Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΥΤΑ…

Δέκα ακόμη… κρίσεις, για δέκα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στο διάστημα τέλος ’08-τέλος ’09. Εντάξει η «αναφορά» είναι σαφής – το “Flood: [coming of a] great quantity of water” των Raining Pleasure... ακόμη και στα χρώματα – όμως αυτό δεν λέει κάτι αναγκαστικώς. Ή, μάλλον, λέει. Πως δεν υπάρχει πια κανένας λόγος να ψάχνεις στην αλλοδαπή, για να εντοπίσεις την... πατρίδα τέτοιων ακουσμάτων, αφού ήδη από την εποχή των Yellow Pages και των Art of Parties, τότε στις αρχές του ’80, η αγγλόφωνη, ελληνική κιθαριστική (ή λιγότερο) pop, έχει να επιδείξει έργο. Έργο σοβαρό, όπως εκείνο που παρέδωσαν οι Jaywalkers, οι Groove Machine, οι Common Sense, οι Kissamatic Lovebubbles, οι Raining Pleasure του “Flood” και τώρα οι νέοι φευγάτοι, “open air”, έλληνες «ποπίστες» An Orange End από την Τρίπολη. Ηχογραφημένο στο Noise Box της Πάτρας, για λογαριασμό της Inner Ear, το “Lego” είναι το νέο ημεδαπό διαμάντι, ένα άλμπουμ φτιαγμένο με την απλούστερη – άρα και δυσκολότερη να επιτύχει – των συνταγών, εκείνη που στηρίζεται στις... πρωτόλειες, «αθώες» συγχορδίες, στη δύναμη των μελωδιών, στην άψογη αρμονική ολοκλήρωση και βεβαίως στο... συμβαλλόμενο παίξιμο· κάπως σαν ο ήχος τού κάθε οργάνου να έρχεται από «πέρα», λίγο πριν να γίνει «ένα» με καταλύτη... την πνοή της φύσης. Δύο κιθάρες, ένα μπάσο κι ένα ντραμ είναι οι An Orange End – κάτι το οποίο ξεγελά. Γιατί το setting σε παραπέμπει αλλού, γιατί ήχοι όπως οι δικοί τους, γενικώς, μοιάζουν πνιγμένοι από την μπόχα του άστεως, γιατί, ίσως, δεν προσέχεις, αμέσως, τις «βοήθειες» (βιολί, βιόλα, τρομπέτα, πιάνο, keyboards, γυναικεία φωνητικά), γιατί δεν έχεις ακόμη ακούσει τις τρεμάμενες ρομάντζες. Ο χρόνος όμως είναι με το μέρος σου. Και δεν είναι λίγος. Πενήντα τρία ολόκληρα λεπτά, δικά σου, για να... αρπάξεις με μιας την ευκαιρία (“Margaret’s question”) ή για πάντα να την «χάσεις» (“Deny the ground”)... Το συγκρότημα Χρώματα προέρχεται από τη Βέροια και απαρτίζεται, βασικά, από την Εύα και τον Φίλη Ιερόπουλο. Η Εύα Ιεροπούλου είναι γνωστή μουσικο-παιδαγωγός, έχοντας κυκλοφορήσει έως ώρας 2 «παιδικά» CD. Ο Φίλης Ιερόπουλος είναι αδελφός της και ασχολείται με την ηλεκτρονική μουσική και τη βιντεο-τέχνη. Οι δυο τους, μαζί με κάποιους εξωτερικούς συνεργάτες που χειρίζονται μπάσο, βιολί, τσέλο, πλήκτρα, ακορντεόν, μαντολίνο και όμποε, είναι υπεύθυνοι για τα «Χρώματα» [Coo], ένα... αφοπλιστικό electro-pop άλμπουμ, ικανό να σε κερδίσει – τι άλλο; – με την απλότητά του. Όλα, εδώ, κινούνται στο επίπεδο του στοιχειώδους. Οι μουσικές συνοδείες, που είναι οι απολύτως απαραίτητες, ίνα μην διαταραχθεί η «φτερό στον άνεμο» κατασκευή, οι ερμηνείες που μοιάζουν αραχνοΰφαντες σαν από ηχητικό παραμύθι, οι στίχοι που θυμίζουν το παιγνιώδες στυλ της Μαριανίνας Κριεζή – δηλαδή όλο το CD σου βγάζει κάτι από «Σαμποτάζ», προς το πιο lo-fi –, το καλλιτεχνικό αμπαλάζ, ίδιο με βιβλιαράκι νηπιαγωγείου. Η Ιεροπούλου, έχοντας ως εφαλτήριο την ίδια της την... παιδική εργασία-ενασχόληση, υπερπηδά με απαράμιλλη άνεση, το σκόπελο του σοβαροφανούς, μετατρέποντας τις... προσχολικές ιδέες της σε τραγούδια για μεγάλους. Μοιάζει, και είναι, πολύ δύσκολο κάτι τέτοιο. Ο κίνδυνος να παρεκκλίνει η γλώσσα σε ακκισμούς ενεδρεύει σε κάθε στροφή, η αγωνία μήπως μετατραπεί το μέλος σε ανάλογο παιγνιδιών με ήχο είναι κοντά, η ερμηνευτική προσποίηση, προκειμένου να ανασυσταθεί το απλό και το αφελές είναι κι αυτή ενδεχόμενη. Όμως, στην πραγματικότητα, τίποτα απ’ αυτά δεν συμβαίνει. Όλα λειτουργούν υπό το κράτος του μέτρου και της σύνεσης. Οι συντελεστές των «χρωμάτων» μπορούν να επαίρονται γιατί προσέγγισαν το απίθανο με όρους πιθανοτήτων. Δεν υπάρχουν πολλά ελληνικά συγκροτήματα που να εμφανίζουν 15ετή ιστορία, έχοντας ηχογραφήσει τέσσερα ολοκληρωμένα άλμπουμ. Οι Fuzzy Nerds από τα Ιωάννινα πιστώνονται κατ’ αρχάς την... μακροημέρευση, αλλά, κυρίως, πιστώνονται την επιμονή τους (όπως μπόρεσα να διαπιστώσω) σ’ έναν κιθαριστικό ήχο, ο οποίος κινείται στα όρια της pop νομιμότητας φλερτάροντας με... ολίγον τι ανατρεπτικές καταστάσεις. Αν κάτι πρέπει να σημειωθεί από την αρχή, για τους γιαννιώτες φίλους μας, τούτο έχει να κάνει, βασικά, με... δύο πράγματα: με τα φωνητικά και τις κιθάρες του Πέτρου Βυζούκη. Για να είμαι φιλαλήθης τους Fuzzy Nerds τους είχα ακούσει μόνο μία φορά στο παρελθόν, από κάποια συλλογή, και δεν θυμάμαι να είχα «μείνει» στα φωνητικά τους· δεν θυμάμαι, δηλαδή, να είχα «μείνει» γενικώς... Το βλέπω λοιπόν ως ευκαιρία το να έρχομαι, τώρα, σ’ επαφή με κάτι δικό τους ολοκληρωμένο – το τέταρτο άλμπουμ τους “Mirror Phase” [TMC Music] – νοιώθοντας, συγχρόνως, πως βρίσκομαι μπροστά σ’ ένα εξαιρετικό συγκρότημα (Μαρία Χολέβα μπάσο, Κώστας Δημητρίου ντραμς), με το ισχυρό του τρίπολο «ρυθμός-μελωδία-αρμονία» να λειτουργεί στην εντέλεια, όσο ελάχιστα άλλα στη χώρα. Η pop – άντε να την πούμε έτσι – των Fuzzy Nerds, στηριγμένη σε μία καταλυτική, συνθετική ροή-διαδοχή, έχει την ικανότητα να σε συνεπαίρνει μέσα από την απλότητα των συγχορδιών της (“May I leave?”), τις θορυβοποιές στρεβλώσεις της, το ρυθμοδυναμικό της πάθος (Μαρία Χολέβα μπάσο, Κώστας Δημητρίου ντραμς), και βεβαίως το mastering του Eroc, την άπιαστη, «αεράτη» παραγωγή της (ο γνωστός – ex-Ride, Puressence, Echobelly, Stereophonics, Raining Pleasure κ.ά. – Clive Martin). Όλα μοιάζει να λειτουργούν στην εντέλεια σ’ αυτό το γκρουπ, που παίρνει τώρα την πιο μεγάλη φόρα... O θαυμασμός των Night On Earth για τις μουσικές του Θανάση Παπακωνσταντίνου – από την εποχή του πρώτου άλμπουμ τους το όνομα του Λαρισαίου φιγουράριζε στις «αναφορές» τους – οδηγεί το αθηναϊκό γκρουπ σε κάτι αρκούντως «παράξενο», το οποίο δεν συνηθίζεται στην ημεδαπή. Στη δημιουργία, εν ολίγοις, ενός tribute άλμπουμ, με την αληθινή και βαθεία σημασία του όρου. Όχι απλώς διασκευές, όχι απλώς επανεκτελέσεις σκοπών και τραγουδιών του Παπακωνσταντίνου, αλλά μια σειρά νέων δημιουργιών που αφορμούνται από το «περιβάλλον του κάμπου», λίγο πριν επεκταθούν προς εντελώς απρόβλεπτες διευθύνσεις. Δηλαδή το ήδη πρωταρχικό απρόβλεπτο αντί να οριοθετηθεί, όπως, ίσως, θα ανέμενε ο κοινός δισκογραφικός νους, προκειμένου να καταστεί σαφέστερη η τραγουδοποιητική περσόνα του τιμωμένου, εκείνο αντεπιτίθεται, στη βάση ενός σπασίματος των ήδη χαλαρών κανόνων, εμβαθύνοντας στο πρώτο σώμα, αντλώντας από ’κει πυρηνικό μεδούλι. Έτσι, το «Δεύτερο Χέρι» [Upstar, Sony BMG Music Entertainment] – ως τίτλος θα μπορούσε ν’ αποδωθεί σε κάποιαν υπερβάλλουσα σεμνότητα, αν όχι σ’ ένα φιλοσοφικό πιστεύω του γκρουπ σχετικό με τη συνθετική... ανακύκλωση – συμπυκνώνει, επί της ουσίας, δύο διαφορετικές εμπνεύσεις. Εκείνη της «πρώτης ύλης», μ’ εκείνη της «πρώτης σκέψης». Αυτή η αποκάλυψη από μεριάς των Night On Earth – η οποία πέραν της αγάπης και του ενδιαφέροντος για το αρχικό έργο, σηματοδοτεί και μία εναλλακτική αντίληψη σε σχέση με ό,τι προσδιορίζει, κατά βάθος, ο όρος «πνευματική ιδιοκτησία» – είναι, επί της ουσίας, ο οδηγός στην διευθέτηση του “Second Hand”· κάτι που δεν το αντιλήφθηκα εξ αρχής. Ξεκίνησα, μάλιστα, την προεργασία μου από λάθος βάση. Έψαξα δηλαδή να βρω – και με τη βοήθεια του booklet, γιατί ορισμένοι τίτλοι ήταν αλλαγμένοι – τα original κομμάτια του Θανάση Παπακωνσταντίνου, αρχίζοντας να τα ξανακούω ένα-ένα. Το έκανα. Διαπίστωσα όμως, μόλις άρχισε να τρέχει το άλμπουμ, πως, μάλλον, σπατάλησα το χρόνο μου. Το CD των Night On Earth είναι μία αυτόφωτη κατασκευή, που δεν έχει ανάγκη τη σύγκριση με τα πρωτότυπα. Διατρέχει μεν τα ακραία κατατόπια της «θετταλικής ηχογραφίας», όμως οι διαδρομές που ακολουθεί δεν είναι ίδιες. Θα έλεγα δε, σκεπτόμενος εκείνα που ξανάκουσα, πως, εδώ, το πράγμα είναι πιο συμπυκνωμένο, υπό την έννοια ότι μεγεθύνονται ή σμικρύνονται συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, απογυμνωμένο ταυτοχρόνως από τα εντόπια εξωτερικά στοιχεία του «παπακωνσταντίνειου» άσματος· που του προσάπτουν, εδώ που τα λέμε, και μία αρχική δημοφιλία. Το ενδιαφέρον μας είναι δεδομένο. Και παρά τις κάποιες απορίες σε σχέση με τη χρήση της φωνής (την παρέμβαση, τη δυναμική της) συνομολογώ με τους Night On Earth πως ο μόνος τρόπος για να διασχύσει κανείς τον... κάμπο είναι, όντως, ντάλα καλοκαίρι, με 45 υπό σκιά. Η αφηγηματικότητα ορισμένων θεμάτων του Γιάννη Βεσλεμέ, άλλως Felizol, έτσι όπως τακτοποιούνται στο άλμπουμ του “Birthdays” [Puzzlemusik] προδίδουν θα λέγαμε τις σινεφίλ αναφορές ή και προθέσεις του. (Όπως διαβάζω στο δελτίο Tύπου ο ίδιος, ανάμεσα σε άλλα ηχογραφικά – π.χ. την παρουσία του στα άλμπουμ των Mary & The Boy –, έχει σκηνοθετήσει 4 φιλμ μικρού μήκους). Ξεκινώντας από ’κει, θα έλεγα πως οι συνθέσεις του Felizol επιζητούν την ψυχική-ψυχολογική συμμετοχή του ακροατή, προκειμένου να καταστεί σαφές πως η «εσωτερική» πηγή των γεγονότων είναι, και θα παραμείνει, η βασική δίοδος επικοινωνίας ανάμεσα στον... πομπό και το δέκτη. Θα μπορούσε κάποιος να «κατηγορήσει» τον Felizol ως ένα νεόκοπο fan της «χαρούμενης κοσμολογίας», του χωροχρονικού zen ενός DJ Krush π.χ. – υπό την έννοια ότι όλα όσα μετέρχεται, όλες οι ηχογόνες πηγές του δηλαδή, φυσικές ή μη, ορίζουν ένα πνευματικό καταφύγιο – αν, εν τω μεταξύ, κάποια μετρίως εξωστρεφή στοιχεία τού “Birthdays” (άκου την άποψή του για το “Kiss” του Prince), και βασικά μίαν αίσθηση παιγνίου (με χιούμορ ή χωρίς) δεν μαρτυρούσαν το σκηνοθετημένο του πράγματος. Όλα είναι φιλμ... Οι Film, και μετά την αποχώρηση της Ελένης Τζαβάρα, παραμένουν ένα από τα πιο ελπιδοφόρα σχήματα της εγχώριας σκηνής. Μάλιστα, με το “Persona” [Inner Ear] τούς βρίσκω ακόμη πιο προχωρημένους, από τη στιγμή που μπόρεσαν να καλύψουν το «κενό» της προηγούμενης τραγουδίστριας με τη νεοφερμένη Ιφιγένεια Atkinson. Στις υπόλοιπες θέσεις ο Κώστας Μπόρσης ντραμς, κρουστά, ο Δημήτρης Μπόρσης μπάσο, φωνή, samples και ο Μανώλης Ζαβιτσάνος κιθάρες, autoharp. Το «προχωρημένο» που ανέφερα πιο πάνω έχει να κάνει με το γεγονός ότι υπάρχει μία μετατόπιση του ήχου του συγκροτήματος προς πιο eighties poppy καταστάσεις – οι περικοκλάδες του grunge στα αζήτητα. Όπερ οι κιθάρες οπισθοχωρούν, με τη θέση τους να καταλαμβάνουν κάποια «ζωγραφικά» στοιχεία. Ολίγα ηλεκτρονικά, τα σαξόφωνα, τα έγχορδα, οι τρομπέτες, τα τρομπόνια και, πάνω απ’ όλα, οι συνθέσεις των Film – οι οποίες προβάλλουν ωραίες μελωδικές κατευθύνσεις –, δημιουργούν το πιο κατάλληλο περιβάλλον για να περάσουν κομμάτια όπως το “Private” ή το “Long coffee break”. Αν, πάντως, θελήσει κάποιος να μιλήσει για τις αισθητικές βάσεις των τραγουδιών του γκρουπ τότε οδηγείται να σκεφθεί εκείνο το είδος τού ολίγον τι σκοτεινού νεο-ρομαντισμού, που διαπέρασε και την ελληνική σκηνή στα χρόνια του ’80. Δεν νομίζω πως το συγκρότημα το αρνείται. Όσον αφορά, τέλος, εκείνο το περί «έντονων επιρροών από τις συνθέσεις του Βαγγέλη Παπαθανασίου και τον αναλογικό ηλεκτρονικό ήχο» που αναφέρεται στο δελτίο Τύπου, δεν είναι και τόσο εύκολα αντιληπτό· ίσως, έτσι, είναι καλύτερα. Προσωπικώς, Vangelis ανακαλύπτω όχι τόσο σε κομμάτια τύπου "Filter" – εκεί περισσότερο προς Jean Michel Jarre οδεύω – όσο στο πόσο «μπροστά» είναι τοποθετημένα και ακούγονται τα ντραμς. (Είναι γνωστόν πως όταν ο Παπαθανασίου καθόταν πίσω από τα τύμπανα, ή όταν τα χρησιμοποιούσε τέλος πάντως, τους έδινε να καταλάβουν). Μετατοπίζομαι, για τη συνέχεια, στο neo-folk περιβάλλον, εξετάζοντας μία ακόμη... θρησκευτική έκδοση της αθηναϊκής Triple Bath (υπερ-προσεγμένο CD-R, 128 αντιτύπων). Οι Burgundy Grapes που δεν είναι καινούριο γκρουπ, ούτε τώρα πρωτοηχογραφούν είναι τρεις. Ο Γιώργος Κολύβας κιθάρες (κλασική, slide, ηλεκτρική, ρυθμική), ο Αλέξανδρος Μιαούλης ηλεκτρική, κλασική, slide, φυσαρμόνικα, κρουστά και ο Γιώργος Τσιατσούλης ακορντεόν. Το mini δισκάκι τους “Lagero”, που διαρκεί 17:33, περιλαμβάνει πέντε ορχηστρικά κομμάτια, άπαντα ενδεικτικά του λιτού, λυρικού, cine, αλλά και ενίοτε πένθιμου κλίματος που, προφανώς, τους ενδιαφέρει να δημιουργούν. Η βάση, και εδώ, είναι η folk, είτε στη μεσογειακή φωτεινή εκδοχή της, είτε στη σκοτεινή αγγλοσαξωνική, είτε στην «ερημική» αμερικανική, με τις κιθάρες, και τους κατά περίπτωση συνδυασμούς τους, να κυριαρχούν. Οι μουσικές των Burgundy Grapes δεν είναι από ’κείνες που θ’ αποκαλούσα «εξωστρεφείς». Μοιάζει ν’ αποσκοπούν (τρόπος του λέγειν), περισσότερο προς μία φόρτιση συναισθηματική, που βιώνεται κατά μόνας, παρά προς τη δημιουργία ατμόσφαιρας, η οποία δύναται να εξυπηρετεί την επικοινωνία και την επαφή. Περυσινή κυκλοφορία το “Walking Between Worlds” [Misery Poet] του Jay Ohn. Εν ολίγοις, θα έλεγα πως πρόκειται για κλασική περίπτωση άλμπουμ με πολύ καλά και, κυρίως, καλοβαλμένα reggae, dub, rock και pop στοιχεία, το οποίον όμως υποσκάπτεται από τον ανελέητο «κιμπορντισμό». Εξηγούμαι. Αν ο Jay Ohn είχε χρησιμοποιήσει λιγότερα ετοιμασμένα πλήκτρα – αποφεύγοντας την πιο ανέξοδη «εϊτίλα» – τοποθετώντας, ας πούμε, «συμβατικά» όργανα σε ορισμένα soli και κυρίως στις μελωδικές κορυφώσεις (“A fragile child”), τότε το αποτέλεσμα δεν θα ήταν, απλώς, καλύτερο, θα σηματοδοτούσε, ενδεχομένως, κι ένα peak για το χώρο. Τραγούδια όπως το “Wish”, έτσι όπως είναι, θα έκαναν σίγουρη πορεία στις disco του ’80, ενώ, κάπως αλλιώς, θα μπορούσε να συναγωνιστούν και να ξεσκίσουν πλείστες όσες, σύγχρονες, dubstep καρικατούρες. Κάτι φαίνεται να λείπει από τον Jay Ohn. Σίγουρα όχι οι ιδέες, σίγουρα όχι η κιθαριστική επάρκεια, ούτε η ικανότητα εντοπισμού των σωστών συνεργατών (η τραγουδίστρια Νάνσυ Συμεωνίδου ανεβάζει τα κομμάτια). Κάτι άλλο. Αλλά μπορεί και τίποτα. Και στην περίπτωση του ντούο Dilemma (Σωτήρης Τράγκας, Πόπη Δαλαχάνη) οι «υποσχέσεις» είναι ευδιάκριτες. Και αυτό το σχήμα έχει σαφέστατη eighties αφετηρία, και εδώ οι μελωδίες στέκονται πάνω από το μέσον όρο, και εδώ απαιτούνται πιο πολλά, προκειμένου να υπάρξει κάτι που να ξεχωρίζει. Ο Τράγκας έχει, εκείνο που θα λέγαμε «χαρακτηριστική φωνή», η προφορά όμως των αγγλικών του παραείναι ελληνική – απεναντίας πολύ καλύτερες είναι οι ερμηνευτικές επιδόσεις της Δαλαχάνη. Επίσης, το γεγονός ότι υπάρχουν τραγούδια στην αγγλική και την ελληνική δεν θα λέγαμε πως βοηθάει στο ενιαίο του άλμπουμ· φαίνεται δηλαδή πως υπάρχει κι ένας προβληματισμός, όσον αφορά σε πια γλώσσα θα γραφούν τα κομμάτια. Στα καλά στοιχεία του “Pendulum” [Emotion Art/ Cult Road] – πέραν των μελωδιών – θα πρέπει να επισημανθεί το γεγονός πως ό,τι προσφέρουν οι Dilemma είναι «ολοκληρωμένο»· είτε κοιτάζουν ολόισια πίσω, πολύ πίσω (με τις dark, άλλοτε πιο gothic και άλλοτε πιο pop αναφορές), είτε πίσω, λιγότερο πίσω (με τα techno και νεο-τζαζικά στοιχειώδη). Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα δεν σχετίζεται με τις αναφορές, όσο, κυρίως με την απόφασή(;) τους να μην περιφρουρήσουν ένα πιο συμπυκνωμένο στυλ γραφής και ανάπτυξης. Mad Max είναι ένας, κάποιος που γράφει, μουσικές, στίχους, ενορχηστρώνει, παίζει σύνθια, κιθάρες, τύμπανα, κρουστά, μπάσο και τραγουδο-απαγγέλει. Υπάρχουν και ορισμένοι ακόμη που βοηθούν, όπως ο Παύλος Παυλίδης, όμως τα περισσότερα οφείλονται στον... Τρελό Γεράσιμο. Βασικά, εδώ υπάρχουν λόγια, στίχοι. Στίχοι που... κάνουν πλάκα, ειρωνεύονται, καγχάζουν, προσποιούνται, παίζουν, τρεμοπαίζουν, εμφανίζονται κι εξαφανίζονται... κάπως σαν τη σειρήνα ενός ασθενοφόρου, που το ακούς απ’ το παραθυρό σου, καθώς τρέχει γύρω-γύρω στο τετράγωνο. Το όλον κλίμα φέρνει στη μνήμη κάτι από τον Γιώργο Μακρή και τους Zoolixo Λίγο (τι απέγιναν αυτοί; – τον κατάπιε, τελικώς, η ζωγραφική τον Μακρή;), αν και στην περίπτωση του “Mad Max” [Archangel Music] δεν είναι το σούρεαλ πνεύμα που πρωταγωνιστεί, όσο, κυρίως, μία πιο street, χειροπιαστή εκδοχή του. Εντάξει με τα λόγια. Από μουσικής πλευράς, όμως, παραχτυπάει το «στοιχειώδες».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου