Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2023

NTENTENIS το “Motto” είναι μια ωραία dance προσπάθεια

Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ “Motto” [Veego Records, 2022], ο Ntentenis γράφει μουσική, λόγια, χειρίζεται σύνθια, προγραμματίζει και σχεδιάζει τον ήχο των κομματιών του, με επιπρόσθετο προγραμματισμό να του παρέχει ο Bhukhurah (a.k.a. Chris Bekiris). Στα τέσσερα tracks του δίσκου του δεν είναι, πάντως, μόνος του, καθώς οι βοήθειες που δέχεται σε φωνές και σε επιπρόσθετα όργανα δεν είναι λίγες.
Το πρώτο track έχει τίτλο “Plumidisco”, διαθέτει φωνή από την Vassilina και επιπρόσθετα λόγια, συν φωνητικά από την/τους Colorgraphs. Τα λόγια είναι ελληνικά, με το όλον κομμάτι να χαρακτηρίζεται electro-pop, με πολλά επιμέρους στοιχεία και από disco, μα και από late 80s-early 90s dance music (πείτε και για στοιχεία από deep house ακόμη). Το όλον κομμάτι «τραβάει», αφού ξεπερνάει τα επτά λεπτά, αλλά αυτό δεν το αντιλαμβάνεσαι, γιατί η δουλειά που έχει γίνει, σε όλα τα επίπεδα, είναι προσεγμένη, ιδίως στις καταγραφές των synths, που τ’ ακούς ακόμη και σε ρόλο σαξοφώνου.
Το επόμενο “Polybag” διαρκεί και αυτό πάνω από επτά λεπτά, έχει ελληνικούς στίχους γραμμένους από τους Ntentenis & Metaman, φωνή από την Colorgraphs και μπάσο από τον Konstantinos Vavousis. Το electro-pop στοιχείο είναι κι εδώ κυρίαρχο, με το κομμάτι τόσο σαν τραγούδι, όσο και σαν ορχηστρικό (στα instro parts του δηλαδή) να ηχεί ακόμη πιο πειστικά από το προηγούμενο, καθώς εμπλουτίζεται και από... ήχους καλίμπα, ή σαν καλίμπα τέλος πάντων, αποκτώντας μιαν αίσθηση jive. Λέμε, κοντολογίς, για ένα πολύ καλό χορευτικό track σε όλη την εξέλιξή του.
Το 5λεπτο “Stress”, που ανοίγει την B Side, είναι αποκλειστικότητα του Ntentenis. Το κομμάτι στηρίζεται σε μια δυνατή συνθετική bassline, πάνω στην οποία «κάθεται» αφήγηση (spoken word), πάντα στα ελληνικά, με τα breaks, σε ποικίλους ρόλους (ακόμη και...κιθάρας) να πλαισιώνουν σωστά, ένα track, που θέλει να συνδεθεί με μια late 80s-early 90s «αθωότητα», χωρίς να το καταφέρνει πάντα. Μπορεί και να μη ήθελε ο ίδιος ο Ntentenis να το καταφέρει. Το κομμάτι είναι απροσδιόριστο «χρονικά» και αυτό μπορείς να το εκλάβεις (με την καλή έννοια) και ως κατόρθωμα.
Το “Motto” θα ολοκληρωθεί με το “Southwave”, που διαρκεί 6:30 και που, επιπροσθέτως, διαθέτει μόνο μια... κραυγή (Konstantina Athanasopoulou). Εδώ ακούς ακόμη και italo, ελαφρώς κεκαλυμμένο πάντως, ιδίως καθώς ολοκληρώνεται το track, ενώ, γενικώς, θα γράφαμε για ένα πολύ ενδιαφέρον instro, ασυζητητί χορευτικό, με πολλά και διάφορα επινοήματα, που σε κάνουν να το απολαμβάνεις.
Γενικώς, το “Motto” είναι μια ωραία προσπάθεια.
Επαφή: https://veegorecords.com/

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

MIDDLE FINGERS ένα ελληνικό γκρουπ, σε ηχογραφήσεις της περιόδου 1995-2003

Δεν θέλω να πω πως το κείμενο των Middle Fingers στο τετρασέλιδο insert τού δίσκου τους “Let There be Chaos! 1995-2003” [B-otherside Records, Wipe Out records, 2022] είναι πιο ενδιαφέρον από τα τραγούδια τους, αλλά σε κάθε περίπτωση κρίνεται ως σημαντικό, επειδή δείχνει την ταλαιπωρία, μέσα από την οποία πορεύεται ένα ροκ συγκρότημα στην Ελλάδα, από την στιγμή όπου θα αποφασίσει να σταθεί πιο επαγγελματικά στον χώρο – με δισκογραφία, εταιρείες, συνεννοήσεις, στούντιο, live κ.λπ. Και αν το μυαλό κάποιων πάει στις... καταραμένες πολυεθνικές, θα πρέπει να τους πούμε πως και με πολλές μικρές, ανεξάρτητες και εναλλακτικές εταιρείες, μπορεί να συμβαίνουν τα ίδια και χειρότερα – οι ακυρώσεις, η κακή πίστη, ακόμη και η λογοκρισία ενός ονόματος γκρουπ, και η αντικατάστασή του από κάτι άλλο (λιγότερο φορτισμένο).
Αξίζει λοιπόν να διαβαστεί η ιστορία τούτων των παιδιών (Λευτέρης «Φρέσκος» Καφετζής, Μιχάλης «Μίχος» Κουσίδης, Νίκος «Βάχρας» Βαχρατσάς, Κώστας «Χίπις» Κετσέρης), που ξεκίνησαν, τα περισσότερα, στα τέλη των 80s από την Αλεξανδρούπολη, προκειμένου να δώσουν μια κάποια όψη στα όνειρά τους. Να παίξουν τη μουσική που αγαπούσαν, ένα σκληροτράχηλο punk-rock, επιδιώκοντας την αγνή και αμόλυντη επικοινωνία με τον κόσμο.
Πώς, λοιπόν, από Heavy Bollocks, όπως ήταν το αρχικό όνομά τους, κατέληξαν να ηχογραφούν ως Middle Fingers για την Lazy Dog της Θεσσαλονίκης (1994) και πώς ενώ όλα ήταν έτοιμα για να κυκλοφορήσει ένα EP τους (2003) από την επίσης θεσσαλονικιώτικη Kitchen Records, τελικώς ούτε αυτό συνέβη, καθώς η εταιρεία... «ενώ αρχικά συμφώνησε, εντέλει έθεσε ως προϋπόθεση να ξαναγραφτούν τα φωνητικά»; 
Τέλος πάντων ο μεγάλος και κύριος όγκος των ηχογραφήσεων των Middle Fingers, από το 1995 έως και το 2003, περιλαμβάνεται στην παρούσα έκδοση, την “Let There be Chaos! 1995-2003”, η οποία αποτελείται από ένα LP, με δέκα επτά συνολικώς τραγούδια, όπως και από ένα CD (με είκοσι δύο tracks!), με την αποτύπωση ενός live τους, στο Vinci της Φλωρεντίας, από τον Μάρτιο του 1995.
Οι Middle Fingers, δηλαδή οι Μιχάλης «Μίχος» Κουσίδης φωνή, κιθάρες, Κώστας «Χίπις» Κετσέρης μπάσο, φωνητικά και Λευτέρης «Φρέσκος» Καφετζής ντραμς, με την συμβολή και κάποιων ακόμη μουσικών (Κώστας Μουρατίδης, Δούκας Σισκόπουλος) σε ορισμένα tracks, ήταν ένα σκληρό punk γκρουπ, με ήχο κάποιες φορές, που άγγιζε τα όρια του hardcore, έχοντας αγγλικό στίχο, και εμφανίζοντας μιαν αμεσότητα στην εκφορά τους, είτε ηχογραφούσαν σε στούντιο, είτε βρίσκονταν πάνω στη σκηνή. Τώρα, το ότι θα μπορούσε να τους πάρεις και σαν... παραπαίδι των Motörhead, αυτό οφειλόταν στο ότι ο Κουσίδης κάποιες φορές, βράχνιαζε και έφτυνε τα λόγια κάπως σαν τον Lemmy και αυτό, οπωσδήποτε, ήταν ένα από τα προσόντα των Middle Fingers – το ότι είχαν «μπροστά» έναν τέτοιο τραγουδιστή.
Punk-rock, σκληρό rock, hardcore, σπιντάτο, και με τα νεύρα τεντωμένα είναι το ύφος των Middle Fingers, που, στην περίπτωση τού ιταλικού live, μεταφέρεται και στις τέσσερις versions, δηλαδή στα “Emergency” των Girlschool, “Seventeen” των Sex Pistols, “All or nothing” των Small Faces και “I wanna be well” των Ramones. Άμα μπορούσες να «ανακατέψεις» αυτά τα σχήματα είναι σίγουρο πως θα έβγαζες κάτι από τον ήχο των Middle Fingers, σίγουρα πρωτόλειο και ακατέργαστο, μα καταγραμμένο με όρεξη και αποφασιστικότητα.
Να συμπληρώσουμε μόνον πως μέσα από τους Middle Fingers ξεπήδησαν οι Answer?, για τους οποίους τα είπαμε σε προηγούμενη ανάρτηση...
Επαφή: https://www.b-otherside.gr/

Γιατί ο ΝΙΚΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ εγκατέλειψε τον κινηματογράφο στο αποκορύφωμα της δόξας του; Πώς εξηγείται η αγάπη του για το βιβλίο; Οι απαντήσεις, του άξιου ηθοποιού και τραγουδιστή, σε μια σπάνια συνέντευξή του από το 1970.

Ο θάνατος του Νίκου Ξανθόπουλου, χθες, στα 89 χρόνια του, συγκίνησε το πανελλήνιο. Αγαπημένος καλλιτέχνης, ηθοποιός και τραγουδιστής, ο Νίκος Ξανθόπουλος δραστηριοποιείτο μέχρι και πριν από λίγο καιρό στο facebook, μεταφέροντας στους χιλιάδες φίλους και θαυμαστές του τις εμπειρίες μιας εντυπωσιακής διαδρομής στην Τέχνη και τη ζωή, που άγγιξε τα 65 χρόνια.
Το τι σήμαινε, σημαίνει και θα σημαίνει το όνομα «Νίκος Ξανθόπουλος» για εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, σε κάθε γωνιά του κόσμου, είναι δύσκολο να το περιγράψουμε με λέξεις, αφού η λατρεία των απλών ανθρώπων προς το πρόσωπό του υπήρξε κάτι έξω από τη λογική.  
Μπορεί ο ίδιος, από σεμνότητα και από ένα αίσθημα ευθύνης, που τον διακατείχε ως άνθρωπο, να μην αποδεχόταν τον τίτλο «παιδί του λαού», που του χάρισε από την καρδιά του ο κόσμος (το είχε πει ο ίδιος αυτό), όμως, από την άλλη, η απήχηση που είχε στις μάζες, ως καλλιτέχνης, με ελάχιστους άλλους συναδέλφους του (του τότε και του σήμερα) θα μπορούσε να συγκριθεί.
Ο Ξανθόπουλος το 1970, προς το τέλος εκείνης της χρονιάς, παίρνει τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει τον κινηματογράφο. Σαν κίνηση, αυτή, είναι αδιανόητη. Ένας καλλιτέχνης, που σπάει τα ταμεία, που με τις ταινίες του κάνει τους πάντες να πίνουν νερό στ’ όνομά του, λέει... όχι... έως εδώ... φθάνει. Το «στοπ» τού Ξανθόπουλου στον κινηματογράφο μόνο με μία άλλη ανάλογη κίνηση μπορεί να συγκριθεί, στην ιστορία της λαϊκής καλλιτεχνίας.
Μ’ εκείνη του γεννημένου στη Νέα Ιωνία Στέλιου Καζαντζίδη, όταν εγκαταλείπει τις ζωντανές εμφανίσεις στα κέντρα, σε ηλικία μόλις 34 ετών, το 1965. 
Σαν πολλά «κοινά» δεν μαζεύονται εδώ; Το λέμε, γιατί και ο Ξανθόπουλος ήταν γεννημένος στη Νέα Ιωνία, τρία χρόνια αργότερα, το 1934, και σχεδόν στην ίδια ηλικία με τον Στέλιο αποφασίζει κι εκείνος να πάρει μια ανάλογη, μεγάλη απόφαση.
Κάτι πρέπει να συνδέει αυτές τις δύο ενέργειες, που μοιάζουν σαν σταγόνες νερό. Δύο καλλιτέχνες τους οποίους ο λαϊκός κόσμος έχει απογειώσει, αποφασίζουν εντελώς ξαφνικά (για το κοινό τους) να πατήσουν «στοπ».
Κάτι πρέπει να συνέβη στις ψυχές τους. Κάπου πρέπει να είδαν πως εκείνο που είχαν δημιουργήσει πήγαινε να τους καταπιεί. Να τους μεταστρέψει. Να μεταβάλλει τον ψυχισμό τους. Ένοιωσαν βαριά την ευθύνη τού να σε λατρεύουν, χωρίς όρια. Αν και τεράστιοι επαγγελματίες, στην πιο κρίσιμη στιγμή της διαδρομής τους ενήργησαν σαν άσπιλοι και αθεράπευτοι ερασιτέχνες. Προτίμησαν τη δική τους ισορροπία, από τη δόξα, τα λεφτά, τα εξώφυλλα – από τη ζωή, γενικότερα, την κανονισμένη από τους παρατρεχάμενους. Απαίτησαν να φωτιστούν ξανά από το φάρο της «φτωχογειτονιάς» τους, εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν. Δεν κατέληξαν τυχαία ο ένας ψαράς κι ο άλλος αγρότης...
Προς το τέλος του 1970 ο Νίκος Ξανθόπουλος δίνει μια συνέντευξη στο εξαίρετο περιοδικό «Γυναίκα» (τεύχος #543, 4 Νοε. 1970) σε κάποιον / κάποια Β.Π. Δεν είναι μεγάλη η συνέντευξη, αλλά είναι ουσιαστική.
Ο συντάκτης διερωτάται αν ο Νίκος Ξανθόπουλος εγκαταλείπει προσωρινά τον κινηματογράφο, όταν αποφασίζει να συγκροτήσει δικό του θίασο, την «Ρωμιοσύνη» (λέξη όχι άμοιρη σημαινομένων την εποχή της δικτατορίας), φεύγοντας για παραστάσεις στην επαρχία. Κι αυτό «τρελό». Στροφή μεν στο θέατρο, αλλά όχι στην Αθήνα. Στη Θράκη και τη Μακεδονία!
Ο θίασος έχει φύγει από την Θεσσαλονίκη, όπου παρουσίασε τον Οκτώβριο του 1970, το έργο «Το Κορίτσι με το Κορδελάκι» του Νότη Περγιάλη, και κατευθύνεται προς Αλεξανδρούπολη, Διδυμότειχο, Σουφλί... παρουσιάζοντας τα «Αρραβωνιάσματα» του Δημήτρη Μπόγρη και την «Αυλή των Θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.
Στον θίασο «Ρωμιοσύνη» ο Νίκος Ξανθόπουλος συνεργάζεται με τον Στέφανο Στρατηγό (ταξικό εχθρό του σε διάφορες ταινίες της ΚΛΑΚ Films) και ακόμη με τους Σμαράγδα Σμυρναίου, Ιάκωβο Ψαρρά, Πέτρο Ζαρκάδη, Γιώργο Κυρίτση, Γιώργο Λουκάκη, Τζένη Στεφανάκου κ.ά., με τα έργα να σκηνοθετούνται από τον Μήτσο Λυγίζο, με τα σκηνικά να είναι φιλοτεχνημένα από τον Τάσο Ζωγράφο και με τις μουσικές, στα «Αρραβωνιάσματα», να προέρχονται από τον σαντουρίστα Τάσο Διακογιώργη και στο «Κορίτσι με το Κορδελάκι», από τον συγγραφέα του Νότη Περγιάλη.
Στη συνέντευξη στη «Γυναίκα» ξεκινά να μιλά πρώτος ο Νίκος Ξανθόπουλος...
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/cinema/giati-o-nikos-xanthopoylos-egkateleipse-ton-kinimatografo-sto-apokoryfoma-tis-doxas

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

«Αναζητώντας τον Ρόμπερτ Τζόνσον»: ένα βιβλίο για τον βασιλιά τoυ Delta Blues – γραμμένο από τον Αμερικανό Πήτερ Γκουράλνικ, κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Απόπειρα

Από τις εκδόσεις Απόπειρα μάς ήρθε αναπάντεχα, προς το τέλος του 2022, ένα βιβλίο για το blues. Και λέμε «αναπάντεχα», παρότι οι συγκεκριμένες εκδόσεις έχουν δώσει, μέσα στα χρόνια, μερικά από τα καλύτερα βιβλία γι’ αυτό το είδος της μουσικής, που τυπώθηκαν ποτέ στην Ελλάδα – και αναφερόμαστε βεβαίως στα... Samuel Charters «Η Ποίηση του Μπλουζ» (1982), Michael Bloomfield «Με τον Big Joe Williams» (1983) και Πωλ Όλιβερ «Η Ιστορία του Blues» (1995).
Είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια, λοιπόν, μετά το ακρογωνιαίο, για την σχετική ελληνική βιβλιογραφία, πόνημα του Paul Oliver, ένα βιβλίο για τον θρυλικό bluesman Robert Johnson (1911-1938), γραμμένο από τον συμπατριώτη του αμερικανό μουσικογράφο-ερευνητή Peter Guralnick (γενν. 1943) και μεταφρασμένο από την προσφάτως εκλιπούσα Ιουλία Ραλλίδη (1949-2022) αποτελεί, οπωσδήποτε, μιαν έκπληξη (ακόμη και αν μιλάμε για την Απόπειρα).
Τούτο το λέμε γιατί το blues, εδώ και αρκετά χρόνια, έχει περάσει στο περιθώριο του μουσικού ενδιαφέροντος – και παγκοσμίως, και πολύ περισσότερο στην Ελλάδα.
Το blues δείχνει να αφορά, πλέον, σε ελάχιστο κόσμο. Συναυλίες με ξένους μουσικούς του blues δεν γίνονται πλέον στη χώρα, με την συχνότητα που γίνονταν παλαιότερα, για να μην πούμε πως έχουν σχεδόν μηδενιστεί, blues δίσκοι δεν εισάγονται από τις εναπομείνασες (ελληνικές) εταιρείες, στα περιοδικά και στα σάιτ σπάνια θα δεις άρθρα για το blues, σχεδόν ποτέ δεν θα δεις ένα δίσκο blues στα «καλύτερα της χρονιάς» κάποιου μουσικού συντάκτη, και γενικώς... σιωπή.
Είναι λυπηρό, από μια πλευρά, γιατί το blues είναι μια μεγάλη λαϊκή μουσική, που είχε τεράστια απήχηση, κάποτε, σε ολόκληρο τον κόσμο.
Δεν είναι μόνον το γεγονός ότι το blues είναι η βάση του rock and roll (σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό απ’ όσο η country), αλλά και το ότι το blues επηρέασε συντριπτικά το rock, την soul και το funk (γενικά την μαύρη μουσική δηλαδή) μέσα από τα οποία προήλθαν πλείστα όσα ιδιώματα στην πορεία – από την disco έως και το hip hop. Και δεν θα ήταν άστοχο αν λέγαμε, επίσης, πως χωρίς το blues το rock θα ήταν κάτι τελείως διαφορετικό, ενώ δεν θα υπήρχαν καν πολλές από τις υπόλοιπες μαύρες μουσικές, με την μορφή που σήμερα τις γνωρίζουμε.
Φυσικά, το blues, αποτέλεσε την πιο ισχυρή βάση και για την jazz, μην το λησμονούμε αυτό, επηρεάζοντας περαιτέρω, μέσα στις δεκαετίες, άπειρους μουσικούς, σε κάθε γωνιά του κόσμου.
Πώς και γιατί, λοιπόν, αυτή η αρχετυπική δυτική, λαϊκή μουσική βρίσκεται σήμερα σ’ ένα τόσο χαμηλό επίπεδο διάχυσης και διασποράς προς τις μάζες είναι ένα ζήτημα, οπωσδήποτε, που μπορεί να αποτελέσει, πάντως, αντικείμενο ενός άλλου άρθρου – και όχι τούτου εδώ.
Το βιβλίο του Peter Guralnick για τον Robert Johnson κυκλοφόρησε, για πρώτη φορά, στην αγγλική γλώσσα, ως “Searching for Robert Johnson” το 1989 (μια σχετικώς καλή μπλουζ-εποχή), ξανατυπώθηκε το 1998 και για τελευταία φορά το 2020. Και από αυτή την ανανεωμένη έκδοσή του γίνεται και η μετάφρασή του στα ελληνικά.
Το «Αναζητώντας τον Ρόμπερτ Τζόνσον» είναι ένα μικρό μάλλον βιβλίο, καθώς οι «καθαρές» σελίδες του είναι μόλις 95 ή και λιγότερες άμα αφαιρέσεις και τις φωτογραφίες. Βεβαίως το συνολικό βιβλίο έχει 132 σελίδες, αλλά σ’ αυτές περιλαμβάνονται και πολλά «βοηθητικά» κεφάλαια (βιβλιογραφία, ευχαριστίες, βιογραφικά συγχρόνων του Robert Johnson bluesmen, επιγόνων κ.λπ.).
Έτσι, μία φυσιολογική ερώτηση, που μπορεί να την κάνει ο οποιοσδήποτε, είναι... γιατί για έναν τόσο τεράστιο μουσικό, όπως ήταν ο Robert Johnson, έναν μουσικό θρύλο, που καθόρισε, τεχνικά σε πρώτη φάση, πολλά από την εξέλιξη του blues ου μην αλλά και του rock, δεν μπορεί να γραφτεί ένα πολυσέλιδο βιβλίο;
Η απάντηση, όσο και αν παραξενεύει, είναι απλή. Γιατί ξέρουμε ελάχιστα στοιχεία για τη ζωή του, ενώ ακόμη λιγότερα απ’ αυτά είναι ντοκουμενταρισμένα. Μοιάζει ορισμένες φορές σαν ο Robert Johnson να έζησε σ’ έναν άλλον κόσμο, σ’ έναν κόσμο πέρα από την πραγματικότητα, ποτισμένο από φοβικές ιστορίες και θρύλους.
Σαν το πέρασμά του από την κανονική ζωή να υπήρξε φασματικό, με ανακατωμένα και αξεδιάλυτα πραγματικά ή και φανταστικά στοιχεία – σε τέτοιο βαθμό διασκορπισμένα τα μεν ανάμεσα στα δε, ώστε ακόμη και αυτό το θρυλικό μυθοπλαστικό περιστατικό της συνάντησής του με τον Εξαποδώ, σ’ ένα σταυροδρόμι του Νότου, μετά από την οποία (συνάντηση) το παίξιμό του Robert Johnson θα απογειωνόταν, να αντιμετωπίζεται κάπως σαν, συγκαλυμμένη έστω, πραγματικότητα!
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/anazitontas-ton-rompert-tzonson-ena-biblio-gia-ton-basilia-toy-delta-blues

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ 22 Βήματα στη Σύγχρονη Τζαζ / 2001-2022 / 22 Συνεντεύξεις / 22 Άλμπουμ

Η βιβλιογραφία ελλήνων συγγραφέων για την jazz, που είναι λίαν περιορισμένη ούτως ή άλλως, εμπλουτίζεται τώρα μ’ ένα νέο βιβλίο, γραμμένο από τον Βαγγέλη Αραγιάννη. Ο τίτλος του είναι «22 Βήματα στη Σύγχρονη Τζαζ / 2001-2022 / 22 Συνεντεύξεις / 22 Άλμπουμ» (2022) και κυκλοφορεί από την ΑΜΚΕ Re-Solution, που έχει την έδρα της στην Ερμούπολη. Συριανός, εξάλλου, είναι και ο συγγραφέας.
Ο Βαγγέλης Αραγιάννης δεν είναι ένα άγνωστο προς εμένα πρόσωπο – καθώς υπήρξε σταθερός συνεργάτης του Jazz & Τζαζ, από το 2007 έως και το 2013, όταν το περιοδικό έβαλε λουκέτο.
Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς γνωριστήκαμε με τον Β. Αραγιάννη, αλλά κατά πάσα πιθανότητα (ίσως θυμάται εκείνος καλύτερα) θα πρέπει να με κάλεσε στο τηλέφωνο, στα γραφεία του Jazz & Τζαζ, λέγοντάς μου πως είναι από την Ερμούπολη, πως γράφει κριτικές για τζαζ δίσκους, πως κάνει συνεντεύξεις με έλληνες και ξένους μουσικούς και πως τέλος πάντων ενδιαφερόταν για συνεργασία. Προφανώς του είπα ok, λέγοντάς του να στείλει κάτι, ώστε να δω κι εγώ περί τίνος επρόκειτο.
Δεν θυμάμαι, αυτή τη στιγμή, ποια ήταν τα πρώτα κείμενα που είχε στείλει ο Β. Αραγιάννης για το περιοδικό, αλλά εκείνο που είναι σίγουρο είναι πως είχα εντυπωσιαστεί και από το ωραίο γράψιμό του και βεβαίως από την επαφή του με το αντικείμενο (την jazz), που ήταν ώριμη και βαθιά (η επαφή του).
Χάρηκα, γιατί πέραν του Γιώργου Χαρωνίτη που είχε επ’ ώμου το... jazz κομμάτι του περιοδικού (εγώ ήμουν πασπαρτού, αν και περισσότερο του... & τζαζ) θα υπήρχε τώρα ένας ακόμη συνεργάτης, ώστε να προχωρήσει κάποια θέματα, που να σχετίζονταν με την jazz του καιρού μας, από ανεξάρτητες διευθύνσεις, και ο οποίος θα βασιζόταν στις δικές του προσωπικές επιλογές. 
Σαν αρχισυντάκτης έψαχνα, πρέπει να πω, για τέτοια άτομα, που να μπορούν να στηρίξουν δικά τους κείμενα, που να είναι fans, και που να έχουν και μια συνέπεια στη συνεργασία. Όχι λίγα... όλα αυτά.
Ο Β. Αραγιάννης θα αποδεικνυόταν... λίρα-100 και σε τούτο το θέμα –της συνέπειας– που είναι πολύ βασικό, για να στήσεις μια κατάσταση σ’ ένα περιοδικό. 
Πολλοί θα γράψουν ένα-δυο κείμενα, άιντε τρία-τέσσερα και μετά θα σταματήσουν. Δεν έχουν όρεξη; Δεν έχουν αρχείο; Δεν έχουν κίνητρο; Κάτι δεν έχουν τέλος πάντων... και η συνεργασία βαλτώνει. Με τον Βαγγέλη Αραγιάννη δεν βάλτωσε. Απεναντίας εκτοξεύτηκε! 
Τα τελευταία έξι χρόνια του περιοδικού, τα καλύτερα έξι χρόνια στην ιστορία του περιοδικού, για να λέμε τα πράγματα ως έχουν, του χρωστούν πολλά (όπως πολλά χρωστά το περιοδικό σε κάθε συνεργάτη του). Και τώρα που τα θυμάμαι αυτά τα πράγματα... λυπάμαι. Λυπάμαι, γιατί το Jazz & Τζαζ σταμάτησε, καθώς πετούσε ψηλά, πολύ ψηλά. Σαν ύλη, σαν προτάσεις, σαν κείμενα, σαν... τα πάντα. Μας μένει, έτσι, η ικανοποίηση πως πέσαμε, χωρίς να συρθούμε. Κι αυτό, όσο να ’ναι, μετράει...

Τον Βαγγέλη Αραγιάννη δεν τον είχα συναντήσει όσο συνεργαζόμασταν στο περιοδικό. Τον είδα, για πρώτη και τελευταία φορά, από κοντά, σε μια συναυλία της Ορχήστρας των Κυκλάδων (υπό τον Νίκο Κυπουργό) στην «Αλέκα» στου Ζωγράφου, τον Δεκέμβριο του 2015 – γιατί, ξέχασα να το πω, ο Β. Αραγιάννης είναι και κοντραμπασίστας. Έχει, δηλαδή, με την μουσική και μία άλλη σχέση.
Μετά το περιοδικό συνεργαστήκαμε σε κάτι ωραίo, on line, που ετοίμασε ο ίδιος στο διαδίκτυο, το σάιτ για την ελληνική jazz www.jazzlibrary.gr, ενώ τώρα επικοινωνούμε ξανά μέσω αυτού του πρώτου βιβλίου του.

Σ’ αυτό το πολύ ωραίο αισθητικώς και οπωσδήποτε ενδιαφέρον πόνημα ο Β. Αραγιάννης πράττει κάτι απλό. Παρουσιάζει 22 συνεντεύξεις με μουσικούς της jazz (ξένους και Έλληνες), εννιά εκ των οποίων είχαν δημοσιευθεί για πρώτη φορά στο Jazz & Τζαζ. Οι συνεντεύξεις είναι το ένα, αλλά το καθοριστικό για το βιβλίο είναι οι 22 δίσκοι, ένας για κάθε χρονιά από το 2001 έως το 2022 και οι οποίοι προϋπαντούν τις συνεντεύξεις.
Τα πρόσωπα με τα οποία ασχολείται ο Βαγγέλης Αραγιάννης είναι από πολύ γνωστά, δηλαδή μεγάλα ονόματα, με τεράστια παρουσία στα τζαζ δρώμενα (Wadada Leo Smith, Bill Frisell, Greg Osby…), μέχρι μουσικούς ή γκρουπ αρκετά γνωστούς και γνωστά στους ρέκτες (The Necks, Carolyn Hume, Jean-Michel Pilc…) ή και λιγότερο γνωστούς (μουσικούς), της πιο νέας γενιάς, ας το πούμε έτσι, που έχουν όμως πολλά πράγματα να προτείνουν (Neil Cowley, James Brandon Lewis, David Helbock…).
Βασικά, προηγείται μια τοποθέτηση του Βαγγέλη Αραγιάννη σε σχέση με τον μουσικό και τον δίσκο του, ενώ μετά ακολουθεί η συνέντευξη.
Αυτό είναι το μοτίβο πάνω-κάτω, που επαναλαμβάνεται 22 φορές, για 22 διαφορετικά ονόματα (ανάμεσά τους και οι έξι Έλληνες Τάκης Μπαρμπέρης, Δημήτρης Βασιλάκης, Γιάννης Κασέτας, Τάνια Γιαννούλη, Ιωάννης Βαφέας και Γιώργος Κοντραφούρης).
Και αυτά που γράφει ο Βαγγέλης Αραγιάννης και αυτά που ρωτάει και αυτά που απαντούν οι 22 μουσικοί έχουν ασυζητητί ενδιαφέρον. Για τον fan της jazz πρώτα-πρώτα. Όχι πως και κάποιοι άλλοι μουσικόφιλοι δεν θα βρουν, εδώ, πράγματα ενδιαφέροντα, αλλά οι jazz fans θα βρουν πολλά. Βασικά, θα ευχαριστηθούν και θα απολαύσουν το βιβλίο.
Υπάρχουν διάφορα, που μπορείς να σημειώσεις, στο πλαίσιο μιας παρουσίασης του βιβλίου, όπως τούτη εδώ που επιχειρούμε. 
Για παράδειγμα εκείνο που λέει ο Greg Osby, ότι «η τζαζ επηρεάζεται και οφείλει να επηρεάζεται από την πλειάδα των πηγών, που υπάρχουν στον κόσμο. Όπως όλες οι σπουδαίες μορφές τέχνης δεν πρέπει να μένει προσκολλημένη σε ό,τι υπαινίσσεται ο όρος θεμελιώδη στοιχεία. Όταν γίνεται κάτι τέτοιο περιορίζεται η εγγενής δυναμική στην εξέλιξη της μουσικής».
Ή εκείνο που λέει η καναδή σαξοφωνίστρια Chelsea McBride ότι «πέρα από τις προσωπικές προτιμήσεις και το τι ταιριάζει στη μουσική, δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς καλύτερο ή χειρότερο ανάμεσα στα είδη».
Αλλού τώρα θα βρεις τον Bill Frisell να μιλάει για την εμπειρία τού να βλέπεις ζωντανά τον Thelonious Monk και τον Jimi Hendrix, την κιθαρίστρια Janet Feder να λέει πως την έχει επηρεάσει ο πολύ σπουδαίος, αλλά όχι τόσο αναγνωρισμένος στην Ελλάδα, Leo Kottke, τον Wadada Leo Smith να θυμάται την εμπειρία του στην Ελλάδα (επί Μπαράκου Τζαζ Κλαμπ), την πιανίστρια Carolyn Hume να μιλάει για τον Dudley Moore και τον John Martyn, τον πιανίστα David Helbock να αναφέρεται στον George Crumb ή τον ντράμερ Ιωάννη Βαφέα να μας περιγράφει όψεις της κυπριακής τζαζ σκηνής.
Τι άλλο να πεις για ένα βιβλίο, που είναι γραμμένο με μεράκι από έναν άνθρωπο, τον Βαγγέλη Αραγιάννη, με σοβαρές γνώσεις πολλών διαστάσεων γύρω από το αντικείμενο που τον ενδιαφέρει;
Επαφή: https://www.facebook.com/vangelis.aragiannis.92

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2023

LUNG τεύχος #16, Δεκέμβριος 2022

Το LUNG συνεχίζει την περιοδική πορεία του, έχοντας το νέο 16ο τεύχος του σε κυκλοφορία, πάντα στο γνωστό σχήμα με τις 105 γεμάτες σελίδες και με το εξ ίσου γεμάτο CD-R, με τα 12 tracks, επιλεγμένα από τον κατάλογο της ελληνικής Sound Effect Records – που γιορτάζει τα 21 χρόνια της, ως δισκάδικο και δισκογραφική εταιρεία.
Και σ’ αυτό το τεύχος το LUNG επιβεβαιώνει την... ανεξαρτησία του. Όχι μόνον την εκδοτική, μα κι εκείνη που σχετίζεται με την ύλη του. 
Το περιοδικό / fanzine, γραμμένο αυστηρά από συντάκτες-fans, καταπιάνεται σχεδόν αποκλειστικά με το σύγχρονο indie-εναλλακτικό κύκλωμα και με τις post-rock, pop, folk, psych, prog, avant, electro κ.λπ. κατευθύνσεις του. 
Με τα κείμενα να είναι σύντομα γενικώς, κάπως σαν δισκοπαρουσιάσεις, με τις συνεντεύξεις, που είναι οκτώ, να προσθέτουν σε ζωντάνια κι ενημέρωση και με τα αφιερώματα (που είναι τρία) να συμπληρώνουν την ύλη με τον πρέποντα τρόπο, το LUNG, με την πάντα ελκυστική πολύχρωμη εμφάνισή του, παραμένει, πάντα, ένα χορταστικό έντυπο (και για το μάτι).
Το αφιέρωμα που κυριαρχεί στο νέο τεύχος του LUNG είναι εκείνο στους «δίσκους της χρονιάς», κάτι, σε κάθε περίπτωση, αναμενόμενο, καθώς έχουμε να κάνουμε με τεύχος Δεκεμβρίου.
Υπάρχει λοιπόν μία βασική 40άδα (40ο το άλμπουμ της Σtella “Up and Away”, 30ο το “Beautiful Distortion” των Gathering, 20o το “Nights of Lust” των Lovecraft Sextet και 10ο –πρώτο δεν θα σας πούμε πιο είναι– το “Amaryllis / Belladonna” της Mary Halvorson), αλλά, από ’κει και πέρα, υπάρχουν και οι προσωπικές επιλογές κάθε συντάκτη και συντάκτριας, οπότε οι λίστες αυξάνονται, όπως αυξάνονται και οι επιλογές. Πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν... λιστοφάγοι στο pop/rock, οπότε όσοι εδώ προσέλθουν θα βρούνε τη χαρά τους.
Φυσικά από τα αφιερώματα ξεχωρίζει κι εκείνο στην Sound Effect Records, στις σελίδες 30-36, που ξεκινά με την συνέντευξη του Γιάννη Ανδριόπουλου (του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω από το δισκάδικο και το label), και που καταλήγει με το track list του Lung Fanzine #16 / CD Compilation, με τις επιλογές από διάφορα ξένα και ελληνικά ονόματα (King Isxan, Glen, BLML, Lokruz, Σείριος Σαββαΐδης, Bhopal’s Flowers, The Rotary Fifth, Jim Griffin, Anona, Bastard Sword, Lotus Emperor και Automaton). 
Πολύ ενδιαφέρον (το CD), όπως και το τεύχος γενικότερα. 
Επαφή: www.lungfanzine.gr

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2023

THE ANSWER? η πιο νέα κυκλοφορία του γκρουπ από την Αλεξανδρούπολη

Όπως έχουμε ξαναγράψει οι... The Answer?, που είναι Έλληνες από την Αλεξανδρούπολη, δεν είναι καινούριο συγκρότημα, αφού σαν ομάδα υπάρχει από το 1995, έχοντας κι ένα πρώτο άλμπουμ σε ανεξάρτητη παραγωγή από το 1999.
Και αν αυτά τα σημειώναμε με αφορμή το άλμπουμ των Answer? “… and it’s already tomorrow” [B-Other Side / ΑΖΑ Records] από το 2019, τώρα τα ξαναλέμε λόγω μιας νεότερης κυκλοφορίας τους, της «Θεσσαλονίκη / Drunken alive, dreamy death / Live at We SKG» (2022), τυπωμένη και διακινούμενη από τις B-Otherside Records / Walk the Line / Now or Never / Primitive Music και Vinyl Mania
Παρότι λοιπόν είναι τωρινή η κυκλοφορία η εγγραφή δεν είναι τελείως πρόσφατη, αφού αυτή προέρχεται από τον Οκτώβριο του 2018, όταν το punk-rock συγκρότημα από την Αλεξανδρούπολη είχε εμφανισθεί στο WE της Θεσσαλονίκης – και μάλιστα με την line-up τού LP του από το 2019. Δηλαδή, και εδώ, Answer? είναι οι Kostas Ketseris φωνή, κιθάρες, Lefteris “Fresh” Kafetzis ντραμς, Alexandros “Zoltar” Paliakidis μπάσο, φωνή, φωνητικά και Yiannis Margaritis κιθάρες, με κάποιους απ’ αυτούς να μην είναι άγνωστοι στο χώρο (αφού ο Φρέσκος έπαιζε ντραμς στους Middle Fingers, γνωστοί σε πρώτη φάση από ένα 45άρι στην Lazy Dog, το 1994, με τον Kostas να περνάει και αυτός από το ίδιο σχήμα).
Το σετ των Answer?, όπως αυτό καταγράφεται στο νέο άλμπουμ τους αποτελείται από δεκατέσσερα τραγούδια – έξι στην πρώτη πλευρά του δίσκου και οκτώ στην δεύτερη.
Απ’ αυτά τα δεκατέσσερα κομμάτια τα μισά είναι διασκευές. Και από τα επτά πρωτότυπα τα τέσσερα θα ακούγονταν και στο LP του ’19, με τα υπόλοιπα τρία να εμφανίζονται εδώ για πρώτη φορά.
Punk-rock live αυτού του τύπου, θερμό, σκληρό, «βίαιο» και άγριο, με ακατάπαυστη ορμή και απροκάλυπτο δόσιμο δεν νοείται χωρίς versions, και κάπως έτσι οι Answer? έχουν τον τρόπο να τιμούν εδώ τους «πατεράδες τους», τόσο από τα sixties, όσο και από τα seventies-eighties.
Έτσι, ακούμε από την δεκαετία του ’60 Kingsmen (“Jolly green giant”) και Novas “The crusher” (γνωστό και από τους Cramps) και βεβαίως από τις επόμενες δεκαετίες Undertones (“Teenage kicks”), Professionals (“Payola”), Demob (“No room for you”), Business (“Drinking and driving”) και Buzzcocks (“Sick city sometimes”).
Όλα αυτά τα λίγο έως πολύ κλασικά τραγούδια συνυπάρχουν με τα αναλόγου αισθητικής δικά τους, εις τρόπον ώστε εκείνο που ακούς να διαθέτει μία συνεχή και απρόσκοπτη ροή, χωρίς σκαμπανεβάσματα και με τα «φωτάκια» διαρκώς «στο κόκκινο».
Απλά πράγματα, εν ολίγοις, αποτυπωμένα (mastering ο Γιάννης Κύρης) με τον σωστό και ζέοντα τρόπο.
Επαφή: https://www.b-otherside.gr/

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2023

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 485

17/1/2023
Ο Κουτσούμπας την υπέρβαση την έχει κάνει προ πολλού. Δεν περίμενε τον Ξαρχάκο...

17/1/2023
>>Ντιλέμ ντελέ ντιλέμ<<
Γράφουνε εκθέσεις για ό,τι να ’ναι –όλα τα σφάζουν όλα τα μαχαιρώνουν– και ανάμεσα σε άλλα το παίζουνε και «σαββοπουλικοί». Όμως τον δίσκο δεν τον έχουνε, για να τον γυρίσουν από πίσω και να δούνε πως ο ίδιος ο Σαββόπουλος γράφει «Ντιλεντέμ».
Και στον Μπάλλο ακούμε «Ντιλεντέμ λεντιλέμ» και όχι αυτά που γράφουνε...
Μαμακό μαμασά μακομακοσά... ή για να το πω και στα ελληνικά... μαλακό μαλακά μαλαμακωσιά...

17/1/2023
Η πάλη των τάξεων συνεχίζεται απρόσκοπτα και με δίχως καθυστερήσεις...

17/1/12023
Ο τέως, η τέα, το τέιον. Λέγονται και τα τρία...

17/1/2023
Δεν είναι με τον Χένρι Κίσινγκερ, με τον Φιντέλ Κάστρο είναι...

16/1/2023
Πολλές φορές οι ακριβείς ημερομηνίες κυκλοφορίας των δίσκων παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο. Εγώ επιμένω σ’ αυτό, αλλά πάντα θα βρεθούν οι διάφοροι, που δεν μπανίζουν και πολλά, και θα σε πούνε... ληξίαρχο.
Λοιπόν, το «Άσπρο Μαύρο» του Γιώργου Χατζηνάσιου και της Σώτιας Τσώτου μπορεί να κυκλοφόρησε το 1974, αλλά ακριβή ημερομηνία δεν έχω.
Επειδή όμως βλέπω στο εξώφυλλο το πιόνι του βασιλιά πεσμένο, θέλω να λέω πως κυκλοφόρησε στις γιορτές του 1974, στις τελευταίες μέρες εκείνου του χρόνου, μετά την διεξαγωγή του μεταπολιτευτικού δημοψηφίσματος (8 Δεκ. 1974), που είχε βγάλει «όχι» στην βασιλευομένη δημοκρατία.
Λοιπόν όποιος-α μπορεί να βρει ακριβή ημερομηνία κυκλοφορίας του «Άσπρο Μαύρο» θα τον/την παραδεχθώ. Εγώ, ξαναλέω, δεν την ξέρω. Και θα πρέπει να ψάξω πολύ, με αμφίβολα αποτελέσματα...
Περιττό να πω πως ο δίσκος αυτός έχει μέσα το ωραιότερο... βασιλικό τραγούδι της ελληνικής δισκογραφίας (που το έχω ξαναποστάρει φυσικά). Ή έστω ένα από τα 2-3 ωραιότερα... 

16/1/2023
Τίποτα... συνειρμοί...
Ένα μεγάλο ελληνικό ποίημα του Τάκη Σινόπουλου, για έναν άλλο Κωνσταντίνο...

ΟΙ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ

Ο Κωνσταντίνος είναι μια πόρτα.
Είναι ένα πρόσωπο πίσω απ’ την πόρτα.
Είναι μια πόρτα που κλείνει ξαφνικά και σου τσακίζει τα δάχτυλα.
Ο Κωνσταντίνος είναι μια κάμαρα.
Κραυγή κινδύνου σε μιαν άδεια κάμαρα.
Είναι ένα σπίτι σκυθρωπό που μέσα του καπνίζουν ανεξερεύνητες θρησκείες αιμάτων.
Ο Κωνσταντίνος είναι το αύριο το αύριο το αύριο. (Το αύριο επαναλαμβανόμενο άπειρες φορές).
Ο Κωνσταντίνος χάνεται άμα τον κοιτάξεις κατάματα.
Ο Κωνσταντίνος φανερώνεται άμα τον ονειρευτείς.
Χτυπιέται με τη νύχτα πέφτει απάνω της τυφλός από θυμό κι έτσι γεμίζει με πληγές που συνεχώς αφορμίζουν.
Βασανίζεται με τα πρόσωπα, η αοριστία τον δυναστεύει, ψηλαφά το κορμί μου, το φως του προσώπου μου και τον τσακίζουν ασταμάτητοι λυγμοί.
Ο Κωνσταντίνος είναι ο ήλιος που καθορίζει τον ίσκιο του χορταριού με τη συνεχή κίνησή του.
Ο Κωνσταντίνος είναι ένα κλειστό δάσος σχέδιο χαλιού με βλάστηση αποπνιχτική.
Ο Κωνσταντίνος είναι ο αγώνας με τις κάμαρες και τα πουλιά.
Μιλάει συνεχώς για ένα ποτάμι που θα πλύνει το κορμί του από τα χώματα και τις βρωμιές της γης.
Συνέρχεται από τις αιτίες που ερεθίζουν το αίμα του κι ύστερα κοιμάται.
Ο Κωνσταντίνος έχει πολλές ακαθαρσίες μέσα στη φανταστική του ζωή.
Ο Κωνσταντίνος είναι ένα αμφισβητούμενο γεγονός.
Είναι ένας μισοφαγωμένος κήπος.
Είναι μια σκούρα καταθλιπτική μέρα που ο άνεμος φέρνει σκόνη στα τζάμια.
Φοράει αυτό το χειμωνιάτικο σακάκι και θαρρεί πως συνεχώς μεταμορφώνεται.
Πίσω απ’ το πρόσωπο του Κωνσταντίνου σαλεύει ο άλλος Κωνσταντίνος.
Που καίγεται τις νύχτες σε μια παραφορά φριχτότερη απ’ τα λόγια του.
Οι αυστηροί θεοί τον ακούνε και σκοτεινιάζουν.
Το ξαναλέω ο Κωνσταντίνος είναι ένα σπίτι.
Ένα σπίτι γιομάτο επινοήσεις που χύνονται και σου ξεσκίζουν το κορμί με τα νύχια τους.
Ο Κωνσταντίνος μεταμελείται για πράξεις που ποτέ δεν έγιναν.
Μπερδεύει εκείνο που έκαμε με κείνο που λογάριαζε να κάμει.
Έχτισε πελώρια οικοδομήματα και τα κρατούσε απελπισμένος με τα χέρια του
ώσπου γκρεμίστηκαν και μας τσάκισαν.
Ο Κωνσταντίνος είναι υπεύθυνος για ό,τι συνέβη μέσα μας.
Θρυμματίζεται σ’ ατελείωτες παρακρούσεις φωνάζοντας το πρόσωπό μου σκοτεινή χαράδρα του φεγγαριού. (Το πρόσωπό μου εμένα είναι ίδιο φως).
Ο Κωνσταντίνος είναι τρομαχτικός όταν γδύνεται μια-μια τις φλούδες του.
Δεν ξέρω πώς να γαληνέψω τον Κωνσταντίνο.
Ώρες ώρες τον παραστέκει η τρέλα και τα σπλάχνα του φωτίζονται από μέσα σαν να καίει εκεί μια ριζωμένη λάμπα.

Αυτός είναι ο Κωνσταντίνος.

15/1/2023
ΔΙΣΚΟΙ ΓΚΡΟΥΕΖΑΣ
Οι άνθρωποι δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν κανέναν, ούτε το Κέντρο, ούτε τη Δεξιά, ούτε ακόμη και τη Χούντα λίγο αργότερα, φροντίζοντας να δισκογραφούν κομμάτια με-και-για τους πάντες. Για τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο, για τον ανερχόμενο πολιτικό αστέρα Ανδρέα Παπανδρέου, για την ΕΔΗΝ (τη Νεολαία του Κέντρου) και την ΕΡΕΝ (τη Νεολαία της ΕΡΕ), για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, για τους πραξικοπηματίες... 
Λεπτομέρειες εδώ... 

15/1/2023
Ένα κινηματογραφικό κείμενο, που κολλάει και με τον Σταύρο Ξαρχάκο...
>Επ' αυτού υπάρχει η εντυπωσιακή σκηνή-βιντεοκλίπ, όταν ο Παπαμιχαήλ τραγουδά το «Μάτια βουρκωμένα» (στους ρόλους των μπουζουξήδων το τρίο Σταμάτης Κόκοτας – Βασίλης Αυλωνίτης – Πέτρος Λοχαΐτης), με τον Σκαλενάκη να κινηματογραφεί με δύναμη το ρυθμό του τραγουδιού, έτσι όπως εκείνος αποτυπωνόταν στον χασάπη που κρεμάει τα κρέατα στα τσιγκέλια, στις μαθήτριες που τρέχουν πηδώντας... κάτω στον Πειραιά στα Καμίνια, στους οικοδόμους που δουλεύουν στις ταράτσες και τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών, στους ψαράδες που τραβάνε τη βάρκα τους στη στεριά κ.λπ. Η κίνηση-κινητικότητα αυτού του κλιπ είναι... τζαζ, κατ' ευθείαν βγαλμένη από τα κλαμπ της Πράγας.<
https://www.lifo.gr/culture/cinema/monterno-laiko-kai-kosmopolitiko-sinema-toy-giorgoy-skalenaki

15/1/2023
>>POP FESTIVAL '73 (1973). Από τους πιο σπάνιους ελληνικούς δίσκους κάτι σαν "Schoolwave Fest" στην εποχή του. Δεν έχει επανεκδοθεί ποτέ , ούτε έχει κυκλοφορήσει σε cd . Κάποια τραγούδια ίσως να ακούγονται παιδικά σήμερα, αλλά έχει και "διαμάντια".<<
-Κάνουνε λάθη και στα πλέον προφανή.
-Μα αφού ήταν κάτι σαν "Schoolwave Fest", τότε πού είναι το πρόβλημα αν κάποια τραγούδια ακούγονται παιδικά σήμερα; Παιδιά δεν τα γράψανε; Και τα "διαμάντια" επίσης παιδιά τα γράψανε, δεν τα γράψανε μπαρμπάδες.

15/1/2023
I had the blues before sunrise, with tears standing in my eyes…
https://www.youtube.com/watch?v=dOL7z6dwjn4

14/1/2023
Μισή ώρα μίλαγε για τον Σταύρο Ξαρχάκο ο Δημήτρης Κουτσούμπας. Δεν μου κάνει εντύπωση, από τη στιγμή όπου ο Ενβέρ Χότζα είχε μιλήσει, κάποτε, διπλάσιο χρόνο για την Μαρινέλλα...
Τα’ πε όλα για τον Ξαρχάκο, ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, ενώ θα γράψει και για τον Θάνο Μικρούτσικο στο επερχόμενο βιβλίο. Πάει να μας φάει τη δουλειά, δηλαδή, ο γραμματέας... Αν και από πότε θεωρείται «δουλειά» αυτό που κάνουμε εμείς, θα είναι πάντα ένα ερώτημα...
Το κατέχει το «έντεχνο» ο Κουτσούμπας, παρότι επί του προκειμένου εντόπισα ορισμένες... αγκυλώσεις σε σχέση με τον ποπ, ροκ και αβάντ παράγοντα, που επηρεάζει το «έντεχνο» του Ξαρχάκου ήδη από τα σίξτις.
Η άπονη ζωή της φτωχολογιάς είναι σκέτος εφιάλτης...
https://www.youtube.com/watch?v=7Q7K3ydK1PM

14/1/2023
"Αντικομμουνιστική Ελλάς", Φλεβάρης-Μάρτης '61. Με τον διάδοχο στο εξώφυλλο ως "Το καμάρι του ελληνικού λαού".
Έγραφε και ο Θανάσης Τσόγκας μέσα, αντικομμουνιστικά διηγήματα, που τρία χρόνια αργότερα θα έβγαζε τους "Μοντέρνους Ρυθμούς" (Μ.Ρ.) και στην πορεία τις "Καλλιτεχνικές Επικαιρότητες", τον "Κόσμο του Τραγουδιού", το "Σώου" (διευθυντής σύνταξης), το "Pop Express" κ.λπ.
Όταν μαθεύτηκε από τους περισσότερους, τα μεταγενέστερα χρόνια τώρα λέμε, πως ο Τσόγκας υμνούσε το πραξικόπημα στο τεύχος των Μ.Ρ., μετά την 21η Απριλίου '67, θα έβγαιναν "κάποιοι" και θα λέγανε πως είχε πιεστεί για να το κάνει.
Ο άνθρωπος δεν είχε πιεστεί από πουθενά. Είχε ήδη πίσω του μεγάλο παρελθόν στον αντικομμουνισμό, από την δεκαετία του '40 ήδη.
Κι ούτε είναι τυχαίο πως διάφοροι ποπ/ροκάδες της εποχής (και όχι μόνο μουσικοί, μα και μουσικόφιλοι) είναι ακροδεξιοί, χουντικοί, βασιλόφρονες κ.λπ., επηρεάζοντας έτσι και κάποιους επικίνδυνα αφελείς νεότερους, που γουστάρουν το ελληνικό ποπ/ροκ.

14/1/2023
Από συνέντευξη του Γιάννη Πετρίδη στην A.V.
>>Ερώτηση: Είναι 1975, έρχεστε εδώ στην ΕΡΤ και κάνετε το «Ποπ Club». Δεν ακούγεται παράξενα έξω, αυτή η ξένη μουσική σε μία εποχή που θέλει αντάρτικα από τη μια πλευρά και Θεοδωράκη από την άλλη;<<
Τα αντάρτικα και ο Θεοδωράκης είναι από την ίδια πλευρά, δεν είναι από την μία και από την άλλη. Από την άλλη είναι η ξένη μουσική. Το 1975 ο κόσμος δεν είχε σταματήσει ν’ ακούει ξένη μουσική. Εκατοντάδες ελληνικοί δίσκοι (μικροί και μεγάλοι) κόβονταν σε όλα τα στυλ (ποπ, ροκ, σόουλ, φανκ κ.λπ.). Ορισμένοι αφελείς νομίζουν πως ο κόσμος άρχισε ν’ ακούει ξένη μουσική λόγω Πετρίδη.
>>Έκανα την παρένθεση για να σου εξηγήσω γιατί δεν ήμουν τόσο κολλητός με τα ελληνικά συγκροτήματα όπως άλλοι τότε. Και δεν τα υποτιμώ καθόλου γιατί μέσα από αυτά τα ελληνικά συγκροτήματα βγήκαν καταπληκτικοί μουσικοί μετά. Άρχισα να ασχολούμαι με τα ελληνικά συγκροτήματα προς το τέλος, αρχές του ’70, με τους Socrates. Δηλαδή τους πήρα πρώτα σαν Persons στη Music Box…<<
Ο Πετρίδης οργάνωνε συνεχώς συναυλίες, ως Μουσική Επιθεώρηση, στη Θεσσαλία από το 1967 ήδη, ενώ συνεργαζόταν και με την M Plus M του Μαστοράκη παρουσιάζοντας γκρουπ από τον Μάιο του ’67. Αργότερα, όταν έκλεισε η M Plus M, συνέχισε μόνος του να παρουσιάζει γκρουπ «ζωντανά» (και όχι μόνο ραδιοφωνικά από το Στρατιωτικό Ραδιόφωνο της Λάρισας, στο οποίο είχε μπει λίγο πριν την χούντα, αλλά επί χούντας θα αυξάνονταν οι ώρες των εκπομπών του). Στον «Κόσμο του Τραγουδιού» (Φλεβάρης 1969) υπάρχει πλήρες ρεπορτάζ από live σε Λάρισα και Βόλο, με MGC, Idols, Esquires, Strangers, Ζωή Κουρούκλη κ.ά. με φωτό δίπλα-δίπλα Πετρίδης-Πουλικάκος κ.λπ. Γενικά ο Πετρίδης ασχολιόταν τότε πολύ έντονα με το ελληνικό ποπ-ροκ, πολύ πριν το ’70 εννοώ, και ήταν από τους βασικούς που το προμόταραν. Πιο βασικός και από τον Μαστοράκη, που τότε τα είχε ψιλο-εγκαταλείψει, γιατί ασχολιόταν με την τηλεόραση.
>> (Πετρίδης). Και εσύ θα έχεις διαπιστώσει με τα χρόνια ότι δεν σημαίνει και τόσα πολλά πράγματα ο Steve Winwood στην Ελλάδα. (Και σε στυλ ερώτησης ο δημοσιογράφος) Ελάχιστοι τον ξέρουν, ειδικά την ιστορία του από Spencer Davis, Traffic, Blind Faith κ.λπ<<
Ελάχιστοι ξέρουν την ιστορία του Steve Winwood στην Ελλάδα; Δεν είμαστε καλά! Λες και μιλάμε για τον Lonnie Donegan ή τον Ken Colyer... Εκτός και αν το "δεν σημαίνει και τόσα πολλά πράγματα" έχει την έννοια πως δεν του έχουμε στήσει άγαλμα, σαν του Κολοκοτρώνη. Ναι, αυτό δεν το έχουμε κάνει ακόμη...
Βαριέμαι να γράψω άλλα, γιατί θα το πάμε για κείμενο και όχι για ποστ. Ο Πετρίδης μπορεί να λέει όσα θέλει να πει, αλλά ο άλλος τον ακούει δίχως να έχει υπ’ όψη του το παρελθόν του, που ξεκινάει την άνοιξη του ’67, με τις ποπ-ροκ δραστηριότητές του να θεριεύουν επί δικτατορίας. Και γι’ αυτό οι ερωτήσεις του είναι ερωτήσεις ανούσιες και κατά βάση ατόμου που δεν έχει ουσιαστική σχέση με αυτά τα ζητήματα. Το αποτέλεσμα είναι ο αναγνώστης να πληροφορείται τσάτρα-πάτρα, για κάποια πράματα, παραμένοντας, κατά βάθος, στο σκοτάδι.

13/1/2023
Σπ. Β. Μαρκεζίνη "Αναμνήσεις 1972-1974, Τόμος Ζ"
[εκδόσεις Σπ. Β. Μαρκεζίνη Α.Ε., Αθήναι 1979]

13/1/2023
Καθημερινές ιστορίες απλών ανθρώπων...
[Ντέλλα Ρουφογάλη-Ρούνικ: Να γιατί...]

ΦΙΛΟΣ ΦΙΛΟΥ μπάσσο βεστιάριο

Ο τέταρτος στίχος από το πρώτο ποίημα της Κατερίνας Γώγου, από το «Τρία Κλικ Αριστερά» (1978), είναι ο «μπάσσο βεστιάριο», που εδώ γίνεται τίτλος για το LP τού Φίλος Φίλου (Κωνσταντίνος Τασσόπουλος).
Στο ίδιο βιβλίο η Γώγου γράφει και το «φίλος-φίλος έτσι όπως το λέει ο Καζαντζίδης», αλλά δεν ξέρουμε αν από ’κει πήρε γραμμή ο Τασσόπουλος, για να... μετονομαστεί σε Φίλος Φίλου. Πάντως οι όποιες ομοιότητες ανάμεσα στο LP «Μπάσσο Βεστιάριο» [Veego Records, 2022] και στην ποίηση της Γώγου σταματούν εδώ.
Υπάρχει λοιπόν αυτή η φράση, που οπωσδήποτε προκαλεί σκέψεις κ.λπ., αλλά βασικά εκείνο που πρωταγωνιστεί στον δίσκο δεν είναι το... βεστιάριο, αλλά το μπάσο (με ένα σίγμα, τώρα). Όχι αναγκαστικώς το κανονικό bass guitar, αλλά τα μπάσα γενικώς, που είναι πολλά, θεόρατα και που κατακυριεύουν την εγγραφή.
Βασικά, στην περίπτωσή μας έχουμε να κάνουμε μ’ ένα δίσκο electro, με σαφείς υπαινιγμούς στα electro 80s και 90s εννοούμε (αν και περισσότερο στα 80s), που λειτουργεί κάπως σαν ένα tribute προς εκείνη την εποχή, την (electro) μουσική της, τα γκάτζετ της, τις συσκευές της, τα μηχανήματά της κ.λπ.
Δεν είμαστε σίγουροι τι είδους φιλοδοξίες είχε ο Φίλος Φίλου (και αν είχε), σε σχέση με το «Μπάσσο Βεστιάριο», όμως ό,τι κι αν είχε ή δεν είχε υποσκάπτεται (ως δημιουργός) από τις, γενικώς, λίγες ιδέες. Κάτι που επιδεινώνεται (και) από τις διάρκειες των κομματιών, που είναι μεγάλες (γενικώς 5λεπτα tracks), κάνοντας αυτές τις λίγες ιδέες να φαίνονται ακόμη λιγότερες. Φυσικά, και για να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, δεν υπάρχει ουδεμία σχέση της παρούσας μουσικής με τον αφρό των 80s κυκλοφοριών, που βρίθουν συνθετικών και συνθετητικών εμπνεύσεων, δημιουργικής φαντασίας κ.λπ.
Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, πως το LP τού Φίλος Φίλου είναι αδιάφορο. Kάθε άλλο. 
Κατ’ αρχάς το γεγονός πως καταφέρνει να ανακαλέσει «πράματα» από τα electro-80s είναι ένα πρώτο θετικό (το λέμε, γιατί αυτός θα μπορούσε να ήταν κι ένας κάποιος στόχος).
Υπάρχουν στιγμές που νοιώθεις ότι ακούς σάουντρακ από φτηνές βιντεοταινίες του δεύτερου μισού των 80s, εκεί όπου όλα ήταν περασμένα μέσα από τα σύνθια της περιόδου, σε βαθμό... κακουργήματος. Πάνω σ’ αυτό το... κακούργημα πατάει, εξάλλου, ο Φίλος Φίλου, για να δώσει πνοή στο «Μπάσσο Βεστιάριο».
Η υπερ-χρήση των synths ήχων της εποχής, σήμερα, είτε σε ρεαλιστικό πλαίσιο είτε ως ψευδαίσθηση (δεν έχει σημασία), είναι το βασικό γνώρισμα του δίσκου, που κινείται μέσα στα ποικίλα μονοπάτια του funk (το «Υπερσυντέλικος» π .χ. είναι γεμάτο από Hancock-ικά hints), αγγίζοντας έως και το dub στην «Αστική Ανάπλαση» – αν και το πραγματικά και αληθινά ενδιαφέρον κομμάτι εδώ είναι η «Άνοιξη», που πέρα από την βασική μελωδική γραμμή (με τις λίγες πάντα νότες), διαθέτει από κάτω και ήχο από «χατζιδακικό» glockenspiel (ή κάτι ανάλογο τέλος πάντων), μαζί με... δήθεν-ακορντεόν και eastern φωνητική ακολουθία.
Ο δίσκος έχει φωνές, αν και τραγούδι δεν έχει (εκτός αν θεωρήσουμε τραγούδι το έσχατο «Άλφα στερητικό», με τους στίχους... «μην απορείς δεν μπορείς να τ’ αλλάξεις / το μονοπάτι σου εσύ να χαράξεις / γλυκό κρασί απ’ της ζωής το αμπέλι / μην προσπαθείς να μπεις στην αγέλη» (που περνάνε και κάποιο μήνυμα), φέρνοντας στη μνήμη άλλοτε Λένα Πλάτωνος και άλλοτε Μιχάλη Σιγανίδη (στις φάσεις όπου γίνεται χιούμορ). Γιατί εγώ τουλάχιστον ως χιούμορ ή ως σουρεαλιστική παρέμβαση εκλαμβάνω εκείνα που ακούω στο «Σιρόπια» ή στην «Αστική ανάπλαση».
Νομίζω, για να καταλήξουμε και κάπου, πως ο Φίλος Φίλου με λίγο μεγαλύτερη (δηλαδή περισσότερη) προσοχή θα έκανε ένα αληθινά ενδιαφέρον άλμπουμ (μέσα στο πλαίσιο της «εϊτίλας»), αλλά κι έτσι όπως είναι το «Μπάσσο Βεστιάριο» έχει τον τρόπο να σε μετακινεί «εσωτερικά». Να σε τοποθετεί κάπου, αφήνοντάς σε, εκεί, ελαφρώς μετέωρο... No problem.
Επαφή: https://veegorecords.com/