ψάξιμο προς αυτή την κατεύθυνση. Και φυσικά ένα τέτοιο ψάξιμο δεν μπορεί παρά να αποτυπωθεί και στις ενορχηστρώσεις, που πρέπει να γίνουν ακόμη πιο τολμηρές (όπως συμβαίνει με το οργανικό «Στο σύνορο» π.χ., που διαθέτει τέσσερα έγχορδα κι ένα κλαρινέτο). Και το λέω τούτο λαμβάνοντας πάντα υπ’ όψιν πως ο ήχος του Φλώρου δεν είναι ο ηλεκτρικός, μα ο ακουστικός.
Επίσης οι φωνές είναι ένα θέμα, που θέλει μεγάλη προσοχή. Ο ίδιος ο Φλώρος, σαν τραγουδοποιός, μπορεί να είναι απλώς επαρκής ως ερμηνευτής, αλλά η τραγουδίστριά του Μαρία Ευλαβή δεν πείθει για το ερμηνευτικό της βάθος.
Έχω τη γνώμη πως αν προσεχθούν αυτά τα ζητήματα που επισημάνθηκαν παραπάνω θα έχουμε να γράφουμε, στο μέλλον, για κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Ο Φλώρος την έχει την αρχική ταχύτητα.

1 σχόλιο:

  1. Θα έλεγα πως υπερβαλλεται αρκετα οταν λετε πως η Μαρια Ευλαβη δεν πείθει για το ερμηνευτικο βάθος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή