Τρίτη, 14 Μαΐου 2019

POP ELEVEN – ΑΦΟΙ ΦΑΛΗΡΕΑ ένα δισκάδικο και μια εταιρεία, που άλλαξαν τη μουσική στην Ελλάδα στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 (με αφορμή τον πρόσφατο χαμό του Γρηγόρη Φαληρέα)

Τη Δευτέρα (13 Μαΐου) έφυγε από τη ζωή ο Γρηγόρης Φαληρέας.
Ο Γρηγόρης μαζί με τον αδελφό του Τάσο Φαληρέα ξεκίνησαν το ιστορικό δισκάδικο Pop Eleven προς τα τέλη του 1969-αρχές 1970, ένας χώρος που συνδέθηκε με τη σταδιακή καθιέρωση του rock στην Ελλάδα (εισάγοντας δίσκους των Doors, Frank Zappa, Van Morrison, Country Joe & The Fish, Paul Butterfield κ.λπ.), αποτελώντας περαιτέρω «ναό» για την jazz, το blues, τη reggae και άλλα «ξενόφερτα» μουσικά στυλ, προωθώντας επίσης βιβλία, αφίσες και ό,τι άλλο σχετικό ή μη, όπως και επιλεγμένους δίσκους ελληνικής μουσικής (βασικά Σαββόπουλο, αλλά όχι μόνο).
Αυτά, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, όταν η επιρροή του μαγαζιού είχε ξεφύγει από τα στενά μουσικά πλαίσια και απασχολούσε πλέον λογοτέχνες, κινηματογραφιστές, εικαστικούς κ.ά. Να θυμίσουμε πως σκηνές γυρισμένες μέσα στο Pop Eleven καταγράφονται στις ταινίες Μαύρο + Άσπρο των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού από το 1973 και Τα Χρώματα της Ίριδος του Νίκου Παναγιωτόπουλου από το 1974.
Μια φωτογραφία της εποχής (αρχές '70) με Τάσο Φαληρέα, Γιάννη "Αρκούδη" Χριστοδούλου, Άγγελο Μαστοράκη, Γρηγόρη Φαληρέα κ.ά. (πηγή: facebook)
Έχει ενδιαφέρον μια αφήγηση του Τάσου Φαληρέα για το Pop Eleven (Ιούνιος 1993, περιοδικό Ήχος & Hi-Fi), στην οποία αποτυπώνεται κάτι από το κλίμα του μαγαζιού:
«Θυμάμαι μια φορά είχαν έρθει στο Pop Eleven μια παρέα μαλλιάδες και είχαν καθίσει κάτω. Ήταν καμιά τριανταριά. Είχαν έρθει από κάτι γειτονιές στυλ Μεταξουργείο και τέτοια. Κάθονταν από το πρωί μέχρι το βράδυ και ακούγανε μουσική. Εμείς το βράδυ πίναμε διάφορα τσιγάρα και λέγαμε τι θα κάνουμε μ’ αυτούς, αλλά τελικά τους αφήσαμε, δεν τους διώξαμε. Κατά τ’ άλλα στο μαγαζί έπεφτε καμιά φορά και ξύλο. Το μεγαλύτερο ξύλο είχε πέσει όταν έφτιαξα δύο γκρουπ στη Λύρα. Τον Εξαδάκτυλο και τους Πελόμα Μποκιού. Εγώ από κάποιο σημείο και μετά δεν πίστευα στον Πουλικάκο, που ήταν στον Εξαδάκτυλο. Έτσι έφτιαξα τους Πελόμα Μποκιού με τον Μπονάτσο (σ.σ. με το «έφτιαξα» εννοεί, προφανώς, πως τους είχε δώσει τη δυνατότητα να ηχογραφήσουν και να υπάρξουν δισκογραφικά). Αποτέλεσμα ήταν να παίξουνε ξύλο με τα παιδιά του Εξαδάκτυλου. Κάναμε κάποιου δίσκους και με τους μεν και με τους δε, αλλά δεν ήταν τίποτα. Μαλακίες ήταν όλα αυτά… Ατελής και αφελής προσπάθεια να κάνουμε κάτι που γινόταν κι έξω».

Η συνέχεια εδώ…

3 σχόλια:

  1. Lampros Papalexis
    Tους πρώτους δίσκους μου απο εκεί τους πήρα!.. Νeil Young: After the Goldrush, On the Beach, Tonight's the Night & Tom Waits : The Heart of Saturday Night...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ferris Costas
    Κι ο Γιαννουλόπουλος, θαμώνας, και πολλοί-πολλοί άλλοι. Λίγο-πολύ, όταν τα βρίσκαμε σκούρα, όλοι στον Τάσο (ή τον Γρηγόρη) σπεύδαμε. Θυμάμαι, έτυχε το 1981 να ξενυχτήσω σ' ένα φιλικό σπίτι, μ' έναν Αμερικάνο παραγωγό που δεν ήξερα καν τ' όνομά του. Με ρωτούσε γιά την ταινία που ετοιμάζω, κι εγώ του έλεγα. Τα ξημερώματα που έφευγε με το αεροπλάνο, του χάρισα τον τόμο του Πετρόπουλου. Σε δέκα μέρες, λαμβάνω ένα πακέτο, ένα κουτί με 10 (?) βινύλλια, την πλήρη συλλογή Blues on the Field του Alan Lomax. Μέσα είχε ένα σημείωμα του Jerry Wexler, που έλεγε: "Διάλεξε όποιον θέλεις γιά τον μπλουζίστα της ταινίας σου, κι αν είναι ακόμα ζωντανός, σου τον στέλλω ως δώρο"! Χάζεψα! Ποιός είναι αυτός ο "παραγωγός"; Πρωϊ πρωϊ, κατεβαίνω στο Pop Eleven, και δίνω στον Τάσο την κούτα και το σημείωμα. Μένει άναυδος! "Βρε μπαγάσα, έχεις τέτοια επαφή με ΤΟΝ Jerry Wexler; Σήκω φύγε αμέσως, πάρε το αεροπλάνο και πήγαινε να τον βρεις! Την έκανες, μεγάλε!"
    Η άνοδος του Πασοκ συνοδεύτηκε από μιά... τρίτη αναβίωση του Ρεμπέτικου, που είχε προετοιμάσει η συλλογή των Αμερικάνικων (CBS) του Σπύρου Παπαϊωάννου (η επιμέλεια ήταν του Τάσου) και κορυφώθηκε με την ταινία μου. Από κει και πέρα, ο Τάσος σκέφτηκε να περάσει στην επόμενη φάση του (ξεχασμένου) μετα-ρεμπέτικου λαϊκού τραγουδιού, και το έκανε με όλη τη σοβαρότητα και την ευγένεια που άρμοζε. Δυστυχώς, η πρώτη αυτή αναβίωση του λαϊκού τραγουδιού, ξεχαρβαλώθηκε από την πλέμπα του Πασόκ, και οδήγησε εκεί που το πήγε. Πρέπει όμως να θυμηθούμε πως από τα Μπλε Παράθυρα (Γιώργος Κοντογιάννης) ως την Εκδίκηση της γυφτιάς, είναι μικρό το διάστημα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ωραίες εποχές. Θα έλεγα μάλλον ωραιότερες από τις κατοπινές και αναμφισβήτητα έτη φωτός καλύτερες από τις τωρινές. Όμως θυμάμαι εκείνη την σοφή και τρισχαριτωμένη ταινία του Γούντι Άλεν όπου οι άνθρωποι ταξίδευαν στις προηγούμενες εποχές με το δέος και τον θαυμασμό ως απότοκο όχι τόσο του μεγαλείου τους αυτού καθ' εαυτού, αλλά κυρίως της ασφάλειας που ως τετελεσμένα παρείχαν και συγκρατούμαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή